Ζήτησε συγγνώμη απ’ το συνομιλητή του και πήγε στο μπάνιο, να καθαρίσει το παντελόνι του, από το κρασί.

«Φταίει που έχω τόσα χρόνια να περάσω την παραμονή της πρωτοχρονιάς με παρέα. Είναι φυσικό να έχω αμηχανία», παρηγόρησε τον εαυτό του και καθώς  έτριβε το λεκέ με το βρεγμένο πανί, που του έδωσε η υπηρεσία του σπιτιού, ο νους του ανέτρεξε στην τελευταία πρωτοχρονιά που έκανε με τους γονείς του.

Ό, τι είχε πάρει το πτυχίο του, τόσο νέος ήταν. Κι αφού η αλλαγή του χρόνου θα τον έβρισκε πτυχιούχο, η μάνα ήθελε ν’ ανοίξει το σαλόνι της και να καλέσει όλους τους συγγενείς. Από ένα τέτοιο τραπέζι δε θα μπορούσε να λείπει η γιαγιά που τόσο αγαπούσε κι ας ήταν άρρωστη. Μαζί όμως με τη γιαγιά είδε  να μπαίνει στο σπίτι και η κυρία αλλοδαπής καταγωγής που τη φρόντιζε επί πληρωμή.

«Δεν την θέλω αυτήν εδώ» είχε πει στον πατέρα του, μόλις κατάφερε να τον απομακρύνει λίγο, από την παρέα. « Να της δώσεις ρεπό σήμερα, να πάει με τις φίλες της, να πάει όπου διάβολο θέλει, αρκεί να μην είναι εδώ, δίπλα στη μάνα», συμπλήρωσε, κάνοντας προσπάθεια να συγκρατήσει τόσο την ένταση της φωνής του όσο και το θυμό, που αισθανόταν να του ανεβαίνει στο λαιμό  και να τον πνίγει.

«Να φύγεις εσύ από δω, αν δε σ’ αρέσει», είχε σφυρίξει μέσα από τα δόντια του με ανάλογο θυμό ο πατέρας, που ήθελε τη γκόμενα του μαζί, στην αλλαγή του χρόνου.

Είχε κάνει πρωτοχρονιά μόνος, στο λιμάνι, κοιτάζοντας πότε τα φώτα της πόλης, που γιόρταζε την αλλαγή του χρόνου, και πότε τα πλοία, που ετοιμάζονταν να σαλπάρουν, μακριά από τη θλίψη, που κρυβόταν πίσω από όλα εκείνα τα φώτα.

Δεν ξαναπήγε σε οικογενειακό τραπέζι όσο κι αν επέμενε η μάνα του και δεν ξανάκανε πρωτοχρονιά με παρέα. Έμενε στο σπίτι, με ένα ποτήρι κρασί, παρακολουθώντας κάποια ταινία ή διαβάζοντας κανένα βιβλίο. Την επόμενη μέρα θα συναντούσε φίλους, μα στην αλλαγή του χρόνου ήθελε να είναι μόνος.

Πρώτη φορά, μετά από τόσα χρόνια δέχτηκε την πρόσκληση για ρεβεγιόν του  προϊσταμένου του που οργάνωνε ένα πάρτι στο σπίτι του, για την αλλαγή του χρόνου και κάλεσε μεταξύ άλλων και τον ίδιο. Δεν ήξερε γιατί δέχτηκε και για πολλές μέρες τον απασχολούσε αυτή η σκέψη. Κατέληξε πως είχε αποδεχτεί την πρόσκληση , γιατί ήθελε να ξαναδεί την καινούρια συνάδελφο, με τα ξανθά μακριά μαλλιά που ήταν επίσης καλεσμένη.

«Θέλω να φύγει αυτή η ξανθόψειρα από δω μέσα», διέκοψε τις σκέψεις του, η θυμωμένη φωνή του γιου της οικογενείας, που ακούστηκε από το διπλανό δωμάτιο, που ο προϊστάμενος το χρησιμοποιούσε ως γραφείο. Ο νους του άλλαξε ρότα και κατευθύνθηκε αυτή τη φορά προς το μεγάλο σαλόνι και την εντυπωσιακή μακρομαλλούσσα ξανθιά συνάδελφο, που μαγνήτιζε τα βλέμματα όλων των αντρών πάνω της.

Ύστερα, ακούστηκε ο προϊστάμενος του κάτι να ψιθυρίζει σε τόνο επιτακτικό, η γυναίκα του να κλαίει και η εξώπορτα ν’ ανοίγει και να κλείνει με πολύ θόρυβο.
Όταν άκουσε τα βήματα του ζευγαριού ν’ απομακρύνονται άνοιξε την πόρτα του μπάνιου και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο στο οποίο είχε αφήσει το παλτό του. Το φόρεσε κι έφυγε, χωρίς να χαιρετίσει. Θα έβρισκε μια δικαιολογία την επομένη, για την εσπευσμένη του αναχώρηση.

Η ζωή κάνει κύκλους. Εκείνο το βράδυ, άλλαξε χρόνο, μόνος του, στο λιμάνι, παρακολουθώντας τα πλοία να φεύγουν, μακριά από τις θλίψεις, που κρύβονταν πίσω από τα φώτα της πρωτοχρονιάτικης νύχτας.

~ Μαίρη Βαβουράκη ~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here