Απ’ το εικονοστάσι άρον-άρον με κατέβασες, χωρίς ιερό και όσιο να σεβαστείς.

Άπλωσα το χέρι και συ μού ‘κοψες και τα πέντε δάχτυλα και τα’ αχρήστεψες.

Πήγα την εντολή σου να εκτελέσω και μού ‘κλεισες την πόρτα κατάμουτρα.

Σαστίζω.

Σ’ έναν κυκεώνα φοβισμένων, ένας ακόμα, εσύ.

Αρνείσαι τη χαρά που θα μπορούσες να νιώσεις. Αποποιείσαι την ευθύνη της αγάπης. Αποτάσσεις τη ζωή και τα δώρα της από φόβο να χαρείς.

Φοβάσαι να χαρείς.

Φοβάσαι να χαρείς και να σε δουν.

Φοβάσαι να χαρείς και να σε δουν να τ’ απολαμβάνεις γιατί τρέμεις στην ιδέα να είσαι ανέμελος.

Που να μπεις ψυχή και σώμα σε ιστορία που θα σου δώσει φτερά;

Τo ‘χες παραδεχτεί.

Τo ‘χες ζητήσει.

Το ζητιάνεψες σχεδόν.

Τ’ απαίτησες με θράσος στο τέλος. Το πήρες. Μα δεν τ’ άντεξες.

Ποιός μπορεί να σηκώσει το βάρος τέτοιας καρδιάς που σου χαρίστηκε;

Τo ‘θελες αλλά ο φόβος κέρδιζε έδαφος.

Δε σου άξιζε, νόμισες.

Κι αφού σιγά και στρατηγικά σιώπησες, αποσύρθηκες.

Και τώρα, ανίδεος. Αθώος του αίματος. Τίποτε δεν ξέρεις. Δεν κατάλαβες.

Μα…

Εντάξει. Όσο μπαίνω ορμητικά όπου πόρτα μου ανοίξουν, να δεις πόσο εύκολα ξεγράφομαι από ‘κει που με μέτρησαν λάθος.

Σε πέρασα για θάλασσα δροσερή κι ήθελα ν’ αλαφρώσεις το βάρος και να ξεκουράσεις νου και καρδιά…. με την ελάχιστη προσπάθεια που καταβάλλει το νερό. Μόνο με το να με περιβάλλει…

Μα μέσα μ’ έσπρωξες, ανάσα δεν έπαιρνα, στερήθηκαν τα πνευμόνια μου οξυγόνο και χτυπώ τώρα χέρια και πόδια σ’ επιφάνεια να βγω.

Θα επιβιώσω. Με κουσούρι. Το ‘χω ξαναπάθει. Χρόνο θα πάρει, αλλά χρόνο έχω.

Αντοχή δεν έχω να με παίζουν σαν παιδί ανόητο που κάπως θα πειστεί.

Όχι πια. Θα με βοηθήσει η απουσία, η σιωπή σου στις ερωτήσεις μου, η αγκαλιά που δε ζεσταίνει πια, τ’ άγγιγμα που τίποτε δεν μεταφέρει.

Θα σου λείψω. Το ξέρω. Σύντομα κιόλας. Έρχεται χειμώνας και θα χρειαστείς ζεστή κουβέντα για το κρύο και μια κλωστούλα να σου θυμίζει τι μας ενώνει. Αδιάρρηκτα. Θα χρειαστείς ένα λαιμό να χωθείς και ένα κορμί να κολλήσεις άρρωστα πάνω του.

Θα χρειαστείς ένα στόμα να το φιλήσεις χίλιες φορές χωρίς ανάσα. Θα χρειαστείς ένα χέρι να περάσει ανάμεσα στο στήθος σου αργά.

Μα φεύγω.

Ό,τι πήρες, πήρες.

Φεύγω. Τέλος.

Την έκανα τη «διαδρομή» πολλές φορές.

Δε «σ’ έβρισκα» πάντα. Και να ζητάς να σε δεχτεί κάποιος που δεν το θέλει ολόψυχα, δεν μου κάνει.

Αρνούμαι. Φεύγω.

Ήθελα το πολύ και με δίκασες στο ελάχιστο. Θα ‘δινα το πολύ και δεν άντεξες ούτε το λίγο.

Άλλο εγώ, άλλο εσύ.

Κι ας μοιάζουμε. Πολύ

Υπογράφει το “Στερητικό Ε”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here