Τα ύψωσα τα χέρια μου με παλάμες άδειες για να μη με “συλλάβουν” οι τόποι χωρίς καταφύγιο, τα σπίτια που δε με κράτησαν, τα αδέξια παρελθόντα (ναι, στον πληθυντικό αριθμό), οι ζόρικες νύχτες, οι αγκαθωτές αγκαλιές, τα πρόσωπα τα ανέκφραστα, οι αναίσθητες “γυμναστικές ασκήσεις”…

Τώρα τα υψώνω τα χέρια μου και κρατώ εύθραυστο κρυστάλλινο ποτήρι, γεμάτο κόκκινο κρασί και πίνω στην υγεία και στη διάρκεια, στη χαρά και στη νέα ζωή, στη στιγμή, στο λεπτό, στο ξημέρωμα και στ’ απόβραδο, στο τώρα, στο μετά, στο αύριο, στο πότε, στο πολύ, στο κοντά, στο θέλω, στο μ’ αιφνιδίασες, στο ναι, στο έλα, στο κοίτα με, στο κράτα με. Κάνω πρόποση και πίνω γουλιά -γουλιά στο σε σκέφτομαι, στο να κοιμηθούμε ένα βράδυ αγκαλιά, στο θέλω να σε φιλήσω, στο μη φωνάζεις, στο εμένα φοβάμαι.

Πίνω στ’ αγγίγματα, στα φιλιά, στις σφιχτές αγκαλιές, στο προσκύνημα της παλάμης, στο πλέξιμο των χειλιών, των δαχτύλων, των χεριών, των κορμιών. Πίνω σ’ όσα θα ‘ρθουν, σ’ όσα μου τάζεις χωρίς να τά ‘χεις πει αλλά τά ‘χεις δηλώσει, πίνω σ’ αυτά που όταν μου πεις, ο κόσμος θα κρατήσει την ανάσα του. Πίνω στα μυστικά μας που γεμίζουν το κορμί που δεν τα χωρά, πίνω στη ζωή μου που τη ζω ένα μέτρο πάνω απ’ τη γη, στις μαλακές άσπρες μέρες, στις λαμπρές νύχτες, στα χείλια σου που μ’ αγγίζουν απαλά σαν φτερά πεταλούδας και με τρυγούν συνέχεια, ξανά, ξανά και πάλι δε χορταίνουν και πάλι με ρουφούν.

Μένω μόνη αλλά όχι μονάχη και δεν θέλω τίποτε άλλο ν’ ακούω, εκτός απ’ το αίμα μου που κυλά και μου θυμίζει τι έζησα σε σένα… Ακούω τη δύναμη της σιωπής και η μουσική των λόγων σου με πλημμυρίζει συνεχώς και δεν αμύνομαι. Πώς να μην μπει μέσα μου ο ήλιος σου, όταν έχω αφήσει όλα μου τα παράθυρα ανοιχτά…;

Υπογράφει το “Στερητικό Ε”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here