Αυτό που δεν ήθελα έπαθα. Μπόλιασες θυμό το δέντρο της καρδιάς. Εγώ που ζούσα για τη γλυκύτητα, τώρα οσφρίζομαι την τρέλα στον αέρα.

Αναχωρώ βήμα βήμα, στο μονοπάτι της άρνησης να δεχτώ πως δεν ένιωσες, πως περισσότερο φοβήθηκες. Ήττα και αγάπη, το ίδιο κάνουν τώρα. Δε μ’ έφτασε ο έρωτας.

‘Όλα τα ευνοϊκά χοροπήδησαν μπροστά μου και χάθηκαν. Φορτίο κακό ο καημός σε άχρηστες μαντεψιές μ’ οδηγεί. Ήθελα να ‘χα γεννηθεί για τ’ αδύνατο μα τελικά, το γέννησα.

Η αγάπη ξεμακραίνει, η λύπη περισσεύει, χώρισα απ’ τη χαρά.

Ψάχνω κι αγγίζω τις αμυχές, όπου άφησες, να με παρηγορήσω. Ξερό δέρμα, άνυδρο πονά τα δάχτυλα που το χαϊδεύουν. Σφίγγει ο λαιμός που θειάφι κατάπιε τις απουσίες. Γκρεμός η παραδοχή. Δεν τη θέλω τη θλίψη του νικητή. Πώς να πείσεις τ’ άλογο να του βάλεις χαλινάρι;

Ξύπνησες την επιθυμία, αλλά δεν την κατέκτησες. Ως την κορφή του βουνού με σήκωσες. Αλλά αντί να με συνεπάρει αέρας, μ’ άφησες πέτρα άγρια.

Την προφητεύω τη συνέχεια.

Ό,τι δίπλα περνά, θα μ’ αλλοιώνει, μέχρι να γίνω βότσαλο, παρασυρμένο απ’ του νερού τη χάρη και τον κατήφορο…

Υπογράφει το “Στερητικό Ε”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here