Επάγγελμα ασφαλίστρια. Επίσης, πέρα από επαγγελματίας, blogger, φίλη, αδελφή, θεία, ξαδέλφη, νονά και άνθρωπος με ένα σωρό ιδιότητες, όπως κι εσείς άλλωστε, φροντίζω κάθε πρωί να κάνω “ομμμμ”. Να κοιτάζω τον ήλιο ή τα σύννεφα, σημασία δεν έχει και να απαριθμώ τα καλά που έχω στη ζωή μου. Έτσι, για να μην ξεχνιέμαι. Γιατί έχω αποφασίσει χρόνια τώρα, να βλέπω τη θετική πλευρά των πραγμάτων.

Πέρα λοιπόν από όλα τα άλλα ξέχασα να σας πω ότι έχω τσουπώσει και κάμποσα κιλά. Το υπερβολικό στρες αποφάνθηκε η επιστήμη ήρθε και μπλόκαρε τον μεταβολισμό. Μάλιστα.

“Τι θα κάνουμε ρώτησα;” και μου έδωσαν μια διατροφή που εξισορροπεί τις ορμόνες. Συμφωνήσαμε, τα βρήκαμε και πρέπει να τηρώ ένα πολύ συγκεκριμένο πρόγραμμα διατροφής, ύπνου, μαγειρικής αλλά το θέμα μου δεν είναι εδώ.

Χθες το μεσημέρι, γύρισα στο σπίτι για να φτιάξω το κοτόπουλο. Βραστό όπως ακριβώς μου είχε δοθεί η συνταγή και να ξέρετε ότι ατασθαλίες δεν κάνω. Ξέχασα να σας πω, ότι ήμουν ιδιαίτερα χαρούμενη γιατί η ζυγαριά το πρωί με έδειξε μείον επτά κιλά. Δηλαδή μόλις είχα κάνει τη μισή διαδρομή της καινούργιας μου διατροφής. Τέλεια. Αναγνώριζα τον εαυτό μου σιγά-σιγά, άρχισα πάλι να μου αρέσω και το χαμόγελο άστραφτε στο πρόσωπό μου. Ωραία και ομμμμ.

Το κοτόπουλο λοιπόν έβραζε στην κατσαρόλα, μαζί με το σέλινο και τα φύλλα δάφνης σε χαμηλή φωτιά με κόκκους από πιπέρι. Μέσα στο ζουμί του, με την ησυχία του. Επίσης είχα ρίξει και μπόλικη αγάπη γιατί εγώ θα το έτρωγα!

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό. Ντριννννν, ντρινννν. Κοιτάω το όνομα. Συμπαθής πελάτης, με συνεργασία χρόνων. Αξιοσέβαστος κύριος με αξιοσέβαστη οικογένεια. Όλα καθώς πρέπει. Καλά.

Είπαμε τα τυπικά και τα γλυκούτσικα που λένε οι άνθρωποι μεταξύ τους.

“Τι κάνεις Γιάννη, κουκιά σπέρνω, πως είσαστε στο σπίτι” και όλα αυτά τα νόστιμα. Το κοτόπουλο εν τω μεταξύ σιγόβραζε κάνοντας ένα αργόσυρτο πλαφ, πλαφ.

Ο “τι κάνεις Γιάννη” ήταν ανήσυχος.

“Θέλω να κάνω μια μικροεπέμβαση και ξέρω ότι με το συμβόλαιο που έχω, αυτό μπορεί να μην καλύπτεται” είπε και είχε δίκιο.
“Βρε Γιάννη μου, το έχουμε πει και το έχουμε κουβεντιάσει τόσες φορές. Χρειάζεται να κάνεις κάποιες αλλαγές και να τώρα που βγήκα αληθινή. Θέλεις να έρθω από εκεί να το κουβεντιάσουμε;” ρώτησα.
“Όχι, βρε συ δεν είναι ανάγκη να σε ταλαιπωρώ” απάντησε ευγενικά ο Γιάννης.
“Αλλά;” ρώτησα.
“Θέλω να μου πεις τον τρόπο για το πως θα κάνω λουμπινιά στην εταιρία”, είπε χωρίς πολλές περιστροφές και συνέχισε, “εσύ θα ξέρεις, τόσα χρόνια είσαι στο επάγγελμα” συνέχισε και κάπως έτσι ξεκίνησε ο καυγάς.

Το κοτόπουλο συνέχισε να βράζει μόνο του, κάνοντας σωστά την δουλειά του, πλάφ, πλαφ.

Ο Γιάννης προσπαθούσε να με πείσει, ότι ήμουν υποχρεωμένη να τα κάνω “πλακάκια” με τους “κολλητούς” που οπωσδήποτε θα έχω μετά από τόσα χρόνια “στο κουρμπέτι” για να κάνω τη “λουμπινιά” που εκείνος ήθελε και να βρω το μπελά μου εγώ. Τι σημασία έχει “ωχ αδερφέ”. Καλό;

Γιαννάκη δεν στα είπανε καλά. Και μια και μου ζητάς να κάνω “λουμπινιά” σου απαντάω ευθαρσώς “πριτς”.

Το κοτόπουλο συνέχισε να βράζει μόνο του, μόνο που το πλαφ, πλαφ ακουγόταν πιο έντονο. Πλησιάζω και βλέπω ότι χρειάζεται να προσθέσω νερό. Βάζω νερό στο βραστήρα να βράσει. Ο Γιάννης από την άλλη άκρη της γραμμής γκρίνιαζε, φώναζε και ενίοτε χρησιμοποιούσε και το λεξιλόγιο που συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, η δε φράση του τελείωνε πάντα “μην το πάρεις προσωπικά δεν βρίζω εσένα”.

Δεν βρίζεις εμένα Γιαννάκη αλλά εγώ ακούω τα καντήλια σου, Γιαννάκη!

Παίρνω το βραστήρα για να προσθέσω το βραστό νερό στο κοτόπουλο και ο Γιαννάκης, μου ρίχνει άλλη μια γκαζιά. Γυρνάει το μάτι μου τούμπα. Αφήνω τον βραστήρα στη θέση του χωρίς να ρίξω το νερό. Φεύγω από την κουζίνα έχοντας γεμίσει μια κούπα με φρέσκο αχνιστό καφέ φίλτρου. Ακούω το κοτόπουλο που τώρα έχει αρχίσει να βαρυγκομάει και κάνει πλουφ, πλουφ αλλά δεν του δίνω και πολύ σημασία.

Πάω στον καναπέ. Γκαζώνω με την σειρά μου τον Γιαννάκη για να τον φέρω στα σύγκαλά του αλλά και για να μην τρελλαθώ. Καταλαβαίνει ότι αυτό που μου ζητάει δεν υπάρχει περίπτωση να το κάνω και κλείνουμε το τηλέφωνο ήρεμα πια και με τον Γιαννάκη να μου ζητάει συγγνώμη. Λέμε τώρα.

“Καταλαβαίνεις κορίτσι μου, είναι και αυτή η αναδουλειά” είπε και πιάσαμε τα λόγια παρηγοριάς, κατανόησης και συμπόνιας. Τα μηνίγγια μου όμως, βαρούσαν σφυριές.

Το κοτόπουλο που συνέχιζε να βράζει, έκανε πια πλουφφφ, πλουφφφ. “Το νερό” σκέφτηκα και πήγα τρέχοντας στην κουζίνα.

Ο Γιαννάκης ξαναπήρε τηλέφωνο. “Ξέχασα να σε ρωτήσω …” έλεγε την ώρα που ετοιμαζόμουν να ρίξω το ζεστό πια νερό στο κοτόπουλο. Με το ένα χέρι κρατούσα το τηλέφωνο και με το άλλο πάσχιζα να προσθέσω νερό στην κατσαρόλα. Μόνο που το κοτόπουλο έπαιρνε ένα περίεργο χρώμα και  … περίεργα πράγματα γινόταν μπροστά στα μάτια μου μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου.

“Ο καφές” φώναξα, έκλεισα το τηλέφωνο σχεδόν στα μούτρα του Γιαννάκη και προσπάθησα να περισώσω το καφέ πια κοτόπουλο. Μόλις είχα αδειάσει τον καφέ φίλτρου στην κατσαρόλα. Να και η πρωτοτυπία!

Το πλουφφφ, πλουφφφ έγινε πάλι πλαφ, πλαφ. Το χρώμα του νερού αλλά και του κοτόπουλου μόνο άλλαξαν και το ύφος μου που πιο ηλίθιο δεν θα μπορούσα να είχα. Βρισκόμουν σε κατάσταση μικρής απόγνωσης.

Έβγαλα το κοτόπουλο, το κοίταξα, με κοίταξε και το ξαναέβαλα στη θέση του. “Κάνε όσα πλαφ, πλουφ θέλεις” είπα και γύρισα στον καναπέ και παρά την σύγχυση που είχα,  είπα να ψάξω να βρω την θετική πλευρά των πραγμάτων.

“Δεν μπορεί, θα υπάρχει έστω μια συνταγή κοτόπουλου με καφέ” σκέφτηκα αλλά όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα.

Καμία ιδέα εσείς έχετε, γιατί ο Γιαννάκης έγινε μπουχός κι εγώ τρώω Poulet Au Café με μπόλικο λεμόνι.

Κατά τα άλλα μια χαρά εσείς;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here