Υπάρχουν κάτι ημέρες, που όλα μοιάζουν δύσκολα. Είναι σαν να αρχίζεις από την αρχή να μαθαίνεις να βαδίζεις. Πέφτεις και σηκώνεσαι, ξανά και ξανά και ας ματώνεις.

Κοιτάς τον εαυτό σου στο καθρέφτη και βλέπεις δύο μάτια βουρκωμένα. Είναι η ψυχή που ξεχείλισε, μην τρομάζεις.

Τότε, κάπου εκεί, ανάμεσα στα πονεμένα γόνατα, τα θολά μάτια και την ματωμένη ψυχή, ένα ερώτημα σε βασανίζει και η αγωνία κοπανάει το στήθος σου μπας και καταφέρει να ελευθερώσει την καρδιά, λες…

“Και τώρα τι;”

Το σκέφτεσαι, γιατί ξέρεις ότι σαν οι Ερινύες πάψουν να χασκογελούν και οι πόνοι αρχίσουν να γλυκαίνουν, οφείλεις να πάρεις μια απόφαση. Μια απόφαση δυνατή, που θα σε χαρακτηρίζει για την υπόλοιπη ζωή σου.

“Και τώρα τι;” επέμεινε η φωνή μέσα σου.

Κοιτάς τα πονεμένα σου γόνατα και παραπατώντας σηκώνεσαι. Τινάζεις την σκόνη από πάνω σου και με την ανάστροφη των χεριών σου σκουπίζεις δάκρυα και μύξες που όλα μαζί έβρεχαν τόση ώρα, αλήθεια για πόση, για μια ζωή; το πρόσωπό σου. Ρούφηξες δυνατά τον αέρα από τα ρουθούνια σου.

“Να με φωνάζεις Ευτυχία σε παρακαλώ” είπες.
“Δηλαδή τι;” συνέχισε η φωνή μέσα σου ειρωνικά
“Επέλεξα” είπες αποφασιστικά.
“Επέλεξες;” αναφώνησε ξαφνιασμένη “τι επέλεξες δηλαδή;”
“Να είμαι ευτυχισμένη” είπες και η ζωή σε άκουσε, σιώπησε και σε σεβάστηκε.

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here