– «Χρόνια πολλά με υγεία κι αγάπη! Ωραία περάσαμε και φέτος!» Είπε ο παπαγάλος στην γριά κουκουβάγια.
– «Έτσι λέτε κάθε χρόνο», απάντησε η κουκουβάγια, «αλλά ούτε αγάπη ούτε υγεία έχετε. Μόνο θυμό, πόνο και φόβο βλέπω εγώ».

Κι ήταν αλήθεια. Στο δάσος, χρόνια τώρα, επικρατούσε κλίμα έντασης που εκδηλωνόταν με κάθε μορφή και σε κάθε περίσταση. Χαρά είχαν; σαν τα παγόνια άπλωναν τις πλουμιστές ουρές για να κρύψουν τα κακάσχημα πόδια. Φωτογραφίζονταν μόνοι τους για δείξουν στα άλλα ζώα πως τάχα μου κάνουν κάτι σπουδαίο. Τσίριζαν κι έλεγαν πως γελούν, έκραζαν και το έλεγαν  τραγούδι.

Στις γιορτές αυτό που μετρούσε ήταν το ‘πολύ’. Έπρεπε όλα να γίνονται στην υπερβολή, το φαγητό, το ποτό, τα έξοδα, οι φωτογραφίες, οι αναρτήσεις, οι χαρές… Όλα. Και βέβαια έπρεπε να γίνεται και πολλή φασαρία. Δεν είχε σημασία πως και με τι, ούτε με ποιο κόστος.  Ακόμη και όπλα χρησιμοποιούσαν γι’ αυτή τη φασαρία. Όσο πιο πολλοί οι κρότοι, τόσο μεγαλύτερη η χαρά (…;).

Πόνο είχαν; σαν χαμαιλέοντες άλλαζαν έκφραση σε περίεργα σχήματα κι έλεγαν ασυναρτησίες κι αοριστίες. Έπρεπε να ψωνίσουν και να χτενιστούν σε πένθιμη version. Στις κηδείες και τα μνημόσυνα οι παραβρισκόμενοι δεν ήξεραν αν έπρεπε να χειροκροτήσουν ή να κάνουν ποσταρίσματα ‘θλιμμένος στην τοποθεσία κοιμητήριο’.

- Διαφήμιση -

Μα και στις καθημερινές ασχολίες, στις απλές δοσοληψίες μεταξύ τους, τσιμπούσαν, δάγκωναν κι έγδερναν το ένα το άλλο με ασήμαντες αφορμές. Εφεύρισκαν ένα σωρό αιτίες για να δικαιολογήσουν το καθένα στον εαυτό του, τη βία που έβγαινε ανεμπόδιστα. Είχαν στραφεί σε μικρούς κλειστούς κύκλους ομοειδών και θεωρούσαν πως μόνο αυτός ο κύκλος είναι ο σπουδαιότερος και ο ανώτερος όλων. Μόνο αυτός ο κύκλος, που μπορεί να συμπεριλάμβανε ακόμη και μόνον έναν, είχε όλα τα δικαιώματα κι όλα τα δίκια. Το δίκιο του ενός απέναντι στο δίκιο του άλλου.

Ακόμη και τα μικρά τους, χτυπούσαν και βασάνιζαν όποιο αδύναμο τύχαινε να βρεθεί στο δρόμο τους. Ήξεραν πολύ καλά πρόσθεση κι αφαίρεση αλλά ελάχιστα από γραφή κι ανάγνωση. Κι ακόμα λιγότερα από έννοιες, αξίες και ιδανικά. Παπαγάλιζαν λέξεις εύκολες που δεν χρειάζονται πολλή σκέψη. Γνώριζαν τον πρωταθλητή αλλά δεν είχαν ιδέα για την άμιλλα.

Κι αν κάποιο από τα ζώα τόλμαγε να πει πως κάποτε τα πράγματα ήταν αλλιώς κι κοινή, όχι η ατομική λογική, επικρατούσε κι όλα τα ζώα κάποτε τη σέβονταν, τον έλεγαν γραφικό και γελοίο. Αν πάλι έλεγε πως τα μεγάλα και σπουδαία πράγματα δεν κάνουν φασαρία αλλά καταλαβαίνει κανείς τη δύναμη που έχουν μέσα στη σιωπή τους και δεν είναι κυρίως υλικά αλλά πνευματικά και δεν τα βρίσκει κανείς εύκολα αλλά πρέπει να προσπαθήσει και να κοπιάσει, γινόταν ακατανόητος και βαρετός. Γιατί τα ζώα του δάσους είχαν μάθει να ακούν μόνο ό,τι έκανε φασαρία, όχι ό,τι είχε ουσία.

Ο μικρός τους κύκλος δεν χωρούσε όλη τους την ύπαρξη. Ο χώρος της ψυχής ήταν μικρός και δεν χωρούσε το μέγεθος της πίκρας, της απογοήτευσης, της ζήλιας, της θλίψης, της ντροπής και του φόβου. Μίκρυνε γιατί έμεινε ακαλλιέργητος κι απότιστος. Πίστεψαν πως αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν να τον περιφράξουν, όσο πιο στεγανά τόσο πιο καλά.

Κι έτσι θέριεψε ο θυμός κι από κει που ήταν καλός φύλακας του εαυτού, έγινε ο μέγιστος άρχοντας. Μετατράπηκε σ’ ένα καζάνι που ανακατεύτηκαν όλα τ’ άλλα συναισθήματα συναμεταξύ τους, καλά και κακά.  Γιατί αφού δεν μπορούσε κανείς να τα σκεφτεί, δεν μπορούσε και να τα εκφράσει. Κι αφού δεν μπορούσε να εκφράσει, εγκλωβίστηκαν, τον έπνιξαν και κάνει φασαρίες και εκρήξεις για να δείξει τι συμβαίνει μέσα του.

Αν όμως μπορούσε να τα σκεφτεί;

(Photo: Isabella Rossellini)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here