Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σου και να ξέρεις ότι τώρα πια δεν σε εκτιμώ. Αυτό δεν συνέβη από την αρχή. Στην πορεία των χρόνων ανακάλυπτα κάθε τόσο μια πτυχή του χαρακτήρα σου που δεν μου άρεσε. Ήμουν μικρή, ήθελα να μιλήσω αλλά τι να έλεγα και σε ποιόν; Υπήρχε περίπτωση κάποιος να με ακούσει; Ακούει κανείς την άποψη των παιδιών; Ποιος άραγε δίνει σημασία σε αυτό το αλάθητο ένστικτο τους; Στα κρυστάλλινα μάτια τους, που χωρίς φίλτρα και παραμορφωτικούς καθρέφτες διεισδύουν στα έγκατα του νου και της ψυχής και ξετρυπώνουν την αλήθεια. Όμορφη ή άσχημη η αλήθεια, τι σημασία έχει, να κρυφτεί από τα παιδιά είναι αδύνατον.

Στο παιδικό μου κεφάλι τα πράγματα ήταν απλά και ο κόσμος μου μοιρασμένος στα δύο. Σε χρόνο ενικό και πληθυντικό. Εσύ χωρούσες μόνο στον ενικό. Βλέπεις, όποιον συμπαθούσα του μίλαγα στον ενικό, άνοιγα τα χέρια μου σε μια τεράστια αγκαλιά και μοίραζα φιλιά μέσα από την καρδιά μου. Πώς να αντισταθείς σε μια παιδική αγκαλιά; Όποιος πάλι δεν μου γέμιζε το μάτι, του κόλλαγα έναν πληθυντικό από δίπλα και όλα ήταν μια χαρά. Τα μηνύματα δεν ξέρω αν τα κατάλαβε κανείς. Δεν ρώτησα, δεν μου είπαν και δεν με ενδιέφερε. Ήταν ο δικός μου κώδικας επικοινωνίας με τα μέσα μου. Έτσι απαντούσα στα «γιατί» μου μέσα από ανείπωτες ερωτήσεις. Μέχρι που έφτασα στην εφηβεία.

Καλοκαίρι ήταν, όταν συνειδητοποίησα πως με τον τρόπο που έπλεκες την ιστορία της ζωής σου με πλήγωνες. Πλήγωνες εμένα και μαζί με εμένα και όλους αυτούς που ήταν γύρω σου. Ήταν αυτό το διπλό σου πρόσωπο που ανακάλυπτα κάθε φορά που νόμιζες ότι δεν σε ακούω και ότι δεν σε βλέπω. Μεγάλωνα όμως και οι συγκρούσεις των λέξεων και των πράξεων, οι αντιφάσεις της ζωής σου, ξεπήδαγαν μπροστά μου σαν κρυμμένες σκιές τη νύχτα από τη ντουλάπα. Ήθελα να σε χαστουκίσω, δυνατά για να πονέσεις πολύ. Γιατί όλα αυτά που κάποτε επάνω σου αγαπούσα,  μεταμορφώθηκαν και έγινε η αλήθεια ψέμα. Έγινες το ψεύτικο πρόσωπο της ζωής μου. Το παγωμένο μου χαμόγελο. Σε απαξίωσα και είναι τόσο δύσκολο για ένα παιδί να απαξιώνει αυτούς που αγαπάει. Είναι μια μαχαιριά που δεν επουλώνεται ποτέ. Πόσες μνήμες έχω μαζί σου. Πόσες εφηβικές στιγμές που είναι γεμάτες από ερωτηματικά. Σαν το παιχνίδι «αλήθεια ή θάρρος» η ζωή κοντά σου, ένα παιχνίδι που δεν τολμήσαμε όμως να παίξουμε ποτέ.

Τα χρόνια πέρασαν και έτσι, όλοι μαζί, γάτες και ποντίκια στην ίδια αυλή, μεγαλώσαμε μέσα στα ψέματά μας. Αποφάσισα να το βουλώσω και να συνεχίσω να έχω το γνωστό παγωμένο χαμόγελο και να παριστάνω την τρελή της γειτονιάς κάθε φορά που σε έβλεπα. Ήμουν αρκετά μεγάλη πια και δικαιολογίες δεν είχα. Πήρα το μερίδιο της ευθύνης μου συνειδητά. Αν σε ξεσκέπαζα θα πλήγωνα αυτούς που ήθελαν να μένουν κρυμμένοι στον ίσκιο σου, στις δικαιολογίες τους και στις δικές τους αποφάσεις. Δικαίωμα δεν είχα. Τα ζύγιασα πολλές φορές, ειδικά όταν άκουγα την στριγγιά φωνή σου και το ψεύτικο γέλιο σου.   Το μυαλό μου γύρναγε ανάποδα και η ματιά γινόταν σαν λεπίδι. Μπροστά στα μάτια όλων μας, εκμεταλλευόσουν ξεδιάντροπα κάθε άνθρωπο για όσο είχες ανάγκη. Έγλειφες και κολάκευες σαν σαλίγκαρος που αφήνει στο πέρασμά του μια λεωφόρο σάλιου και αμέσως μετά, όλους αυτούς τους πέταγες σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Ήξερες τι έκανες, αν μη τι άλλο πάντα ήσουν καπάτσα και το καπέλο εδώ στο βγάζω.  Εσύ δεν έφταιγες. Έκανες ό,τι όλοι οι άλλοι σου επέτρεψαν να κάνεις. Είπαμε, οι άνθρωποι είμαστε σαν τους λεκέδες, όσο βρίσκουμε ύφασμα απλωνόμαστε. Ένα μπράβο εδώ θα σου το δώσω γιατί το αξίζεις.

Τα χρόνια πέρναγαν και σιγά σιγά η χρυσόσκονή σου άρχισε να σε εγκαταλείπει. Το κατάλαβες, φυσικά και το κατάλαβες όπως επίσης πως ό,τι απολάμβανες από τους άλλους, δεν ήταν δικό σου επίτευγμα. Ήταν κατόρθωμα των ανθρώπων που σε προστάτευαν και μαζί με εσένα προστάτευαν τις δικές τους ανασφάλειες και τα ενοχικά τους σύνδρομα. Θύμωνες, ήθελες να έχεις αυλικούς, όμως σε είχαν πάρει ήδη χαμπάρι και ένας-ένας σου γύριζαν την πλάτη. Μυαλό όμως δεν έβαλες ακόμα κι όταν είδες το παιδί σου να βασανίζεται εξαιτίας των επιλογών σου  και να σέρνεται μέσα στο ίδιο σου το σπίτι.

Πολλά πολλά εμείς οι δύο δεν είχαμε. Τις αλήθειες με λέξεις δεν τις είπαμε ποτέ. Οι ματιές μας όμως τα είχαν πει όλα. Μαζί μου ήξερες ότι δεν σε παίρνει και έτσι κρατάγαμε τις αποστάσεις μας. Μέχρι που έκανες το επόμενο μεγάλο σου λάθος. Βλέπεις, η υπεροψία των δυνατοτήτων μας κάποια στιγμή έρχεται και μας καπελώνει.

Ειρωνικά σου είχα κολλήσει τον τίτλο «Τσαρίνα». Προκειμένου να κάνεις το δικό σου, θα έπαιρνες κεφάλια, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Αυτό το οποίο δεν μέτρησα ήταν ότι πράγματι έβλεπες τον εαυτό σου σαν Τσαρίνα.  Κάποτε, αυτοί που σε έβαλαν στη ζωή τους ως ισότιμο μέλος,  άρχισαν να εγκαταλείπουν τα εγκόσμια.  Ο φυσικός κύκλος της ζωής. Σου άφησαν μια κληρονομιά αγάπης την οποία και κλώτσησες και μια κληρονομιά ύλης την οποία κράτησες και μέχρι εκεί δεν πειράζει. Υπερέβης τα εσκαμμένα όμως βεβηλώνοντας με λέξεις τη μνήμη όλων αυτών που σε αγάπησαν, που σε προστάτευσαν, που έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν μέσα στο κύκλο των δικών τους ανθρώπινων στιγμών και λαθών. Πώς να προστατεύσει ο νεκρός την αξιοπρέπειά του; Γιατί τώρα, που όλοι αυτοί έχουν περάσει στην αντίπερα όχθη εσύ βγάζεις τη γλώσσα σου στα αστέρια; Θα σου απαντήσω για πρώτη φορά στη ζωή μου, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει αντίλογος. Γιατί γνωρίζεις ότι δεν έχεις δίκιο. Ξέχασες ότι ήμουν κρυμμένη στις σκιές όταν νόμιζες ότι δεν ακούω και δεν βλέπω. Ξέρω λοιπόν.

Κράτησες την ύλη αλλά οι ερινύες σε έδιωξαν μακριά από την γη τους και όσο και να το προσπαθήσεις, πίσω τις γεμάτες με χολή λέξεις και τα συναισθήματα δεν θα μπορέσεις να τα πάρεις. Ακόμα και η «συγγνώμη» το έβαλε κι αυτή στα πόδια, φτάνει να είναι μακριά από εσένα.

Τσαρίνα, αυτές τις γιορτές που έρχονται αλλά και για όσες ακόμα έρθουν, χώρος στο τραπέζι μας για εσένα δεν θα υπάρχει. Ούτε χαμόγελα, ούτε αγκαλιές γιατί βλέπεις, έπαψε να υπάρχει χώρος και στη ζωή μας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here