«Τι θέλεις;»

«Αυγά τηγανητά με πατάτες και την πιο παγωμένη μπύρα, στου Πιτσόλου…»
«Στου Πιτσόλου ε; θυμάσαι;»

Δεν ξέρω πότε πήγα για πρώτη φορά εκεί. Την συγκεκριμένη φωτογραφία την είχε τραβήξει η μητέρα μου, λίγο παραπέρα από του Πιτσόλου, στο ποταμάκι, στο Κερί, στην Ζάκυνθο. Μήνα Αύγουστο του ’67. Ήμουν τριών χρονών.

Την θυμάμαι εκείνη την ημέρα. Στο αυτοκίνητο όλη η οικογένεια. Ο  πατέρας στο τιμόνι, ο παππούς  συνοδηγός, η γιαγιά και η μάνα στο πίσω κάθισμα κι εμείς με τον αδελφό μου, σαν δύο ακρίδια χωρίς βάρος, σκαρφαλωμένοι στα γόνατά τους για να κοιτάμε έξω από το παράθυρο και η μητέρα να τραγουδάει.

Η μόνη μου έννοια, πότε θα φτάσουμε πιο γρήγορα στη θάλασσα. Να κολυμπήσω σε εκείνα τα νερά που θύμιζαν λίμνη. Να τρέξω να φτάσω τους άλλους, γρήγορα.  Το χαλίκι και οι μικρές πέτρες δεν ενοχλούσαν τις φτέρνες μου. Μήπως φορούσα και ποτέ μου παπούτσια; Έτρεχα και βούταγα στο νερό. Ακόμα θυμάμαι εκείνη την πρώτη αίσθηση του θαλασσινού νερού κι ας πέρναγα όλα μου τα καλοκαίρια στο νησί. Η πρώτη βουτιά της ημέρας …

Στην παραλία αλμυρίκια και από κάτω οι πετσέτες στρωμένες καταγής. Ούτε ξαπλώστρες, ούτε μουσική και χωρίς απαιτήσεις. Το αυτοκίνητο ξεκλείδωτο και για τις τσάντες δεν ανησυχούσε κανείς, ούτε για τις μάσκες και τα βατραχοπέδιλα.

Ο παππούς, η γιαγιά και ο πατέρας έβγαιναν νωρίς από το νερό. Η μητέρα μας έπαιρνε και πηγαίναμε όσο πιο βαθειά μπορούσαμε.

«Δεν πατάς, δεν πατάς» με κορόιδευαν τα υπόλοιπα παιδιά. Ποια ήταν δεν ήξερα.
«Εσένα πως σε λένε;» ρωτούσαμε το ένα το άλλο χωρίς ντροπές και αμέσως μετά συστήναμε τους καινούργιους μας φίλους.
«Μαμά, μπαμπά από εδώ ο καινούργιος μου φίλος ο …» και το παιχνίδι μόλις άρχιζε και ο πατέρας μας έδειχνε πώς να πετάμε πέτρες στην επιφάνεια της θάλασσας και αυτή να χοροπηδάει μια, δύο, τρεις φορές μακριά. Όσο πια μακριά τόσο καλύτερα!
«Να διαλέγεις τις πλακουτσωτές» έλεγε ο πατέρας, «οι άλλες πέφτουν μέσα» και πάλευα να πετύχω αυτό που εκείνος έκανε με χάρη.

Μέσα, έξω από το νερό, μακροβούτια, πατητές και όταν ερχόταν σιγά-σιγά η κούραση κάναμε κύκλο με τα άλλα παιδιά για να παίξουμε «ψαράκι ένα, ψαράκι δύο και χοπ».

Ο πατέρας βαριόταν πιο γρήγορα απ’ όλους. Η γιαγιά ήταν ευχαριστημένη που όλοι μαζί είχαμε πάει βόλτα και ο παππούς λαχτάραγε ένα ουζάκι. Οι τρεις τους έφευγαν από την σκιά που πρόσφερε το αλμυρίκι νωρίς, για να πάνε στου Πιτσόλου την ταβέρνα με το ελενίτ.

Η μητέρα μας άφηνε μέσα στη θάλασσα να παίζουμε ανέμελοι. Η λέξη κίνδυνος δεν υπήρχε πουθενά στο λεξιλόγιο μας. Η μόνη έννοια ήταν οι πατητές αν και δεν πείραζε το πόσο νερό θα πίναμε, ούτε αν οι μέλισσες μας τσιμπούσαν. Όλα πέρναγαν με ένα χάδι κι ένα φιλί «και μέχρι να παντρευτείς θα έχει γιάνει».

Μεσημέριαζε και η πείνα ερχόταν να μας διακόψει από το παιχνίδι. Με το μαγιό, χωρίς τα άχρηστα «γδύσου-ντύσου μην κρυώσεις» και ανούσιες ντροπές, πηγαίναμε να βρούμε τους άλλους.

«Μισό λεπτό μην βιάζεστε, κοιτάξτε το ποταμάκι και πάμε να βγάλουμε φωτογραφίες» είχε πει η μητέρα.

Καινούργιο νερό, καινούργιες εμπειρίες και η πείνα ξεχνιόταν. Τσουπ και μέσα στο ποτάμι να μαζεύουμε με την απόχη μικρά ψαράκια τα οποία γλιστρούσαν και έφευγαν από τις τρύπες. Ο αδελφός μου μάλλον θύμωνε λίγο, εγώ πάλι όχι. Χάζευα τους γυρίνους, τις χελώνες  και τα μικρά βατράχια που τόσο μου άρεσαν. Οι καλαμιές από πίσω μας, έμοιαζαν ωραία κρυψώνα.

«Να προσέχετε τα νερόφιδα» έλεγε η μητέρα και αμέσως πεταγόμουν έξω από το ποτάμι με έναν πήδο. Τα αγόρια γελούσαν μαζί μου και με κορόιδευαν «φοβητσιάρα» φώναζαν δυνατά αλλά δεν με ένοιαζε. Ήμουν ασφαλής.
«Έχει η θάλασσα νερόφιδα;» ρώταγα με αγωνία.
«Όχι βέβαια» ερχόταν η απάντηση από τους μεγάλους της παρέας και όλα έμπαιναν στη θέση τους.

Ο πατέρας μας έκανε νόημα να πάμε στο τραπέζι. Η παραγγελία είχε δοθεί, το τραπέζι ήταν στρωμένο και τα φαγητό σερβιρισμένο.

Αυγά τηγανητά με πατάτες και σαλάτα ντομάτα που το άρωμά της ακόμα πλημμυρίζει τα ρουθούνια μου. Σπιτική,  από το μποστάνι του Πιτσόλου στο πιάτο μας. Ψωμί ζυμωτό, λαδοτύρι και μπλουμ κατευθείαν με το ψωμί, στο λάδι με το ζουμί της ντομάτας.

Οι πατάτες τηγανισμένες εκείνη την ώρα στο πετρογκάζ και τα αυγά φρέσκα κι αυτά, από το δικό τους κοτέτσι. Τέλειωνε το τηγάνι με τις πατάτες και έριχναν τα αυγά για να τσιτσιριστεί το ασπράδι και να γίνει το γύρω-γύρω κριτσανιστό για να αρχίσει η μάχη της τσαλαβούτας. Η πατάτα μέσα στο αυγό και ο ουρανίσκος να γεμίζει με αρώματα και να επικρατεί ησυχία. Κανείς δεν μπορούσε να διαταράξει αυτή την ώρα που η ντομάτα, το λαδοτύρι , τα αυγά και οι πατάτες έστηναν τον δικό τους χορό και γέμιζε το είναι μας με νοστιμιά και ικανοποίηση και τα μάγουλα φούσκωναν από τις μπουκιές.

Φεύγοντας, παίρναμε και αυγά για το σπίτι. «Για τα παιδιά έλεγε η κυρία Πιτσόλου». Αγκαλιές, φιλιά «και στο καλό και να μας ξανάρθετε».

Και πηγαίναμε, χρόνια ολόκληρα. Με άλλες παρέες, με άλλους συνοδούς. Από άλλες διαδρομές για να καταλήξουμε πάντα στα αυγά τηγανητά με πατάτες που τώρα πια συνοδεύονται με την πιο κρύα μπύρα «και να σου πω, βάλε άλλη μία στην κατάψυξη».

Ποτέ δεν έμαθα το πραγματικό όνομα του Πιτσόλου και ουδέποτε έψαξα ή ρώτησα. Για εμένα ο Πιτσόλος θα είναι πάντα ένα κομμάτι ευτυχίας γεμάτο με αυγά τηγανητά και πατάτες.

Ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα με τις προσφορές της Aegean Airlines!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here