Ήρθες με το σακίδιο σου γεμάτο λιχουδιές. «Αυτή τη μαρμελάδα λεμόνι την έχει φτιάξει ο πατέρας μου που δεύτερη δεν έχει και αυτό είναι γλυκό ελιάς και τα κρακεράκια …» Σε κοίταξα λίγο άγρια. «Ρε συ πας καλά; Κάτσε κάτω φτιάχνω μακαρονάδα με σάλτσα βασιλικού» σου είπα και άνοιξα το μπουκάλι με το κρασί.

Την αράξαμε στον καναπέ με τις κοιλιές μας ευχαριστημένες. Φέραμε την γραβιέρα, τα κρακεράκια και το κρασί να μας ακομπανιάρουν.

Άνοιξες τον υπολογιστή σου. Σε κοίταξα λίγο περίεργα. «Να σου πω τι του έγραψα, τι μου απάντησε. Ξέρεις τον πήρα τηλέφωνο τη γνωστή ώρα, στις πέντε και δέκα ακριβώς και μου είπε …  του είπα … και τελικά εσύ τι λες;»

Είχα κουλουριαστεί στη θέση μου και προσπαθούσα να βγω έξω από την εικόνα. Μισό αιώνα στην πλάτη μας κουβαλάει η κάθε μια και τον έχουμε προχωρήσει κομμάτι ξέρεις κι όμως, καθόμαστε ακόμα στον καναπέ και έχουμε τις ίδιες εφηβικές ανησυχίες; Να τρομάξω μου ήρθε, όμως η πραγματικότητα είναι αυτή. Η μόνη διαφορά, ότι αντί για αναψυκτικά είχαμε ανάμεσά μας ένα μπουκάλι κρασί και μυαλό κουκούτσι στο κεφάλι μας!

«Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου» σε ρώτησα. Τα μάτια σου τρεμόπαιξαν δεξιά κι αριστερά. Ξέρω, δεν ήθελες να αποφύγεις εμένα, από την απάντηση που σου ήρθε στο μυαλό σου και γκάριζε ήθελες  να ξεφύγεις. Αμ δε όμως! Ήταν τόσο δυνατή η φωνή της που βγήκε μόνη της από τα χείλια σου.

«Δεν μου αρέσω, δεν είμαι καν όμορφη» είπες και τα μάτια σου υγράνθηκαν.

Δεν πείραζε αυτό. Αυτό που πραγματικά πείραζε ήταν τα πόσα χρόνια, τα πόσα δεκάδες χρόνια ένοιωθες έτσι. Την απαξίωση που έχεις για τον εαυτό σου.

«Δεν ξέρω αν είσαι όμορφη ή άσχημη» σου απάντησα «ξέρω μόνο ότι σε αγαπώ, άρα για να σε αγαπώ είσαι όμορφη.» Με κοίταξες με εκείνο το δύσπιστο βλέμμα. «Ρε συ τι πάει να πει όμορφη; Δεν είναι λίγο σχετικό αυτό; Με ποια πρότυπα κρίνουμε την εξωτερική μας εμφάνιση; Και τελικά η εξωτερική εμφάνιση είναι τόσο άσχετη με τα μέσα μας; Ο αντικατοπτρισμός της ψυχής σε κάθε κίνηση του σώματος, η φωτεινότητα στο χαμόγελο, η ζεστή αγκαλιά, το καθάριο βλέμμα δεν παίζει πουθενά ρόλο; Δηλαδή από την πίτα της ζωής και της χαράς, δικαιούνται να φάνε μόνο οι όμορφοι;  Μου λες τι ακριβώς; Ότι τώρα που με στενεύει το παντελόνι μου ο σύντροφός μου πρέπει να φύγει; Δεν μιλάω να φτάσουμε στο άλλο άκρο, δεν λέω να μην μπορούμε να πάρουμε τα πόδια μας από τον αυτοτραυματισμό και την αυτοτιμωρία του εαυτού μας. Δεν λέω να μας κακοποιούμε καθημερινά, να σερνόμαστε από την ανημπόρια μας  και να μην πειράζει. Αυτό κι αν λέγετε απαξίωση του ιδίου μας του εαυτού! Μιλάω για όλους εμάς, τις μικρές καθημερινές φιγούρες που ναι δεν είμαστε για εξώφυλλο. Κοιτάξου στον καθρέφτη και πες αλήθειες.»

«Με εγκατέλειψα» είπες. Α γεια σου , τώρα είπες την αλήθεια. Σε εγκατέλειψες και σε έχασες. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ξέχασες τα μέσα σου. Τις σπουδές σου, τις αγάπες σου, τα ενδιαφέροντα σου. Τα όνειρα που δεν κυνήγησες. Ήρθε ένα τέλος  που έπρεπε να ζήσεις  και το βίωσες με υπεράνθρωπη αξιοπρέπεια και βρίσκεσαι μπροστά στην καινούργια αφετηρία της ζωή σου και φοβάσαι να ζήσεις. Κρέμασες τα βαρίδια σου σαν δικαιολογίες και κάθεσαι στον περιστερεώνα σου ψάχνοντας να βρεις ανούσιες απαντήσεις σε ανύπαρκτες σχέσεις.

Τράβα μπροστά, ξεκλείδωσε τον κύκλο της ζωής σου που καλώς ή κακώς τέλειωσε και θυμήσου τα πολύτιμα  πολεμοφόδια της φαρέτρας σου που έχεις ξεχάσει και στοιβάξει μέσα στην αποθήκη του μυαλού σου. Ξεσκόνισέ τα, αγάπησέ τα, άστα στο φως να πάρουν την λάμψη που τους πρέπει.  Είναι οι σπουδές σου, οι γνώσεις σου, η ψυχή σου, η δουλειά που παράτησες για να …  Είναι η καλλιέργεια και η εσωτερική σου ομορφιά. Είναι η βάση σου, η ρίζα σου. Κατέβα κάτω στη γη. Σταμάτα να κρύβεσαι. Ανακατέψου με τον κόσμο και μην γαντζώνεσαι από τους ανθρώπους όπως το κοάλα στον ευκάλυπτο.  Ανάπνευσε και άσε τους άλλους να αναπνεύσουν.  Όταν εσύ θυμηθείς ποια είσαι, να είσαι σίγουρη ότι θα το καταλάβουν και οι άλλοι γύρω σου. Τότε οι ματιές τους θα αλλάξουν. Τα σημειώματά τους δεν θα είναι γεμάτα αποσιωπητικά, ούτε και η ζωή σου. Θα ανακαλύψεις, πως την ημέρα που άφησες τον ήλιο να καθαρίσει τα μέσα σου, θα ακτινοβολήσεις ξανά και τότε οι άνθρωποι με τα αποσιωπητικά θα είναι αυτοί οι ίδιοι που θα ψάξουν να σε βρουν. Γιατί μπουμπούνα μου όλοι ψάχνουμε να βρούμε αυτό το πιο λαμπερό από εμάς κομμάτι για να «κλέψουμε» λίγο από το φως του.

Μου άφησες ένα σημείωμα στη φρουτιέρα πριν φύγεις. Το έκρυψα στο κουτί με τα πολύτιμα γράμματα της ζωής μου. Έτσι λοιπόν όπως πολύτιμα φύλαξα τις λεξούλες σου, έτσι πολύτιμα φέρσου κι εσύ στον εαυτό σου.  Γιατί κορίτσι μου, ο κάλος και το κάλλος από ένα λ χωρίζονται!