Το πως συνδέεται κανείς ως ενήλικας με τους γύρω του και κυρίως με τους πιο κοντινούς κι “αγαπητούς” έχει άμεση σχέση με τον τρόπο που συνήθιζε να συνδέεται ως παιδί με τα αντίστοιχα αγαπητά πρόσωπα που τότε ήταν οι γονείς και τα αδέρφια.

Ένας αρκετά συνηθισμένος τρόπος σχετίζεσθαι είναι η θυματοποίηση του εαυτού και η συναισθηματική χειραγώγηση του άλλου. Στην περίπτωση αυτή φυσικά δεν μιλάμε για σχέσεις σεβασμού, ισοτιμίας, ειλικρινούς αγάπης και αυθεντικού ενδιαφέροντος, αλλά περισσότερο για ένα υποσυνείδητο παιχνίδι εξουσίας. Σε αυτό τον τύπο σχέσεων κυρίαρχο ρόλο έχουν ο συναισθηματικός εκβιασμός και η υποδόρια χειραγώγηση μέσω της ενοχοποίησης.

Η αλήθεια είναι πως η θέση του θύματος έχει πολλά οφέλη και καμμιά υποχρέωση. Θα λέγαμε πως είναι μια πολύ άνετη θέση όπου δεν χρειάζεται κανείς να πολυζορίσει το μυαλό για να κάνει επιλογές, να πάρει αποφάσεις και να τις υλοποιήσει. Είναι προτιμότερο να το κάνουν οι άλλοι αντί για αυτόν. Συνήθως οι άνθρωποι που θυματοποιούν τους εαυτούς τους αποφεύγουν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, είναι γενικότερα ευθυνόφοβοι και αναβλητικοί. Όταν βρεθούν σε μια σχέση τείνουν να αφήνουν στον άλλο την πρωτοβουλία ενώ οι ίδιοι δείχνουν συμβιβαστικοί και καλόβολοι. Μια εικόνα που είναι βεβαίως παραπλανητική καθώς με συνεχή παράπονα και έμμεσες παρεμβάσεις καθοδηγούν τον άλλο, χωρίς αυτό να γίνεται φανερό, στην ικανοποίηση των δικών τους επιθυμιών.

Η φράση “ότι θέλεις εσύ” είναι η κατεξοχήν παγίδα που θα χρησιμοποιήσουν γιατί έχει διπλό όφελος. Από τη μια δεν παίρνω καμμιά πρωτοβουλία για αυτό που πρόκειται να γίνει κι απ’ την άλλη δεν φέρω και καμμιά ευθύνη για την όποια έκβαση. Έτσι ο άλλος βρίσκεται παγιδευμένος όχι μόνο στο να βρει τη λύση αλλά και να ικανοποιήσει τον “καλόβολο” σύντροφο ο οποίος συνήθως ασκεί και την ανάλογη κριτική αλλά εκ του ασφαλούς και εκ των υστέρων.

Η θυματοποίηση είναι στην ουσία μια παθητική θέση με ιδιαίτερα ισχυρή επιθετικότητα. Με το να θυματοποιεί κανείς τον εαυτό του δηλώνει πως έτσι έχει μάθει να σχετίζεται με εκείνους που αγαπά, όπως ορίζει ο ίδιος την αγάπη περνώντας την από το φίλτρο της εξουσίας. Οι σχέσεις αγάπης ισοδυναμούν με το δίπολο ανωτερότητα – κατωτερότητα, εξουσία – υποτίμηση, πάνω-κάτω αλλά ποτέ πλάϊ – πλάϊ.

Εκείνος που παίρνει τη θέση του θύματος αισθάνεται απαλλαγμένος από την ευθύνη να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί τα διάφορα ηθικά και πρακτικά διλήμματα της ζωής. Ταυτόχρονα δε, αποφεύγει να έρθει αντιμέτωπος με την αλήθεια της ψυχής του. Αποφεύγει να αντικρύσει τις βαθιές αλήθειες, επιθυμίες, φαντασιώσεις και μηχανισμούς του εαυτού του. Στην πραγματικότητα αποφεύγει να δει τα απωθημένα κομμάτια της ψυχής του κι έτσι απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την αλήθεια του.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι βεβαίως πως έτσι καταλήγει κανείς τελικά χαμένος, ψυχικά απομονωμένος και ανικανοποίητος. Έχοντας χάσει την επαφή με όσα πραγματικά επιθυμεί ή φοβάται, δεν μπορεί να ανακαλύψει και τρόπους να τα διαχειριστεί. Γίνεται λοιπόν και ανίκανος να βρει τι είναι αυτό που μπορεί να του προσφέρει αυθεντική ευχαρίστηση εφόσον παραμένει εγκλωβισμένος στο δίπολο εξουσιάζω και εξουσιάζομαι, ελέγχω και ελέγχομαι, υποτάσσω και υποτάσσομαι. Δεν αγαπώ ουσιαστικά κανέναν ούτε τον ίδιο μου τον εαυτό αφού δεν τον γνωρίζω κι έτσι δεν μπορώ να σχετιστώ δημιουργικά με κανέναν αφού δεν έχω μάθει να ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις μιας υγιούς σχέσης.

Όσο διατηρεί κανείς αυτή τη στάση είναι αναπόφευκτο να βιώνει ξανά και ξανά την ίδια ψυχική μοναξιά. Ο συντομότερος δρόμος να βγει απ’ αυτή την απομόνωση είναι να επιστρέψει στον εαυτό του και να αναλογιστεί τη δική του συμμετοχή για όσα δεν πάνε καλά στις σχέσεις του. Αντί να βολεύεται στις φτωχές απολαβές του θύματος να  σκεφτεί με υπευθυνότητα πώς συνέβαλλε κι ο ίδιος στη διαμόρφωση αυτών των καταστάσεων.

Πάντα κάτι δεν θα πηγαίνει καλά στις σχέσεις μας όμως δεν μπορεί να φταίνε πάντα οι άλλοι…

Kleoniki Gevezou

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here