Στο σπίτι της οικογένειας Γαλάνη, η κόρη τους Ρούμπι προσπαθούσε να κρύψει από την μητέρα της  Ελένη, τα αδιάφορα συναισθήματα που της προκαλούσαν αυτές οι δεξιώσεις στις οποίες έπρεπε κατά καιρούς να συμμετέχει.

Η αλήθεια ήταν ότι η ζωή της, είχε καθοριστεί από την μεγάλη της αδυναμία που είχε στον πατέρα της Γεράσιμο. Γύρισε και τον κοίταξε να κάθετε στην κορυφή του τραπεζιού και να απολαμβάνει το πρωινό του κρυμμένος πίσω από την εφημερίδα του. Ο πατέρας της, πόσο διαφορετικός φαινόταν μετά το καρδιακό επεισόδιο που είχε περάσει πριν από τέσσερα περίπου χρόνια. Η Ρούμπι ήταν τότε δεκαέξι ετών.

Το μυαλό της γύρισε πίσω, στα παιδικά της χρόνια και στην ανυπέρβλητη ευτυχία που ένιωθε στην αγκαλιά του. Της άρεσε να χώνετε ανάμεσα στα δυο του χέρια, ίσως γιατί μόνο εκεί ένιωθε ασφαλής και να ρουφάει την μυρωδιά του δέρματός του. Σαπούνι ανακατεμένο με άρωμα λεβάντας. Ακουμπούσε το κεφάλι της στο στέρνο του και έβαζε το μικροσκοπικό της χέρι στην τσέπη του γιλέκου του. Της χάιδευε τα μαλλιά χωρίς να διαμαρτύρεται που ήταν αναγκασμένος να παρατήσει κάθε τι που έκανε κι όταν η κόρη του χόρταινε τότε την άρπαζε αγκαλιά και την πετούσε όσο πιο ψηλά μπορούσε και γελούσαν και οι δυο χωρίς να χορταίνουν ο ένας τον άλλον. Τα μάτια του πατέρα της έλαμπαν από αγάπη κι αυτή την εικόνα θα την κρατούσε σφαλιστή μες στο μυαλό και την καρδιά της για πάντα.

Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της κι ακούμπησε το πορσελάνινο φλιτζάνι στη θέση του προσεκτικά. Οι γονείς της ήταν τόσο διαφορετικοί άνθρωποι που ακόμα και σήμερα δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που τους είχε φέρει κοντά. Πώς να είχε προκύψει αυτός ο γάμος άραγε; Κοίταξε την μητέρα της. Έπρεπε να παραδεχθεί ότι ήταν τόσο εντυπωσιακή και διαφορετική από όσες γυναίκες είχε γνωρίσει κι αυτό που θα απαντούσε με σιγουριά ήταν ότι σε τίποτα δεν θύμιζε μια κοινότυπη, καθημερινή μαμά. Ίσως ούτε και σύζυγο, αν κι αυτό θα μπορούσε να το απαντήσει μόνο ο πατέρας της.

Τους κοίταξε πίσω από τις χαμηλωμένες βλεφαρίδες της. Ο πατέρας της έμοιαζε εύθραυστος κι αυτό ήταν κάτι που την ανησυχούσε ειδικότερα όταν συνειδητοποιούσε ότι δεν θα μπορούσε να τον έχει για πάντα κοντά της κι αυτή η σκέψη την έτρωγε από εκείνη της ημέρα που την ειδοποίησαν ότι τον είχαν μεταφέρει στην μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου. Είχε τηλεφωνήσει η μητέρα της στο σχολείο και το αυτοκίνητο της οικογένειας, την περίμενε έξω από το ιδιωτικό σχολείο για να την πάει στους γονείς της. Για να προλάβει να δει τον πατέρα της. Όση ώρα κατέβαιναν την οδό Κηφισίας, η Ρούμπι έκλαιγε και ο οδηγός του πατέρα της μάταια προσπαθούσε να την παρηγορήσει. Όταν την άφησαν να περάσει στη μονάδα, την έπιασε τρόμος. Ήταν γεμάτος από καλώδια και σωληνάκια. Ο ήχος του οξυγόνου κι εκείνα τα μηχανήματα την έκαναν να αισθάνεται ότι ζούσε μια εξωπραγματική κατάσταση. Κοίταζε με ζωγραφισμένη την αγωνία στο πρόσωπό της και το μόνο που ήθελε ήταν να τον πάρει αγκαλιά και να τον γιατρέψει. Τόσα χρόνια ήταν εκείνος που φρόντιζε να ακούσει κάθε της παράπονο, αγωνιά και φόβο και να λύσει τα προβλήματά της με τον δικό του τρόπο. Ήταν ο πατέρας της που έδιωχνε τις σκιές από το δωμάτιό της, κάτω από το κρεβάτι και τη μεγάλη ντουλάπα.

«Θα γίνει καλά» της είχε πει η φωνή δίπλα της. Η Ρούμπι είχε γυρίσει και είχε δει έναν άντρα ντυμένο με τη λευκή καλοσιδερωμένη ιατρική ρόμπα πάνω από τα ρούχα του και το στηθοσκόπιο να κρέμεται από τους ώμου του.
«Εσείς θα τον κάνετε καλά;» είχε ρωτήσει βουρκωμένη.
«Ναι παιδί μου, μην ανησυχείς» είχε απαντήσει ο γιατρός και τότε, βλέποντας αυτό τον άντρα ορκίστηκε ότι αυτό θα έκανε όταν θα μεγάλωνε. Θα γινόταν και η ίδια γιατρός για να μπορεί να φροντίζει τον πατέρα της και όποιον άλλο την είχε ανάγκη.

Η μητέρα της από την άλλη ήταν ένας τελείως διαφορετικό άνθρωπος. Ποτέ τους δεν κατάφεραν να έρθουν κοντά, να πλησιάσουν η μια την άλλη. Την αγαπούσε βέβαια αλλά δεν την καταλάβαινε. Η Ελένη ήταν πρόθυμη να ανακατευθεί με φιλανθρωπίες και αγαθοεργίες αλλά αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, η μητέρα της δεν το έκανε με την καρδιά της απλώς ακολουθούσε το ρεύμα της εποχής. Ήταν μια καθώς πρέπει κυρία των βορείων προαστίων που έπρεπε να δείχνει ότι τον πλούτο της οικογένειάς της τον μοιραζόταν με όσους είχαν πραγματική ανάγκη. Η Ρούμπι κατά βάθος την κορόιδευε. Φιλανθρωπίες και αψεγάδιαστο μανικιούρ παρέα δεν πήγαιναν, αν ήθελε πραγματικά να προσφέρει, καλό θα ήταν να τους μιλήσει από κοντά, να μάθει τις ανάγκες τους κι όχι να στέλνει μόνο επιταγές και να λαμβάνει μέρος σε χοροεσπερίδες. Η φιλανθρωπία δεν διατυμπανίζεται σκεφτόταν.

Ήταν σίγουρη ότι η μητέρα της δεν ήταν ευτυχισμένη. Όλα γύρω της ήταν τέλεια. Το σπίτι τους, ο κήπος με το μικρό λευκό σπιτάκι και τα κόκκινα κεραμίδια που κάποτε χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη, τώρα ήταν φρεσκοβαμμένο και περιποιημένο με εξαιρετικής ποιότητας έπιπλα αγγλέ και ταπετσαρίες φλοράλ που θύμιζαν Αγγλική εξοχή. Εκεί περνούσε  τις περισσότερες ώρες της και η πρώην αποθήκη είχε μετατραπεί σε πρώτης τάξεως ιδιωτικό κρησφύγετο που η κυρία Ελένη το αποκαλούσε ‘’γραφείο’’. Επισκέψεις δεν ήθελε στο σπιτάκι  ούτε από την μοναχοκόρη της. Παράξενα πράγματα πρέπει να ένοιωθε η μητέρα της. Μέχρι ενός σημείου η Ρούμπι την καταλάβαινε, ήταν φυσικό να βαριέται μετά από τόσα χρόνια γάμου. Οι γυναικείες ορμόνες επίσης μπορεί να έκαναν τα δικά τους. Από την άλλη όμως, όταν την παρατηρούσε στα κρυφά, συνειδητοποιούσε ότι η μητέρα της ήταν μια γυναίκα κλεισμένη στον εαυτό της και το βλέμμα της συχνά πλανιόταν στο κενό και δεν ήξερε ούτε τι να της πει αλλά ούτε πώς να την βοηθήσει. Μικρότερη ευχόταν να είχε έναν αδελφό ή μια αδελφή, ίσως ήταν αυτό που έλειπε από την ζωή της, ότι δεν είχε καταφέρει να κάνει κι άλλα παιδιά, μπορεί πάλι να μην είχε καταφέρει να νοιώσει ευτυχισμένη στο γάμο της. Γιατί όμως, ο πατέρας της ήταν ο πιο υπέροχος άνδρας που είχε γνωρίσει, αυτό όμως ήταν η προσωπική της άποψη.

Ήθελε να πάει στη σχολή όταν άκουσε τους γονείς της να μιλάνε για τον Φάνη Μελισσινό και ένα πάρτι που θα γινόταν σε γνωστό ξενοδοχείο.

«Το ξέρετε ότι είχε προσπαθήσει να με πνίξει στην πισίνα του σπιτιού τους; Με είχε νευριάσει τόσο πολύ που πάνω στον καυγά μου έδωσε μια και …» είπε η Ρούμπι προσπαθώντας να μπει στην κουβέντα.
«Και δεν είπες ποτέ τίποτα;» είπε η μητέρα της έκπληκτη.
«Αν έλεγα θα με άφηνες να πάω ξανά; Η πισίνα ήταν και συνεχίζει να είναι υποθέτω, το όνειρο κάθε παιδιού».

Οι γονείς κοίταξαν ο ένας τον άλλον ανήσυχοι.

«Είναι το τίμημα που πληρώνει κάθε μοναχοπαίδι» συμπλήρωσε η Ρούμπι. «Σταματήστε επιτέλους, έχουν περάσει πάνω από δεκαπέντε χρόνια κι απ’ ότι βλέπετε δεν έχω πάθει τίποτα». Ο πατέρας της τίναξε την εφημερίδα του και η μητέρα της, σκουπίζοντας το στόμα της με την λινή λευκή πετσέτα, τη ρώτησε «να σου προσθέσω λίγο καφέ, δεν έχεις βάλει τίποτα στο στόμα σου και έχεις ολόκληρη μέρα μπροστά σου». Η Ρούμπι την κοίταξε καλά καλά. Ξαφνικά είχε χάσει την ανθρώπινη υπόστασή της και έμοιαζε σαν κούκλα ανάμεσα σε σερβίτσια λιμόζ, κρύσταλλα Βοημίας και μαχαιροπήρουνα Christofle.  Μπορεί τελικά η μητέρα της να μην είχε μυστικά, να μην της άρεσε το σμίξιμο του κορμιού και να ήταν εγκλωβισμένη σε έναν γάμο, που η σάρκα της δεν γεύτηκε ποτέ τη χαρά παρά μόνο την προσποίηση. Γι’ αυτό δεν έκαναν και δεύτερο παιδί, γι’ αυτό δεν είχε αδέλφια!

Ο  Νικήτας πριν από λίγες ημέρες της το είχε πει. «Επιτέλους Ρούμπι, ήρθε ο καιρός να το παραδεχθείς, δεν είναι θέμα ηθικής απλώς δεν σου αρέσουν τα αγόρια και διόλου δεν σε ενδιαφέρει ο έρωτας. Είσαι ψυχρή ή ίσως απλώς να προτιμάς τα κορίτσια» της είχε πει αδιάφορα κουβεντιάζοντας για τις ανύπαρκτες σχέσεις της.

«Σε παρακαλώ, βάλε κάτι στο στόμα σου πριν φύγεις» συνέχισε η Ελένη.
«Δεν πεινάω».
«Ναι αλλά είσαι τόσο αδύνατη που πώς να στο πω» είπε η μητέρα της ακουμπώντας προσεκτικά στο πιάτο της το φλιτζάνι με την μπλε και τη χρυσή ρίγα. «Στην ηλικία σου θα έπρεπε να σε κυνηγάνε τα αγόρια και να έχεις καλύτερη κοινωνική ζωή. Μην με φέρνεις σε δύσκολη θέση, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω έτσι δεν είναι; Δεν θέλω να ακολουθήσεις τη δική μου διαδρομή, ήταν πολύ μοναχικά στην ηλικία σου αν και δεν θα έπρεπε να γκρινιάζω».
«Τα αγόρια δεν κυνηγούν πια τα κορίτσια» είπε η Ρούμπι γελώντας «τώρα το μόνο που τους νοιάζει είναι να τα ρίχνουν στο …» αλλά ο ‘’βήχας’’ του πατέρα της που συνέχιζε να είναι κρυμμένος πίσω από την μεγάλη εφημερίδα του και το τίναγμα των φύλλων, δεν την άφησε να συνεχίσει.

Σώπασε και κοίταξε έξω από το παράθυρο, ήταν ακόμα χειμώνας. Λίγες ημέρες πριν, περνώντας από το πολυκατάστημα στο κέντρο των Αθηνών, είχε δει στη βιτρίνα ένα όμορφο κασκόλ. Χωρίς να το σκεφθεί δεύτερη φορά, είχε μπει και το είχε αγοράσει για τον Νικήτα. Με το πακέτο στα χέρια αναρωτήθηκε αν ένιωθε κάτι γι’ αυτόν. Ήταν άραγε ερωτευμένη αλλά η απάντηση ήταν για άλλη μια φορά αρνητική.

Η Ρούμπι δεν είχε νιώσει αυτό το συναίσθημα για το οποίο οι φίλες της δεν σταματούσαν σχεδόν ποτέ να μιλάνε. Ούτε είχε ολοκληρώσει τη σχέση της με κάποιο αγόρι. Δεν ένιωθε τίποτα και για τον Νικήτα έτρεφε βαθύ σεβασμό για τις επιδόσεις του στο Πανεπιστήμιο. Θαύμαζε το μυαλό και την οργάνωσή του αλλά τίποτα παραπάνω. Ήταν αρκετές οι φορές που κάποιο αγόρι την είχε φιλήσει κι αντίρρηση δεν έφερνε. Ήθελε να εξερευνήσει αυτό τον καινούργιο κόσμο που δεν καταλάβαινε, όταν όμως εκείνα ζητούσαν κάτι παραπάνω ή προσπαθούσαν να το πάρουν αγγίζοντας με τα χέρια τους το σώμα της, εκείνη ξεσπούσε σε γέλια τρανταχτά. Ένιωθε σαν να την γαργαλάνε και τότε ήταν που όλοι τους το έβαζαν στα πόδια και έπαυαν τις συναναστροφές μαζί της. Τώρα καταλάβαινε ότι με τον τρόπο αυτό, τους είχε άθελά της προσβάλει, τότε όμως, η αλήθεια ήταν ότι δεν το καταλάβαινε.

Με τον Νικήτα, θεωρητικά τουλάχιστον, είχαν κάτι παραπάνω. Έβγαιναν συχνά και είχαν τα ίδια ενδιαφέροντα, παρ’ όλο που πίστευε ότι ήταν αρκετά πομπώδης για τα γούστα της. Ήταν όμως καλός φίλος και συνοδός μέχρι την ημέρα που του πήγε δώρο εκείνο το όμορφο κασκόλ. Μέσα στο αυτοκίνητό, τη φίλησε και προσπάθησε να ανοίξει το κουμπί από το πουκάμισό της. Η Ρούμπι άρχισε και πάλι να γελάει μέχρι που ο Νικήτας θύμωσε.

«Τι φαντάζεσαι ότι κάνω, ότι το μόνο που με νοιάζει είναι να ικανοποιήσω τον εγωισμό μου κι ότι παλεύω να σε ξαπλώσω χωρίς να με ενδιαφέρει τίποτα άλλο;  Σε αγαπάω Ρούμπι» της είχε πει και η κοπέλα σταμάτησε να γελάει κι έμεινε για δευτερόλεπτα σκεφτική.
«Με συγχωρείς Νικήτα, μου αρέσεις πολύ αλλά δεν σε αγαπώ με τον τρόπο που εσύ θέλεις. Δεν μπορώ να ολοκληρώσω τη σχέση μου μαζί σου».
«Δεν σε εμποδίζει η αγάπη Ρούμπι, νομίζεις ότι γι’ αυτό δεν θέλεις να ολοκληρώσεις μαζί μου ή με οποιονδήποτε άλλο; Δεν σου αρέσει αυτό που είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, παραδέξου το και ίσως τότε να τα βρεις με τον εαυτό σου. Εμένα όμως να αφήσεις ήσυχο» της είχε απαντήσει φανερά θυμωμένος.

Είχε ενοχληθεί σε σημείο που δεν ήθελε να τον δει ξανά μπροστά της. Μπορεί να ήταν ένα ιατρικό φαινόμενο, το μόνο σίγουρο ήταν ότι κανείς δεν μπορούσε να την αγαπήσει αφού κι εκείνη κανέναν δεν αγαπούσε.

«Κοίτα» είπε στη μητέρα της «είμαι μια χαρά, έχω εσάς τους δυο και τον Διά» τον σκύλο της που καθόταν πάντα δίπλα της και δεν την άφηνε λεπτό.
«Τιμή μας που μας εξισώνεις με τον σκύλο σου» απάντησε ο πατέρας της γελώντας πίσω από την εφημερίδα του.
«Τι λες, πάμε στην Αθήνα να ψωνίσουμε καινούργια ρούχα για το πάρτι, η νέα κολεξιόν του Τσεκλένη είναι το κάτι άλλο» είπε στην κόρη της η Ελένη. Ο Γεράσιμος κουνούσε κοροϊδευτικά το κεφάλι του χωρίς κανείς να τον βλέπει.

Η Ρούμπι δεν ήξερε τι να πει. Στην ντουλάπα της υπήρχαν ακόμα φορέματα που δεν είχε προλάβει να βγάλει τις ταμπέλες. Δεν τα είχε βάλει ούτε μια φορά και δεν έβλεπε ποιος ήταν ο λόγος που θα έπρεπε να προσθέσει άλλο ένα στην ήδη πλούσια γκαρνταρόμπα της. Η μητέρα της νόμιζε ότι εκεί ήταν το πρόβλημα και η πρωινή μελαγχολία της. Μακάρι να ήταν έτσι, ότι και να φορούσε στο πάρτι του Φάνη, την άφηνε αδιάφορη. Αυτές οι κοινωνικές υποχρεώσεις την πίεζαν, δεν είπε όμως τίποτα. Χαμογέλασε συγκαταβατικά και χαμογέλασε. «Αύριο να είσαι σίγουρη ότι θα σε ακολουθήσω στην Αθήνα» της είπε.

***

Δυο ημέρες αργότερα, στο σπιτάκι του κήπου, η Ελένη γέμιζε ένα ποτήρι με λικέρ βύσσινο. Κοιτούσε τον κήπο με τις τριανταφυλλιές και το σπίτι. Ο Γεράσιμος και η κόρη του είχαν ξαπλώσει από νωρίς. Δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν, ούτε να μοιραστεί τις σκέψεις της. Αυτό που της έτρωγε είκοσι χρόνια τώρα την ψυχή ήταν η αγωνία για το παιδί που είχε φέρει στον κόσμο και η επιλογή που είχε κάνει. Ζήλευε τον Γεράσιμο που μέσα στην άγνοιά του αγαπούσε την Ρούμπι απόλυτα, χωρίς συμβιβασμούς, σαν να ήταν δικό του παιδί. Τι τυχερός που ήταν!

Αναρωτιόταν πολλές φορές παρατηρώντας την ‘’κόρη’’ τους, αν η βιολογική της μητέρα, η Ευγενία Νάκου, ήταν τόσο ξεροκέφαλη ή αν αυτό το χάρισμα το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της. Η εμμονή της Ρούμπι να γίνει γιατρός, να αφιερώσει τη ζωή της σε ό,τι χειρότερο υπάρχει σε αυτό τον κόσμο, στην αρρώστια και τον θάνατο την ξεπερνούσε. Είχε προσπαθήσει πολύ να την κάνει μια σωστή και καλλιεργημένη κυρία, να μπορεί να σταθεί στα καλύτερα σαλόνια αλλά η Ρούμπι είχε ακολουθήσει την δική της ξεχωριστή πορεία. Ούτε εξωτερικά έμοιαζε με τον πατέρα της ή με την ίδια. Βέβαια είχε τα ίδια χρώματα με τον Γεράσιμο αλλά η ομοιότητα με την οικογένεια τελείωνε εκεί. Ήταν τόσο λεπτοκαμωμένη, κομψή και αιθέρια που σε τίποτα δεν θύμιζε το δικό της σώμα. Η ανεξαρτησία της κόρης τους και το πείσμα της, φάνηκε σχεδόν αμέσως μετά τη γέννησή της.

Ούτε την πρώτη ημέρα που πήγε στο σχολείο δεν δάκρυσε και δεν έβαλε τις φωνές όταν απομακρύνθηκε από τη μητέρα της. Για την ακρίβεια δεν γύρισε καν να την χαιρετήσει κι όταν γύρισε το απόγευμα στο σπίτι ήταν πολύ χαρούμενη με τους καινούργιους της φίλους. Ήταν σχεδόν βέβαιη ότι η Ρούμπι θα τα κατάφερνε να χτίσει το μέλλον της καλύτερα από εκείνη και συχνά αναρωτιόταν πως θα ήταν η ζωή της αν δεν είχε παντρευτεί τον Γεράσιμο, πόσα θα είχε αντιμετωπίσει; Θα τα είχε καταφέρει; Είχε κρυμμένες δυνατότητες ή η αξία της έφτανε μέχρι τις τριανταφυλλιές της και τα υπόλοιπα λουλούδια που είχε φυτέψει στον κήπο τους;

Υπήρχαν φορές που θα ήθελε να είναι εκείνη η δυναμική και ανεξάρτητη επιχειρηματίας. Που θα κάθετε πίσω από το σκαλιστό της γραφείο και θα δίνει εντολές στο προσωπικό. Ήθελε να έχει κυνηγήσει τα όνειρά της. Ποια ήταν όμως τα όνειρά της; Ήξερε ότι γινόταν άδικη με τον Γεράσιμο. Είχε τον καλύτερο σύζυγο στον κόσμο και της είχε προσφέρει όσα ονειρεύτηκε, ακόμα κι αυτά που δεν γνώριζε ότι υπήρχαν και ανεξάρτητα με το ποιανού ήταν τελικά το παιδί, ο Γεράσιμος ήταν ο καλύτερος πατέρας του κόσμου.

Χωρίς αυτό να κάνει την Ρούμπι λιγότερο σημαντική, έπρεπε να παραδεχθεί το πόσο της έλειπε η Μάγδα. Μόνο αυτό το πλάσμα μπορούσε να γιατρέψει τις πληγές που κουβαλούσε στην ψυχή της. Ήθελε να την αγκαλιάσει, έστω για μια φορά και μετά ας πέθαινε. Δεν θα είχε και μεγάλη σημασία. Η Μάγδα ήταν το δικό της παιδί κι όταν κατάφερε να την εντοπίσει κι έμαθε για τη δύσκολη ζωή που ζούσε με τη γιαγιά της, οι μέρες της έγιναν εφιάλτης. Το δικό της το παιδί ζούσε στην κόλαση και υπεύθυνη γι’ αυτό ήταν μόνο η ίδια. Τι θα έκανε;

Για να εντοπίσει την κόρη της χωρίς να την υποψιαστεί κανείς, είχε πληρώσει έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ. Τα λόγια ήταν περιττά όπως και οι συστάσεις. Σε αυτό τον κόσμο μιλούσαν μόνο τα χρήματα, ζεστά, μετρητά και στο χέρι. Ήταν ο ίδιος που της είπε ότι αν ήθελε να εξασφαλίσει το παιδί, καλό θα ήταν να του ανοίξει ένα τραπεζικό λογαριασμό απευθείας στο όνομά της. Όλη τη δουλειά την είχε αναλάβει ένας δικηγόρος με τον οποίο η Ελένη δεν ήρθε ποτέ σε επαφή. Τα χρήματα που κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό της μικρής, ήταν τόσα που θα της επέτρεπαν να σπουδάσει με την ησυχία της ό,τι ήθελε. Η γιαγιά έμαθε μόνο ότι ήταν από έναν ευεργέτη που ήθελε να κρατήσει την ανωνυμία του και φρόντιζε τα παιδιά της πυρκαγιάς που είχαν χάσει τους γονείς τους. Η γιαγιά δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει στην ίδια, το όνομα που είχε δώσει ήταν ψεύτικό αλλά ούτε αυτό την ικανοποιούσε. Μέσα στα σωθικά της, φωτιά και λάβα την έκαιγαν.

Το γεγονός ότι πήγε στο σχολείο της Μάγδας και της έβαλε στη χούφτα το ένα διαμαντένιο σκουλαρίκι της, χρόνια πριν, ήταν μια ανεκδιήγητη και απέλπιδη κίνηση. Τα σκουλαρίκια αυτά της τα είχε χαρίσει ο Γεράσιμος όταν ‘’γεννήθηκε’’ η Ρούμπι που είχε πάρει το όνομά της από το όνομα της πεθεράς της, Ρουμπινή. Ο Γεράσιμος της είχε πει ότι αυτά τα υπέροχα διαμάντια, θα ήταν οι τυχερές πέτρες της κόρης τους. Τότε η Ελένη είχε ξεσπάσει σε αναφιλητά. Όλοι υπέθεσαν ότι ήταν οι ορμόνες της που της έφερναν αυτή την ταραχή. Την αλήθεια την ήξερε μόνο η ίδια.

Όταν είδε την Μάγδα να βγαίνει έξω από το προαύλιο του σχολείου, με το κοντό και στενό παλτό της, την έπιασε απελπισία. Αυτό το κακοντυμένο παιδί, ήταν το παιδί της. Τίνος τα ρούχα της είχαν φορέσει και δεν μπορούσε ούτε να περπατήσει; Όταν το παιδί την κοίταξε, κάθε σκέψη που είχε στο μυαλό της εξαφανίστηκε. Δεν το είχε σκεφθεί να κάνει αυτή την κίνηση, ούτε μπόρεσε ποτέ της να εξηγήσει πως της ήρθε να αφήσει στην παλάμη του παιδιού της το σκουλαρίκι της. Μπορούσε να έχει βάλει σε μεγάλους μπελάδες και την Μάγδα αλλά και τον εαυτό της. Είχε μπει στο αυτοκίνητο και είχε εξαφανιστεί όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί.

Έπιασε ασυναίσθητα το αυτί της και αναστέναξε. Από τότε δεν είχε δει ξανά την πραγματική της κόρη, πριν από λίγο καιρό όμως είχε πάρει τηλέφωνο στο σπίτι της γιαγιάς της προσποιούμενη ότι ήταν πλασιέ βιβλίων. Η γυναίκα που σήκωσε το τηλέφωνο της είπε ότι η κυρία Νάκου δεν μπορούσε να μιλήσει και της έδωσε τον αριθμό κλήσης της Μάγδας στο γραφείο της. Είχε καλέσει και είχε μάθει ότι δούλευε σε ένα δικηγορικό γραφείο. Υπέθεσε ότι θα έκανε βοηθητικές εργασίες, ίσως στην καλύτερη να ήταν γραμματέας, ευτυχισμένη όμως ήταν;

Έκλαψε μέσα στο μικρό σπιτάκι με τα αγγλέ έπιπλα και τις λουλουδάτες ταπετσαρίες όταν συνειδητοποίησε για άλλη μια φορά στη ζωή της, ότι ποτέ δεν θα κρατούσε αγκαλιά την κόρη της, ποτέ δεν θα βρισκόταν στο πλευρό της όταν την είχε ανάγκη και η Ρούμπι όσο και να προσπαθούσε δεν θα γινόταν αυτό που ήταν η Μάγδα, η κόρη της και δεν έφταιγε κανένα από τα δυο κορίτσια γι’ αυτό.

***

Το πάρτι του Φάνη δεν ήταν τίποτα άλλο από μια εξωφρενική επίδειξη πλούτου. Η Ρούμπι δεν μπορούσε καθόλου να συμμεριστεί την άποψη ότι κατά την ημέρα της ενηλικίωσης, έπρεπε να αραδιάζουν με τόσο χυδαίο, κατά την άποψή της, τρόπο την οικονομική τους ευημερία. Φαίνεται είχαν μπλέξει την έννοια του ‘’αξιόλογου’’, σκέφτηκε με του νεόπλουτου.

Κοίταξε τον κόσμο που είχε γεμίσει την αίθουσα του ξενοδοχείου Πεντελικόν, στο Κεφαλάρι. Τα μεγάλα τραπέζια με τα λευκά τραπεζομάντηλα και τα εξαιρετική ποιότητας σερβίτσια,  τα αμέτρητα πολύχρωμα λουλούδια που στόλιζαν το χώρο, μαζί με την ορχήστρα που έπαιζε διακριτικά στην αρχή, δημιουργούσαν μια μαγική ατμόσφαιρα κι αυτό έπρεπε να το παραδεχθεί. Χαμογέλασε. Ήταν αστείο το πόσο ίδιες έμοιαζαν οι κοπέλες μεταξύ τους. Σαν πλαστικές μικροκαμωμένες κούκλες, ντυμένες με το ίδιο πατρόν και τα ίδια χτενίσματα και χωρίς ίχνος προσωπικότητας. Ούτε οι άντρες πήγαιναν πίσω. Αναστέναξε, καμία πρωτοτυπία πουθενά, το μόνο που έβλεπε ήταν καρικατούρες ανθρώπων που πάλευαν να μιμηθούν τους διάσημους. Τι απογοήτευση! Ασυναίσθητα κοίταξε το στενό μαύρο της φουστάνι και τα ψηλά γάντια που φορούσε. Το μοναδικό της κόσμημα ήταν ένα βραχιόλι από τέσσερεις σειρές μαργαριτάρια, δώρο της μητέρας της. Ξεχώριζε, το κατάλαβε αμέσως κι ένιωσε λίγο άβολα. Την κοιτούσαν περισσότερο απ’ όσο η ίδια επιθυμούσε και ίσως να έδειχνε αρκετά διαθέσιμη. Το σκέφτηκε και δεύτερη φορά και αποφάσισε ότι τελικά είχε δίκιο η μητέρα της που επέμεινε τόσο για το συγκεκριμένο φόρεμα. Μέσα σε όλο αυτό τον κόσμο κάποιος θα βρισκόταν να την πλησιάσει και ποιος ξέρει, μπορεί να είχε κι ενδιαφέρον.

«Δεν μου λες, εδώ ήρθες να κρυφτείς, δεν βρήκες άλλο μέρος σε όλο τον κόσμο;» την ρώτησε με βαθιά φωνή η φιγούρα που στεκόταν δίπλα της.
«Φάνη» φώναξε κι άρχισε να γελάει όπως τότε που ήταν παιδιά, «πόσο χαίρομαι που σε βλέπω».
«Πάει καιρός έτσι;»
Η Ρούμπι κούνησε το κεφάλι της «συνεχίζεις να είσαι αρκετά τρελός;» τον ρώτησε κλείνοντάς του το μάτι.
Ο Φάνης σήκωσε του ώμους, «υπάρχουν ορισμένα πράγματα που δεν αλλάζουν ποτέ» της είπε «εκτός από εσένα που έχεις ομορφύνει τόσο που τρόμαξα να σε γνωρίσω. Πόσα χρόνια έχω να σε δω, μου λες;» τη ρώτησε και τα μάτια μου δεν μπορούσε να τα πάρει από πάνω της.
«Τι σημασία έχει;» απάντησε η Ρούμπι παρατηρώντας την αμήχανη ματιά του Φάνη. «Ξέρεις πολύ κόσμο» είπε κοιτώντας τους προσκεκλημένους.
«Καταλαβαίνεις ότι όταν ακούγεται η λέξη πάρτι, οι συμμετοχές πολλαπλασιάζονται».
«Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να με καλέσεις μετά από τόσα χρόνια που έχουμε να βρεθούμε. Είμαστε τόσο διαφορετικοί, ποτέ δεν κάναμε παρέα, ήταν πάντα οι γονείς μας που μεσολαβούσαν».
«Προτιμώ να σου πω την αλήθεια χωρίς να έχω την παραμικρή διάθεση να σε προσβάλω. Ήταν ιδέα της μητέρας μου να σε καλέσω, εγώ για την ακρίβεια δίσταζα όταν μου το πρότεινε, ήμουν σίγουρος ότι δεν θα ήθελες να έρθεις γιατί αμφέβαλα αν θα γνώριζες κάποιον από το περιβάλλον μου. Δεν σε είχα συναντήσει πουθενά και αυτό που θυμάμαι από σένα είναι, ένα παιδί χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον» είπε και η Ρούμπι εκτίμησε την ειλικρίνεια του.
«Με φώναζες τσίχλα, θυμάσαι;» τον ρώτησε γελώντας.

Ο Φάνης την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με εκείνο το βλέμμα που από μόνο του έλεγε πολλά. Η Ρούμπι ένοιωσε ένα φτερούγισμα αλλά σημασία δεν του έδωσε. Η αλήθεια ήταν ότι και ο ίδιος είχε αλλάξει πολύ. Ήταν πλέον ένας γοητευτικός νέος άντρας αλλά δεν έπαυε να είναι παιδικός της φίλος και τίποτα παραπάνω.

«Δεν θέλω να ανησυχείς καθόλου που δεν σκέφτηκες να με καλέσεις και μια που λέμε την αλήθεια, ούτε εγώ ήθελα να έρθω. Ας είναι καλά η μητέρα μου που βρίσκομαι εδώ» είπε γελώντας.
«Νομίζω ότι θα στείλω ένα ιδιόχειρο ευχαριστήριο σημείωμα στην κυρία Γαλάνη» είπε και ακουγόταν ειλικρινής και χωρίς διάθεση για ανούσια κομπλιμέντα.

Ο Φάνης πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της. «Πάμε να πιούμε ένα ποτό, να χαιρετίσεις τους δικούς μου και μετά να γνωρίσεις τους φίλους μου».
«Νομίζω ότι είδα τον πατέρα σου καθώς έμπαινα. Τον χαιρέτησα με ένα νεύμα και συνέχισα».
«Είσαι τυχερή που δεν άρχισε να σου μιλάει για τα επιτεύγματά του στην δουλειά. Έχει γίνει πολύ κουραστικός με αυτή τη μανία του».

Ήταν προφανές ότι η Ρούμπι είχε γοητεύσει τους φίλους του Φάνη, η ίδια όμως ένιωθε λίγο άβολα. Η συζήτηση μετά τις πρώτες συστάσεις άρχισε να γίνεται βαρετή. Η Ρούμπι κρατώντας ένα ποτήρι στο χέρι άκουγε περισσότερο και μιλούσε λιγότερο. Έκανε νόημα στον Φάνη.

«Η ώρα είναι περασμένη και θα ήθελα να γυρίσω σπίτι αν δεν σε πειράζει».
«Πριν χορέψουμε;» της είπε μιμούμενος τη φωνή ενός παπαγάλου. Η Ρούμπι έβαλε τα γέλια και έτσι χαρούμενος όπως ήταν, την πήρε στην αγκαλιά του κι άρχισε να χορεύει μαζί της. Τον ακολούθησε στο λίκνισμα του κορμιού του και χωρίς να το καταλάβει χαλάρωσε και αφέθηκε στους ήχους της μουσικής.

«Πείνασα, εσύ;» την ρώτησε μετά από λίγο ο Φάνης και η Ρούμπι απάντησε «έτσι όπως βλέπω τα τραπέζια γύρω μας, ναι έχεις δίκιο». Την έπιασε από τη μέση και την οδήγησε στο πιο κοντινό τους τραπέζι.
«Να σου φέρω να πιείς κάτι;»
«Μια σόδα με λεμόνι»
«Δεν θέλεις κάτι με αλκοόλ;»
«Δεν πίνω»
«Ούτε μια γουλιά σαμπάνια;»
«Πολύ λίγη, ίσα για να σου ευχηθώ» αποκρίθηκε και περίμενε τον Φάνη να επιστρέψει στο τραπέζι τους αλλά εκείνος είπε «ξέρεις ο πατέρας μου έχει κλείσει ξεχωριστά δωμάτια για όλη την οικογένεια στο ξενοδοχείο, στο δικό μου δωμάτιο έχω κρύψει την καλύτερη σαμπάνια, τι λες θα με ακολουθήσεις;»
«Δεν είναι δυνατόν να φύγεις τώρα, τι θα πεις στους καλεσμένους σου;» απάντησε ξαφνιασμένη από την πρότασή του.
«Κανείς δεν θα το καταλάβει, δεν θα λείψουμε όλο το βράδυ, έλα …»
«Να πάρω την τσάντα μου».
«Θα την πάρεις μετά, μην ανησυχείς»
«Δεν υπάρχει περίπτωση, θα σε συναντήσω κατευθείαν στο δωμάτιο» του είπε και τον άφησε να την κοιτάζει με απορία.

Ο Φάνης την περίμενε στην σκάλα και ανέβηκαν μαζί επάνω.

«Φοβήθηκες ότι θα το έβαζα στα πόδια έτσι δεν είναι;»
«Το σκέφτηκα»
«Ωραία, που είναι αυτή η υπέροχη σαμπάνια;» τον ρώτησε και λίγο μετά ο κάθε ένας τους κρατούσε από ένα κρυστάλλινο ποτήρι στο χέρι. «Στην υγειά σου» είπε και ακούμπησε μαλακά το ποτήρι της στο δικό του κι άρχισε να πίνει την σαμπάνια της με μικρές νευρικές κινήσεις.
«Θα ζαλιστείς, πρόσεξε» την προειδοποίησε ο Φάνης.
«Ναι μπορεί, μεταξύ άλλων».
«Ποιών άλλων;»
«Τι να σου λέω τώρα …»
«Προτιμώ να μου πεις γιατί ανησυχώ ότι ζαλίστηκες».
«Θα ήθελα να κάνω ένα μπάνιο» είπε η Ρούμπι και σηκώθηκε τρικλίζοντας.
«Ορίστε;» πρόλαβε να ακουστεί η γεμάτη απορία του Φάνη κι αμέσως μετά ακούστηκε το νερό να τρέχει. Αυτό που σκεφτόταν ήταν ότι δεν είχε συναντήσει άλλη φορά γυναίκα που να είχε μεθύσει τόσο εύκολα. Ακόμα δεν είχε προλάβει να φτάσει η σαμπάνια στο στομάχι της, τι στην ευχή; Και πριν προλάβει να ολοκληρώσεις τις σκέψεις του, η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και η Ρούμπι στάθηκε κάτω από το κούφωμα της πόρτας χωρίς ρούχα ή πετσέτα.

Τα λόγια ήταν περιττά. Κοίταξαν ο ένας τον άλλο στα μάτια και ο Φάνης σηκώθηκε χωρίς να έχει δεύτερες σκέψεις. Με έναν σβέλτο δρασκελισμό βρέθηκε κοντά της και την φίλησε με τέτοιο τρόπο που βρέθηκαν στο πάτωμα του δωματίου. Οι κινήσεις τους δεν ήταν βεβιασμένες και η αλήθεια ήταν ότι το μόνο που πρόλαβε να περάσει από το μυαλό της Ρούμπι ήταν φόβος να μην την πιάσουν πάλι τα γέλια και δεν την έπιασαν. Άφησε τον Φάνη να την οδηγήσει στο ταξίδι του έρωτα, για πρώτη φορά στη ζωή της χωρίς να φοβάται.

Αργότερα, όταν γύριζε σπίτι της η σκέψη ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την ίδια, δεν έλεγε να φύγει από το κεφάλι της. Ακόμα και την ώρα που ξάπλωσε στο κρεβάτι της σκεφτόταν διαρκώς το ίδιο. Δεν ένοιωσε τίποτα ιδιαίτερο για τον Φάνη κι αυτό που λίγο πριν συνέβη μεταξύ τους δεν είχε καμία σχέση με αυτά που διάβαζε στα περιοδικά, ούτε ένιωσε την τρέλα που οι φίλες της περιέγραφαν. Καμία αίσθηση έντασης και παραμυθιού, ούτε έγινε κάποια έκρηξη πολύχρωμων συναισθημάτων κι ας της είχε πει ο Φάνης ότι για εκείνον ήταν κάτι σπουδαίο. Κουραφέξαλα, να αυτό είχε μόνο να πει και πολύ κακό για το τίποτα ή μήπως συνέχιζε να κάνει λάθος;

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

 

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here