Ο Γιώργος Αγγελόπουλος κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του μπάνιου και αναρωτήθηκε πως στην ευχή είχε φτάσει μέχρι εδώ. Τι είχε συμβεί στη ζωή του, τι είχε συμβεί στο γάμο του; Ίσως η λύση ήταν ένα αξιοπρεπές διαζύγιο μα και πάλι όταν έφερε στο νου του, την κόρη τους την Ηρώ που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, το στομάχι του σφίχτηκε. Θα υπήρχε σίγουρα και κάποια άλλη λύση, αυτός δεν θα ήταν από τους άνδρες που αφήνουν γυναίκα και παιδί. Θα το πάλευε, θα προσπαθούσε και ίσως κατάφερνε να διορθώσει τα λάθη που είχαν γίνει.

Με τη γυναίκα του την Βεατρίκη, η σχέση τους είχε πλέον είχε περάσει σε ένα άλλο επίπεδο. Της αδιαφορίας, του συμβιβασμού και του τέλματος. Για πόσο καιρό θα άντεχαν να είναι ακόμα μαζί δεν ήξερε. Η Ηρώ ήταν δέκα χρονών και η ώρα που θα εγκατέλειπε το πατρικό της σπίτι ολοένα και πλησίαζε.  Θα τελείωνε το σχολείο και θα ακολουθούσε το δρόμο της, είτε θα σπούδαζε είτε θα έφευγε από κοντά τους για να ζήσει τη δικιά της ζωής και τότε, το πέπλο της ευτυχισμένης οικογένειας θα εξαφανιζόταν κι αυτό ήταν κάτι που δεν άντεχε να το σκέφτεται. Περισσότερο έμοιαζε με εφιάλτη, να μοιράζεται τη ζωή του, την καθημερινότητά του με μια γυναίκα που δεν του έδινε καμία πλέον σημασία. Σήμερα ήταν μόνο σαράντα χρονών. Τι λάθη είχαν γίνει, πότε χάθηκαν με την Βεατρίκη; Ο Γιώργος ζούσε τέτοιες καταστάσεις καθημερινά με τους πελάτες του. Διαζύγια αγεφύρωτα, άνθρωποι που κάποτε αγαπήθηκαν κι ένωσαν τις ζωές τους, τώρα έτρωγαν τις σάρκες τους. Δεν ήθελε να συμβεί και στη δικιά τους οικογένεια κάτι τέτοιο, δεν θα το επέτρεπε και δεν θα κερνούσε τέτοια πίκρα την κόρη τους.

Τη γυναίκα του δεν την είχε απατήσει, ούτε ήταν αυτό που είχε κατά νου. Θυμόταν τον πρώτο καιρό του γάμου τους με τη Βεατρίκη. Γυρνούσε από τη δουλειά και έτρωγαν παρέα, είχαν τόσα να πουν για τη ζωή τους κι έκαναν τόσα όνειρα για ένα μεγαλύτερο σπίτι κοντά στη θάλασσα. Τα νότια προάστια ήταν η περιοχή που θα τους εξυπηρετούσε καλύτερα από όλες. Το καλοκαίρι θα μπορούσαν να κολυμπούν ό,τι ώρα ήθελαν, χωρίς να είναι αναγκασμένοι να περνούν όλη αυτή την ταλαιπωρία, ούτε θα ήταν απαραίτητο να φύγουν τις ημέρες των διακοπών, τουλάχιστον μέχρι τα οικονομικά τους να τους επιτρέπουν να ζήσουν τη ζωή που ήθελαν και η Βεατρίκη θα ήταν ελεύθερη να περνάει τις ώρες της δίπλα στη θάλασσα που τόσο αγαπούσε.

Όταν γεννήθηκε η Ηρώ, μετακόμισαν στο Καβούρι. Η δουλειά πήγαινε μια χαρά, είχε καταφέρει πλέον να έχει το δικό του γραφείο και η Βεατρίκη δεν χρειαζόταν να εργάζεται. Είχαν αποφασίσει από κοινού ότι θα ήταν καλύτερα να αφοσιωθεί στο παιδί τους. Όταν η μικρή θα πήγαινε σχολείο θα έβλεπαν τότε τι θα έκαναν. Στην αρχή δυσκολεύτηκαν αλλά τα κατάφεραν. Ήταν και τόσο νέοι που η ζωή, ακόμα και με τα σκαμπανεβάσματά της, έμοιαζε με ένα ατελείωτο παιχνίδι προκλήσεων και χαράς. Ήταν τότε, που η γυναίκα του κοιμόταν στην αγκαλιά του και δεν απέφευγε το άγγιγμά του. Άνοιγε τα χέρια της σε μια μεγάλη αγκαλιά και τον έκλεινε μέσα.  Τώρα απλώς ανεχόταν τον ίδιο και τις ανάγκες του. Η αλήθεια ήταν ότι δεν κατάλαβε ποτέ τι ήταν αυτό που τους είχε απομακρύνει τόσο πολύ. Όταν γεννήθηκε η Ηρώ η Βεατρίκη δεν άλλαξε απέναντί του, συνέχισε να είναι η ίδια γυναίκα που αγάπησε και παντρεύτηκε, τώρα όμως ενώ όλα ήταν φαινομενικά όμορφα, το ζευγάρι δεν είχε καμία σχέση μεταξύ του, είχαν απομακρυνθεί τόσο που ο Γιώργος δεν ήταν σε θέση να μιλήσει για τις επιθυμίες της γυναίκας του αλλά ούτε και για τις δικές του. Ο ίδιος συνέχιζε να τη θέλει, η Βεατρίκη όμως το μόνο που πραγματικά έδειχνε να την ενδιαφέρει, ήταν τα πράγματα στο σπίτι να είναι καλογυαλισμένα και στη θέση τους και η κριτική αλλά και οι παρατηρήσεις είχαν αντικαταστήσει τα τρυφερά λόγια αγάπης.

Παρατηρούσε την κόρη τους που κοιμόταν ήσυχα και χαμογέλασε. Έμοιαζε τόσο πολύ με τη μητέρα της που δεν μπορούσε να μην την καμαρώνει έτσι όμορφη όπως ήταν. Μικρό κορίτσι αλλά τα μαλλιά της θύμιζαν τον καστανό χείμαρρο της μητέρας της. Την σκέπασε και την χάιδεψε απαλά στο πρόσωπο, δεν ήθελε να την ξυπνήσει.

Κατέβηκε στον κάτω όροφο και πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο και πήρε ένα μπουκάλι με νερό. Τον είχε πιάσει πονοκέφαλος ήδη από τις σκέψεις και την επόμενη ημέρα είχε να λύσει τόσες υποθέσεις και εκκρεμότητες. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου και είδε τους λεπτοδείκτες να προχωράνε σαν τρελοί, όπως προχωρούσε και η δικιά τους η ζωή χωρίς να τους οδηγεί πουθενά. Σηκώθηκε από τη θέση του όσο πιο ήσυχα μπορούσε, έπλυνε το ποτήρι γιατί δεν είχε καμία όρεξη να ακούσει την γκρίνια της Βεατρίκης το πρωί και ανέβηκε την ξύλινη σκάλα προσέχοντας για άλλη μια φορά να μην κάνει θόρυβο. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο και μόλις κάθισε στο κρεβάτι, η Βεατρίκη πετάχτηκε επάνω σαν το ελατήριο, ‘’τι συμβαίνει;’’ φώναξε αναστατωμένη και ο Γιώργος χωρίς να το θέλει χαμογέλασε.
‘’Τίποτα ησύχασε, είχα πάει να πιώ λίγο νερό’’ απάντησε. Σκέφτηκε ήταν ότι η γυναίκα του δεν ησύχαζε ούτε την ώρα του ύπνου.

‘’Πρέπει να φτιάξουμε το πλακάκι που έχει σπάσει στην κουζίνα, δεν  μπορώ να το βλέπω έτσι’’ είπε η Βεατρίκη και γύρισε πλευρό δείχνοντάς του την πλάτη της. Έκανε να της χαϊδέψει τα μαλλιά αλλά του έσπρωξε το χέρι. ‘’Άσε με’’ του είπε και ο Γιώργος αναρωτήθηκε για άλλη μια φορά πόσο μακριά βρισκόταν η απόφαση για την οριστική λύση του γάμου τους. Όσο περνούσε από το χέρι του δεν θα άφηνε ποτέ την Ηρώ χωρίς την παρουσία του πατέρα της. Η καρδιά του σφίχτηκε για άλλη μια φορά ‘’πόσο σε αγαπούσα Βεατρίκη’’ αναλογίστηκε  κοιτώντας την πλάτη της γυναίκας του καθώς ξάπλωνε δίπλα της, ‘’τώρα το μόνο που επιθυμώ είναι να μην σου φτιάξω το πλακάκι, να αδιαφορώ για εσένα όπως εσύ για εμένα’’.

***

‘’Αναρωτιέμαι, έχεις σκεφθεί ποτέ να σπουδάσεις νομική;’’ ρώτησε ο Γιώργος Αγγελόπουλος το επόμενο πρωινό, την Μάγδα, όταν του έθεσε ένα ερώτημα για την υπόθεση που απασχολούσε ολόκληρο το γραφείο, περισσότερο απ’ όλες τις άλλες αυτή την εποχή. Είχε αναλάβει την υπεράσπιση γνωστής αυτοκινητοβιομηχανίας μόνο και μόνο γιατί ο ίδιος ήταν κάτοχος ενός από τα πιο γνωστά μοντέλα τους και γνώριζε από πρώτο χέρι την αξιοπιστία της εταιρίας. Από το πρώτο του καινούργιο αυτοκίνητο μέχρι και σήμερα αλλά και κάθε φορά που άλλαζε μοντέλο, κατέληγε πάντα στην ίδια μάρκα. Ήταν σίγουρος ότι η κυρία Αλεξίου, μετά το ατύχημα που είχε, το μόνο που ήθελε ήταν να κερδίσει χρήματα από τη στιγμή που δεν είχε χτυπήσει. Συνήθως, αυτό που αποδείκνυαν οι εκδικάσεις ανάλογων υποθέσεων, ήταν ότι το λάθος για τα τροχαία ατυχήματα βάραιναν τον οδηγό και σπανίως τις εταιρίες. Μετά όμως από τη συνάντηση που είχε με τον πρώτο μηχανικό της αυτοκινητοβιομηχανίας το ένστικτό του τον οδηγούσε σε διαφορετικά μονοπάτια. Καταλάβαινε ότι την αλήθεια δεν του την είχε πει κανείς, άρα έπρεπε να την αποδείξει ο ίδιος γιατί για άλλη μια φορά, όφειλε να διαφυλάξει την ακεραιότητα του και τη φήμη του γραφείου του.

Η Μάγδα τον κοιτούσε με σοβαρότητα και η αλήθεια ήταν ότι ο Γιώργος μετάνιωσε με την ερώτηση που μόλις της είχε κάνει. Ήταν μια απλή γραμματέας και τα χρήματα που έβγαζε δεν την έφταναν για να ζήσει αξιοπρεπώς και ο ίδιος μόλις την είχε φέρει σε τόσο δύσκολη θέση με την κουτή ερώτηση που της είχε κάνει για τη νομική. Ήταν έξυπνη κοπέλα, αν μπορούσε να σπουδάσει θα το είχε ήδη κάνει, όσο γι’ αυτό ήταν σίγουρος.

‘’Θα ήθελα να ακούσω τις σκέψεις σου’’ της είπε προσπαθώντας να αλλάξει θέμα.
‘’Νομίζω ότι είναι αρκετά εύκολο κύριε Αγγελόπουλε, στη θέση σας θα έκανα ένα δοκιμαστικό στο συγκεκριμένο μοντέλο αυτοκινήτου’’.
‘’Δεν είναι τόσο απλό Μάγδα’’ είπε χτυπώντας τη μύτη του μολυβιού του πάνω στο γραφείο του, ‘’ακόμα κι αν είναι λάθος της κατασκευάστριας εταιρίας, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα μοντέλα έχουν το ίδιο πρόβλημα’’.
‘’Υποθέτω, ότι δεν θα νιώθετε καθόλου καλά αν ξέρετε ότι εκεί έξω κυκλοφορεί έστω κι ένα ελαττωματικό αυτοκίνητο. Η κυρία Αλεξίου ζει από θαύμα σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα της ασφαλιστικής εταιρίας. Τι θα συμβεί αν γίνει άλλο ένα ατύχημα; Το ζητούμενο κύριε Αγγελόπουλε δεν είναι η αποζημίωση της, μπορεί να συμβιβαστεί οικονομικά και το ξέρουμε, αν όμως στο επόμενο ατύχημα υπάρξει θύμα, τότε πως θα νιώσετε; Αν αυτό το θύμα είναι ένα παιδί;’’

Ο Γιώργος πετάχτηκε επάνω. ‘’Ούτε να το σκεφτώ δεν θέλω’’ είπε και ο νους του έτρεξε στην κόρη του. Θα μπορούσε να συμβεί στον οποιονδήποτε και η Μάγδα είχε δίκιο. Ανεξάρτητα από οτιδήποτε έπρεπε να μάθει την αλήθεια. Ο μηχανικός του είχε πει τα μισά, πόσο μπορούσε να διακινδυνεύσει κι αυτός τη θέση του στην εταιρία, θα κινδύνευε σίγουρα με απόλυση. Αν όμως τον στρίμωχνε ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να μάθει περισσότερα και αυτό θα έκανε όπως και μια βόλτα τώρα αμέσως.

‘’Μάγδα πάμε’’ είπε.
‘’Που;’’ ρώτησε η  κοπέλα ξαφνιασμένη.
‘’Έχεις δίκιο, θα βασανίζομαι όλο το υπόλοιπο της ζωής μου αν δεν αποδείξω την αλήθεια. Τουλάχιστον ας παραδεχθούν το λάθος τους σε εμένα μόνο και στη συνέχεια θα αναγκαστούν να το διορθώσουν’’.
‘’Ποιός θα τους υποχρεώσει;’’
‘’Εγώ, γιατί αν είναι δικό τους το λάθος, τότε να είσαι σίγουρη ότι δεν θα διακινδυνεύσουν να διαρρεύσει η αλήθεια, ειδικά από το στόμα ενός δικηγόρου. Πάμε γιατί έχουμε μπόλικη δουλειά να κάνουμε’’.
‘’Μόνο που δεν έχω καταλάβει, που θα πάμε;’’
‘’Έλα μαζί μου και θα δεις, εσύ το σκέφτηκες και αυτή τη βόλτα την αξίζεις και με το παραπάνω’’ της απάντησε και την περίμενε μέχρι να πάρει την τσάντα της.

***

Πέρασαν από την πλησιέστερη αντιπροσωπεία. Θα ήταν η Μάγδα αυτή που ενδιαφερόταν να αγοράσει το αυτοκίνητο και ο υπάλληλος κράτησε όλα της τα στοιχεία. Το τελευταίο που είχε ανάγκη ο Γιώργος αυτή τη στιγμή, είναι να φανεί στην κατασκευάστρια εταιρία το όνομά του. Κοίταξαν όλα τα αυτοκίνητα που υπήρχαν στην έκθεση και η αλήθεια ήταν ότι ο πωλητής ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος και εξυπηρετικός μαζί τους.

Αφού τους εξήγησε μα κάθε λεπτομέρεια όλες τις πληροφορίες που χρειαζόταν, η Μάγδα έδειξε προτίμηση στο αυτοκίνητο που είχε αγοράσει και η κυρία Αλεξίου.

‘’Μπορώ να κάνω ένα δοκιμαστικό πριν αποφασίσω;’’ ρώτησε με το πιο αθώο ύφος της.
‘’Φυσικά’’ απάντησε χαρούμενος ο πωλητής και της έδωσε τα κλειδιά αφού όμως πρώτα συμπλήρωσαν τα αντίστοιχα έντυπα. Ο Γιώργος, κάθισε δίπλα της. Ξεκίνησαν την πορεία τους με χαμηλή ταχύτητα τριγυρνώντας στις γειτονιές της Αθήνας στο κέντρο της πόλεως.
‘’Ήθελα πάντα να οδηγήσω ένα τέτοιο αυτοκίνητο’’ είπε η Μάγδα απολαμβάνοντας από τη θέση της το εσωτερικό του αυτοκινήτου και χαϊδεύοντας με το χέρι της το δερμάτινο τιμόνι του. ‘’Νομίζω όμως ότι θα πρέπει να βγούμε εκτός πόλης, για να δούμε τις πραγματικές του αντιδράσεις. Συμφωνείτε;’’ Ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση από τον Γιώργο, συνέχισε την πορεία της καθώς άλλαζε ταχύτητα με προσοχή και κατευθύνθηκε ήρεμα προς την εθνική οδό.

Στην αρχή δεν μιλούσαν και η αλήθεια ήταν ότι ο Γιώργος από τη θέση του συνοδηγού απολάμβανε για πρώτη φορά στη ζωή του την αίσθηση ότι κάποιος άλλος είχε την ευθύνη. Γύρισε και κοίταξε την Μάγδα που το πρόσωπό της είχε φωτίσει από χαρά. Υπήρχε μια αίσθηση συντροφικότητας μεταξύ τους αυτή τη στιγμή ή μήπως ήταν η ιδέα του; Η Μάγδα ανέβαζε ταχύτητα στο αυτοκίνητο κι αυτό τον έκανε να νιώσει μια νευρικότητα. Δεν του άρεσαν ποτέ οι γρήγοροι οδηγοί. Ανακάθισε στο κάθισμά του και το μυαλό του έτρεξε στην κυρία Αλεξίου κι ένιωσε άβολα. Μήπως θα ήταν καλύτερα να οδηγήσει εκείνος;

‘’Τι θα έλεγες να πηγαίναμε πιο αργά;’’
‘’Δοκιμή κάνουμε, όχι βόλτα κύριε Αγγελόπουλε. Προσπαθούμε να ανακαλύψουμε ποιος έχει δίκιο’’ απάντησε η Μάγδα και ο Γιώργος χωρίς να το θέλει αφέθηκε πάλι κι άρχισαν να κουβεντιάζουν για τη δουλειά.
‘’Σε ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όσο νομίζω αυτό το επάγγελμα έτσι δεν είναι;’’
‘’Ναι, έτσι ακριβώς’’ απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη η Μάγδα.
‘’Ξέρεις τι θέλεις να κάνεις, είσαι σίγουρη, γιατί η διαδρομή για την Νομική δεν είναι εύκολη’’.
‘’Μακάρι να είχα απάντηση, η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι καθόλου σίγουρη για το τι ακριβώς θέλω’’ του απάντησε και τα μάτια της είχαν ήδη συννεφιάσει. ‘’Θα ήθελα’’ ξεκίνησε να λέει αλλά σταμάτησε απότομα.
‘’Τι θα ήθελες Μάγδα, πες μου’’.
‘’Αφήστε κύριε Αγγελόπουλε, έχω πει ήδη πολλά’’.
‘’Μίλησέ μου, που ξέρεις, ίσως μπορέσω να σε βοηθήσω’’.
‘’Κάποια πράγματα είναι κάπως προσωπικά’’ είπε και η φωνή της αμέσως έσπασε.
‘’Να υποθέσω ότι είναι αισθηματικά δηλαδή;’’
‘’Είναι στρατιώτης και δεν μου γράφει. Ένα γράμμα μου έστειλε μόνο στην αρχή και από τότε μέχρι σήμερα δεν έχω λάβει τίποτα άλλο. Μαθαίνω βέβαια από τους γονείς του ότι είναι καλά αλλά να, δεν ξέρω αν θα μπορέσετε να με καταλάβετε’’.
‘’Για κάνε μια προσπάθεια’’.
‘’Το ήξερα ότι θα συμβεί αυτό και λυπάμαι που σας μιλάω και βουρκώνω, θα πρέπει να φαίνομαι αστεία αλλά υποτίθεται ότι με το που θα επέστρεφε, θα έβρισκε μια δουλειά, ίσως σε έναν εκδοτικό οίκο αν τα κατάφερνε μια που αυτό ήταν το όνειρό του και αμέσως μετά, λέγαμε να παντρευτούμε’’.
‘’Τον αγαπάς έτσι δεν είναι;’’ ρώτησε ο Γιώργος.
‘’Δεν μπορώ να σκεφτώ τη ζωή μου χωρίς τον Μηνά, το ξέρω ότι μπορεί να ακούγετε υπερβολικό αλλά έτσι νιώθω. Εσείς έχετε αγαπήσει ποτέ τόσο πολύ;’’

Ο Γιώργος σκέφτηκε την Βεατρίκη. Αναρωτήθηκε αν είχε νιώσει έτσι απόλυτα τον έρωτα όταν την γνώρισε ή έστω στις αρχές του γάμου τους αλλά δεν ήταν σίγουρος. Για την ακρίβεια αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του θα έπρεπε να παραδεχθεί ότι αυτό το συναίσθημα που του περιέγραφε η Μάγδα δεν το είχε αισθανθεί ποτέ, ούτε ήξερε κι αν η Βεατρίκη είχε νιώσει κάτι ανάλογο. Η απάντηση λοιπόν ήταν όχι. Κοίταξε το κορίτσι που οδηγούσε στο πλάι του και το παρατήρησε λίγο παραπάνω από το συνηθισμένο. Ήταν κι άλλες φορές που είχε νιώσει μια μυστική ένταση που τον αναστάτωνε αλλά δεν είχε δώσει την πρέπουσα σημασία. Σήμερα όμως, κουβεντιάζοντας μαζί της, αισθάνθηκε διαφορετικά και το τσίμπημα της ζήλιας γι’ αυτόν τον άνδρα που τον έλεγαν Μηνά ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό. Ήξερε άραγε πόσο τυχερός ήταν που η Μάγδα τον περίμενε στωικά; Ποια γυναίκα θα το έκανε αυτό;

‘’Έχω αυτό το συναίσθημα κάθε φορά που αντικρίζω το παιδί μου. Όταν φέραμε την Ηρώ από το μαιευτήριο στο σπίτι, στεκόμουν με τις ώρες πάνω από την κούνια της κι έλεγα πως αν ποτέ προσπαθήσει κάποιος να την πληγώσει, δεν θα διστάσω να του το ανταποδώσω’’.
‘’Πόσο τυχερό κορίτσι είναι η κόρη σας. Μακάρι να είχα κι εγώ έναν πατέρα σαν εσάς κύριε Αγγελόπουλε’’.
‘’Γιατί το λες αυτό;’’ ρώτησε συνειδητοποιώντας ότι για την γραμματέα του και την οικογένειά της, γνώριζε λίγα πράγματα.
‘’Δεν γνώρισα γονείς, με μεγάλωσε η γιαγιά μου. Η μητέρα μου χάθηκε την ίδια ημέρα που γεννήθηκα όταν το μαιευτήριο έπιασε φωτιά. Μπορεί να την έχετε ακούσει αυτή την ιστορία’’.
‘’Δεν είχα ιδέα Μάγδα, λυπάμαι πολύ’’.
‘’Καταλαβαίνετε ότι εγώ δεν θυμάμαι βέβαια. Η γιαγιά μου ισχυρίζεται ότι επειδή ήμουν το τελευταίο μωρό που βγήκε από το μαιευτήριο, μάλλον με είχαν μπερδέψει με κάποιο άλλο. Ποτέ δεν με δέχθηκε ως πραγματική εγγονή της. Πάντα με φώναζε ξένη γιατί δεν έμοιαζα σε κανέναν από τους γονείς μου και ήμουν τόσο διαφορετική απ’ όλους τους συγγενείς μας. Ο πατέρας μου ταξίδευε συχνά και μετά τη γέννησή μου έφυγε και δεν γύρισε. Είχε χάσει τη ζωή του σε ατύχημα και η γιαγιά δεν έπαψε ποτέ να με θεωρεί υπεύθυνη. Τι κάθομαι αλήθεια και σας τα λέω όλα αυτά;’’
‘’Ίσα-ίσα, συνέχισε σε παρακαλώ, δεν είχαμε ποτέ την ευκαιρία να γνωριστούμε’’.
‘’Τα υπόλοιπα είναι καθημερινά και βαρετά. Η ζωή μου δεν είχε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σημείο για να προσθέσω’’ είπε η Μάγδα και το στόμα της έγινε μια παγωμένη γραμμή. Ούτε η ίδια δεν ήθελε να θυμάται τη ζωή της, πόσο περισσότερο να τη διηγείται, την πλήγωνε.

Συνέχιζαν τη διαδρομή τους μέσα στη σιωπή. Το αυτοκίνητο τώρα έτρεχε στην εθνική οδό και ο Γιώργος παρατηρούσε ότι η Μάγδα όλο και ανέβαζε ταχύτητα. Σκέφτηκε την Ηρώ και δεν του φάνηκε καθόλου έξυπνο όλο αυτό που γινόταν. Προκειμένου να μάθει την αλήθεια δεν έπρεπε να διακινδυνέψει τη ζωή του και το μέλλον της κόρης του.

‘’Μάγδα κατέβασε ταχύτητα’’ είπε έχοντας χάσει το χρώμα του.
‘’Και με την κυρία Αλεξίου τι θα γίνει;’’
‘’Φαντάζεσαι ότι αν σκοτωθούμε θα έχει καμία σημασία ή μήπως αυτό θα βοηθήσει στην αγωγή;’’
‘’Εννοώ πως …’’ ξεκίνησε να λέει η Μάγδα αλλά ήταν ήδη αργά. Ένιωσε ότι το τιμόνι είχε μπλοκάρει και πάλευε να κρατήσει το αυτοκίνητο στη λωρίδα κυκλοφορίας. Μπροστά τους ξεδιπλωνόταν μια στροφή και τράβηξε το πόδι της από το γκάζι. Κατέβαζε τις ταχύτητες τη μια μετά την άλλη και πάλευε να μην πατήσει απότομα φρένο και το αυτοκίνητο αναποδογυρίσει. Κρατούσε το τιμόνι και με τα δυο της χέρια σφιχτά κι όταν η ταχύτητα είχε πέσει άρχισε να φρενάρει σταδιακά. Το αυτοκίνητο ήταν σαν να γαντζωνόταν πάνω στο δρόμο κι αμέσως μετά να ξεχύνετε πάλι. Πάτησε το φρένο όσο πιο πολύ μπορούσε, η μυρωδιά από το καμένο λάστιχο τους ακολουθούσε και είχε περάσει μέσα από τα κλειστά παράθυρα. Το αυτοκίνητο βγήκε από την πορεία του και για καλή τους τύχη είχε μπει μέσα σε ένα χωράφι. Πέρασαν ξυστά από ένα δέντρο και συνέχιζαν την παράλογη πορεία τους.

Η Μάγδα ούρλιαζε και ο χρόνος σταμάτησε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το πριν και το μετά δεν είχε καμία σημασία, ο Γιώργος τρανταζόταν ολόκληρος και χτύπησε το κεφάλι του στο πλαϊνό τζάμι. Μέσα από τον εκκωφαντικό θόρυβο της μηχανής και τα ουρλιαχτά, η Μάγδα προσπαθούσε να ανακτήσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Κανείς δεν κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί όταν μετά από το ανελέητο χοροπηδητό, η Μάγδα έπεσε με όλο της το βάρος πάνω στο τιμόνι παρακαλώντας μια δύναμη να τους σώσει. Ακούστηκε κάτι σαν κραδασμός και το τιμόνι άρχισε να λειτουργεί και πάλι κανονικά. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, για την ακρίβεια χωρίς καν να μπορεί να σκεφτεί, πάτησε φρένο όσο πιο μαλακά μπορούσε και το αυτοκίνητο σταμάτησε μέσα στο χωράφι που είχαν μπει.

Οι ανάσες τους έβγαιναν κοφτές και η Μάγδα έσβησε τη μηχανή και τράβηξε χειρόφρενο. Χωρίς να το θέλει τράβηξε το κλειδί από τη μηχανή και το πέταξε στο πάτωμα. Κοίταξε τον Γιώργο που καθόταν στο πλάι της, τον είδε να αναπνέει και αμέσως μετά έπεσε πάνω στο τιμόνι και αφέθηκε να καταρρεύσει.

‘’Πως το έκανες όλο αυτό;’’ ρώτησε ο Γιώργος μην μπορώντας να πιστέψει ότι τα είχε καταφέρει και ήταν και οι δύο τους ζωντανοί.
‘’Δεν έχω ιδέα’’ απάντησε η Μάγδα και άρχισε να τρέμει. ‘’Είσαστε καλά;’’ Πρόλαβε να ρωτήσει πριν πεταχτούν και οι δύο έξω από το αυτοκίνητο τρομαγμένοι.

Το κεφάλι του Γιώργου πονούσε όπως πονούσε και ολόκληρο το σώμα της Μάγδας από το σφίξιμο. Τους ήταν αδύνατον να σταθούν όρθιοι αλλά δεν είχαν άλλη επιλογή. Οι οδηγοί που τους ακολουθούσαν στην εθνική οδό, έκοβαν ταχύτητα για να δουν αν είναι καλά. Τους έβλεπαν έξω από το αυτοκίνητο και συνέχιζαν την πορεία τους.

‘’Τι σας συνέβη;’’ φώναζε ένας νεαρός που είχε σταματήσει στην άκρη του δρόμου και έτρεχε προς το μέρος τους κουνώντας τα χέρια του. ‘’Χρειάζεστε βοήθεια, έχετε χτυπήσει;’’

‘’Λίγο νερό’’ απάντησε ο Γιώργος και η Μάγδα έγνεψε καταφατικά πριν λυγίζουν τα γόνατά της.

Ζάκυνθος, καλοκαίρι, διακοπές! Κάντε την κράτησή σας τώρα

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here