Η Μάγδα Νάκου ένιωθε την ανάγκη να μιλήσει. Οι σκέψεις και οι φόβοι που ένιωθε, έκαναν την καρδιά της να ανεβοκατεβαίνει στο στήθος της.

Το μυστικό της κρησφύγετο ήταν το πάρκο κοντά στο σπίτι τους, με το σιντριβάνι, τη λίμνη με τα νούφαρα και τα χρυσόψαρα. Καθόταν συχνά πάνω στο πετρόχτιστο γεφυράκι και παρακολουθούσε την χρωματιστή μπάλα που χοροπηδούσε από την δύναμη του νερού. 

Τα βήματά της για άλλη μια φορά την είχαν οδηγήσει στο ίδιο σημείο. Κάθισε προσεκτικά ώστε να μην τσαλακώσει τη φούστα της και κρέμασε τα πόδια της πάνω από τη λίμνη περιμένοντας να φανεί το μεγάλο χρυσόψαρο που εδώ και καιρό είχε ξεχωρίσει. Είχε ανάγκη να πει σε κάποιον αυτά που σκεφτόταν, ίσως και να εξομολογηθεί όπως έλεγε η γιαγιά της, η πίστη της όμως είχε χαθεί μαζί με την μητέρα της, την ημέρα που γεννήθηκε. Τη μητέρα που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Κάθε φορά που ένιωθε αυτή την ανάγκη, μοιραζόταν τις σκέψεις της μόνο με τον Σωτήρη, το χρυσόψαρο. Γνώριζε πολύ καλά ότι αν μιλούσε γι’ αυτό στους μεγαλύτερούς της, θα την περνούσαν για τρελή.

Ο Σωτήρης έκανε την εμφάνισή του.

«Υποθέτω τι περιμένεις να σου πω» μονολόγησε η Μάγδα μόλις τον είδε να εμφανίζεται, «κοριτσίστικες σκέψεις και αταξίες αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Βέβαια με βασανίζουν τα λόγια της γιαγιάς μου που κάθε τόσο μου υπενθυμίζει ότι αν δεν γεννιόμουν εκείνη την καταραμένη μέρα, η μητέρα μου θα ζούσε και ξέρεις κάτι, νοιώθω υπεύθυνη. Λες τελικά να έχει δίκιο; Με κατηγορεί και για την έλλειψη πίστης, μα που να την βρω; Ποιος Θεός καίει μια μάνα μόλις γέννησε το παιδί της. 

Η γιαγιά Σωτήρη  λέει, ‘’δεν πέθανε τυχαία η μάνα σου Μάγδα, δεν είχε καθόλου μυαλό στο κεφάλι της γι’ αυτό καλά να πάθει’’ και με κάνει να τη σιχαίνομαι ακόμα περισσότερο. Πως χωράει τόσο μίσος μέσα σε μια ψυχή, μου λες; Το χειρότερο είναι, ότι πιστεύει πως δεν ήταν εντάξει στο γάμο της κι αυτό είναι κάτι που δεν καταλαβαίνω. Τι μπορεί να είχε κάνει η μητέρα μου; Και γιατί διαρκώς με φωνάζει ‘’ξένη’’; Μακάρι να μην ήσουν ψάρι Σωτήρη και να μπορούσες να μου απαντήσεις. Τώρα στην καλύτερη των περιπτώσεων θα κάνεις λίγες μπουρμπουλήθρες και θα συνεχίσεις την αμέριμνη βόλτα σου κουνώντας την ουρά σου ή θα κρυφτείς κάτω από τα νούφαρα.

Η Μάγδα τίναξε τα μαλλιά της για να δροσιστεί λίγο ο ιδρωμένος της λαιμός. Τα είχε αφήσει κάτω. «Η γιαγιά, σιχαίνεται οτιδήποτε έχει σχέση με την αγάπη και τον έρωτα. Στο σπίτι μου απαγορεύει να μιλάω για αγόρια αλλά ακόμα και τα βιβλία που διαβάζω πρέπει πρώτα να περάσουν από την έγκρισή της. Να φανταστείς ότι για να την εκνευρίσω δανείστηκα επίτηδες ένα βιβλίο του Μαρκήσιου ντε Σαντ και το άφησα πάνω στο κρεβάτι μου. Όταν το είδε  το πήρε στα χέρια της και το ξεφύλλισε, μετά μου έδωσε ένα γερό χαστούκι. Η γιαγιά τα συνηθίζει τα χαστούκια, αμέσως μετά  άρπαξε τα μαλλιά μου κι άρχισε να τα χτενίζει με μανία δένοντάς τα με έναν σφιχτό φιόγκο. Με πονάει κάθε φορά που το κάνει και με ενοχλεί που όταν τελειώνει με κοιτάζει με το παγωμένο της βλέμμα και επαναλαμβάνει τη λέξη ‘’ξένη’’, είναι σαν να με φτύνει στο πρόσωπο. Με την πρώτη ευκαιρία μου θυμίζει το πόσο πολύ διαφέρω απ’ όλη την υπόλοιπη οικογένεια. Η αδελφή μου η Αγνή, αν και μεγαλύτερη κατά τρία χρόνια, μοιάζει μικροσκοπική δίπλα μου και τα ρούχα της όταν πια δεν της έκαναν, τα έδιναν σε εμένα και  ήταν όλα στενά και κοντά και ένοιωθα σαν ελέφαντας που πάλευαν να τον ντύσουν με ρούχα που θα φορούσε μόνο μια μαϊμού. Ευτυχώς μαζί με το σχολείο που τελείωσε, έληξε και το δικό μου βασανιστήριο. Τώρα η Αγνή ντύνεται διαφορετικά, μεγαλίστικα.  Δεν χωράω πουθενά Σωτήρη, ούτε στα αποφόρια της Αγνής, ούτε στο σπίτι και μην φανταστείς ότι η γιαγιά με κάνει να αισθάνομαι καλύτερα. Με κατηγορεί ότι είμαι ματαιόδοξη αλλά δεν είναι έτσι στο ορκίζομαι και ούτε φταίω που είμαι διαφορετική, έτσι γεννήθηκα. 

Ένα απόγευμα, πριν λίγες ημέρες, περίμενα να φύγουν όλοι για να είμαι στο σπίτι μόνη. Κρυφοκοίταξα από το παράθυρο κι όταν βεβαιώθηκα ότι δεν θα γυρνούσαν πριν νυχτώσει, πήγα στο υπνοδωμάτιο με τον καθρέφτη και γδύθηκα. Ήταν η πρώτη φορά που μπορούσα να κοιτάξω το σώμα μου με την ησυχία μου. Η γιαγιά είχε δίκιο, δεν μοιάζω πουθενά με την αδελφή μου αλλά ούτε και με τον πατέρα μου. Δεν θυμίζω κανέναν. Ακόμα και η μητέρα μου, που μόνο από φωτογραφίες γνωρίζω την όψη της αλλά και η γιαγιά μου, είχαν σκούρα χρώματα και τα κορμιά τους, διαφορετικά, λεπτοκαμωμένα.  Σε μια οικογένεια που όλοι είναι καστανοί, η μοναδική ξανθιά είμαι εγώ Σωτήρη και τα μάτια μου είναι τόσο γαλανά που δεν θυμίζουν σε τίποτα τους γονείς μου.. Ούτε το ύψος μου. Είμαι πολύ ψηλή για την ηλικία μου και ορισμένες φορές καταλαβαίνω, ότι περπατάω άτσαλα και το στήθος μου χοροπηδάει από το βάρος. Ανοίγω τα πόδια μου και νιώθω ότι βαδίζω πάνω σε διαβήτες. 

Δεν ξέρω αν είμαι όμορφη ή άσχημη αλλά η γιαγιά ισχυρίζεται ότι ‘’άνθρωπος δεν θα βρεθεί να με πάρει έτσι ξεπλυμένη όπως είμαι, σαν ρούχο που έχει πέσει στη χλωρίνη’’ και καθώς βρήκα το κουτί με τις φωτογραφίες του γάμου της μητέρας και του πατέρα μου, καταχωνιασμένο μέσα στην ξύλινη ντουλάπα, παραδέχθηκα τελικά ότι η γιαγιά έχει δίκιο. Υπάρχει όμως και ο Μηνάς που κάθε φορά που παίζουμε επιτραπέζια παιχνίδια, λέει ότι είμαι ‘’μοναδική’’ αλλά εσένα μάλλον αυτό δεν σε ενδιαφέρει. Εγώ όμως προτιμώ να μου λένε ότι είμαι μοναδική και όχι ξένη».

Η Μάγδα κοίταζε το χρωματιστό μπαλάκι που χοροπηδούσε από την πίεση του νερού. Πότε ανέβαινε ψηλά στριφογυρίζοντας και πότε γλιστρούσε έξω από τη μικρή λίμνη, περιμένοντας να βρεθεί ένα ανθρώπινο χέρι για να το πετάξει στην κορυφή του νερού για να αρχίσει το παιχνίδι του από την αρχή.

«Σωτήρη θεωρώ πολύ λογικό να μην μου δίνεις σημασία. Καταλαβαίνεις ότι τόση ώρα κάθομαι εδώ, στην κυριολεξία πάνω από το κεφάλι σου και σου αραδιάζω ένα σωρό βλακείες. Γι’ άλλο λόγο ήρθα. Με τον Μηνά δεν παίζουμε μόνο επιτραπέζια παιχνίδια και χαρτιά. Έκανα αυτό που η γιαγιά αν το μάθαινε, θα με σκότωνε. Με φίλησε και η αλήθεια είναι ότι δεν μπόρεσα και δεν θέλησα να συγκρατηθώ. Ήταν ό,τι ομορφότερο είχε συμβεί στη ζωή μου μέχρι εκείνη τη στιγμή και το τελευταίο που με ενδιέφερε ήταν η γνώμη της γιαγιάς ή της αδελφής μου της Ανθής. Για την ακρίβεια, θα συνεχίσω να κάνω παρέα με τον Μηνά όπως κάναμε πάντα. Το μόνο που με ανησυχεί είναι μήπως δεν νιώθει την ίδια λαχτάρα με εμένα ή μήπως αποφασίσει να πάψει να είναι φίλος μου γιατί έχω μέρες να τον δω, καταλαβαίνεις έτσι δεν είναι;»

Η Μάγδα σηκώθηκε απότομα από το πέτρινο γεφυράκι μόλις είδε τον φύλακα να έρχεται προς το μέρος της.

«Γνωρίζετε ότι δεν πρέπει να βρίσκεστε εδώ, το γράφει στην είσοδο» της είπε αυστηρά, δείχνοντας με το δάχτυλό του την ταμπέλα.
«Ναι» απάντησε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Συγγνώμη αλλά ξέρετε έρχομαι γιατί θέλω να βλέπω τον Σωτήρη».
«Ποιόν;» ρώτησε με απορία ο άντρας με τη στολή.
«Αφήστε δεν έχει σημασία έτσι κι αλλιώς» είπε τινάζοντας τη φούστα της από την σκόνη καθώς έφευγε.
«Δεν εργάζεται εδώ κανένας Σωτήρης» είπε ο φύλακας ξύνοντας αμήχανα την κορυφή του κεφαλιού του και κρατώντας το καπέλο του στο άλλο χέρι.

 Το βράδυ εκείνο στο σπίτι είχε έρθει και η πρώτη τους ξαδέλφη η Καλλιόπη. Η γιαγιά είχε μαγειρέψει για άλλη μια φορά ψητό με πατάτες, λες και ήθελε να την τιμωρήσει που δεν της άρεσε αυτό το φαγητό. Η Ανθή κατέφθασε αργοπορημένη όπως πάντα και το ύφος της ήταν περίεργο. Η Μάγδα κατάλαβε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η αδελφή της στεκόταν στη μέση της τραπεζαρίας με τα χέρια της στη μέση. Στα μάτια της ήταν ζωγραφισμένη η υπεροψία και η ανάσα της έκανε το στήθος να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα κάτω από το πουκάμισό της. Φορούσε μια στενή γκρι φούστα με λεπτή ζώνη και ο αέρας στην τραπεζαρία μύριζε κίνδυνο.

«Ο Λεωνίδας κι εδώ παντρευόμαστε» είπε και ήταν σαν να είχε πει «ο Λεωνίδας κι εγώ βομβαρδίσαμε τον κόσμο όλο».

Για λίγη ώρα δεν σάλεψε κανείς στο τραπέζι. Η γιαγιά, περιμένοντας την αγαπημένη της ανιψιά είχε φορέσει το καλό της φουστάνι και ενώ είχε ακούσει τα λόγια της εγγονής της, έμοιαζε σαν να μην έχει καταλάβει ακριβώς τι τους είχε πει. Η Καλλιόπη και η Μάγδα φορούσαν τις σχολικές ποδιές τους με τον λευκό γιακά και είχαν μείνει να κοιτάζουν την Αγνή αποσβολωμένες, με τα πιρούνια τους μετέωρα και το στόμα ανοιχτό σχηματίζοντας με τα χείλια τους το γράμμα όμικρον, και τότε, η Μάγδα γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι στο πλάι συνειδητοποίησε τι ακριβώς ήταν οι ήχοι που άκουγε κάθε πρωί από το μοναδικό μπάνιο του σπιτιού. 

Η κλειδωμένη πόρτα, η ενοχλητική μυρωδιά, ο εκνευρισμός της Αγνής και οι νευρικές κινήσεις που έκανε με τα χέρια της, το νερό που έτρεχε κι ας φώναζε η γιαγιά και βέβαια οι ατελείωτες βόλτες με τον Λεωνίδα. Η αδελφή της ήταν έγκυος και κοίταξε έντρομη τη γιαγιά τους που είχε σηκωθεί από το τραπέζι με αργές κινήσεις. Με τα δυο της χέρια έπιασε την ξύλινη καρέκλα, κοίταξε κατάματα την Αγνή και βάδισε προς το μέρος της. Τη χαστούκισε δυνατά και στα δυο μάγουλα.

«Είσαι η ντροπή της οικογένειας» είπε μέσα από τα δόντια της «ένα απόβρασμα».

Η Αγνή έμεινε ακίνητη στη θέση της με τα χέρια στη μέση χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. Δάκρυα θυμού είχαν ανέβει στα μάτια της αλλά λέξη δεν είπε. Η Καλλιόπη, έφυγε από την τραπεζαρία και κρύφτηκε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η Μάγδα την κοίταξε σαστισμένη, τι στην ευχή φοβήθηκε ότι θα κολλήσει ‘’εγκυμοσύνη;’’ Έστρεψε το βλέμμα της πάλι στην αδελφή της και  ακουμπώντας το πιρούνι της πάνω στο πιάτο με προσεκτικές κινήσεις για να μην ακουστεί ούτε ένας ήχος, σκέφτηκε ότι τελικά τίποτα κακό δεν θα συνέβαινε. Η Αγνή είχε τα πάντα. Δούλευε ήδη σε ένα μεγάλο κατάστημα με υφάσματα. Τι ακριβώς έκανε και ποια ήταν η δουλειά της δεν είχε καταλάβει, αυτό που ήξερε όμως με σιγουριά ήταν ότι εκεί είχε γνωριστεί με τον Λεωνίδα.  Κάθε πρωί έφευγε από το σπίτι ντυμένη με ρούχα που είχε φτιάξει η ίδια από τα ρετάλια που περίσσευαν στο μαγαζί και τα είχαν για πέταμα. Τα χέρια της έφτιαχναν αριστουργήματα και η Μάγδα γνώριζε ότι η Αγνή ήταν σκληρό καρύδι. Μπορούσε στη ζωή της να καταφέρει όλα όσα έβαζε με το μυαλό της. Την θαύμαζε, ήταν η μεγάλη της αδελφή και πώς να το κάνουμε την αγαπούσε πολύ κι ας μην μπορούσαν να ταιριάξουν πουθενά.

«Όλη μου τη ζωή την έχω δώσει για να μεγαλώσω εσένα και την αδελφή σου σαν να ήσαστε δικά μου παιδιά κι εσύ με ξεπληρώνεις με ποιο τρόπο; Με το να γυρνάς με τον τιποτένιο φίλο σου που μια δουλειά μόνο ξέρει καλά απ’ ότι φαίνεται» είπε με νόημα.
«Δεν είναι τιποτένιος ο Λεωνίδας και το ξέρεις».

Η γιαγιά δεν απάντησε, μόνο είχε σφίξει τα χείλη της με τόση δύναμη που οι ζαρωματιές γύρω από το στόμα της έμοιαζαν με χαρακιές.

«Είμαι έγκυος και θα παντρευτούμε και ξέρεις κάτι, είμαι πολύ χαρούμενη γιατί τελικά θα φύγω από εδώ και για ένα πράγμα να είσαι σίγουρη, το παιδί μου θα περάσει καλύτερα απ’ ότι εγώ και θα μεγαλώσει μέσα στην αγάπη. Κατάλαβες;»
«Ας μην είχε σκοτωθεί ο πατέρας σας και θα έβλεπες τώρα τι θα γινόταν».

Η Αγνή γύρισε προς το μέρος της αδελφής της και της είπε, «εμένα δεν με ενδιαφέρει τι λέει, εσύ όμως πως της επιτρέπεις τόσα χρόνια να σου φέρεται σαν σκουπίδι, ολόκληρη γυναίκα είσαι πια, τίποτα δεν καταλαβαίνεις;»

«Η μικρή δεν είναι αδελφή σου, δεν είναι παιδί του γιού μου, ο Παντελής …».
«Τα έχεις χάσει τελείως» φώναξε με δύναμη η Αγνή, «τι είναι αυτά που λες;»
«Δεν είναι παιδί του Παντελή, η μάνα σας με άλλον την έκανε. Αποδείξεις κανείς δεν έχει αλλά τι τα θες, η εικόνα της και μόνο λέει την αλήθεια. Όταν την αντίκρισε ο πατέρας σου έκλαιγε ασταμάτητα αλλά κι εκείνος όλο έλειπε για δουλειές. Του το έλεγα ότι έτσι γάμος δεν αντέχει αλλά εκείνος πάνω απ’ όλα είχε την δουλειά. Και τελικά τι νομίζεις ότι έκανε η μάνα σου, ότι έκανες κι εσύ με αυτόν τον ακατανόμαστο τον Λεωνίδα. Τσάμπα νομίζεις ότι κάηκε στη φωτιά; Τιμωρήθηκε».

Η Μάγδα πετάχτηκε από τη θέση της κι άρχισε να τρέχει σαν τρελή. Έσπρωξε με δύναμη τις δυο γυναίκες, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο δρόμο φωνάζοντας «λες ψέματα, η μάνα μου ήταν ο πιο γλυκός άνθρωπος στον κόσμο» κι άρχισε να τρέχει προς το σπίτι του Μηνά με τα μάτια κατακόκκινα από το κλάμα.

Η κυρία Ζηνοβία Καρανικόλα, η μητέρα του Μηνά της άνοιξε την πόρτα.

«Τι έχεις κορίτσι μου» τη ρώτησε και πριν προλάβει η Μάγδα να απαντήσει, την άρπαξε από το χέρι και της έσυρε μέσα στο διαμέρισμα. «Μηνά» φώναξε και της χάιδεψε τα μαλλιά «άντε να πάτε καμιά βόλτα».

***

Περπάτησαν προς το πάρκο με τη λίμνη σιωπηλοί και την προσπέρασαν. Η Μάγδα καταλάβαινε ότι την πήγαινε στην μεγάλη αλάνα με το κιόσκι που συνήθως αγόραζαν παγωτό ή κωκ. Εκεί που κόσμος περνούσε βιαστικός για να πάει στην δουλειά του ή έκανε την απογευματινή του βόλτα. Αγόρασαν δυο σακουλάκια με ζεστά μαλακά στραγάλια και σιωπηλοί κάθισαν σε ένα φρεσκοβαμμένο παγκάκι.

«Τι έχεις, τα μάτια σου φαίνονται κόκκινα. Έκλαιγες;» τη ρώτησε και περίμενε μέχρι η Μάγδα να νιώσει έτοιμη να μιλήσει. 

Τον κοίταξε κι ένα σωρό εικόνες πέρασαν από το μυαλό της. Πως έπαιζαν όταν ήταν μικροί και ποια ήταν η αγαπημένη τους κρυψώνα; Να κρύβονται κάτω από το ξύλινο τραπέζι της τραπεζαρίας..  Το σπίτι του Μηνά καμία σχέση δεν είχε με το δικό της. Η οικογένεια έμενε όλη μαζί και η κυρία Ζηνοβία φρόντιζε για όλους και ήταν πάντα τόσο υποστηρικτική, όχι μόνο με τα παιδιά της αλλά και με την ίδια. Ο Μηνάς ήταν πρωτοετής φοιτητής και η μητέρα του το έλεγε ξανά και ξανά με καμάρι ότι ο γιός της σπούδαζε και μια μέρα θα γινόταν ο ίδιος καθηγητής Φιλοσοφικής στο Πανεπιστήμιο. Η Μάγδα τον θαύμαζε, έβαζε στόχους από τότε που ήταν μικροί και δεν άφηνε τη ζωή του στην τύχη. Για την ίδια τα πράγματα όμως δεν ήταν έτσι. Δεν ονειρευόταν κάτι συγκεκριμένο για τον μέλλον της, είχε μόνο  μια βαθιά επιθυμία. Να φύγει μακριά, να γλυτώσει από τη γιαγιά της, μόνο που τότε θα έχανε τον Μηνά. Αναστέναξε.

«Τόσο χάλια;» τη ρώτησε και η Μάγδα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι οι γονείς σου μπορεί να μην είναι … δεν ξέρω πώς να στο πω, είναι και οι δυο εξαιρετικοί αλλά μεταξύ τους πως είναι;»
«Τι με ρωτάς ακριβώς;»
«Να υπάρχει περίπτωση να έχουν κάνει κάτι εκτός γάμου;»

Ο Μηνάς άρχισε να γελάει σαν να είχε ακούσει το πιο αστείο πράγμα στη ζωή του.

«Δεν μιλάς σοβαρά» της είπε σκουπίζοντας τα μάτια του με την ανάποδη του χεριού του.
«Ζητάω συγγνώμη, ήταν μια άκομψη ερώτηση».
«Πως σκέφτηκες κάτι τέτοιο μου λες;»
«Δεν ήθελα να προσβάλω την οικογένειά σου, είναι που είμαι γεμάτη απορίες για πολλά, δεν σου είπα, η Αγνή είναι έγκυος και μας ανακοίνωσε ότι θα παντρευτούν με τον Λεωνίδα».
«Γι’ αυτό έκλαιγες; Νομίζω ότι τα νέα της αδελφής σου είναι καταπληκτικά, συγκινήθηκες;»
«Δεν είναι αυτό, πραγματικά χαίρομαι για την Αγνή και ο Λεωνίδας είναι ο άντρας που εκείνη διάλεξε …»
«Τότε;»
«Είναι αυτά που είπε η γιαγιά σήμερα» απάντησε με σκυμμένο το κεφάλι και διηγήθηκε στον Μηνά όλα όσα είχα συμβεί στο σπίτι της.

Υπήρξε μια μικρή σιωπή και το μόνο που έφτανε στα αυτιά της Μάγδας ήταν το γουργουρητό των αρσενικών περιστεριών.

«Δεν καταλαβαίνω και αλήθεια να ήταν γιατί έπρεπε να σου το πει;» ρώτησε ο Μηνάς.
«Ίσως κατά βάθος να ψάχνει τρόπο να με εκδικηθεί».
«Η γιαγιά σου, γιατί;»

Η Μάγδα αναστέναξε «Θεωρεί ότι υπεύθυνη για το θάνατο του πατέρα μου είμαι εγώ».
«Τι είναι αυτά που λες τώρα, νομίζω ότι παραλογίζεσαι».
«Στο ορκίζομαι ότι έτσι είναι».
«Και από πού προκύπτει αυτό;»
«Ο πατέρας επέστρεψε στο σπίτι λίγες ημέρες μετά τη γέννησή μου. Δεν άντεξε όμως κι έφυγε πάλι και ταξιδεύοντας έγινε το ατύχημα με το αυτοκίνητο και σκοτώθηκε».
«Εσύ που φταις δεν καταλαβαίνω;»
«Η γιαγιά θεωρεί ότι έφυγε εξαιτίας μου, ότι αν δεν είχε κάνει εκείνο το ταξίδι θα ήταν ζωντανός».
«Είναι τελείως παράλογα όλα αυτά και επιτέλους σταμάτα να ακούς τις κουβέντες της γιαγιάς σου, πάντα φρόντιζε να πληγώνει τους ανθρώπους που ήταν δίπλα της. Είναι ίσως ο πιο κακός άνθρωπος που έχω γνωρίσει».
«Μηνά έχεις σκεφτεί ότι μπορεί να έχει δίκιο που με φωνάζει ‘’ξένη’’; Κοίταξέ με καλύτερα και θα καταλάβεις ότι δεν μοιάζω με κανέναν τους. Εσύ βέβαια φωτογραφίες της οικογένειάς μου δεν έχεις δει αλλά η αλήθεια είναι ότι φοβάμαι πως η γιαγιά έχει δίκιο όταν λέει ότι ο πατέρας μου έφυγε αμέσως μόλις κατάλαβε ότι δεν ήμουν δικό του παιδί».

Ο Μηνάς την πήρε μια σφιχτή αγκαλιά, «κάνε μου τη χάρη και άσε τη γιαγιά σου να λέει ό,τι της κατέβει στο κεφάλι, μάνα που έχασε το παιδί της είναι και παλεύει να βρει τον φταίχτη. Μόνο που τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι δικό σου λάθος κι αυτό θα στο λέω μέχρι να το βάλεις καλά στο μυαλό σου. Από το ένα αυτί να μπαίνουν κι από το άλλο να βγαίνουν, σύμφωνοι;»
«Και δεν σε ενδιαφέρει αν …»
«Τίποτα από όσα σκέφτεσαι δεν με ενδιαφέρουν Μάγδα και δεν βρίσκω τίποτα κακό στο να είσαι διαφορετική από όλους τους άλλους».
«Με ενοχλεί που δεν είμαι όμορφη και λεπτοκαμωμένη όπως η Αγνή».
«Εμένα μου αρέσεις ακριβώς όπως είσαι. Πρώτα απ’ όλα είσαι το πιο έξυπνο κορίτσι που έχω γνωρίσει κι αν θέλεις να ξέρεις σε βρίσκω πολύ όμορφη … Είσαι όμορφη και θα το καταλάβαινες αν άφηνες τον κόσμο να σε πλησιάσει. Είσαι πολύ απόμακρη και δεν δίνεις την ευκαιρία σε κανέναν να έρθει πιο κοντά σου».
«Θα προτιμούσες να με βλέπεις να συμπεριφέρομαι σαν την Νιόβη;»
«Ωχ πάλι τα ίδια, τι έχεις πάθει και δεν την συμπαθείς;»
«Δεν είπα ότι δεν την συμπαθώ αλλά αν υποθέσω από την αντίδρασή σου μάλλον νιώθεις γι’ αυτή ό,τι και τα υπόλοιπα αγόρια. Είσαι ερωτευμένος Μηνά μαζί της, έτσι δεν είναι;»
«Αυτό δεν σε αφορά» απάντησε απότομα.
«Με συγχωρείς, δεν ήθελα να γίνω ενοχλητική» απάντησε η Μάγδα και του έπιασε το χέρι. Το τελευταίο πράγμα που είχε ανάγκη αυτή τη στιγμή ήταν να τσακωθεί με τον Μηνά ή να της θυμώσει τόσο που να μην θελήσει να συνεχίσουν να κάνουν παρέα. Της ήταν απαραίτητος κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, με τον αυθορμητισμό της αθωότητας, έσκυψε και τον φίλησε στα χείλη.

Ο Μηνάς ξεροκατάπιε, «τι, τι ήταν αυτό;» ψέλλισε.
«Θέλω να με φιλήσεις».
«Είσαι με τα καλά σου;»
«Εσύ μου είπες να πάψω να είμαι απόμακρη και να αρχίσω να δίνω ευκαιρίες».
«Δεν εννοούσα ακριβώς αυτό Μάγδα».
«Τι σημασία έχει, φίλοι είμαστε, αν δεν με βοηθήσεις εσύ να καταλάβω, τότε ποιος θα το κάνει;»
«Δεν είναι κάτι που κάνουν οι φίλοι μεταξύ τους».
«Τι πειράζει;» τον ρώτησε και σηκώθηκε όρθια. Τον τράβηξε από το χέρι και τον οδήγησε στο πλησιέστερο κλειστό παρτέρι, εκεί που το πρωί θα συναντούσες γιαγιάδες με μικρά παιδιά και το βράδυ εραστές.

«Φίλα με κανονικά» του είπε και τύλιξε τα μπράτσα του γύρω από το σώμα της. Ο Μηνάς δεν μπόρεσε να αντισταθεί, το φιλί του έγινε βαθύ και τα χέρια του, διστακτικά στη αρχή, άρχισαν να της χαϊδεύουν κάτω από την μπλούζα της. Την άγγιζε παντού, στο λαιμό, στα μαλλιά και η ανάσα του άρχισε να γίνεται κοφτή και οι κινήσεις του άγαρμπες.

Η Μάγδα θα ορκιζόταν ότι ούτε κι εκείνος είχε πείρα πάνω σε αυτό που του ζητούσε να κάνει. Τον βοήθησε η ίδια σηκώνοντας τη μπλούζα της και ξεκουμπώνοντας την κόπιτσα της  φούστας της. Ο Μηνάς έμοιαζε με άγριο ζώο αλλά τη Μάγδα δεν την τρόμαζε τίποτα, είχε αφεθεί στο παιχνίδι των αισθήσεων μέχρι που το μυαλό της σταμάτησε να σκέφτεται και το μόνο που θα θυμόταν αργότερα θα ήταν τα δυνατά συναισθήματα που ξεπήδησαν μέσα από το σώμα και την ψυχή της. Το άφημά της στην ελευθερία και στο πάθος του Μηνά.

Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει στη μυστική κρυψώνα τους. Το μόνο που ήθελε ήταν να μείνουν αγκαλιασμένοι, πίσω από τους θάμνους, με το χώμα κολλημένο πάνω τους και τη μυρωδιά του χορταριού που έμπαινε στα ρουθούνια της. Να έμεναν έτσι για πάντα.

«Σε αγαπώ» του είπε ήρεμα και ο Μηνάς την έσφιξε στην αγκαλιά του χωρίς να πει τίποτα άλλο και ακουμπώντας πάνω του άκουσε τον γρήγορο χτύπο της καρδιάς του.

***

Στο σπίτι άργησε να γυρίσει.

“Βρήκες την πόρτα του σπιτιού;” είπε η γιαγιά με το γνωστό της ύφος αλλά η Μάγδα δεν απάντησε. “Σου έχω αφήσει φαγητό στην κουζίνα” συνέχισε να της λέει.
“Δεν πεινάω, ευχαριστώ” απάντησε και πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό που μοιραζόταν με την αδελφή της.

Τα πράγματα της Αγνής έλειπαν. Είχαν μείνει τα αποτυπώματα από το άρωμα και τα καλλυντικά της στην φθαρμένη τουαλέτα με τον χαλασμένο καθρέφτη. Κοίταξε το άδεια κρεβάτι της αδελφής της. Άνοιξε την κοινή τους ντουλάπα αλλά τα ρούχα της έλειπαν όλα. Ήταν σαν να είχε ανοίξει η γη και την είχε καταπιεί. Το μόνο σημάδι ότι κάποτε ζούσε και η Αγνή σε αυτό το σπίτι, ήταν ο ολοστρόγγυλος λεκές που είχε αφήσει το άρωμά της πάνω στο ξύλο. Είχε φύγει χωρίς να την χαιρετήσει και δεν είχε ιδέα πότε θα την έβλεπε ξανά ή αν θα την έβλεπε. Αναρωτιόταν πόσο να είχαν λογομαχήσει οι δυο γυναίκες κατά την απουσία της για να φύγει η αδελφή της έτσι και τι θα συνέβαινε άραγε στη ζωή τους από εδώ και στο εξής;

Η Μάγδα ένιωσε πολύ μόνη. Έσκυψε κάτω από το ξύλινο κρεβάτι της και βρήκε τη μυστική κρυψώνα ανάμεσα στις τάβλες και στο στρώμα. Το χέρι της γιαγιάς δεν μπορούσε να φτάσει μέχρι εκεί, ακόμα κι όταν αερίζαν τα στρώματα, ζητούσε πάντα από τις εγγονές της να το κάνουν. Την πονούσαν τα χέρια της και τόσο βάρος δεν μπορούσε να σηκώσει. Αυτό δημιουργούσε ένα αίσθημα ασφάλειας στην Μάγδα. Ψαχούλεψε με τα δάχτυλα μέχρι που έπιασε το υφασμάτινο αυτοσχέδιο πουγκί. Το άνοιξε και κράτησε το διαμαντένιο σκουλαρίκι στα χέρια της. Ήταν το γούρι της και ποτέ δεν κατάλαβε γιατί εκείνη η όμορφη και καλοντυμένη γυναίκα της το είχε χαρίσει.

Είχαν περάσει πέντε χρόνια περίπου από την ημέρα που φεύγοντας από το σχολείο, την είχε πλησιάσει αυτή η γυναίκα. Η Μάγδα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό μπροστά στην ομορφιά της. Τα μάτια της άγνωστης γυναίκας, ήταν υγρά κι αυτό που θυμόταν περισσότερο απ’ όλα ήταν το χρώμα τους. Δεν είχε γνωρίσει άλλο άνθρωπο με τόσο παράξενο  χρώμα ματιών. Είχε σταθεί μπροστά της αμίλητη, κόβοντάς της τον δρόμο. Στην αρχή είχε τρομάξει αλλά η άγνωστη κυρία πριν προλάβει η Μάγδα να βάλει τις φωνές, έβγαλε το διαμαντένιο σκουλαρίκι  που φορούσε από το ένα της αυτί και της το ακούμπησε στην παλάμη της. Τυλίχτηκε με το παλτό της, μπήκε στο αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο δίπλα τους, έβαλε μπροστά στη μηχανή κι έφυγε. Ποτέ της δεν κατάλαβε ποιά ήταν αυτή η γυναίκα, γιατί εμφανίστηκε μπροστά της  και για ποιό λόγο της έδωσε το σκουλαρίκι, ούτε ήταν σε θέση να καταλάβει την αξία του. Της ήταν αδύνατον να εξηγήσει, τι ήταν αυτό που την έκανε να μην θέλει να το μοιραστεί με κανέναν. Ούτε στον Μηνά δεν είχε πει κουβέντα γι’ αυτό το περιστατικό και στον Μηνά τα έλεγε όλα. Από την ημέρα που τον γνώρισε ένιωθε ότι ήταν ο πιο κοντινός της άνθρωπος και ο μοναδικός ίσως που αγαπούσε με τόση δύναμη πέρα από την αδελφή της.

Έσφιξε το διαμαντένιο σκουλαρίκι  μέσα στην παλάμη της και παρακάλεσε μόνο να μην την αφήσει ποτέ ο Μηνάς, τίποτα άλλο δεν ήταν σημαντικό για την Μάγδα εκείνη τη στιγμή. Της ήταν αδύνατον να φανταστεί αυτά που το μέλλον της επιφύλασσε.

~συνεχίζεται~
Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

 

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here