Η Μάγδα δεν μπορούσε να αποδεχθεί την αλήθεια. Κοίταζε με απόγνωση την αδελφή της και τα χέρια της έτρεμαν.

‘’Γιατί;’’ ρωτούσε.
‘’Ήταν που πίστευες ότι η γιαγιά μας, έστω και με τον δικό της τρόπο, σε αγαπούσε. Δεν βαρέθηκες να σου συμπεριφέρονται έτσι; Τόσες φορές σου έχω κάνει το ίδιο ερώτημα και η απάντηση που μου δίνεις είναι τουλάχιστον απογοητευτική’’.
‘’Μα πως είναι δυνατόν Αγνή; Ζω μαζί της, την φροντίζω κι έχω κάνει στην άκρη τις επιθυμίες μου, όνειρα, φιλοδοξίες αλλά  και τις ανάγκες μου για να μην στερηθεί τίποτα’’ απάντησε η Μάγδα μέσα από τα αναφιλητά της και η Αγνή, χάιδεψε το χέρι της μικρής της αδελφής και την κράτησε για λίγο στην αγκαλιά της.
‘’Δεν έπαψε να σε μισεί καρδιά μου ούτε ένα λεπτό, για τη γιαγιά είσαι το αποτέλεσμα του κακού που έκανε η μητέρα μας στον πατέρα μας. Έτσι λέει και δεν ντρέπεται να βρίζει μια γυναίκα που δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα σε κανέναν. Εγώ ήμουν εκεί πριν γεννηθείς και θυμάμαι πόσο αγαπούσαν ο ένας τον άλλο. Σε κοιτάζει και αυτό που βλέπει επάνω σου, της θυμίζει το παιδί που έχασε και ζει, για να κατηγορεί καθημερινά εσένα και να σε βασανίζει’’.
‘’Τότε γιατί δέχθηκε να μείνει μαζί μου; Γιατί δεν με έδιωξε από κοντά της;’’
‘’Είσαι με τα καλά σου; Νομίζω ότι ζει για να σε βλέπει να λειώνεις, για να σε μειώνει καθημερινά, για να σου ρουφάει το οξυγόνο και να καταστρέφει τη ζωή σου’’.
‘’Και ο Μηνάς τι της έφταιγε;’’
‘’Αν άφηνε αυτή τη σχέση να προχωρήσει, τότε θα ερχόταν η στιγμή που θα παντρευόσουν και θα άνοιγες το δικό σου σπίτι. Θα ήσουν ευτυχισμένη Μάγδα, καταλαβαίνεις;’’ Η Αγνή αναστέναξε. ‘’Ελπίζω τουλάχιστον να τα καταφέρεις καλύτερα από μένα’’ συμπλήρωσε κοιτώντας την ακαταστασία γύρω της. ‘’Βιάστηκα να φύγω Μάγδα για να γλυτώσω από τη γιαγιά αλλά δεν νοιάστηκα σοβαρά το μέλλον μου, φέρθηκα με επιπολαιότητα στον εαυτό μου. Νόμιζα ότι η εγκυμοσύνη, ήταν το διαβατήριό μου για την ελευθερία. Αν δεν θέλω να κρύβομαι πίσω από τις λέξεις ας πω όλη την αλήθεια ολόκληρη. Το έβαλα στα πόδια και τώρα πληρώνω το τίμημα των επιλογών  μου. Μην κάνεις το ίδιο Μάγδα σε παρακαλώ. Εκμεταλλεύσου τις ευκαιρίες που έχεις και φρόντισε να δώσεις στον εαυτό του την ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή. Πίστεψέ με, μπορείς να κάνεις τόσα πράγματα, όσα ονειρεύεσαι αλλά κι άλλα τόσα, φτάνει μόνο να το θέλεις’’.
‘’Αγνή’’ είπε η Μάγδα και η φωνή της έτρεμε, ‘’πως βρήκες τα γράμμα τα του Μηνά, δεν μου εξήγησες’’.

Η αδελφή της άρχισε να γελάει νευρικά.

‘’Η γιαγιά, μου είχε πάντα μεγάλη αδυναμία, αυτό ας μην το ξεχνάμε. Μέσα στην κακία της και το δύστροπο χαρακτήρα της, ήμουν η μόνη για την οποία άνοιξε την αγκαλιά της. Της θύμιζα πάντα τον μπαμπά’’.
‘’Ναι αλλά δεν μου απαντάς’’.
‘’Την τελευταία φορά που ήσουν εδώ και μου έλεγες τι περνούσες καθημερινά μαζί της, κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μου καρφώθηκε η ιδέα ότι δεν έφταιγε ο Μηνάς που δεν σου έγραφε αλλά η γιαγιά’’.
‘’Πως σου ήρθε αυτό μου λες;’’
‘’Δεν ξέρω, πες το διαίσθηση’’.

Η Μάγδα κρατούσε την αναπνοή της και έσφιγγε στην αγκαλιά της τα γράμματα του Μηνά και η Αγνή συνέχισε να μιλάει.

‘’Την επισκέφθηκα χθες’’.
‘’Δεν μου είπε τίποτα’’.
‘’Σιγά μην σου έλεγε, αναρωτιέμαι πολλές φορές σε ποιο κόσμο ζεις. Άρχισα να της συμπεριφέρομαι όπως τότε που ήμουν μικρή και ήθελα να μου κάνει όλα τα χατίρια. Έβαλα όση μαλαγανιά χρησιμοποιούν και τα παιδιά μου για να με τουμπάρουν. Τη ρώτησα για το πώς περνάει μαζί σου κι αν ήθελε να έρθει να μείνει μαζί μας κι ας σταύρωνα τα δάχτυλα μου πίσω από την πλάτη για να ξορκίσω το κακό. Έτσι κι έλεγε ναι δεν θα ήξερα τι να κάνω’’.
‘’Τι λες τώρα, εσείς δεν έχετε χώρο να φιλοξενήσετε και τη γιαγιά’’.
‘’Αυτό είναι άσχετο με το σχέδιο που είχα στο μυαλό μου.  Για καλή μας τύχη, η γιαγιά, μου εκμυστηρεύτηκε ότι δεν ήθελε να έρθει στο σπίτι μου γιατί της αρέσει να σε βλέπει να σέρνεσαι από την ταλαιπωρία. Με αυτό τον τρόπο νιώθει ότι προστατεύει το γιο της. Την έδωσα την ευκαιρία να βγάλει τόσο δηλητήριο από μέσα της για σένα, σιγοντάροντάς την,  που ούτε το μυαλό αλλά ούτε και η ψυχή ενός ανθρώπου δεν μπορεί να χωρέσει.  Έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη της, μια και μιλούσα κι εγώ για εσένα με τα χειρότερα λόγια, ρώτησα αν ξέρει τίποτα γι’ αυτόν τον Μηνά, ξέρεις τι απάντησε;’’

Η Μάγδα κούνησε το κεφάλι της πέρα-δώθε, η Αγνή συνέχισε.

’Σιγά μην την αφήσω να παντρευτεί, δεν έχασα εγώ το παιδί μου για να τη μεγαλώσω κι αυτή θα βρίσκει την πύλη της ευτυχίας. Εδώ θα λιώσει μαζί μου’’,  είπε κι εγώ συμφώνησα μαζί της λέγοντας ότι καλά σου κάνει γιατί μόνο τέτοιες συμπεριφορές σου αξίζουν κι αφού ένιωσε ότι με έχει πάρει με το μέρος της, την ρώτησα πως θα καταφέρει να αποτρέψει αυτό τον γάμο. ‘’Το έχω καταφέρει ήδη’’ απάντησε και τη ρώτησα με ποιον τρόπο. ‘’Η Τούλα κάθε μεσημέρι φέρνει την αλληλογραφία που βρίσκει στην είσοδο της πολυκατοικίας, όταν φεύγει βρίσκω τα γράμματα αυτού του σιχαμένου και τα κρύβω. Ξέρεις πόσα έχω στη βαλίτσα του πατέρα σου κρυμμένα;’’ είπε και τότε μονομιάς, το μυστήριο του εξαφανισμένου αγαπημένου σου και της μακρόσυρτης αλλά αδικαιολόγητης σιωπής του, λύθηκε. Πριν φύγω από το σπίτι είπα ότι θέλω να πάω στο μπάνιο, μπήκα στο δωμάτιο, άνοιξα τη βαλίτσα και τα βρήκα κάτω από τα ρούχα του πατέρα. Ακόμα αναρωτιέμαι πως στην ευχή έχει καταφέρει να τα κάνει όλα αυτά. Ήταν τόσο άρρωστη που δεν χωράει στο κεφάλι μου τι δύναμη μπορεί να δώσει η κακία. Τέλος πάντων, τα έκρυψα μέσα στη τσάντα μου χωρίς να με δει, κάθισα λίγο ακόμα μαζί της κι έφυγα. Ορκίστηκα σε ότι έχω ιερό, ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πατήσω το πόδι μου ποτέ ξανά εκεί και θα σε συμβούλευα να φύγεις τώρα, χθες, αυτή τη στιγμή αλλά όχι αύριο. Μην αναβάλεις ούτε για ένα λεπτό το βήμα σου προς την ελευθερία. Καταλαβαίνεις τι προσπαθούσε όλοι μας τη ζωή να σου κάνει; Να σε καταστρέψει Μάγδα και ειλικρινά δεν ξέρω πόσο μπορεί να σε έχει βλάψει. Τώρα που είμαι μάνα σκέφτομαι διαφορετικά και δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να με καταλάβεις’’.

‘’Πως κάνατε όλη αυτή την κουβέντα μου λες, εγώ κουράζομαι να καταλάβω αν θέλει ένα ποτήρι νερό ή έστω να φάει κάτι’’.
‘’Δεν ήταν εύκολο, έχεις δίκιο. Αυτό το τραύλισμα που κάνει είναι κουραστικό και πολλές φορές δυσκολεύτηκα να καταλάβω αλλά μην ξεχνάς ότι πήγα προετοιμασμένη για να παίξω παντομίμα μαζί της και τα κατάφερα’’.

Η Μάγδα είχε γίνει σαν ένα μικρό κουλούρι κι έκλαιγε ασταμάτητα.

‘’Έλα ησύχασε και διάβασε τα γράμματα του Μηνά με την ησυχία σου. Φώναξέ με αν χρειαστείς κάτι, θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο με τα παιδιά’’ της είπε η αδελφή της και την άφησε μόνη στην ησυχία της κουζίνας, κλείνοντας μαλακά πίσω της την πόρτα. Η Μάγδα άκουγε τους αμέτρητους χτύπους της καρδιάς της.

***

Με τα μάτια πρησμένα και σχεδόν χωρίς να μπορεί να ανοίξει ολόκληρο το πάνω βλέφαρο, διάβαζε και γέλαγε ευτυχισμένη. Όλο αυτό τον καιρό ο Μηνάς της απαντούσε ακόμα κι όταν εκείνη σταμάτησε να του γράφει, θεωρώντας ότι την είχε ξεχάσει, εκείνος συνέχιζε.

Στο τελευταίο της γράμμα του είχε γράψει ότι αφού δεν υπήρχε καμία ανταπόκριση από πλευράς του και μετά από τόσες επιστολές που του είχε στείλει, τον άφηνε ελεύθερο και δεν θα προσπαθούσε να τον φέρει σε δύσκολη θέση. Περίμενε όμως ότι θα είχε το σθένος να της πει την αλήθεια, αυτό ήταν κάτι που δεν το καταλάβαινε και ήταν σίγουρη ότι δεν ανταποκρινόταν στον χαρακτήρα του. Από την άλλη, ο Μηνάς είχε απαντήσει ότι της έγραφε όσο πιο συχνά μπορούσε και του ήταν αδύνατον να καταλάβει πως τα γράμματά του έφταναν στους γονείς του ενώ στην ίδια ποτέ κι ας έμεναν όλοι τους στην ίδια γειτονιά. Παρόλο που είχε περάσει καιρός, συνέχιζε να της γράφει και  κάθε φορά τελείωνε την επιστολή του με την ίδια σημείωση, ‘’ελπίζω αυτό το γράμμα να φτάσει, σε αγαπώ Μηνάς’’.

Ζήτησε από την αδελφή της να της δώσεις λίγες κόλλες χαρτί ακόμα κι αν αυτές ήταν από τα τετράδια ζωγραφικής των παιδιών κι έκατσε ήσυχα-ήσυχα και του έγραψε όλα αυτά που μόλις είχε μάθει.

‘’Σε περιμένω Μηνά να γυρίσεις και να σκέφτεσαι μόνο ότι σε αγαπώ και σε περιμένω. Όταν θα γυρίσεις πίσω θα με βρεις αλλαγμένη γιατί από σήμερα θα ακολουθήσω τις συμβουλές της αδελφή μου και πιστεύω ότι θα καταφέρω να σε κάνω να νιώθεις για εμένα τόσο περήφανος που δεν θα πιστεύεις στα μάτια σου’’.

Φώναξε την αδελφή της και την αγκάλιασε όπως δεν το είχε κάνει εδώ και καιρό.

‘’Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω Αγνή’’.
‘’Να σηκωθείς να φύγεις’’ της είπε και της χάιδεψε τα μαλλιά. ‘’Θα είμαι πάντα εδώ για εσένα μικρό ξανθό μου πλάσμα και θα περιμένω να έρθεις να μου πεις τα νέα σου’’.
‘’Δεν σε ρώτησα τίποτα για τα δικές σου έννοιες’’.
‘’Τι να ρωτήσεις μου λες, μήπως κι έχουν τελειωμό; Όταν θα κάνεις τα δικά σου παιδιά θα καταλάβεις, εκεί που δεν αντέχεις άλλο σου δίνουν ένα φιλί και ο κόσμος όλος γεμίζει από φως. Έλα φύγε τώρα σε παρακαλώ, πήγαινε να φτιάξεις τη ζωή σου, ήρθε η ώρα’’.

Η Μάγδα έφυγε και χωρίς να το συνειδητοποιήσει βρέθηκε στο πάρκο με τη λίμνη. Κοντοστάθηκε και κοίταξε το γεφυράκι. Άνοιξε δειλά την πόρτα και κοίταξε τα χρυσόψαρα. ‘’Πόσο ζουν άραγε’’ σκέφτηκε και χαμογελώντας αυτή τη φορά τα χάζεψε που κολυμπούσαν αμέριμνα. Ο Σωτήρης σίγουρα δεν θα ήταν ανάμεσά τους αλλά και η ίδια δεν ένιωθε πια την ανάγκη να του πει τα μυστικά της. Έφυγε και προχώρησε με το κεφάλι ψηλά. Δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου για να αναπολεί το παρελθόν της, είχε έρθει η στιγμή να πάρει δύσκολες και σκληρές αποφάσεις. Ένιωσε κάτι μέσα της να λυγίζει. Όπως και να το έβλεπε, η γιαγιά την είχε μεγαλώσει. Χωρίς αυτή τη γυναίκα ποιος ήξερε που θα βρισκόταν τώρα.  Της χρωστούσε την ύπαρξή της, έτσι ένιωσε κι αμέσως μετά, τα λόγια της αδελφής της άρχισαν να της φέρνουν ζάλη.

Πριν αρχίσει να παίρνει λάθος αποφάσεις, άνοιξε την τσάντα της και κοίταξε τα γράμματα που της είχε κρύψει η γιαγιά της. Η γυναίκα αυτή ήθελε μόνο το κακό της. Μήπως είχε έρθει η ώρα να πάρει το δικό της δρόμο; Η Αγνή αυτό της έλεγε και κατά βάθος ήξερε ότι είχε δίκιο, τη δύναμη έπρεπε να βρει.

Σκέφτηκε τις επιλογές της, τις ανάγκες αλλά και τις επιθυμίες της. Τι θα την έκανε ευτυχισμένη; Ο γάμος της με τον Μηνά αλλά και το πτυχίο της νομικής. Πόσο εύκολο ήταν αυτό, αναρωτήθηκε και συνειδητοποίησε για άλλη μια φορά ότι αν ήθελε να πετύχει θα έπρεπε όχι μόνο να κυνηγήσει τα όνειρά της…  Σταμάτησε για λίγο να σκέφτεται και χαμογέλασε, πόσο ρομαντική και αθώα ακούστηκε μέσα στο κεφάλι της αυτή η έκφραση.  Όχι, αν ήθελε να δει τον εαυτό της να λάμπει, τότε έπρεπε να κουραστεί πάρα πολύ. Η ερώτηση πλέον ήταν μια, ήταν αποφασισμένη να το κάνει, ναι ή όχι;

Άρχισε να καταστρώνει το σχέδιό της. Θα συνέχιζε να δουλεύει στο γραφείο του κυρίου Αγγελόπουλου και θα του εξηγούσε ότι είχε σκοπό να δώσει εξετάσεις και να περάσει στη νομική. Ίσως να μπορούσε να την βοηθήσει με κάποιο τρόπο, χρειαζόταν μια ευκαιρία. Να τις δάνειζε κάποια δικά του βιβλία να διαβάσει, αν ήθελε βέβαια και τι καλά θα ήταν αν την σύστηνε σε φίλους του ως δακτυλογράφο για να μπορεί να προσθέτει στο εισόδημά της. Έτσι θα μπορούσε να ζήσει με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια και να τα φέρει βόλτα. Το επόμενο βήμα της ήταν να βρει και να ενοικιάσει ένα δωμάτιο, ας ήταν όσο χάλια ήθελε, φτάνει να είχε ρεύμα και νερό και θα ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο αν κατάφερνε να φύγει από την επιρροή της γιαγιάς. Θα μιλούσε με τους συγγενείς της και μια λύση θα έβρισκε.

***

Στο σπίτι, βρήκε τη γιαγιά να κάθετε ακριβώς στο ίδιο σημείο. Όπως πάντα ήταν τα γόνατά της σκεπασμένα με μια κουβέρτα και παρακολουθούσε τηλεόραση.

‘’Βρήκες το δρόμο και μαζεύτηκες στο σπίτι; Δεν αναρωτιέσαι ποτέ σου τι ανάγκες έχω;’’ Τη ρώτησε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. Η Μάγδα δεν της απάντησε. ‘’Σου μιλάω’’ φώναξε αν και η φωνή της αδύναμη έβγαινε από τα πνευμόνια της. ‘’Γιατί δεν απαντάς;’’

Τα μηνίγγια της Μάγδας χτυπούσαν σαν τρελά. Ήταν κλεισμένη στο δωμάτιο που κάποτε μοιραζόταν με την Αγνή και μετρούσε τις δυνάμεις της.

‘’Μην το σκέφτεσαι άλλο’’ φώναξε δυνατά στον εαυτό της και άνοιξε την ντουλάπα της.
‘’Πόσο αναίσθητη μπορεί να είσαι πια; Θέλω ένα ποτήρι νερό, θα κορακιάσω εδώ που κάθομαι’’ φώναζε η γιαγιά από το σαλόνι και η Μάγδα, μην αντέχοντας να ακούει άλλο τη φωνή της, έσφιξε τα δόντια κι έκλεισε τα αυτιά της πιέζοντας πάνω τους τις παλάμες των χεριών της.

Γιατί η γιαγιά έμενε μαζί της, δεν θα ήταν πιο λογικό να ζητήσει να μείνει με την Αγνή ή έστω με κάποιον συγγενή της; Η αδελφή της, της είχε πει, ότι η γιαγιά ήθελε να την δει να καταστρέφετε. Η Μάγδα το αποφάσισε εκείνη τη στιγμή και δρόμος για πισωγύρισμα δεν υπήρχε.

Πέταξε στη βαλίτσα της όσα περισσότερα ρούχα μπορούσε να μαζέψει. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε πολλά, κράτησε τα καλύτερα και τα άλλα τα άφησε πεταμένα πάνω στο κρεβάτι της. Έκλεισε τη βαλίτσα της και χωρίς να κοιτάξει δεύτερη φορά το δωμάτιό της έκανε μεταβολή κι έφυγε.

‘’Από εδώ και στο εξής είσαι μόνη σου’’ είπε με την ήρεμη φωνή της.
‘’Μπα και για πού νομίζεις ότι το έβαλες;’’
‘’Για να βρω τον Μηνά και να κυνηγήσω την επιτυχία μου. Ελπίζω να βρεθεί κάποιος συγγενείς σου να σε φροντίσει’’ απάντησε κι έφυγε κλείνοντας την πόρτα ξοπίσω της.

Προχώρησε μέσα στα σκοτάδια και από τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα. Σήκωσε το κεφάλι για άλλη μια φορά ψηλά κι άρχισε να τρέχει μακριά από τη γιαγιά της και την απύθμενη κακία της. Όχι, δεν θα την τιμωρούσε η ίδια, θα το έκανε η ζωή για χάρη της. Της χρωστούσε η ζωή το δώρο τον όμορφων ημερών που ποτέ της δεν έζησε έτσι δεν ήταν;

Απομακρύνθηκε αρκετά όταν κατάλαβε ότι δεν είχε πουθενά να πάει. Δεν είχε φίλες, δεν είχε έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να ξαποστάσει τον πόνο της. Σταμάτησε να περπατάει και αναρωτήθηκε ποια κατεύθυνση να ακολουθήσει, είχε ώρες μπροστά της μέχρι να ξημερώσει. Τυλίχτηκε με το πανωφόρι της και το έσφιξε όσο πιο πολύ μπορούσε. Φοβόταν.  Δεν είναι εύκολη η απόφαση να φύγεις μακριά από τη φυλακή σου, αναλογίστηκε αλλά συνέχισε να περπατάει.

Ζάκυνθος, καλοκαίρι, διακοπές! Κάντε την κράτησή σας τώρα

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here