Το μόνο που δεν ήθελε η Ρούμπι αυτή τη στιγμή, ήταν να μην απαντήσει στο τηλέφωνο. Μόλις είχε μπει μέσα στο διαμέρισμά της και προσπαθούσε να συνέλθει από τα νέα που είχε μάθει.

Πέταξε τα ρούχα της στο πάτωμα και μπήκε κατευθείαν στον μπάνιο. Άφησε το νερό να τρέξει πάνω της προσπαθώντας να καθαρίσει όχι μόνο τη σκόνη της πόλης από το δέρμα της, αυτό για την ακρίβεια ήταν το τελευταίο που την απασχολούσε, τον ήχο της φωνής του συναδέλφου της γιατρού πάλευε να διώξει από το κεφάλι της, που της έδινε με όσο πιο διακριτικό τρόπο μπορούσε το πιο πικρό τελεσίγραφο της ζωής της.

Η αλήθεια ήταν ότι είχε αρχίσει να εκνευρίζεται από το συνεχόμενο κουδούνισμα και ήταν τυχερή που η συγκάτοικός της η Αφροδίτη απουσίαζε. Ήταν σίγουρη ότι χωρίς να το θέλει θα ξεσπούσε επάνω της.

‘’Παρακαλώ;’’ Ρώτησε σηκώνοντας το ακουστικό και τον μοναδικό άνθρωπο που δεν περίμενε και δεν ήθελε να ακούσει εκείνη τη στιγμή, ήταν η μητέρα της.
‘’Σε έχω πάρει τόσες φορές που είχα αρχίσει να ανησυχώ’’ είπε η Ελένη με την κρυστάλλινη φωνή της.
‘’Κάποιοι από εμάς δουλεύουμε ξέρεις’’.
‘’Προσπάθησα να σε βρω και στο νοσοκομείο αλλά …’’
‘’Δεν μπορούν να ξέρουν ανά πάσα στιγμή που βρίσκομαι’’.
‘’Φυσικά, έχεις δίκιο, άφησα όμως και μήνυμα …’’
‘’Μαμά θέλεις κάτι, είμαι τόσο κουρασμένη που κλείνουν τα μάτια μου. Συμβαίνει κάτι;’’
‘’Ήθελα μόνο να σου υπενθυμίσω την αυριανή ημέρα’’.

Η Ρούμπι σάστισε. Τι θα συνέβαινε αύριο και ήταν τόσο σημαντικό που η μητέρα της προσπαθούσε να τη βρει;

‘’Με ακούς Ρούμπι;’’
‘’Ναι, βέβαια’’.
‘’Το έχεις ξεχάσει σωστά;’’
‘’Ποιο;’’
‘’Δεν σε πιστεύω’’ είπε η Ελένη ενοχλημένη ‘’έχεις ξεχάσει εντελώς ότι αύριο είναι ο γάμος του Φάνη Μελισσινού και μην προσπαθήσεις να βρεις καμία δικαιολογία’’.
‘’Η αλήθεια είναι ότι …’’
‘’Μια ερώτηση μόνο, πες μου ότι έχεις να φορέσεις τα κατάλληλα ρούχα γιατί έρχομαι τώρα και πάμε στα μαγαζιά αυτή τη στιγμή’’.

Φυσικά και το είχε ξεχάσει και δεν την ενδιέφερε καθόλου να βρεθεί σε έναν κοσμικό γάμο.

‘’Μείνε ήσυχη, έχω ό,τι ακριβώς χρειάζεται για να σταθώ στο πλάι σας αύριο, όπως πρέπει’’.
‘’Το ξέρω ότι σε πιέζω αλλά καταλαβαίνεις ότι η οικογένεια Μελισσινού είναι σημαντική για τον πατέρα σου, σε μια άλλη περίπτωση θα ήμουν εγώ αυτή που θα σου έβρισκα τη σωστή δικαιολογία’’.
‘’Το ξέρω μαμά και θα ήθελα να σου πω ευχαριστώ αλλά καμιά φορά οι λέξεις δεν χωράνε αυτό που νιώθουμε’’.

Η Ελένη δεν απάντησε, από την άλλη άκρη της γραμμής κούνησε μόνο το κεφάλι της με κατανόηση.

‘’Ό,τι και να αποφασίζεις εσύ για τη ζωή σου Ρούμπι, εγώ θα βρίσκομαι πάντα δίπλα σου να σου κρατάω το χέρι, όπως τότε που ήσουν μικρή’’.
‘’Να ξέρεις όμως, ότι ανεξάρτητα με το τι συμβαίνει δεν θα ήθελα να χάσω με τίποτα το γάμο του Φάνη. Υποθέτω ότι θα είναι υπερπαραγωγή, όπως το πάρτι που είχε κάνει στο ξενοδοχείο Πεντελικό. Θυμάσαι;’’
‘’Για το λόγο αυτό θα ήθελα να είσαι η ομορφότερη όλων’’ είπε με καμάρι η Ελένη και θα στείλουμε το αυτοκίνητο να σε πάρει λίγο πριν τις δώδεκα. Να είσαι έτοιμη, ο γάμος θα γίνει σε κλειστό οικογενειακό κύκλο και εμείς θα πάμε κατευθείαν στη δεξίωση. Δεν σου κρύβω ότι μου έχει κάνει εντύπωση αυτό αλλά κουβέντα δεν είπα στην Λουκία, δεν ήθελα να αισθανθεί άσχημα, ούτε να θεωρήσει ότι χώνω τη μύτη μου, καταλαβαίνεις υποθέτω’’.

Η Ρούμπι πήγε στο δωμάτιο της και φόρεσε τις μαλακές πιτζάμες της. Το ύφασμά τους, την αγκάλιαζε όμορφα και η αλήθεια ήταν ότι είχε ανάγκη από μια μεγάλη αγκαλιά. Προσπάθησε να ξεφύγει από τις σκέψεις της κι έφερε στο νου της τον Φάνη και την βραδιά που είχαν περάσει στο πάρτι του. Ήταν όμορφα χρόνια εκείνα, ξέγνοιαστα, η μόνη της έννοιά ήταν να ανακαλύψει τα βήματα του έρωτα και να τώρα που είχε φτάσει, σκέφτηκε, επικρίνοντας τον εαυτό της. Κούνησε το κεφάλι της δεξιά-αριστερά μην πιστεύοντας ούτε και η ίδια αυτά που είχε κάνει.

Έφτιαξε να πιεί κακάο με γάλα κι έψησε μια φέτα ψωμί. Άνοιξε το ψυγείο και βρήκε ξεχασμένο ένα κομμάτι τυρί. Το έβαλε κι αυτό στο δίσκο και πήγε να καθίσει στο σαλόνι. Κράτησε μέσα στις παλάμες της την μεγάλη κούπα που έκαιγε. Από μικρό παιδί την ηρεμούσε η αίσθηση του ζεστού στα χέρια της. Ήπιε μια γουλιά και προσπάθησε να δαγκώσει λίγο από το ψωμί. Έκοψε ένα μικρό κομμάτι και το γυρόφερνε στο χέρι της αλλά στο στόμα δεν κατάφερε να το βάλει. Είχε αδυνατίσει τόσο πολύ, που ήξερε ότι αύριο για να κρατηθεί το φουστάνι στη θέση του, θα έπρεπε να φορέσει μια σφιχτή ζώνη. Ευτυχώς που ο γάμος θα γινόταν νωρίς το μεσημέρι, ήταν σίγουρη ότι τα βραδινά της φορέματα θα κρεμόταν επάνω της όπως και στην κρεμάστρα της ντουλάπας.

Κουλουριάστηκε στον καναπέ κι έριξε μια κουβέρτα στα πόδια της. Τα μάτια της άρχισαν να βουρκώνουν και δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάνει την παραμικρή προσπάθεια να το σταματήσει. Στο σπίτι ήταν μόνη και την ψυχή της την κυβερνούσε η ερημιά. Έπρεπε να ξεσπάσει, να αποδεχτεί την αλήθεια, να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών της και να συνεχίσει να ζει.

***

Όταν το απόγευμα εκείνο τελείωσαν με τον Δαμιανό αυτό που είχαν ξεκινήσει, έφυγε από κοντά του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Το λάθος που είχε κάνει η Ρούμπι, ήταν ότι δεν είχε δεχθεί την επέμβαση να την κάνει ο Στέφανος. Ήταν γιατρός έμπειρος, το πείσμα της όμως την είχε φέρει στο σημείο που βρισκόταν τώρα. Ήθελε να εκδικηθεί τον Δαμιανό και το μόνο που κατάφερε ήταν να πληγώσει τον ίδιο της τον εαυτό ανεπανόρθωτα.

Τα συμπτώματα που εμφανίστηκαν λίγες ημέρες μετά, δεν ήταν ενός απλού κρυώματος ή έστω μιας αναστάτωσης του οργανισμού. Είχε πάθει μόλυνση και ο πυρετός που είχε ανεβάσει, της το επιβεβαίωσε αμέσως. Πήγε σε άλλο νοσοκομείο και οι οδηγίες ήταν ξεκάθαρες. Θα έκανε μια θεραπεία με αντιβίωση αλλά χωρίς να μπορεί κανείς να την διαβεβαιώσει ότι η ταλαιπωρία της θα τελείωνε εκεί. Η σημερινή συνάντηση που είχε με τον συνάδελφό της, ήταν συνομιλία ανάμεσα σε δύο γιατρούς και όσο κι αν προσπάθησε να της μιλήσει γλυκά και να της δώσει ελπίδες για το μέλλον, το πόρισμα ήταν ένα. Η Ρούμπι δεν θα μπορούσε να κάνει παιδιά. Ίσως αργότερα την βοηθούσε μια επέμβαση αλλά κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, καλό θα ήταν να προετοιμάζει τον εαυτό της για την περίπτωση υιοθεσίας. Ήταν τόσα τα παιδιά που την είχαν ανάγκη, της είχε πει ο γιατρός.

Δεν της έφταιγε ο Δαμιανός, την απόφαση την είχε πάρει μόνη της κι ας γνώριζε κατά βάθος ότι με τον τρόπο αυτό προσπαθούσε να τον τιμωρήσει. Τελικά τι είχε καταφέρει; Τίποτα. Ο Δαμιανός θα συνέχιζε τη ζωή του με τον τρόπο που εκείνος ήθελε και ίσως κάποτε τον συναντούσε με τη γυναίκα και το παιδί του. Εκείνη ήταν που θα έμενε χωρίς οικογένεια γιατί τώρα που ήξερε, ήταν υποχρεωμένη να λέει με λόγια απλά και ξεκάθαρα την αλήθεια. Ποιος ο λόγος να την διάλεγε κάποιος για γυναίκα του; Για να περάσει την ώρα του μαζί της ναι, για να κάνει οικογένεια όμως όχι εκτός αν στο μέλλον γνώριζε έναν άνθρωπο που για τους δικούς του λόγους θα επέλεγε και θα συμβιβαζόταν με αυτά που θα μπορούσε να του προσφέρει.

Έκλαιγε και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα μάτια της κι έμεινε εκεί, ένα κουβάρι τυλιγμένο με μια κουβέρτα στον καναπέ. Μέχρι που την ξύπνησαν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου.

***

 Το σπίτι της οικογένειας Μελισσινού ήταν επί της οδού Θησέως στην άνοδο προς Εκάλη. Φτάνοντας η Ρούμπι με τους γονείς της, στάθηκε λίγο παράμερα για να δώσει τον απαραίτητο στην μητέρα της χώρο για να προπορευθεί περπατώντας δίπλα στον άνδρα της. Ένα αμήχανο χαμόγελο είχε σχηματισθεί στα χείλη της, βαριόταν αφόρητα.

Πέρασαν την μεγάλη σκαλιστή καγκελόπορτα και ανηφόρισαν το πλακόστρωτο μονοπάτι με τους περιποιημένους θάμνους. Δεν μπόρεσε ποτέ της να υπολογίσει την έκταση του οικοπέδου, ήξερε μόνο να πει ότι ήταν τόσο μεγάλο που την μάντρα του δεν την είχε δει ποτέ. Τώρα που το παρατηρούσε για άλλη μια φορά, της θύμιζε κήπους που έβλεπαν σε φωτογραφίες περιοδικών από αρχοντικά της Ευρώπης. Η αλήθεια ήταν ότι η Λουκία Μελισσινού είχε μεγάλη αγάπη στην αρχιτεκτονική κήπου, φτάνει να την έκανε κάποιος άλλος για λογαριασμό της. Τα δικά της χέρια πρέπει να ήταν απαλά σαν μετάξι.

Ο θόρυβος της σιωπής την έβγαλε από τις αφηρημένες σκέψεις της. Γύρισε να δει τι συμβαίνει και κρατήθηκε για να μην αρχίσει να γελάει νευρικά.

‘’Τι είναι αυτό;’’ Αναρωτήθηκε όσο πιο σιγά μπορούσε η Ελένη και ο Γεράσιμος, έβηξε προσποιούμενος ότι καθαρίζει τον λαιμό του.
‘’Κουβέντα μην πεις’’ είπε ο Γεράσιμος και με το μαντήλι του σκούπιζε ελαφρώς τα χείλη του. Η Ρούμπι ήταν σίγουρη ότι το μόνο που έκανε ο πατέρας της ήταν να κρύβει το γέλιο του πίσω από το λευκό ύφασμα. Τον κοίταξε, την κοίταξε και της έκλεισε συνωμοτικά το μάτι.
‘’Που είναι οι σερβιτόροι;’’ Ρώτησε μέσα από τα δόντια της η Ελένη κοιτώντας με απορία και ψάχνοντας με το βλέμμα της την Λουκία.

Ο κύριος και η κυρία Μελισσινού πρέπει να ζούσαν την πιο άκομψη στιγμή της ζωής τους. Ο γιος τους ο Φάνης μαζί με την γυναίκα του Σόνια είχαν βγάλει, υπέθεταν όλοι, τα ρούχα του γάμου και κυκλοφορούσαν με τα τζιν τους. Το ίδιο συνέβαινε και με τους φίλους του νεαρού ζευγαριού. Οι μόνοι επίσημα ντυμένοι ήταν οι καλεσμένοι της Λουκίας και του Ηρακλή.

Τραπέζια χωρίς τα γνωστά λινά τραπεζομάντηλα, τα σερβίτσια λιμόζ και τα βαριά ασημένια μαχαιροπήρουνα ήταν τοποθετημένα παντού. Το φυσικό χρώμα του ξύλου δέσποζε και αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν η περίτεχνη διακόσμηση από λουλούδια που σε έκανε να νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε ένα τόπο μαγικό. Η αλήθεια ήταν, ότι ούτε η Ελένη και οπωσδήποτε ούτε η Ρούμπι είχαν βρεθεί σε ένα τέτοιο μέρος άλλη φορά.

Η Λουκία μόλις είδε τη φίλη της, με το άψογα φτιαγμένο από χέρι κομμώτριας μαλλί, με το μεταξωτό φουστάνι και τα ψηλά σανδάλια, προχώρησε προς το μέρος της. Το χαμόγελο της που έμοιαζε σαν να της το είχαν καρφιτσώσει στο στόμα, έδειχνε την απόγνωσή της.

‘’Να σας ζήσουν’’ είπε η Ελένη κι έσκυψε να τη φιλήσει.
‘’Είμαι να σκάσω’’ απάντησε η Λουκία ‘’με συγχωρείτε αλλά εσείς είσαστε δικοί μου άνθρωποι, τι κάνεις Γεράσιμε, Ρούμπι μου τι όμορφη που είσαι, κοιτάξτε χάλια, ο Ηρακλής θα πάθει τίποτα. Να, τον βλέπετε εκεί κάτω που κρατιέται διαρκώς από μια φερ-φορζέ καρέκλα; Νομίζω ότι θέλει να τη φέρει στο κεφάλι του Φάνη και της Σωτηρίας που έγινε Σόνια κι άντε τώρα μην πω τίποτα μέρα που είναι’’.
‘’Κυρία Μελισσινού εμάς μας αρέσει’’ είπε η Ρούμπι προσπαθώντας να την ηρεμήσει.
‘’Σε εσένα μπορεί, τα ίδια μυαλά με αυτούς κουβαλάς, το δικό μας ρεζιλίκι όμως ποιος το σκέφτηκε;’’
‘’Ε όχι και ρεζιλίκι Λουκία μου, νέοι άνθρωποι είναι’’ είπε ο Γεράσιμος ‘’ας τους αφήσουμε να χαρούν την ημέρα αυτή με τον τρόπο που νομίζουν’’.
‘’Αν θέλουν τέτοιου είδους δεξιώσεις, να τις κάνουν με τα δικά τους τα λεφτά και το δικό τους κόπο. Καταλαβαίνεις τι σούσουρο θα γίνει στους κύκλους του Ηρακλή; Να πάρει η ευχή εγώ φταίω που δεν έβγαλα αυτή την … άντε μην πω τώρα, από τη μέση. Κουμάντο σε αυτό το σπίτι κάνουμε ο Ηρακλής κι εγώ. Τους βλέπεις όλους αυτούς; για τους φίλους τους λέω, τζαμπατζήδες και καλοπερασάκηδες με τις τσέπες των άλλων είναι. Αχ τι θα κάνω; Ελένη έχεις καμία ιδέα, εσύ πάντα κάτι καλό σκαρφίζεσαι, εγώ σήμερα τα έχω εντελώς χαμένα, ευτυχώς το φαγητό και τα ποτά τουλάχιστον, τα έχω κανονίσει εγώ. Να περάστε προς την πισίνα και θα έρθουμε κι εμείς. Εκεί κάνω κουμάντο εγώ’’ είπε και συνόδευσε τους φίλους της, χειρονομώντας και γκρινιάζοντας.
‘’Χωρίς να θέλω να σας προσβάλω’’ είπε η Ρούμπι ‘’θα πάω να χαιρετήσω το ζευγάρι’’.
‘’Να πας κι αν νομίζεις ότι κανένας θα βρεθεί να σου δώσει σημασία έτσι όπως είσαι ντυμένη, σε γελάσανε’’ είπε η κυρία Μελισσινού και η Ρούμπι κοίταξε τα ψηλά τακούνια της και το τελευταίο μοντέλο του Γιάννη Τσεκλένη που φορούσε και άρχισε να γελάει. Για πρώτη φορά στη ζωή της θα ταίριαζε περισσότερο με όλους αυτούς τους συνομήλικους της αν είχε έρθει ντυμένη με ένα από τα καθημερινά της ρούχα.

Πλησίασε πατώντας στα δάχτυλα των παπουτσιών γιατί το βρεγμένο χώμα ήταν σαν να ρουφούσε τα τακούνια της στα έγκατά του. Το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να βγάλει τα παπούτσια της και να προχωρήσει ξυπόλητη, έτσι όπως έκαναν παιδιά με τον Φάνη αλλά η αλήθεια ήταν ότι δεν τόλμησε.

‘’Φάνη’’ φώναξε από μακριά και κούνησε το χέρι της. Ο νεαρός άνδρας της έκανε νόημα να πάει κοντά του και μόλις την είδε την κράτησε στην αγκαλιά του.
‘’Πόσο χαίρομαι που είσαι εδώ’’ είπε και το πρόσωπό του φωτίστηκε. ‘’Να σας γνωρίσω μια παιδική μου φίλη’’ είπε και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. ‘’Σόνια, από εδώ η Ρούμπι’’ είπε και οι δυο γυναίκες αντάλλαξαν μια θερμή χειραψία. ‘’Πάω να μας φέρω ποτά, ευτυχώς με αυτά ασχολήθηκε η Λουκία’’ είπε και εξαφανίστηκε.

Η Ρούμπι αυτά τα λίγα λεπτά που έμειναν όλοι μαζί, παρατήρησε την αγάπη με την οποία κοιτούσε ο Φάνης τη Σόνια και τη χαρά που ανάβλυζε από μέσα τους και ζήλεψε.

‘’Ο Φάνης μιλάει πάντα με μεγάλη αγάπη για εσένα’’ έλεγε η Σόνια.
‘’Η αλήθεια είναι ότι όταν ήμουν μικρή ήταν ο μόνος μου φίλος ίσως’’.
‘’Τι είχε συμβεί στην πισίνα; Θυμάσαι;’’
Η Ρούμπι άρχισε να γελάει. ‘’Κι αυτό στο έχει πει;’’
‘’Ναι’’.
‘’Οι γονείς του την είχαν αδειάσει για τον χειμώνα κι εμείς μια ημέρα που έλειπαν, κάναμε τσουλήθρα και κρατάγαμε κόντρα με τα πόδια μας λίγο πριν σκάσουμε μέσα. Εδώ που τα λέμε δεν έχω ιδέα πως δεν σκοτωθήκαμε. Τέλος πάντων κάποια στιγμή γλίστρησα κι ευτυχώς ο Φάνης ήταν μέσα στην πισίνα και με έπιασε στον αέρα. Νομίζω ότι αυτό θα μας δένει πάντα σαν αδέλφια, μου έσωσε τη ζωή και τώρα μπορεί να γελάω αλλά δεν είναι καθόλου αστείο τελικά’’.

Πριν η Σόνια προλάβει να απαντήσει κάποιος από την παρέα την φώναξε.

‘’Με συγχωρείς’’ της είπε κι έφυγε βιαστικά. Η Ρούμπι παρατήρησε ότι είχε βγάλει και τα παπούτσια της, απολάμβανε τη δροσιά της γης και θα ήθελε να αισθανθεί ακριβώς το ίδιο.
‘’Μην το σκέφτεσαι πολύ ώρα, απλώς κάνε το’’ ακούστηκε η φωνή του Φάνη.
‘’Ποιο;’’ Ρώτησε αλαφιασμένη.
‘’Βγάλε τα παπούτσια σου Ρούμπι, είσαι σαν το ψάρι έξω από το νερό’’.
‘’Και που θέλεις να φανταστώ αυτή την αλλαγή σου;’’
‘’Εδώ που τα λέμε ένα δίκιο το έχεις …’’
‘’Την τελευταία φορά που σε είδα, στο πάρτι που είχες κάνει στο Πεντελικό, μου είχες βγάλει τα μάτια με την επίδειξη πλούτου. Το τότε με το σήμερα δεν έχουν καμία σχέση ξέρεις’’.
‘’Θα συμφωνήσω’ είπε ο Φάνης και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του ‘’άλλαξαν πολλά από τότε’’.
‘’Δηλαδή;’’
‘’Κοίτα Ρούμπι κι εσύ κι εγώ είμαστε μοναχοπαίδια και ακόμα κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε κρατηθήκαμε γερά από τις πλάτες των οικογενειών μας’’.
‘’Δεν διαφωνώ’’.
‘’Δεν ζουν όλοι άνθρωποι έτσι …’’
‘’Σε εμένα το λες; Ξέρεις τι δουλειά κάνω;’’
‘’Ναι βέβαια αλλά τα πάντα αλλάζουν όταν γνωρίζεις πράγματα και καταστάσεις από κοντά’’.
‘’Περιμένω να ακούσω’’.
‘’Έγινα δικηγόρος, όχι γιατί το ήθελα αλλά θα ήταν η επιβράβευσή μου στα μάτια του πατέρα μου. Ο Ηρακλής δεν προέρχεται από καμία μεγάλη οικογένεια, μυαλό στο κεφάλι του είχε και από ψαράς έγινε μεγαλοεπιχειρηματίας. Εγώ για να ανακατευθώ με το ψάρεμα και αυτή τη μυρωδιά, δεν υπήρχε περίπτωση. Τι ήθελαν για εμάς οι γονείς μας;’’
‘’Για εμένα συγκεκριμένα να μάθω ξένες γλώσσες και να κάνω έναν πλούσιο γάμο’’.
‘’Ναι γιατί είσαι γυναίκα, εμένα η εναλλακτική μου ήταν να γίνω ή γιατρός που δεν υπήρχε περίπτωση ή δικηγόρος. Το όνειρο κάθε μαμάς, επέλεξα την εύκολη οδό, έγινα δικηγόρος’’.
‘’Εύκολη δεν την λες’’.
‘’Εννοείς το διάβασμα;’’
‘’Ξεκινάμε από εκεί, είναι το βασικό’’.
‘’Μήπως είχαμε άλλη ζωή; Προστατευμένοι και περιορισμένοι ζήσαμε, μην το ξεχνάς’’.
‘’Και να μπορώ δεν θέλω αλλά δεν θα παραπονεθώ που είχα όλα τα καλά του κόσμου στη ζωή μου’’.
‘’Καλά που εξαγοράζονται’’.
‘’Φάνη ειλικρινά δεν σε καταλαβαίνω. Έζησες μια ζωή έτσι όπως την ήθελες, σπούδασες αυτό που αποφάσισες και τώρα διαμαρτύρεσαι;’’
‘’Όχι ακριβώς’’.
‘’Βοήθησέ με σε παρακαλώ να καταλάβω γιατί έχω αρχίσει και μπλέκομαι’’.
‘’Εξασκώντας αυτό το επάγγελμα, διαπίστωσα ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να πληρώσουν έναν δικηγόρο ούτε για τις βασικές υπηρεσίες. Άνθρωποι οικογενειάρχες που καταλήγουν μπλεγμένοι μέσα σε άσχημα σενάρια φαντασίας, χωρίς να το θέλουν. Ξέρεις πόσες φορές μπορείς να παραβιάσεις το νόμο και να μην έχεις ιδέα;’’
‘’Όχι αλλά έχει αρχίσει και μου αρέσει αυτό που ακούω’’.
‘’Τότε γνώρισα τη Σόνια, προέρχεται από μια οικογένεια που η ζωή τους είχε σχέση με τις καλλιέργειες. Η γυναίκα αυτή μου έμαθε να εκτιμώ και να σέβομαι κάθε τι που γη φροντίζει και με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι όλα αυτά που δεδομένα έφτιαχνε το χέρι ενός κηπουρού, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την ομορφιά που μας κάνει δώρο η ζωή κι όπως ένα λουλούδι ανθίζει και μαραίνεται, έτσι συμβαίνει και με εμάς και τότε διαπίστωσα τη ματαιότητα της ύλης και θέλησα να κυνηγήσω μαζί της τα όνειρά μου και να γίνω καλύτερος. Άρχισα να έχω όνειρα Ρούμπι και επιθυμίες’’.
‘’Να σε ρωτήσω κάτι;’’
‘’Πες το’’
‘’Την αγαπάς;’’
‘’Με όλη μου την ψυχή και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο σκέφτομαι να ανοίξω ένα γραφείο που πέρα από τις κανονικές νομικές υποθέσεις, να αναλαμβάνω και αυτούς που δεν θα μπορούν να με πληρώσουν. Φτάνει μόνο να είναι στα δικά μου μάτια αθώοι. Να φτιάξω κάτι που να έχει ουσία και να μην είναι μόνο κοφτήριο χρημάτων’’.
‘’Όλο και πλησιάζεις τη νοοτροπία ενός γιατρού Φάνη και με κάνεις περήφανη που σε έχω για φίλο ακόμα και τότε που σε θεωρούσα ξιπασμένο’’.
‘’Υπάρχει κι ένα μυστικό που δεν το έχουμε πει ακόμα σε κανέναν …’’.
‘’Έλα μην με βασανίζεις ‘’.
‘’Περιμένουμε παιδί, γι’ αυτό έγινε ο γάμος’’.

Η Ρούμπι μόλις είχε σταματήσει να ανασαίνει.

‘’Είναι τριών μηνών έγκυος και δεν θα μπορούσα να είμαι πιο ευτυχισμένος στη ζωή μου’’ έλεγε ο Φάνης και η Ρούμπι δεν μπορούσε να μην σκέφτεται την αντίδραση του Δαμιανού όταν του είπε για τη δικιά της εγκυμοσύνη αλλά και τη λανθασμένη απόφαση που τελικά είχε πάρει. ‘’Γιατί δεν μιλάς;’’ Ρώτησε ο Φάνης.
‘’Αν αγαπάς τη Σόνια μην σταματήσεις ούτε ένα λεπτό να της το δείχνεις’’.
‘’Δεν έχουμε τέτοια μεταξύ μας, εννοείται ότι αγαπάμε ο ένας τον άλλον’’.
‘’Τίποτα δεν εννοείται, να την προσέχεις και να σε προσέχει και να αξιωθείτε να κάνετε πολλά παιδιά, με ακούς;’’
‘’Εσύ πως τα κατάφερες τόσα χρόνια να μην ερωτευθείς;’’
‘’Ερωτεύθηκα όσο δεν φαντάζεσαι, κάποτε’’.
‘’Και τι έγινε;’’
Η Ρούμπι ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. ‘’Τίποτα που να αξίζει το χρόνο μου τώρα πια. Από εδώ και στο εξής το μόνο που θα κάνω είναι να σώζω ανθρώπινες ζωές Φάνη, όσο περισσότερες τόσο το καλύτερο, ίσως έτσι καταφέρω μια μέρα να σώσω και τη δική μου’’ είπε και πριν προλάβει να τελειώσει την πρότασή της ακούστηκε ανακατωσούρα και φωνές.

Η φωνή της Ελένης έμοιαζε απελπισμένη.

‘’Ρούμπι’’ φώναζε ‘’Ρούμπι βοήθεια’’ και κάποιος άλλος έτρεχε ανάμεσα στον κόσμο αλαφιασμένος και ρωτώντας δυνατά ‘’έναν γιατρό, έχουμε ανάμεσά μας ένα γιατρό; ’’

Η Ρούμπι πάγωσε, ‘’ο μπαμπάς’’ είπε η μητέρα της και η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια της.

Ζάκυνθος, καλοκαίρι, διακοπές! Κάντε την κράτησή σας τώρα

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here