Η Μάγδα καταλάβαινε ότι σιγά-σιγά είχε αρχίσει να τρέφει πιο τρυφερά συναισθήματα για τον Γιώργο Αγγελόπουλο και η αλήθεια ήταν ότι ένιωσε ξαφνιασμένη με τον ίδιο της τον εαυτό.

Ήταν μεγαλύτερός της, παντρεμένος και είχε μια κόρη. Επίσης δεν ήταν απλώς ο προϊστάμενός της, ήταν ο μέντοράς της, ο άνθρωπος που τη βοήθησε όσο κανένας άλλος και της έδωσε το χέρι του να κρατηθεί όταν εκείνη πνιγόταν μέσα στη θλίψη, την οικονομική ανέχεια και στην τρέλα που την οδηγούσε καθημερινά η γιαγιά της. Ο Γιώργος ήταν εκείνος που πίστεψε στις ικανότητες της, που ξενύχτησε μαζί της για να την εμψυχώνει και να διαβάζει. Τον έβλεπε πάντα σαν να ήταν ο πιο στενός συγγενής της. Πατέρας και αδελφός, δάσκαλος και φίλος. Ο άνθρωπος που μπορούσε να ανοίξει την ψυχή της χωρίς να φοβάται την κριτική του. Στην δική του αγκαλιά είχε κλάψει όταν κατάλαβε ότι η σχέση με τον Μηνά είχε τελειώσει οριστικά και είχε κλάψει τόσο που ήταν σαν να είχε στερέψει το κορμί της από υγρά.

***

Ο Μηνάς, μην λαμβάνοντας απάντηση όλο αυτό το χρονικό διάστημα από την Μάγδα, υπέθεσε ότι ήταν εκείνη που θέλησε να απομακρυνθεί. Ζούσε την ιστορία τους από την ανάποδη και πίστευε ότι με αυτό τον τρόπο η Μάγδα, έγραψε το τέλος στη σχέση τους. Από τους γονείς του μάθαινε για την πρόοδό της και από τη μια χαιρόταν βαθιά μέσα στην καρδιά του κι από την άλλη, ο θυμός που τον κατέκλυζε ήταν τόσο μεγάλος, που ευχαρίστως θα της μιλούσε με λέξεις που δεν άρμοζαν στην ηθική του.

Το τελευταίο της γράμμα, όταν ανακάλυψε την σκευωρία που είχε στήσει η γιαγιά της, άργησε να φτάσει στα χέρια του περισσότερο από τον αναμενόμενο χρόνο. Ήταν η εποχή που έπαιρνε τη μια μετάθεση μετά την άλλη και μέσα σε όλο αυτό τον αναβρασμό, το γράμμα που θα τους ένωνε από την αρχή, είχε παραπέσει. Ποιος το βρήκε και πότε, ο Μηνάς δεν έμαθε ποτέ αλλά όταν έφτασε στα χέρια του είχε ήδη γνωρίσει μια άλλη γυναίκα και η σχέση τους είχε προχωρήσει ήδη αρκετά και απρόσμενα. Ίσως γιατί και οι δυο είχαν την ανάγκη της αγκαλιάς, της τρυφερότητας και της παρέας, ίσως γιατί κατά βάθος τσακωνόταν με τον ίδιο του τον εαυτό που δεν είχε παντρευτεί την Μάγδα πριν φύγει. Ήταν παράλογο το γνώριζε, δυο παιδαρέλια που καλά-καλά δεν έβγαζαν τα απαραίτητα για να θρέψουν τον εαυτό τους, πως θα έβαζαν στεφάνι στο κεφάλι τους και με ποιο τρόπο θα κατάφερναν να το τιμήσουν; Κι αν είχαν πάρει τέτοια απόφαση, ποιος τους εξασφάλιζε ότι η αγάπη τους ήταν τόσο δυνατή που θα μπορούσε να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο και η οικονομική ανέχεια δεν θα άνοιγε διάπλατα πόρτες και παράθυρα έτσι ώστε ο αέρας να παρασύρει στη δύνη του και να εξαφανίσει κάθε αθώο παιδιάστικο συναίσθημα;

Του πήρε λίγα χρόνια για να βρει το κουράγιο να πει στην Μάγδα ότι παντρευόταν και τα όνειρα που έκαναν παρέα, τα ζούσε πλέον με μια άλλη γυναίκα.

Η Μάγδα δεν μπορούσε να δεχθεί καμία από τις δικαιολογίες του. Τον είχε κατηγορήσει ως ‘’λιποτάκτη της αγάπης’’ και με όση αξιοπρέπεια της είχε απομείνει μετά από όσα του είχε πει, είχε φύγει κάνοντας μεταβολή.
‘’Ούτε σε μια άδεια δεν έψαξες να με βρεις και ας ήξερες ότι ζούσα και σχεδίαζα την ημέρα του γάμου μας και χωρίς να προσπαθήσεις για τίποτα, τόλμησες να αμφισβητήσεις τα συναισθήματά μου. Έχεις προσβάλει όχι μόνο εμένα αλλά και όλα αυτά που ζήσαμε από μικρά παιδιά. Μια κλωτσιά τους έδωσες και τα πέταξες στη λίμνη με τα νούφαρα. Θυμάσαι; Από την εποχή που το χρυσόψαρο ο Σωτήρης ήταν ο μοναδικός μου φίλος. Σε αγαπούσα από τότε, από την πρώτη ημέρα που σε γνώρισα, το ήξερες, στο είχα πει και υπέθεσες ότι το έβαλα στα πόδια. Θα μπορούσα να έχω πεθάνει Μηνά, από μια αρρώστια, από ένα αυτοκίνητο που έχασε την πορεία του κι έπεσε επάνω μου αλλά ούτε κι αυτό πέρασε από το μυαλό σου. Μόνο ό,τι σε βόλευε σκέφτηκες και τρύπωσες στην επόμενη αγκαλιά. Γιατί ήρθες μετά από τόσα χρόνια απουσίας μου λες;’’
‘’Για να μην μάθεις για το γάμο μου από την στήλη με τα κοινωνικά στις εφημερίδες’’.
‘’Παντρεύεσαι;’’ είχε ρωτήσει έκπληκτη και αντί για απάντηση είδε το κεφάλι του Μηνά να κοιτάζει τις μύτες των παπουτσιών του. ‘’Και ήρθες σε εμένα για να σου δώσω τι; άφεση αμαρτιών; Η ώρα η καλή σας εύχομαι και καλούς απογόνους και φρόντισε να μην σε δω στα μάτια μου ποτέ πια’’.
‘’Δουλεύω Μάγδα και επιτέλους κατάφερα να έχω τη θέση που ονειρευόμουν’’.
‘’Ξέρεις τι κατάφερες; ό,τι αγαπούσα να το ξεφτιλίσεις’’ είχε πει και ήταν η τελευταία της κουβέντα.

Εκείνο το απόγευμα, είχε γυρίσει στο γραφείο γιατί δεν ήξερε που αλλού να πάει. Κανονικά θα ήταν μόνη της αλλά ο Γιώργος Αγγελόπουλος ήταν εκεί και μόλις την είδε να ανοίγει την ξύλινη πόρτα, με τα μάτια πρησμένα και τρικλίζοντας, πετάχτηκε από το γραφεί του και την πήρε αυθόρμητα αγκαλιά. Η Μάγδα έκλαιγε κι εκείνος την παρηγορούσε με όποιο τρόπο μπορούσε κι εκείνο το απόγευμα ήρθαν πιο κοντά και όλα άλλαξαν μέσα στην ψυχή του Γιώργου. Η Μάγδα πήρε άλλη μορφή και υπόσταση και μεταμορφώθηκε σε μια γυναίκα που εκείνη τη στιγμή υπέφερε αλλά ο ίδιος ήξερε ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα άφηνε τον πρώτο της έρωτα πίσω, στη βαλίτσα της ψυχής με τις παιδικές αναμνήσεις. Ήταν σίγουρος ή έτσι τον βόλευε να πιστεύει.

***

‘’Γιατί γελάς;’’ τη ρώτησε ο Γιώργος.
‘’Θυμήθηκα όταν γύρισα στο γραφείο και με παρηγορούσες εσύ μετά την συνάντηση που είχα με τον Μηνά’’.
‘’Ο περιβόητος Μηνάς!’’ απάντησε και έκανε μια κίνηση να σηκωθεί από τον καναπέ της Μάγδας.
‘’Για που το έβαλες;’’
‘’Θα πάω στο ξενοδοχείο να μείνω, είναι καλύτερα για όλους μας’’.
‘’Δεν θα κουνήσεις ούτε ένα βήμα, εδώ θα μείνουμε μαζί και θα μιλήσουμε Γιώργο’’.
‘’Δεν θέλω να σου γίνω βάρος, ήρθα απρόσκλητος μέσα στη νύχτα και σου χτύπησα το κουδούνι. Θα μπορούσε να είχες κόσμο στο σπίτι ή ακόμα να σε πετύχω σε μια πιο προσωπική στιγμή’’.
‘’Και ποιος είναι αυτός που ακούει τους εξωτερικούς ήχους όταν ζει την ‘’στιγμή’’ του; το μόνο που ακούμε εκείνη την ώρα είναι η μουσική της λαγνείας’’.
‘’Η μουσική της λαγνείας, αλήθεια την έχεις ακούσει;’’
‘’Αδιάκριτη η ερώτηση αλλά από εσένα δεν έχω μυστικά. Όποιος ερωτεύτηκε έκανε το ταξίδι του παρέα με τις σειρήνες, έτσι δεν είναι;’’

Ο Γιώργος χαμογέλασε.

‘’Πεινάς, να φτιάξω κάτι πρόχειρο; Ό,τι έχει στο ψυγείο δηλαδή γιατί δεν φημίζομαι ούτε για τη μαγειρική μου αλλά ούτε για τη νοικοκυροσύνη μου’’.
‘’Μη …’’ ξεκίνησε να λέει ο Γιώργος αλλά η Μάγδα δεν τον άκουγε. Είχε ανοίξει το ψυγείο και γέμιζε ένα πιάτο με ό,τι έβρισκε μπροστά της. ‘’Δεν πεινάω’’ εξομολογήθηκε ντροπαλά ο άνδρας.
‘’Όταν θα αρχίσουμε την κουβέντα θα δεις ότι ένα κομμάτι τυρί θα το βάλεις στο στόμα σου. Λοιπόν τι έγινε σήμερα, τσακωθήκατε με την Βεατρίκη;’’
‘’Δεν τσακωθήκαμε, χωρίσαμε’’.
‘’Ξέρεις καλά ότι στη δική μας τη δουλειά έχουμε δει ζευγάρια να χωρίζουν και να παντρεύονται από την αρχή, άρα ας είμαστε φειδωλοί στα λόγια’’.
‘’Ούτε καυγάδες, ούτε τσακωμοί, ούτε σπασμένα πιάτα. Ήταν μια απόφαση την οποία την έχουμε πάρει χρόνια πριν και τώρα ήρθε η ώρα να την ολοκληρώσουμε’’.

Η Μάγδα τον κοίταξε σαστισμένη.

‘’Με την Βεατρίκη ερωτευθήκαμε, με τον ίδιο περίπου τρόπο που είχατε ερωτευθεί εσύ με τον Μηνά. Μόνο που εμείς παντρευτήκαμε και είδαμε όλο το έργο από την αρχή μέχρι το τέλος’’.
‘’Μισό λεπτό Γιώργο, δεν το δέχομαι, δεν καταστρέφονται όλοι οι γάμοι και στην τελική ανάλυση δεν καταλαβαίνω τι πήγε στραβά με εσάς τους δύο’’.
‘’Η καθημερινότητα και οι διαφορετικοί δρόμοι που αναγκαστήκαμε να πάρουμε’’.
‘’Δηλαδή;’’
‘’Απλές, καθημερινές τετριμμένες ανθρώπινες ιστορίες Μάγδα. Εγώ δούλευα πολύ και ερχόμουν σε επαφή με τόσο κόσμο και ιστορίες που θα μπορούσα να γράψω για κάθε μια υπόθεση που αναλάβαμε ολόκληρο βιβλίο. Η Βεατρίκη από τη δική της πλευρά, αφοσιώθηκε στην οικογένεια, στο μεγάλωμα της κόρης μας, τα τριμμένα ασημικά και τα γυαλισμένα πατώματα. Ο ορίζοντας του μυαλού της δεν άνοιξε περισσότερο και για να είμαι ειλικρινής, ορισμένες φορές ένιωθα ότι αντί να προχωράει προς τα μπρος, η Βεατρίκη είχε βάλει όπισθεν. Της άρεσε ο τρόπος που ζούσε και για να εξαφανίσω κάθε δικιά μου αμφιβολία, την είχα ρωτήσει χιλιάδες φορές αν είχε ανάγκη να ζήσει και κάτι άλλο πέρα από την ασφάλεια του σπιτιού, να δουλέψει, να ζήσει ανάμεσα στον κόσμο και η απάντηση ήταν πάντα αρνητική.

Είμαι μια χαρά Γιώργο και τα οικονομικά μας πάνε περίφημα. Ζω τη ζωή που ονειρεύτηκα, απαντούσε και συνέχιζε, που θέλεις να με κλείσεις; εδώ τουλάχιστον απολαμβάνω τη θάλασσα όλο το χρόνο, αν δεν δούλευες τόσο θα ήμουν μάλλον καλύτερα’’.

‘’Και τελικά;’’ ρώτησε η Μάγδα.
‘’Απομακρυνθήκαμε, εγώ με τις υποθέσεις μου και τη λαχτάρα να γίνω ένας μεγάλο όνομα στο χώρο μας και η Βεατρίκη αφοσιώθηκε στη λάτρα, τις ανάγκες της μικρής και το κολύμπι. Εμείς το είχαμε χάσει το τραίνο. Η ζωή που ο κάθε ένας από εμάς ονειρευόταν, είχε διαφορετική αφετηρία. Δεν υπήρχε πλέον επικοινωνία σε κανένα επίπεδο και δεν μας ενδιέφερε πια, είχαμε κουραστεί και είχαμε κουράσει ο ένας τον άλλο. Η αλήθεια είναι ότι δεν προσπαθήσαμε αρκετά, βολευτήκαμε στο τίποτα μας και εννοείται ότι το ερωτικό ενδιαφέρον το πετάξαμε μαζί με τις σακούλες σκουπιδιών έξω από το σπίτι’’.
‘’Πότε τα βάλατε κάτω και μιλήσατε;’’
‘’Πάνε μερικά χρόνια τώρα. Η Ηρώ ήταν στην εφηβεία κι εγώ ανακάλυψα γυρνώντας στο σπίτι ένα βράδυ ότι δεν ήθελα να βάλω το κλειδί ούτε στην εξώπορτα. Δεν ήθελα να γυρίσω αλλά δεν τόλμησα να το κάνω. Γύρισα κι εκείνο το βράδυ και πολλά άλλα ακόμα, μέχρι που μια Κυριακή που η Ηρώ απουσίαζε, ζήτησα στη Βεατρίκη να μιλήσουμε’’.
‘’Τσακωθήκατε;’’
‘’Καθόλου όσο περίεργο κι αν σου φανεί. Ένιωθε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, της υποσχέθηκα ότι δεν θα έκανα τίποτα για να διαταράξω την ψυχική ηρεμία της κόρης μας μέχρι να τελειώσει το σχολείο και να δει τι θέλει να κάνει στη συνέχεια και δεδομένου ότι η Βεατρίκη δεν έχει άλλο εισόδημα, της έκανα μια εικονική πρόσληψη στην εταιρία, ως γραμματέας βέβαια, για να παίρνει ένα μισθό και να καταφέρει αργότερα να πάρει τη δική της σύνταξη’’.
‘’Και συμφώνησε;’’
‘’Φυσικά, ήταν δίκαιο αυτό που κάναμε για το παιδί μας. Καταλαβαίνεις ότι με αυτό τον τρόπο η Ηρώ δεν θα έχει ποτέ την οικονομική έννοια της μητέρας της. Ήθελα πάντα να υπάρχει ισορροπία στη ζωή μου και η Ηρώ ήταν, είναι και θα είναι η ζωή μου ολόκληρη’’.

Η Μάγδα τον άκουγε και έπαιζε νευρικά με το μενταγιόν της. Είχε βουρκώσει.

‘’Τι έπαθες εσύ τώρα;’’ ρώτησε ο Γιώργος.
‘’Μακάρι να είχα έναν πατέρα σαν εσένα, μακάρι να με είχαν αγαπήσει κι εμένα με τον τρόπο που αγαπάς το παιδί σου αλλά η ζωή τα έφερε έτσι που οι γονείς μου δεν πρόλαβαν να με γνωρίσουν και έπεσα στα χέρια της κακιάς μάγισσας’’.
‘’Για τη γιαγιά σου λες να υποθέσω’’.
‘’Όποιος τη γνώρισε καλή κουβέντα γι’ αυτή τη γυναίκα δεν έχει να πει, σου μοιάζει τυχαίο, γιατί εμένα πάλι καθόλου’’.
‘’Ποιος τη φροντίζει;’’
‘’Εσύ ποιος λες;’’
‘’Και η αδελφή σου τι κάνει;’’
‘’Είναι καλά και σου στέλνει χαιρετίσματα. Ξέχνα την Αγνή, δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα. Οικονομικά εξαρτάται από τον άνδρα της και δεν τους περισσεύουν με δυο παιδιά’’.
‘’Μάγδα να σε ρωτήσω κάτι, είσαι ευτυχισμένη;’’

Στο σαλόνι επικράτησε μια σιγή δευτερολέπτων και μετά ακούστηκε το γάργαρο γέλιο της κοπέλας.

‘’Ευτυχισμένη δεν είμαι αλλά σίγουρα δεν είμαι δυστυχισμένη και αναγνωρίζω ότι η διαδρομή που έχω κάνει μέχρι να φτάσω εδώ, ήταν δύσκολη και δεν θα τα κατάφερνα χωρίς τη βοήθειά σου. Η ευτυχία είναι μεγάλη λέξη και ίσως να την έχουμε υπερεκτιμήσει’’.
‘’Τι θέλεις να πεις;’’
‘’Είναι δυνατόν να είμαστε ευτυχισμένοι όλη την ώρα, θα μοιάζουμε με πλάσματα αλλοπρόσαλλα’’.
‘’Έχεις δίκιο, τι νοιώθεις όμως;’’
‘’Τι με ρωτάς Γιώργο;’’

Μέσα στο δωμάτιο η ατμόσφαιρα άλλαξε και έγινε ηλεκτρισμένη και η Μάγδα συνέχιζε να παίζει νευρικά με το μενταγιόν της.

‘’Το φοράς πάντα αυτό;’’
‘’Μην προσπαθείς να ξεφύγεις από την ερώτησή μου’’.
‘’Θα σου απαντήσω αλλά έχω κάποιες απορίες σχετικά με …’’.
‘’Πες μου πρώτα τι με ρωτάς και μετά θα σου απαντήσω σε ό,τι θέλεις’’.

Ο Γιώργος έβηξε από νευρικότητα. ‘’Σου φέρνω νερό’’ είπε η Μάγδα πηγαίνοντας στην κουζίνα.

‘’Αν παίζαμε ένα παιχνίδι και σε ρώταγα τι είναι για εσένα ο Γιώργος Αγγελόπουλος, τι θα απαντούσες;’’ ρώτησε έχοντας γίνει ήδη κατακόκκινος και το ποτήρι με το νερό κόντεψε να πέσει από τα χέρια της Μάγδας.
‘’Σε ποιο επίπεδο; Τι εννοείς;’’
‘’Πιστεύω ότι δεν με βλέπεις μόνο ως εργοδότη σου. Έχω δίκιο;’’

Τώρα ήταν η σειρά της Μάγδας να κοκκινίσει και άρχισε να δαγκώνει το κάτω χείλος της.

‘’Νοιώθω βαθιά εκτίμηση κι ευγνωμοσύνη’’ απάντησε.
‘’Ευγνωμοσύνη, τι μεγαλειώδης λέξη αλλά πόσο ισοπεδωτική’’.
‘’Ισοπεδωτική; Δεν σε καταλαβαίνω, με πήρες στη δουλειά σου ως δακτυλογράφο και κοίτα τώρα που έχω φτάσει κι εδώ που είμαι δεν έφτασα μόνη μου κι εσύ μου λες ότι το συναίσθημα της ευγνωμοσύνης που νιώθω για σένα είναι …’’.
‘’Καταλαβαίνεις ότι δεν θα έκανα κάτι τέτοιο για μια οποιαδήποτε δακτυλογράφο’’.
‘’Εγώ όμως ήμουν μια από αυτές’’.
‘’Έβλεπα ότι είχες όνειρα Μάγδα και σου έδωσα μια σκουντιά κι εσύ πέταξες όσο πιο ψηλά μπορούσες’’.
‘’Σε ευχαριστώ αλλά χωρίς την βοήθειά σου και μιλάω από την πρακτική πλευρά των πραγμάτων, δεν θα ήμουν εδώ που είμαι σήμερα. Χρειάζονται χρήματα και υποστήριξη κι εσύ μου τα έδωσες όλα, άρα θα μου επιτρέψεις να νιώθω όσο ευγνώμων θέλω’’.
‘’Μην μουτρώνεις’’.
‘’Θεωρώ ότι αδικείς τον εαυτό σου’’.
‘’Δεν είναι αυτό Μάγδα, δεν τον αδικώ και ξέρω πολύ καλά τι έκανα αλλά πίσω από αυτές τις ερωτήσεις υπάρχει και κάτι άλλο κι αυτό το κάτι άλλο το ξέρεις κι εσύ’’.

Σιγή, εκκωφαντική σιγή και ανάσες που έβγαιναν κοφτές και γρήγορες και ματιές που δεν ήξεραν που να κοιτάξουν.

‘’Θα σε βγάλω από τη δύσκολη θέση εγώ’’ ξεκίνησε να λέει ο Γιώργος, ‘’γνωρίζω ότι είμαι αρκετά χρόνια μεγαλύτερός σου’’.
‘’Δεκαπέντε δεν τα λες και πολλά’’.
‘’Σίγουρα δεν είναι λίγα. Ο Μηνάς ήταν συνομήλικός σου και να είσαι σίγουρη ότι όλα αυτά τα καταλαβαίνω αλλά Μάγδα δεν το ήθελα όταν ένοιωσα ότι άρχισα να έχω παραπάνω συναισθήματα για εσένα. Είναι ο τρόπος που εκφράζεσαι, τα όνειρα που έχεις και τα κυνηγάς, το πείσμα σου, τα κοινά μας ενδιαφέροντα. Δεν μοιάζω με σταρ του κινηματογράφου, ούτε έχεις να ζηλέψεις τίποτα επάνω μου αλλά σε νοιάζομαι με έναν τρόπο που μόνο ένας άνδρας μπορεί να καταλάβει και ταυτόχρονα φοβάμαι σαν μαθητής στο πρώτο του ραντεβού’’.
‘’Έχουμε βγει ραντεβού τώρα;’’ είπε η Μάγδα γελώντας και αμέσως μετά σώπασε.

‘’Άκου’’ ξεκίνησε να λέει ο Γιώργος ‘’θα αφήσουμε την ιστορία αυτή εδώ και θα κουβεντιάσουμε πάλι όταν θα έχει ολοκληρωθεί το διαζύγιό μου. Δεν θέλω να εκμεταλλευτώ καμία κατάσταση κι εσύ δεν πρέπει να χάνεις χρόνο με κάτι τύπους σαν εμένα’’.
‘’Δεν θα ένιωθα ότι χάνω το χρόνο μου Γιώργο αλλά σίγουρα όσο η Βεατρίκη είναι στη ζωή σου, η πιθανότητα να βρεις μια σύντροφο που να αξίζει τον κόπο μειώνεται, δεν νομίζεις;’’

Ο Γιώργος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και όλη την αλήθεια δεν την είχε πει. Με την Βεατρίκη είχαν ολοκληρώσει τη διαδικασία του διαζυγίου δυο χρόνια πριν αλλά δεν είχαν πει κουβέντα σε κανέναν. Προστάτευαν και οι δυο την Ηρώ. Σήμερα κράτησε το στόμα του κλειστό για να δώσει τον χρόνο που χρειαζόταν η γυναίκα που είχε απέναντί του για να το σκεφθεί. Δεν ήθελε να κάνει βιαστικές κινήσει.

‘’Έχεις απόλυτο δίκιο Μάγδα’’ είπε και συνέχισε ‘’θα μου πεις γι’ αυτό το μενταγιόν που φοράς διαρκώς, είναι πολύ ωραίο μεν αλλά δεν έχω καταλάβει, το φοράς και με τις πιτζάμες;’’

Η Μάγδα το κράτησε στο χέρι της σφιχτά, χαμογέλασε και χάθηκε στις σκέψεις της.

‘’Μικρή, που είσαι;’’
‘’Σκεφτόμουν …’’.
‘’Αυτό το κατάλαβα αλλά για να το φοράς συνέχεια σκέφτηκα ότι θα είναι δώρο του …’’.
‘’Μηνά;’’ ρώτησε η Μάγδα και ένα τρανταχτό γέλιο βγήκε από το στήθος της. ‘’Θα με πνίξεις Γιώργο. Όχι, αυτό το μενταγιόν είναι το φυλαχτό μου, το φοράω για να μου φέρνει καλή τύχη και στα χέρια μου έφτασε με έναν παράδοξο τρόπο’’.
‘’Δηλαδή;’’
‘’Ήμουν παιδί του δημοτικού όταν βγαίνοντας από το σχολείο, μια καλοβαλμένη κυρία, από αυτές τις αρκετά ευκατάστατες, ήρθε στάθηκε μπροστά μου, το έβαλε στη χούφτα μου χωρίς να πει κουβέντα και μπήκε στο αυτοκίνητό της κι έφυγε’’.
‘’Αυτά συμβαίνουν μόνο στις ταινίες’’.
‘’Σε εκείνη την ηλικία μόνο αυτό δεν σκέφτηκα. Τα έχασα και για κάποιο ανεξήγητο λόγο αποφάσισα ότι πρέπει να το κρατήσω μυστικό’’.
‘’Δεν το ξέρει κανείς;’’
‘’Όχι, δεν είπα ποτέ σε κανέναν τίποτα. Στην αρχή ήταν σκουλαρίκι και το είχα φυλαγμένο ανάμεσα σε κάτι πανιά. Όταν έφυγα από το σπίτι της γιαγιάς, είχα κατά νου να το φτιάξω σε μενταγιόν. Ένα σκουλαρίκι δεν έλεγε τίποτα. Μάζευα χρήματα και να τελικά που τα κατάφερα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν το πούλησα, ίσως γιατί από την αρχή όποτε ήθελα κάτι πολύ, το έπιανα στα χέρια μου, το έσφιγγα, έκλεινα τα μάτια μου και ήταν σαν να παρακαλώ το τζίνι μου να μου κάνει το θέλημά μου’’.
‘’Είναι διαμάντι το ξέρεις;’’
‘’Μου το είπαν στο κοσμηματοπωλείο και με ρώτησαν που το βρήκα’’.
‘’Κι εσύ τι τους απάντησες;’’
‘’Δώρο της μητέρας μου πριν πεθάνει αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι με πίστεψαν. Μου είχε φανεί αρκετά αληθοφανής ως απάντηση. Τι να έλεγα;’’
‘’Και η αλυσίδα;’’
‘’Αχ, αυτή την πληρώνω ακόμα, κάθε μήνα’’.
‘’Ειλικρινά δεν μπορώ να σε καταλάβω, οποιαδήποτε άλλη θα το είχε πουλήσει’’.
‘’Και ποιος σου είπε ότι καταλαβαίνω γιατί το έχω κάνει όλο αυτό;’’ είπε και καθώς είχε χαλαρώσει με τη συζήτηση, όπως γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του, βρέθηκαν τα πρόσωπά τους τόσο κοντά που χωρίς να το σκεφθούν δεύτερη φορά ενώθηκαν σε μακρόσυρτο βαθύ φιλί.

***

‘’Μην φύγεις’’ ζήτησε στον Γιώργο η Μάγδα εκείνο το βράδυ προσπαθώντας να μαζέψει τα πεταμένα από το πάτωμα ρούχα τους.

Ζάκυνθος, καλοκαίρι, διακοπές! Κάντε την κράτησή σας τώρα

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here