Η Ερασμία Καπάτου ήταν προϊσταμένη στην πτέρυγα τοκετών. Το ύφος της αλλά και η συμπεριφορά της, ήταν ενός απαιτητικού ανθρώπου πέρα από το συνηθισμένο. Μέσα σε αυτά που την ενοχλούσαν, ήταν να βλέπει γυναίκες γιατρούς και ατημέλητους ανθρώπους, ειδικά ειδικευόμενους. Για τους τελευταίους δεν είχε καμία δικαιολογία ακόμα κι όταν συνέχιζαν την βάρδιά τους μετά από εφημερία. Ιδιαίτερα αυστηρή με τη συνέπεια στην ώρα δεν έδινε ελαφρυντικά σε κανέναν. 

Η λευκή στολή της ήταν πάντα ατσαλάκωτη. Η Ρούμπι αναρωτιόταν μήπως είχε κρυμμένο κάτω από το γραφείο της ένα ηλεκτρικό σίδερο και κάθε τόσο σιδέρωνε στα κρυφά τη στολή της. Ήταν αδύνατο να είναι πάντα τόσο περιποιημένη. Έμοιαζε σαν να είχε φορέσει τη λευκή της ρόμπα της εκείνη τη στιγμή κι αυτό δεν μπορούσε να συμβαίνει με τη δουλειά που έκανε. 

Η Ερασμία κοιτούσε με το ξινισμένο της ύφος την Ρούμπι.

“Έχετε ήδη αργήσει” της είπε “το πρωινό επισκεπτήριο έχει ξεκινήσει, εκτός αν ήρθατε από νωρίς για το μεσημεριανό, οπότε μάλλον θα περιμένετε”.

‘’Για να μην την κουνάει κανείς από τη θέση της με τη γλώσσα που έχει, απευθυνόμενη αδιακρίτως ηλικίας και θέσης σε συναδέλφους της αλλά και καταξιωμένους γιατρούς, μάλλον θα κάνει καλά τη δουλειά της’’ σκέφτηκε η Ρούμπι.

“Το γνωρίζω αλλά είμαι στην ομάδα του γιατρού …”.
“Ξέρω πολύ καλά σε ποια ομάδα είστε, ο γιατρός δεν έχει έρθει ακόμα και όλοι οι υπόλοιποι τον περιμένουν στο γραφείο του. Θα σας έλεγα, αφού ρίξετε λίγο νερό στο πρόσωπό σας πρώτα, να τους συναντήσετε εκεί. Εδώ δεν είναι χώρος αναμονής” είπε χωρίς να σηκώσει τα μάτια της από τα χαρτιά της. Τα λόγια της έφεραν την Ρούμπι σε άβολη θέση και τη γέμισαν με θυμό με αποτέλεσμα να κοκκινίσει.

Ήταν άυπνη και με μάτια πρησμένα. Τα μαλλιά τα είχε πιάσει βιαστικά σε μια αλογοουρά και τα ρούχα της ήταν τσαλακωμένα. Το πρωί φόρεσε ότι βρήκε μπροστά της, πεταμένα στη καρέκλα του υπνοδωματίου της, από την προηγούμενη μέρα. Η αδελφή Ερασμία την είχε βάλει στη θέση της χωρίς πολλά λόγια. 

Η διπλή πόρτα που οδηγούσε στους θαλάμους άνοιξε και ένα τσούρμο από γιατρούς και ειδικευόμενους περνούσε από μπροστά της. Παρατηρήσεις, αναλύσεις, χαμόγελα αλλά και πρόσωπα σοβαρά. Κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί της, τους προσπέρασε και με ύφος χαμένο ακολούθησε τη γνωστή διαδρομή για το γραφείο του γνωστού γυναικολόγου Δαμιανού Ράπτη. Μπήκε μέσα και χαμογέλασε στους υπόλοιπους γιατρούς μηχανικά. Κάθισε όρθια σε μια γωνιά κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Θυμήθηκε την ημέρα που είχε έρθει για να περάσει την πρώτη της συνέντευξη για τη θέση της ειδικευόμενης.

Η μητέρα της διαφωνούσε μαζί της σε όλα. Πρώτα απ’ όλα της ήταν αδύνατο να καταλάβει γιατί μια γυναίκα να ήθελε να γίνει γιατρός. Ένας άνδρας ναι αλλά μια γυναίκα και πολύ περισσότερο της δικιάς τους κοινωνικής τάξης, αυτό ήταν κάτι που την ξεπερνούσε. Το άλλο που έβγαζε από τα ρούχα της την κυρία Ελένη, ήταν η εμμονή της κόρης της να εργαστεί για το δημόσιο, μα υπήρχαν και ιδιωτικές κλινικές πρώτης τάξεως και τέλος πάντων μέσα εκεί θα συναναστρεφόταν με άλλη ποιότητα κόσμου. Δεν είχαν όλοι την άνεση να μπορούν να πληρώσουν για μια καλή νοσηλεία και όσοι είχαν τον τρόπο να το κάνουν, κάτι παραπάνω θα είχαν να προσφέρουν με τις γνωριμίες τους στην κόρη της.

“Καλημέρα σε όλη την ομάδα, συγγνώμη που άργησα αλλά προέκυψε ένα έκτακτο περιστατικό” είπε ο Δαμιανός Ράπτης μπαίνοντας στο γραφείο του με ύφος βλοσυρό. Κοίταξε όλους τους γιατρούς και το βλέμμα του πέρασε από πάνω της χωρίς να σταθεί. Ήταν από κοινού η απόφαση να μην δώσουν δικαίωμα στο νοσοκομείο για τη σχέση τους και το τελευταίο που επιθυμούσε η Ρούμπι, ήταν να την κατηγορήσουν για ‘’ιδιαίτερη’’ μεταχείριση.

“Πάμε” τους είπε και ξεκίνησαν την επίσκεψή τους από μια νεαρή ετοιμόγεννη γυναίκα που παρουσίαζε αιμορραγία και χαμηλή πίεση. Τα χέρια του Δαμιανού Ράπτη ήταν αυτά που από την αρχή την είχαν μαγνητίσει. Δάχτυλα μακριά και λεπτά, άγγιζε τις ασθενής του με ευγένεια και σεβασμό.
“Σας πονάω κυρία Χατζή;” ρώτησε ο γιατρός πιέζοντας ελαφρά το υπογάστριο της γυναίκας και κοιτώντας τη στα μάτια.
“Ίσως, ναι λίγο” είπε η νεαρή γυναίκα ντροπαλά.

Ο Δαμιανός Ράπτης κοίταξε το διάγραμμα στα πόδια του κρεβατιού ήταν σχεδόν κενό, εκτός από τα πολύ βασικά. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τραβήχτηκαν.

“Ποιος πήρε το ιατρικό ιστορικό της κυρίας Χατζή;” ρώτησε και τα ρουθούνια ανοιγόκλειναν θυμωμένα.
“Εγώ” απάντησε ο άντρας που στεκόταν δίπλα στη Ρούμπι.
“Κύριε Παπαθανάση, το διάγραμμα της ασθενούς είναι σχεδόν κενό, αυτό να μην ξανασυμβεί”.
“Ξέρετε …”
“Είπα, αυτό να μην ξανασυμβεί. Να συμπληρωθεί το ιστορικό αμέσως και το απόγευμα θα περάσουμε να την δούμε ξανά. Εσείς κυρία Χατζή το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να ξεκουραστείτε και να είσαστε ήρεμη. Τώρα σας φροντίζουμε εμείς” είπε και της χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελό του.

Ήθελε δεν ήθελε η Ρούμπι θυμήθηκε ότι όταν είδε για πρώτη φορά αυτό το χαμόγελο, σκέφτηκε ότι ο Δαμιανός Ράπτης θα ήταν από αυτούς τους αντιπαθητικούς γιατρούς, που όλη τους τη γοητεία την εξαντλούσαν στο να σαγηνεύσουν το γυναικείο πληθυσμό. Όταν ο Δαμιανός άρχισε να τη φλερτάρει με τον πιο διακριτικό και παλιομοδίτικο τρόπο που θα μπορούσε ένας άντρας να την πλησιάσει, είχε εντυπωσιαστεί. 

Την ίδια στιγμή, ο Γιώργος Παπαθανάσης είχε ενοχληθεί από την παρατήρηση που του έκανε ο γιατρός Ράπτης μπροστά στην ασθενή και είχε τόσο κόκκινος που έμοιαζε να έχει πυρετό. Η Ρούμπι ήθελε να του πει ότι ο Δαμιανός ήταν ένας γλυκός και τρυφερός άνθρωπος αλλά κράτησε το στόμα της κλειστό και τους ακολούθησε έξω από το δωμάτιο. Μετά το τέλος της επίσκεψης σε όλες τις γυναίκες του ορόφου, ο Δαμιανός Ράπτης έπιασε από τους ώμους τον Γιώργο Παπαθανάση. Το ένστικτό του τον οδηγούσε σωστά.

“Γιατρέ” του είπε, “αν εξαιρέσουμε την ελλιπή αναφορά στο διάγραμμα της κυρίας Χατζή, οφείλω να σας συγχαρώ για το σύνολο της δουλειάς σας. Θα γίνετε ένας εξαιρετικός μαιευτήρας και είναι χαρά μου που συνεργάζομαι μαζί σας”.

Η Ρούμπι βλέποντας τον τρόπο που ο Δαμιανός χειριζόταν τους ανθρώπους και τις καταστάσεις, αναθάρρησε. Για ένα πράγμα ήταν σίγουρη, ότι δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο για να ανησυχεί, τι κρίμα αλήθεια που έμεινε ξάγρυπνη όλο το βράδυ φοβούμενη τις αντιδράσεις του. ‘’Ανασφάλειες’’ σκέφτηκε και συνέχισε να ακολουθεί την πορεία της ομάδας χαμογελαστή.

***

Όταν η Ρούμπι αποφάσισε να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, η Ελένη είχε φέρει ένα σωρό δικαιολογίες για να την αποτρέψει. Ήταν κάτι που δεν χωρούσε το μυαλό της και η ψυχή της κλώτσαγε. 

“Μα πως είναι δυνατόν να αφήνει το σπίτι της στην Κηφισιά, για να πάει να ζήσει σε ένα από αυτά τα διαμερίσματα στο κέντρο. Τέτοια ανατροφή της δώσαμε εμείς;” ρωτούσε τον άντρα της.
“Ελένη μου, οι διαστάσεις ενός σπιτιού καμιά σχέση δεν έχουν με την ανατροφή”.
“Αυτά της λες και τα μυαλά της έχουν πάρει αέρα”.
“Να την αφήσεις ήσυχη, η Ρούμπι ξέρει πολύ καλά τι κάνει” της απαντούσε κρυμμένος συνήθως πίσω από την εφημερίδα του.

‘Οσο κι αν πάσχισε να εμποδίσει η Ελένη την Ρούμπι να μετακομίσει, δεν κατάφερε τίποτα. Το μικρό διαμέρισμα που είχε βρει, το μοιραζόταν με άλλη μια ειδικευόμενη γιατρό, την Αφροδίτη Δεληγιάννη.

“Να κάνεις αυτό που θέλεις εσύ, να μην σκεφτείς τίποτα και κανέναν άλλο. Μόνο τον εαυτό σου κι αυτό …” της είχε πει όταν έμαθε τα νέα που της ξεφούρνισε το προηγούμενο απόγευμα η Ρούμπι. Η ζωή της είχε πάψει να είναι ανέμελη και οι πράξεις της είχαν αρχίσει να περιπλέκονται. Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε και έτρεξε να ανοίξει ισιώνοντας νευρικά την μπλούζα της.

“Πεινάω” της είπε ο Δαμιανός και κόλλησε επάνω της.
“Το φαγητό θα είναι σε λίγο έτοιμο”.
“Μπορούμε να το αφήσουμε να περιμένει” της είπε και την τράβηξε πάνω του.
“Πεινάς ή …”
“Ακριβώς, πεινάω για σένα” της είπε και την έσυρε από το χέρι στον καναπέ.
“Μπορεί να έρθει η Αφροδίτη, δεν ξέρω το πρόγραμμά της” μουρμούρισε κοιτώντας τα μαξιλάρια που είχαν γίνει μια άτσαλη στοίβα πάνω στο χαλί.
“Δεν με ενδιαφέρει” της απάντησε και χωρίς δεύτερη κουβέντα έκανε αυτό που ήξερε ότι της άρεσε περισσότερο από όλα. Οι άναρθρες κραυγές της Ρούμπι αλλά και η αγωνία ότι η πόρτα του σαλονιού μπορούσε να ανοίξει ανά πάσα στιγμή, την έκαναν να τον θέλει ακόμα πιο γρήγορα και πιο πολύ. Λαχάνιασαν, ίδρωσαν, φώναξαν και η ίδια ένιωσε την απίστευτη διαφορά στον τρόπο που το σώμα ανταποκρίθηκε. Τώρα πια δεν την έπιανε νευρικό γέλιο, είχε φροντίσει ο υπέροχος αυτός άνδρας που έτυχε στο διάβα της, να την οδηγήσει στα μονοπάτια του έρωτα χωρίς να βιάζεται. Ήταν ο μέντοράς της.

Ο Δαμιανός, όταν η ανάσα του βρήκε το ρυθμό της, σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. Η Ρούμπι τον ακολούθησε. Το νερό στη μπανιέρα έτρεχε ζεστό και παρακολουθούσε τον άντρα που της είχε πάρει το μυαλό και την καρδιά να σαπουνίζει το κορμί του.

“Έλα κι εσύ” της είπε με νόημα “το πολύ πολύ να μην προλάβουμε να φάμε σήμερα”.
“Δαμιανέ είμαι έγκυος” του είπε χωρίς περιστροφές και προλόγους.
“Αυτό να μην το λες ούτε γι’ αστείο” της απάντησε και συνέχισε να τρίβει με το σαπούνι το σώμα του.
“Είμαι έγκυος” είπε με την ήρεμη, σταθερή φωνή της.

Τα ελάχιστα δευτερόλεπτα κύλησαν τόσο αργά που έμοιαζαν με ώρες.

“Πως στην ευχή άφησες να συμβεί κάτι τέτοιο;” τη ρώτησε σχεδόν επιθετικά.
“Άφησα; Τι εννοείς άφησα, δεν ήμουν μόνη μου σε αυτό ξέρεις, ήσουν κι εσύ εκεί”.
“Το σώμα σου είναι δική σου ευθύνη, αλίμονο αν μια γιατρός δεν ξέρει πως να προφυλαχθεί από μια τυχαία εγκυμοσύνη” είπε, ρίχνοντας παγωμένο νερό στο πρόσωπό του αυτή τη φορά, “εκτός αν δεν ήταν ακριβώς τυχαία” είπε.

Η Ρούμπι δεν ήξερε αν ήθελε να τον χαστουκίσει ή να κλάψει. Τίποτα από τα δύο όμως δεν θα έλυνε το πρόβλημα. ‘’Είναι πρόβλημα ένα παιδί;’’ αναρωτήθηκε και κούνησε το κεφάλι της.

“Προτιμώ να μην συνεχίσουμε τη συζήτηση σε αυτό το επίπεδο. Δεν ταιριάζει σε κανέναν από τους δυο μας” είπε στον Δαμιανό, όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε.
“Σου ζητώ συγγνώμη, έχεις δίκιο και τέλος πάντων όλα τακτοποιούνται μια χαρά όπως ξέρουμε”.
“Τι εννοείς;”
“Μια είναι η λύση και το καταλαβαίνεις. Δεν πιστεύω να σου πέρασε από το μυαλό ότι αυτό το παιδί μπορεί …”
“Μπορεί τι Δαμιανέ;”
“Θα τα κανονίσω εγώ μην ανησυχείς, ειλικρινά δεν έχεις τον παραμικρό λόγο να φοβάσαι. Για την ακρίβεια δεν θα καταλάβεις τίποτα”.

Η Ρούμπι δεν απάντησε. Γύρισε την πλάτη και επέστρεψε στο σαλόνι. Τακτοποιούσε τα μαξιλάρια και τίναζε με μανία το ύφασμα του καναπέ και ο θυμός της, αυτός ο μεγάλος φύλακας άγγελός της, την έκανε να δει την άλλη πλευρά του Δαμιανού Ράπτη. Του γιατρού με τα υπέροχα δάχτυλα, την ευγενική ψυχή και το όμορφο πρόσωπο. Την ακολούθησε και ακούμπησε τον ώμο του στο κούφωμα της πόρτας, χαρίζοντάς της ένα από εκείνα τα σαγηνευτικά χαμόγελα.

“Αντιλαμβάνομαι ότι φοβάσαι” είπε καθώς την πλησίασε αγκαλιάζοντάς την. “Όμως τι φαντάστηκες, γιατροί είμαστε και οι δυο, θα απευθυνθούμε στον καλύτερο. Νομίζεις ότι κάτι τέτοιο πρώτη φορά συμβαίνει στον κύκλο των γιατρών;”

Αυτά ήταν τα λόγια ενός μαιευτήρα που έφερνε στον κόσμο παιδιά και ζούσε την αγωνία των γυναικών αλλά και των ζευγαριών που πάσχιζαν να αποκτήσουν το δικό τους και της εξηγούσε, ούτε καν που της ζητούσε, να το πετάξει από μέσα της το δικό τους παιδί σαν να ήταν ένα ενοχλητικό ζωύφιο. 

“Όχι” είπε η Ρούμπι και ο τόνος στη φωνή της έδειχνε ότι δεν σήκωνε αντιρρήσεις.
“Μα τότε …”
“Ακριβώς” απάντησε χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της “αυτό το παιδί είναι το παιδί μου”.

Ο Δαμιανός την κοιτούσε και δεν πίστευε αυτά που άκουγε. Η έκφρασή του είχε σκληρύνει και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του έκαναν το πρόσωπό του να μοιάζει σαν παγωμένο μάρμαρο.

“Καταλαβαίνεις ότι θα καταστρέψεις την σταδιοδρομία σου για κάτι που ακόμα δεν έχει πάρει μορφή. Σκέτα άμορφα κύτταρα είναι, αυτό το έμαθες και στο μάθημα της εμβρυολογίας. Να βλέπεις με ρομαντική διάθεση αυτό που σου συμβαίνει, δεν το βρίσκω ούτε έξυπνο, ούτε …”
“Ούτε τι;” ρώτησε η Ρούμπι εκνευρισμένη. Ο Δαμιανός όμως δεν της έδωσε σημασία, ούτε πάλεψε για να την ησυχάσει.
“Μήπως το σχέδιό σου τελικά ήταν να σε παντρευτώ; Βολικό έτσι δεν είναι;”
“Όσο μιλάς με κάνεις να σε σιχαίνομαι όλο και περισσότερο”.
“Άκου Ρούμπι, το μόνο που με ενδιαφέρει είναι η καριέρα μου. Δεν σου υποσχέθηκα ποτέ τίποτα παραπάνω από αυτό που έγινε μέχρι πριν λίγο στον καναπέ. Το μόνο που με νοιάζει είναι το όνομά μου, η ιατρική μου κι όλες αυτές οι ευκαιρίες που υπάρχουν στη ζωή μου για να εξελιχθώ, δεν θα τις αφήσω να πάνε χαμένες. Αν αποφασίσεις να κρατήσεις αυτό το παιδί, θα το κάνεις μόνη σου. Εγώ δεν θα υπάρχω πουθενά, συνεννοηθήκαμε;”

Η Ρούμπι δεν ήξερε αν άκουγε τους χτύπους της καρδιάς της ή το ρολόι που φορούσε στο χέρι της. Ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργά και στο μέτωπό της εμφανίστηκαν οι σταγόνες ιδρώτα.

“Φύγε από εδώ αμέσως” είπε και χωρίς δεύτερη σκέψη άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός της. 

***

Την επόμενη ημέρα, γύρω στο μεσημέρι η Αφροδίτη έκανε την εμφάνισή της στο σπίτι μετά από μια εξαντλητική εφημερία. Τραγουδούσε και ήταν φορτωμένη με ψώνια από το κοντινό παντοπωλείο.

Τακτοποιούσε τα πράγματα ανοιγοκλείνοντας τα ντουλάπια της κουζίνας και ταυτόχρονα τιτίβιζε αδιάκοπα καθώς μετέφερε τα νέα από το νοσοκομείο και περιέγραφε τα ευτράπελα που συνέβαιναν σε κάθε εφημερία. Δεν αναρωτήθηκε ούτε για μια στιγμή γιατί η Ρούμπι βρισκόταν ξαπλωμένη στον καναπέ, με μάτια που θύμιζαν σπασμένους καθρέφτες και με όλα τα παράθυρα κλειστά.

“Πολύ σκοτεινά είναι εδώ μέσα …” ξεκίνησε να λέει και ξαφνικά σαν να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα συνειδητοποίησε την πραγματικότητα και σώπασε. “Σου ζητώ συγγνώμη, από την ώρα που ήρθα σε κουράζω με ιστορίες και κουτσομπολιά και εσύ έχεις μάλλον να μου πεις κάτι πολύ σοβαρό. Έτσι δεν είναι;”

Η Ρούμπι κούνησε το κεφάλι της.

“Να υποθέσω ότι του το είπες”.
“Δεν το θέλει, για την ακρίβεια τα έχει τακτοποιήσει όλα μια χαρά στο μυαλό του. Τον τρόπο που θα γλυτώσουμε και οι δυο από αυτή την άμορφη μάζα κυττάρων όπως είπε”.
“Πριν συνεχίσεις με τις υπόλοιπες λεπτομέρειες, εσύ αυτό θέλεις; Σε ρωτάω γιατί εμένα με ενδιαφέρει το τι θέλεις εσύ”.
“Όχι σε καμία περίπτωση αλλά πως να στο εξηγήσω, είναι όλα τόσο μπερδεμένα μέσα στο κεφάλι μου. Πως θα τα καταφέρω; Να παρατήσω ό,τι έχω κάνει μέχρι τώρα είναι μια λύση. Από την άλλη, αν συνεχίσω να εξασκώ το επάγγελμά μου, πότε θα βλέπω το παιδί, πότε θα είμαι κοντά του; Και τέλος πάντων όλη αυτή η κατάσταση είναι τόσο άδικη κι αυτό το πλασματάκι δεν φταίει σε τίποτα” είπε και χάιδεψε την κοιλιά της για πρώτη φορά.
“Ποιος σου είπε Ρούμπι ότι η ζωή είναι δίκαιη; Ποιος από εμάς διάλεξε που θα γεννηθεί και κάτω από ποιες συνθήκες; Κοίτα τη δικιά μου τη ζωή, φαντάστηκες ότι ήμουν ευχαριστημένη με μια μητέρα που το μόνο που την ένοιαζε ήταν πόσο γυάλιζε το παρκέ στο σαλόνι; Δεν θυμάμαι τίποτα που να με κάνει ευτυχισμένη κάθε φορά που η μνήμη μου γυρίζει στα παιδικά μου χρόνια. Η πιο ξέγνοιαστη περίοδος της ζωής μου, ξεκίνησε όταν νοικιάσαμε αυτό το σπίτι”.

Η Ρούμπι είχε κουραστεί να σκέφτεται και το μόνο που αποζητούσε ήταν να ξεχαστεί και να διασκεδάσει λίγο. Είχε ζητήσει στην Αφροδίτη να ετοιμάσει κάτι να φάνε, η μυρωδιά όμως του φαγητού την έφερνε αναγούλα.

Το κουδούνι του σπιτιού χτύπησε. Η Αφροδίτη έτρεξε να ανοίξει και η αλήθεια ήταν ότι από το μυαλό της πέρασε ότι ο Δαμιανός μπορεί να είχε επιστρέψει για να πει στην Ρούμπι ότι όσα της είχε πει το προηγούμενο βράδυ ήταν λόγια πανικού. Ήταν πολύ συνηθισμένο οι άντρες να αντιδρούν με αυτό τον τρόπο. Άνοιξε την πόρτα και είδε μπροστά της το τελευταίο άτομο που περίμενε να δει.

“Τι θα γίνει Αφροδίτη, θα με αφήσεις να περιμένω στο διάδρομο για πολύ ώρα ακόμα;” ρώτησε με το γνώριμο ύφος της η μητέρα της Ρούμπι.
“Κυρία Γαλάνη” ψέλλισε κι άνοιξε την πόρτα διάπλατα για να περάσει η Ελένη με το αψεγάδιαστο ντύσιμο και το φωτεινό της χαμόγελο. Στο σαλόνι απλώθηκε η μυρωδιά από το ακριβό άρωμά της.

“Η Ρούμπι δεν είναι εδώ;” ρώτησε κι εκείνη τη στιγμή, η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και η κόρη της, πιο ταλαιπωρημένη από ποτέ, εμφανίστηκε μπροστά της.

“Τι συμβαίνει παιδί μου;” ρώτησε ανήσυχη.
“Είμαι έγκυος μαμά”.

Η Ελένη κοίταξε την Ρούμπι κάνοντας ταυτόχρονα μια νευρική κίνηση πιάνοντας ασυναίσθητα το λαιμό της.

“Τι σκέφτεσαι να κάνεις;” ρώτησε με τόσο ήρεμη φωνή που κανείς μέσα στο σαλόνι δεν το περίμενε.
“Εμένα με συγχωρείτε” είπε η Αφροδίτη κι έφυγε κλείνοντας τη πόρτα του δωματίου της.

Η Ρούμπι κοίταξε τη μητέρα της γεμάτη απορία.

“Δεν πιστεύω ότι σου πέρασε από το νου ότι υπάρχει περίπτωση να το … ούτε τη λέξη δεν μπορώ να πω”.
“Ο πατέρας το θέλει;” ρώτησε η μητέρα της.
“Όχι”.
“Κατάλαβα” είπε και κούνησε το κεφάλι της με κατανόηση. “Ξέρεις τουλάχιστον πόσο είσαι;”
“Μερικών εβδομάδων, όχι πολύ. Εσύ τι θα έκανες μαμά αν ήσουν στη θέση μου;” ρώτησε η Ρούμπι με αγωνία.
“Στα δικά μου χρόνια” είπε η Ελένη “τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά και τόσο σκληρά όσο δεν φαντάζεσαι. Ούτε απελευθερωμένες υπήρξαμε και η επιλογή σε μια τέτοια περίπτωση ήταν μόνο μία”.
“Καταλαβαίνω ότι η ζωή μου θα αλλάξει με το που θα έρθει στον κόσμο αυτό το παιδί”.

Η Ελένη κάθισε στον καναπέ ισιώνοντας την φούστα της και διπλώνοντας τα μακριά της πόδια σε σταυροπόδι.

“Κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες αυτό συμβαίνει έτσι κι αλλιώς με ένα παιδί, αγάπη μου. Όταν ήρθες κι εσύ στον κόσμο άλλαξες ριζικά τη ζωή μου αλλά και του πατέρα σου”.
“Νομίζω ότι θέλεις να το κρατήσω, κατάλαβα καλά;”
“Δεν έχει καμία σημασία το τι θέλω εγώ, είμαι η τελευταία στον κόσμο που θα μπορούσα να σου δώσω συμβουλή. Το θέμα είναι τι θέλεις εσύ, αυτό όμως δεν μου απαγορεύει να σε νοιάζομαι και να ανησυχώ. Ούτε είμαι σε θέση να σου απαντήσω τι θα έκανα αν βρισκόμουν στη θέση σου, καταλαβαίνεις έτσι δεν είναι;”
“Μακάρι να ήξερα τι πρέπει να κάνω”.
“Θέλω να θυμάσαι κάτι, ό,τι και να αποφασίσεις εγώ θα σταθώ δίπλα σου. Αυτό μην το ξεχάσεις ποτέ” είπε η Ελένη.
“Θα το πεις στον μπαμπά;” ρώτησε η Ρούμπι με το κεφάλι κατεβασμένο και με τα δάκρυα να αναβλύζουν από τα μάτια της.
“Όχι βέβαια, ο μπαμπάς σε αγαπάει τόσο, όσο κανένα άλλο πλάσμα στον κόσμο αλλά πως να το κάνουμε, είναι άντρας και οι άντρες δεν καταλαβαίνουν από αυτά τα πράγματα και σε καμία περίπτωση δεν τα αντιλαμβάνονται όπως εμείς”.
“Μαμά να σου κάνω μια ερώτηση;”
“Φυσικά”.
“Εσύ με ήθελες πριν γεννηθώ; με ήθελες όπως πρέπει να θέλει μια μητέρα το παιδί της;”
“Όπως θέλει μια μητέρα το παιδί της” μουρμούρισε η Ελένη κι άφησε το νου της να ταξιδέψει πολύ μακριά κι έκλεισε μέσα στις δυο της παλάμες τα χέρια της Ρούμπι. “Ναι παιδί μου, πιο πολύ από κάθε τι, περισσότερο κι από την ίδια μου τη ζωή” είπε και στα μάτια της απλώθηκαν τα χρώματα της μελαγχολίας κι ας χαμογελούσε.

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here