Η Μάγδα χτυπούσε το κουδούνι του κοσμηματοπωλείου και περίμενε μέχρι να της ανοίξουν. Ήταν η καθιερωμένη ημέρα του μήνα που περνούσε για να καταβάλει το ποσό για την χρυσή αλυσίδα. Μέσα ήταν και μια άλλη κυρία που μιλούσε με την υπεύθυνη του καταστήματος και είχε την πλάτη της γυρισμένη στη πόρτα. Ήταν ψηλή και τα μαλλιά της πιασμένα σε ένα προσεγμένο σινιόν. Ο χαρακτηριστικός ήχος της πόρτα που άνοιξε την έβγαλε αμέσως από τις αφηρημένες σκέψεις της.

‘’Καλή σας ημέρα’’ είπε η Μάγδα στην υπεύθυνη.
‘’Καλημέρα και σε εσάς κυρία Νάκου’’ της απάντησε χαμογελώντας ‘’τυπικοί και πάντα στην ώρα σας’’.

Η Ελένη ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια της. Προσπάθησε να πιαστεί από τη βιτρίνα και με τα δύο της χέρια. Τα πόδια της είχαν ήδη λυγίσει και η Μάγδα κάνοντας ένα σάλτο, βρέθηκε ακριβώς από πίσω της να την κρατάει στην αγκαλιά της. Σωριάστηκαν κατά γης και η υπεύθυνη έτρεξε από πάνω τους να δει τι συμβαίνει.

‘’Είσαστε καλά;’’ ρώτησε εμφανώς ανήσυχη.

Η Ελένη σάλεψε προσπαθώντας να σηκωθεί μουρμουρίζοντας διαρκώς ‘’με συγχωρείτε, με συγχωρείτε’’ γυρνώντας το πλευρό της στο πλάι και κοιτάζοντας στα μάτια την Μάγδα. Το μενταγιόν που άστραψε στο λαιμό της κοπέλας δεν την άφησαν να έχει καμία αμφιβολία για το ποια ήταν η κυρία Νάκου. Ο Τζόζεφ δεν θα την πίστευε αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Έπρεπε με κάθε τρόπο να μάθει που έμενε η Μάγδα, συναισθηματισμοί και λιποθυμίες δεν είχαν καμία θέση αυτή τη στιγμή στη ζωή της.

‘’Ελπίζω να μην σας χτύπησα’’ είπε η Ελένη στη Μάγδα, φέρνοντας το χέρι στο λαιμό της, όπως έκανε πάντα όταν βρισκόταν σε αμηχανία.
‘’Αλλοίμονο τι λέτε τώρα, να κοιτάξτε’’ είπε και σηκώθηκε όρθια σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Έδωσε το χέρι της στην Ελένη και με τη βοήθεια της υπευθύνου, την έβαλαν να καθίσει σε μια δερμάτινη πολυθρόνα.
‘’Δεν έκανα καμία ζημιά από την πτώση μου ελπίζω’’.
‘’Κυρία Γαλάνη ησυχάστε’’ είπε η υπεύθυνη ‘’θα ελέγξω το χώρο τώρα, μην ανησυχείτε’’.
‘’Αν δείτε κάτι σας παρακαλώ να μου το πείτε αμέσως, να το πληρώσω, είναι δικιά μου η ευθύνη’’.
‘’Μα πως το πάθατε;’’ ρώτησε η Μάγδα.
‘’Ένιωσα μια ξαφνική ζάλη, δεν ξέρω πώς να σας το εξηγήσω διαφορετικά’’ απάντησε η Ελένη κάνοντας μια κίνηση αρκετά θεατρική.

Η Μάγδα χαμογέλασε. Αυτή η κυρία με τα μεγάλα βιολετιά μάτια κάτι της θύμισε αλλά δεν έδωσε σημασία. Στις αίθουσες του δικαστηρίου συναντούσε καθημερινά τόσο κόσμο, ποιος ξέρει.

‘’Θα ήθελα να σας συστηθώ, Ελένη Γαλάνη’’.
‘’Μάγδα Νάκου, χάρηκα αν και η αλήθεια είναι ότι η γνωριμία μας έγινε με τρόπο μάλλον αστείο θα έλεγα’’.
‘’Θέλω να σας ευχαριστήσω κυρία Νάκου’’.
‘’Μα τι λέτε τώρα, δεν έκανα τίποτα’’.
‘’Επιμένω, τουλάχιστον αφήστε με να σας κεράσω έναν καφέ, εδώ δίπλα στου Zonar’s’’.
‘’Κυρία Γαλάνη έχω έρθει για να τακτοποιήσω μια υποχρέωση που έχω και ειλικρινά μετά πρέπει να πάω στο γραφείο’’.
‘’Εργάζεστε;’’
‘’Ναι’’ είπε η Μάγδα χαμογελώντας.
‘’Κι αν μου επιτρέπετε τι δουλειά κάνετε; Είσαστε τόσο καλοντυμένη και …’’.
‘’Είμαι δικηγόρος κι έχω μια σοβαρή υπόθεση, γι’ αυτό δεν θα ήθελα να καθυστερήσω. Δεν θέλω να φανώ αγενής’’.
‘’Κυρία Νάκου καταλαβαίνω αλλά ξέρετε δεν είμαι από τις γυναίκες που έχω συνηθίσει να μου λένε όχι’’.
‘’Δεν σας λέω όχι αλλά ..’’.
‘’Χωρίς αλλά και άλλες περιττές δικαιολογίες θα ήθελα να μου δώσετε την κάρτα σας, δεν μπορεί να μην έχετε, δικηγόρος είσαστε σωστά;’’
‘’Σωστά’’ απάντησε η Μάγδα και η αλήθεια ήταν ότι ένιωσε λίγο παράξενα. Σαν να προσπαθούσε να τη στριμώξει αυτή η άγνωστη κυρία και το λόγο δεν το καταλάβαινε.
‘’Περιμένω να μου δώσετε την κάρτα σας’’ συνέχισε η Ελένη με τεντωμένο το χέρι.

Η Μάγδα κοίταξε την υπεύθυνη του καταστήματος με απορία. Η γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους της, ούτε η ίδια κατανοούσε την επιμονή της κυρίας Γαλάνη . Συνήθως ένα συγγνώμη κι ένα ευχαριστώ ήταν υπεραρκετά. Άνοιξε την τσάντα της, έδωσε την επαγγελματική της κάρτα στην παράξενη γυναίκα με το ωχρό δέρμα και τα βιολετιά μάτια και στη συνέχεια τακτοποίησε την οικονομική της υποχρέωση. Πριν φύγει η Ελένη της είπε με θαυμασμό, ‘’τι όμορφο μενταγιόν’’ και πριν προλάβει η Μάγδα να απαντήσει η Ελένη συνέχισε. ‘’Θα σας καλέσω στο γραφείο σας για να κανονίσουμε να βρεθούμε’’.
‘’Μα δεν υπάρχει λόγος, μην το κάνουμε θέμα’’.
‘’Θέλω να θυμάστε το όνομά μου, Ελένη Γαλάνη και δεν κάνω θέμα κάτι το οποίο θεωρώ ότι είναι δείγμα καλής συμπεριφοράς και αγωγής. Ένας καφές είναι όλος κι όλος’’ είπε και με μια κίνηση του κεφαλιού της χαιρέτησε την Μάγδα.

***

Η Ρούμπι μόλις είχε ακούσει με τα αυτιά της αυτό που ήδη γνώριζε εδώ και καιρό.

‘’Λυπάμαι’’ της είχε πει ο συνάδελφός της ‘’δεν θα προσπαθήσω να στο κάνω πιο εύκολο, γιατρός είσαι αλλά εμείς ειδικά δεν πρέπει να το βάζουμε κάτω. Η επιστήμη καθημερινά προοδεύει’’.
‘’Μην προσπαθήσεις να με παρηγορήσεις Νικήτα, είναι πολλά τα χρόνια που έχουν περάσει από τότε που ξενυχτούσαμε ως ειδικευόμενοι και ξέρουμε και οι δυο καλά, πως όταν η επιστήμη δεν μπορεί να κάνει τίποτα, τότε εναποθέτουμε τις ελπίδες μας αλλά και την ευθύνη μας στο Θεό’’.
‘’Δεν ήθελα να πω αυτό ακριβώς’’ είπε ο Νικήτας γυροφέρνοντας την πένα του ανάμεσα στα δάχτυλά του.
‘’Σε ακούω, τι προτείνεις;’’
‘’Η περίπτωση της υιοθεσίας έχει περάσει καθόλου από το μυαλό σου;’’
‘’Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι …’’.
‘’Ναι αλλά τόσο εσύ, όσο και ο άντρας σου ανήκετε, ας μου επιτραπεί η έκφραση, στους τυχερούς. Και η ηλικία αλλά και η οικονομική σας κατάσταση είναι ό,τι χρειάζεται για να ξεκινήσετε την προσπάθεια κι αν βρεθεί έστω ένας κοινωνικός λειτουργός που να μην σας θεωρήσει ικανούς για γονείς, τότε θα καθίσω να μου τρυπήσετε τη μύτη όλοι μαζί’’.

Η Ρούμπι γέλασε με την ιδέα που έγινε αυτομάτως εικόνα στο μυαλό της. Ο Νικήτας να κάθετε να του σουβλίσουν τα ρουθούνια. Το γέλιο της απλώθηκε σε ολόκληρο το ιατρείο.

‘’Άδικο έχω;’’
‘’Δεν είναι αυτό καλέ μου Νικήτα’’.
‘’Τότε τι; Ρούμπι είμαι σίγουρος ότι είσαι από τις γυναίκες που υποστηρίζουν ότι μάνα είναι αυτή που μεγαλώνει ένα παιδί, έχω άδικο;’’
‘’Σε καμία των περιπτώσεων, η μυρωδιά της αγάπης δεν κάνει διαχωρισμούς’’.
‘’Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι ανεξάρτητα με το τι θα γίνει στο μέλλον, μπορείς να αρχίσεις να ονειρεύεσαι όσα παιδικά δωμάτια θέλεις’’.
‘’Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα’’ είπε η Ρούμπι χαμηλώνοντας το κεφάλι και παίζοντας νευρικά με ένα μαντίλι που κρατούσε στα χέρια της. Χωρίς να το θέλει στο μυαλό της ήρθε η μητέρα της τον πρώτο καιρό που είχαν χάσει τον πατέρα της, τον Γεράσιμο. Έμπαινε στο δωμάτιό της και την έβρισκε να κρατάει στα χέρια της το μαντήλι του άντρα της με το βλέμμα να ατενίζει το κενό. Τι θα της έλεγε ο Γεράσιμος αν δεν είχε πεθάνει; θα κατέβαζε την εφημερίδα του, θα την δίπλωνε με προσοχή και κοιτάζοντάς της βαθειά στα μάτια θα έπαιρνε το μέρος του Νικήτα. Κούνησε το κεφάλι της σαν να συμφωνούσε μαζί τους.
‘’Δικηγόρο έχετε για να αναλάβει την υπόθεσή σας υποθέτω’’.
‘’Φυσικά, δεν ξέρω αν ο ίδιος μπορεί αλλά θα γνωρίζει σε ποιόν θα πρέπει να απευθυνθούμε’’.
‘’Ρούμπι να σε ρωτήσω κάτι;’’
‘’Γιατί το έχετε καθυστερήσει τόσο πολύ; Ο Φίλιππος είναι φίλος μου, ξέρω ότι ονειρεύεται μια μεγάλη οικογένεια’’.
‘’Μην ξεχνάς ότι δεν του έχω πει την αλήθεια’’.
‘’Θέλεις να μου πεις ότι μετά από τόσα χρόνια δεν έχει ιδέα για το τι συμβαίνει στο σώμα σου;’’
‘’Ξέρει μόνο ότι κάποτε ήμουν με τον Δαμιανό και χωρίσαμε άσχημα’’.
‘’Ρούμπι, τι λες; Είμαστε όλοι μας συνάδελφοι, καταλαβαίνεις τι θα γίνει αν το μάθει ξαφνικά;’’
‘’Ότι και να πεις Νικήτα έχεις δίκιο’’.
‘’Τέλειωνε σε παρακαλώ, κινδυνεύεις να καταστρέψεις το γάμο σου και είναι άδικο’’.
‘’Αν δεν το έχω κάνει ήδη’’ είπε η Ρούμπι, μάζεψε τα πράγματά της, κοντοστάθηκε στην πόρτα και πριν φύγει είπε στον Νικήτα ‘’σε ευχαριστώ, ήσουν πάντα ο πολύ καλός μας φίλος’’.
‘’Και κουμπάρος’’ απάντησε και της έκλεισε το μάτι.

***

Ο Φίλιππος Αξελός ένοιωθε ήδη πολύ κουρασμένος καθώς ανέβαινε τα σκαλιά της εισόδου στο σπίτι τους. Το σημερινό χειρουργείο είχε κρατήσει παραπάνω και αν δεν είχε και τη βοήθεια του νευροχειρουργού Βεντούρη, έτσι όπως είχε σπάσει ο πέμπτος σπόνδυλος από τη μέση του κοριτσιού μετά το τροχαίο ατύχημα, δεν ήταν σίγουρος ότι θα κατάφερναν να την δουν να στέκεται όρθια και στα δυο της πόδια. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα άλλο μόνο να βλέπει αυτούς που έφταναν στο ιατρείο του, να φεύγουν χαμογελαστοί. Όλοι του έλεγαν πως είχε καταφέρει να είναι ένας από τους καλύτερους ορθοπαιδικούς χειρουργούς, μα τον Φίλιππο δεν τον ενδιέφερε η φήμη, το μόνο που ήθελε ήταν να δημιουργεί υγιείς ανθρώπους και θα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να το πετύχει.

Η ζωή είχε αρχίσει καιρό πριν να δείχνει ότι του χαμογελούσε επιτέλους με τον καλύτερο τρόπο, όταν επιστρέφοντας με το πλοίο από την Πάρο, στο κατάστρωμα είχε δει την Ρούμπι. Ήταν τόσο όμορφη με το ηλιοκαμένο της δέρμα να έρχεται σε αντίθεση με τα ξανθά της μαλλιά και τα γαλανά της μάτια έμοιαζαν τόσο έντονο που σχεδόν του είχε κοπεί η ανάσα.

‘’Μπορώ να καθίσω;’’ είχε ρωτήσει και χωρίς να περιμένει απάντηση, χαμογελώντας μόνο ετοιμάστηκε να βολευτεί δίπλα της.
‘’Ξέρετε, εδώ κάθετε ένας φίλος …’’ ξεκίνησε να λέει η Ρούμπι κι εκείνη τη στιγμή είχε κάνει την εμφάνισή του ο Νικήτας. Οι άνδρες κοιτάχτηκαν και άρχισαν να γελάνε. ‘’Θα μου πείτε τι συμβαίνει;’’ είχε ρωτήσει η κοπέλα κι εκεί, στη κατάστρωμα του πλοίου ξεκίνησαν όλα δειλά-δειλά.

Στην αρχή έβγαιναν και οι τρεις μαζί, ο Νικήτας είχε καταλάβει αμέσως ότι ο Φίλιππος δεν έπαιρνε τα μάτια του από την Ρούμπι και είχε ενθαρρύνει τη σχέση αυτή. Είχαν πολλά κοινά, οι ειδικότητες διέφεραν κι έτσι δεν θα χρειαζόταν να βρεθούν ποτέ ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο Φίλιππος ήταν καλός άνθρωπος και μεγαλωμένος σε μια καλή οικογένεια. Το μόνο που ονειρευόταν για τον εαυτό του πέρα από την ιατρική, ήταν να βρει το ταίρι του και μαζί να κάνουν όσα περισσότερα παιδιά μπορούσαν. Την Ρούμπι την είχε ερωτευθεί την ίδια στιγμή που την είδε, εκείνη όμως ήταν πιο συγκρατημένη. Ο καιρός περνούσε και καταλάβαινε ότι με τη γυναίκα αυτή δεν θα μπορούσε απλώς να περάσει την ώρα του. Βγήκαν έξω και της μίλησε ανοιχτά και ξεκάθαρα για τα συναισθήματά του.

‘’Δεν θέλω να απασχολείς το μυαλό μου αν δεν έχω ελπίδες μαζί σου’’ της είχε πει.

Η Ρούμπι ήταν αυτή που του έπιασε το χέρι και το παρότρυνε να συνεχίσουν τη συζήτησή τους πίνοντας ένα ποτό. Την ακολούθησε στο στέκι της, κοντά στο νοσοκομείο, γιατί ένοιωθε το χώρο πιο οικείο κι άφηνε τον εαυτό της ελεύθερο. Του είχε μιλήσει για τη ζωή της, του γονείς της, τον ξαφνικό χαμό του πατέρα της και για τον Δαμιανό Ράπτη.

‘’Έληξε τόσο άσχημα αυτή η σχέση που από τότε δεν εμπιστεύθηκα άλλον άνδρα για να κάνω μια σχέση της προκοπής’’.
‘’Τι ήταν το τόσο σοβαρό που σε έφερε σε τέτοιο σημείο; Τι σε έκανε να μην εμπιστεύεσαι τους άνδρες;’’
‘’Δεν ισχύει για όλους το ίδιο, μην το λες αυτό. Δεν μπαίνουν όλοι οι άνθρωποι στο ίδιο σακί, κοίτα τη σχέση μου με τον Νικήτα’’.
‘’Έχει υπάρξει κάτι παραπάνω μεταξύ σας από μια φιλία; θα ήθελα να το ξέρω γιατί τον σέβομαι και τον εκτιμώ βαθύτατα’’.
‘’Είσαστε στενοί φίλοι;’’
‘’Αρκετά’’.
‘’Αρκετά αλλά όχι τόσο κοντά ώστε να ξέρεις για τις σχέσεις του’’.
‘’Εμείς οι άνδρες δεν μιλάμε όπως εσείς’’.
‘’Έχεις δίκιο, όχι με τον Νικήτα δεν υπήρξαμε ποτέ κάτι παραπάνω από καλοί φίλοι και συνάδελφοι. Είναι ο γιατρός μου και τον εμπιστεύομαι με τυφλά μάτια’’.
‘’Άρα μπορούμε να προσπαθήσουμε;’’ την είχε ρωτήσει και ένα χρόνο μετά ανέβαιναν μαζί τα σκαλιά της εκκλησίας. Για τον Δαμιανό Ράπτη δεν μίλησε ποτέ κανείς και η Ρούμπι προτίμησε τη σιωπή από την αλήθεια.

Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και περίμενε ότι η γυναίκα του θα ήταν ήδη στο σπίτι. Στο χώρο επικρατούσε σκοτάδι. Προφανώς θα είχε καθυστερήσει στο νοσοκομείο κι εκείνη. Τι τρελοκομείο που ήταν η ζωή τους. Άφησε την τσάντα του στην είσοδο και στην ίδια πολυθρόνα είδε πεταμένη την τσάντα της Ρούμπι. Φώναξε το όνομά της δυνατά αλλά απάντηση δεν πήρε. Άνοιξε τα φώτα και την βρήκε στο σαλόνι να κλαίει κρατώντας μια κούπα στα χέρια της με κάτι ζεστό που άχνιζε.

‘’Αγάπη μου τι συμβαίνει;’’ ρώτησε και έκανε να την πάρει αγκαλιά. Τον έσπρωξε, ‘’γιατί;’’ τη ρώτησε και του ζήτησε να καθίσει δίπλα της. Ο Φίλιππος υπάκουσε. Έλυσε τη γραβάτα του και την πέταξε στο πάτωμα.

‘’Δεν μπορώ να κάνω παιδιά’’ είπε η Ρούμπι χωρίς περιστροφές ‘’κι αυτό είναι κάτι που δεν το ανακάλυψα τώρα, το ξέρω χρόνια πριν’’.
‘’Δεν καταλαβαίνω …’’.
‘’Μην με διακόψεις’’ του απάντησε και ξεκίνησε να του λέει την ιστορία από την αρχή. ‘’Είχα την ελπίδα ότι εν τω μεταξύ θα καταφέρναμε να κάνουμε παιδί αλλά δυστυχώς απογοητευόμαστε κάθε μήνα την ίδια σχεδόν ημέρα και σήμερα, μιλώντας με τον Νικήτα στο ιατρείο του για πολλοστή φορά, καταλήξαμε ακριβώς στο ίδιο συμπέρασμα’’.
‘’Το οποίο είναι;’’
‘’Αν θέλεις οικογένεια θα πρέπει να βρεις μια άλλη σύζυγο, εγώ δεν μπορώ να σου δώσω αυτό που χρειάζεσαι’’ είπε, άφησε την κούπα με την αχνιστή σοκολάτα στο τραπέζι του σαλονιού και μπήκε στο  μπάνιο. Το κλάμα της ακουγόταν σε ολόκληρο το σπίτι.

‘’Νικήτα …’’ είπε ο Φίλιππος όταν ο φίλος του σήκωσε το τηλέφωνο του σπιτιού του ‘’μήπως μπορούμε να τα πούμε τώρα; Θέλω να σε κεράσω ένα ποτό, ναι μου μίλησε’’ είπε και χωρίς να πει τίποτα στη Ρούμπι έφυγε από το σπίτι σαν τον κλέφτη.

***

‘’Την βρήκα Τζόζεφ, το καταλαβαίνεις;’’ φώναζε η Ελένη στον άντρα που καθόταν πίσω από το γραφείο του και την κοιτούσε με ματιά παγωμένη σαν κρύσταλλο.
‘’Και πως είσαι σίγουρη ότι είναι το παιδί μας; Μπορεί να είναι συνωνυμία το σκέφτηκες άραγε; και από τα λεγόμενά σου μεγάλωσε μέσα σε μια φτωχή οικογένεια, τι δουλειά είχε στο συγκεκριμένο κοσμηματοπωλείο μου λες;’’
‘’Σταμάτα επιτέλους να αμφιβάλεις, αν την δεις μπροστά σου θα καταλάβεις ότι μοιάζετε τόσο πολύ που δεν υπάρχει αμφιβολία καμία ότι είναι η κόρη σου και πάψε επιτέλους να βλέπεις δράκους εκεί που δεν υπάρχουν. Αν έβλεπες αυτό που φορούσε  στο λαιμό της …’’.
‘’Το οποίο ήταν τι;’’
‘’Ένα μενταγιόν και όχι ένα οποιοδήποτε μενταγιόν. Ένα διαμάντι που της είχα δώσει εγώ’’.
‘’Δεν καταλαβαίνω, θέλεις να μου πεις ότι πριν κάνεις την ανταλλαγή της έδωσες κάτι που φορούσες στο λαιμό σου; σε ένα νεογέννητο; Ελένη δεν σε …’’
‘’Σώπα και μην με αμφισβητείς. Το ένα μου σκουλαρίκι της είχα δώσει όταν ήταν μαθήτρια και μόλις τα κατάφερε, πήγε και το έφτιαξε σε μενταγιόν κι ακόμα πληρώνει τις δόσεις’’.
‘’Και θέλεις να πιστέψω ότι την ίδια χρονική στιγμή, μετά από τόσα χρόνια, μάνα και κόρη βρεθήκατε στο ίδιο κοσμηματοπωλείο. Με περνάς για αφελή;’’
‘’Τζόζεφ στο ορκίζομαι, η Μάγδα είναι η κόρη μας και είτε το θέλεις ή όχι τα πράγματα έγιναν με αυτό τον τρόπο. Υπάρχουν φορές που δεν χρειάζεται να περιπλέκονται τα πράγματα μέσα στο κεφάλι μας τόσο πολύ. Τι συμφέρον έχω να σου παρουσιάσω μια άγνωστη ως κόρη μας. Αρκετά μαντάρα δεν τα έχω κάνει μέχρι τώρα;’’

Στο σπίτι του Τζόζεφ επικρατούσε αβάσταχτη ησυχία.

‘’Πες κάτι σε παρακαλώ’’.
‘’Δεν το χωράει το μυαλό μου Ελένη ότι έτσι απροσδόκητα εμφανίστηκε η Μάγδα μπροστά σου. Ούτε στα βιβλία δεν γίνονται αυτά, φοβάμαι ότι πίσω από αυτό κρύβεται …’’
‘’Μια μεγάλη συνωμοσία. Έλα στα σύγκαλά σου και πάμε να την βρούμε’’.
‘’Και να της πούμε τι;’’
‘’Δηλαδή τι θα της έλεγες αν μετά από αγώνα χρόνων την ανακάλυπταν οι δικηγόροι σου;’’
‘’Το μυαλό μου μέχρι εκεί δεν είχε φτάσει, αυτό οφείλω να το ομολογήσω’’.
‘’Άκουσέ με σε παρακαλώ, θα κανονίσουμε ένα ραντεβού, έτσι ώστε να έρθει εδώ’’.
‘’Με ποια δικαιολογία;’’
‘’Δικηγόρος είναι’’.
‘’Εμείς πρέπει να πάμε στο γραφείο της, δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα’’.
‘’Κανόνισέ το τότε’’.
‘’Τι θα της πούμε δεν μου είπες όμως’’.
‘’Εγώ θα μιλήσω και θα της πω όλη την αλήθεια’’.
‘’Και μετά, τι θα γίνει μετά το σκέφτηκες;’’
‘’Μετά θα αποφασίσει η Μάγδα Τζόζεφ. Θα της δώσω όσο χρόνο χρειάζεται, έτσι κι αλλιώς εγώ φταίω για όλο αυτό που έζησε, που ζήσαμε’’ είπε η Ελένη και η ματιά της ήταν απόκοσμη.
‘’Τι σκέφτεσαι;’’
‘’Δεν θέλω να σκεφτώ τίποτα, τόσα χρόνια αναρωτιόμουν τι έγινε η κόρη μας και παρακαλούσα να ξημερώσει η μέρα που θα την σφίξω στην αγκαλιά μου και τώρα, το μόνο που θέλω είναι να την συναντήσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται. Μετά θα έχω όλο το χρόνο να σκεφτώ και να αποδεχτώ την όποια πραγματικότητα μου ξημερώσουν οι πράξεις μου’’.

Ο Τζόζεφ έπαιζε με την επαγγελματική κάρτα που κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλά του πάνω στο γραφείο και κοιτούσε έξω από το παράθυρο χωρίς να βλέπει. Χωρίς να πει κουβέντα σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε έναν αριθμό.

‘’Ποιόν καλείς;’’
‘’Ονομάζομαι Τζόζεφ Πράις, θα ήθελα να μιλήσω με την κυρία Νάκου για μια υπόθεσή μου παρακαλώ, δεν με γνωρίζει καλώ πρώτη φορά αλλά είναι επείγον. Ναι, περιμένω’’.

Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν σαν μπάλες από γρανίτη μέσα στο μυαλό της Ελένη. ‘’Παναγία μου’’ ψιθύρισε.
‘’Κυρία Νάκου εσείς;’’
‘’…’’
‘’Δεν με γνωρίζετε αλλά θα ήθελα να σας δω για μια ιδιωτική οικογενειακή μου υπόθεση αρκετά ευαίσθητη. Το γνωρίζω ότι θα σας φανεί παράξενο αλλά θα σας ζητούσα η συνάντηση να γίνει στο σπίτι μου. Η γυναίκα μου κι εγώ έχουμε να σας αναθέσουμε μια σοβαρή υπόθεση που χρειάζεται λεπτότητα’’.
‘’…’’
‘’Αν σας βόλευε και σήμερα θα μας λύνατε τα χέρια, δεν βάζετε με το μυαλό σας πόσο επείγον είναι και φυσικά ο συνεργάτης σας, ο κύριος Αγγελόπουλος μπορεί να είναι παρόν, δεν θα θέλαμε …’’
‘’…’’
‘’Σας ευχαριστώ πάρα πολύ και να μην ανησυχείτε για την αμοιβή σας, σας περιμένουμε σήμερα το απόγευμα’’ είπε, έδωσε την διεύθυνση κι έκλεισε το τηλέφωνο. Η Ελένη ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει.
‘’Δεν ξέρω τι νοιώθω πια για εσένα Ελένη’’ είπε ο Τζόζεφ ‘’η καρδιά μου έχει παγώσει’’.

Ζάκυνθος, καλοκαίρι, διακοπές! Κάντε την κράτησή σας τώρα

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here