Ο Δαμιανός περπατούσε μέσα στη βροχή προσπαθώντας να αποφύγει τις χοντρές σταγόνες της βροχές που έπεφταν πάνω του, κρυμμένος κάτω από τη  μεγάλη μαύρη ομπρέλα του χωρίς να μπορεί να προστατευθεί τελείως. Δεν τον ενδιέφεραν οι καιρικές συνθήκες, το μυαλό του ήταν απασχολημένο από τα τελευταία γεγονότα και έμοιαζαν με μια δύσκολη εξίσωση χωρίς λύση.

Ήταν απίστευτο αυτό που του  συνέβαινε. Ο ίδιος δεν είχε διανοηθεί ποτέ ότι θα μπορούσε να παντρευτεί και πολύ περισσότερο να αποκτήσει ένα παιδί, τουλάχιστον όχι τώρα. Ίσως κάποτε, ίσως πάλι ποτέ. Η καριέρα του ήταν η μοναδική σύντροφος που τον ενδιέφερε, η γυναίκα του και η ερωμένη του. Αυτή που ποτέ δεν θα το πρόδιδε. Η οικογένεια έπρεπε να έρθει  αργότερα, όταν όλοι οι στόχοι του θα είχαν επιτευχθεί και τέλος πάντων όχι με αυτό τον τρόπο και όχι έτσι εκβιαστικά.

Με την Ρούμπι δεν είχαν ποτέ συζητήσει την περίπτωση να επισημοποιήσουν τη σχέση τους. Δηλαδή ποια σχέση, ο κάθε ένας τους έκανε τη ζωή του, τουλάχιστον έτσι έπρεπε να συμβαίνει  και ότι γινόταν μεταξύ τους, το κρατούσαν μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και κοινωνικές συναναστροφές. Ήταν σίγουρος ότι αυτό ήταν μια μυστική συμφωνία ανάμεσα σε δύο εραστές, ειδικά όταν το μοναδικό σημείο επαφής και συνάντησης ήταν το κρεβάτι.

Ο Δαμιανός Ράπτης ένιωθε ότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, όλο αυτό που ζούσε δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα κακόγουστο παιχνίδι της μοίρα ή της τύχης και θεωρούσε επιεικώς ξεδιάντροπη τη συμπεριφορά της Ρούμπις. Ήταν γιατρός και γυναίκα, αλλοίμονο κι αν δεν ήξερε να προστατεύει το σώμα της, τότε τι στην ευχή ήθελε το πτυχίο της ιατρικής και πάνω απ’ όλα, ποιος της έδωσε το δικαίωμα να τον κάνει πατέρα με το ζόρι; Είχε σκεφτεί άραγε ότι πέρα από τους συναισθηματισμούς και τα δάκρυα υπήρχε η κοινή λογική; Τα παιδιά δεν ήταν ζώα που ζούσαν σε κοπάδια, ήθελαν μια ολοκληρωμένη οικογένεια, πρότυπα, αγάπη και θυσίες και πάνω απ’ όλα την κοινή συναίνεση του ζευγαριού. Πόσο τα σιχαινόταν όλα αυτά!

Αυτό το παιδί που η ίδια αποφάσιζε να φέρει στον κόσμο, κάποια στιγμή θα ρωτούσε με την αθωότητα που έχουν τα παιδιά ‘’ποιος είναι ο πατέρας μου’’ και τότε τι θα του απαντούσαν; Υπήρχε πάντα και η περίπτωση η Ρούμπι να προλάβαινε και να έβρισκε έναν άλλο φουκαρά να του το φορτώσει για δικό του. Εδώ που τα λέμε, η ίδια και η οικογένειά της ήταν κελεπούρι τόσο από οικονομικής όσο κι από κοινωνικής πλευράς.  Ο ίδιος το είχε δει χιλιάδες φορές να γίνεται και είχε συμμετάσχει σε συνομωσίες γυναικών που τον επισκέπτονταν παρέα με τις μητέρες τους πολλές φορές. Πόσο λυπόταν αυτούς τους ανυποψίαστους συζύγους που κατάπιναν το παραμύθι του πρόωρου νεογνού. Αναρωτιόταν αν όντως ήταν τόσο αθώοι ή αν δεν ήθελαν να δουν κατάματα την αλήθεια. Πόσο θα τους ξεβόλευε από την μια αλλά και πως θα ερχόταν αντιμέτωποι με την κοινωνική κατακραυγή. Τι θα έλεγαν σε συγγενείς και φίλους; Και πόσες φορές οι δημοσιογράφοι δεν ξετρύπωναν τέτοιες πικάντικες ιστορίες αδιαφορώντας για τον ψυχισμό των ανθρώπων.   Σε αυτό το παιχνίδι, δεν τα είχε καθόλου καλά  με τον εαυτό του. Από τη μια σιχαινόταν όλες αυτές τις μοιχαλίδες και από την άλλη, σχετικά με τους άνδρες τους αναρωτιόταν αν είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνουν τι συνέβαινε μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Όχι δεν τους λυπόταν, άξιοι της μοίρας τους ήταν.

Αν λοιπόν η Ρούμπι δεν έβρισκε ένα αντίστοιχο υποψήφιο ώστε να παραστήσει τον ‘’περήφανο’’ πατέρα και το μεγάλωνε μόνη της, τότε τι θα απαντούσε στο παιδί τους όταν θα τη ρωτούσε ‘’που είναι ο μπαμπάς μου;’’. Το πιο απλό ήταν να σκαρφιστεί μια ιστορία από αυτές που διάβαζαν κατά καιρούς στις εφημερίδες. ‘’Ναυτικός πνίγηκε σε ναυάγιο, ή σε ένα ατύχημα με αυτοκίνητο έχασε τη ζωή του … ’’ κι όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί φυσικά ενώ το παιδί θα ήταν ακόμα έμβρυο. Η ίδια θα υπερασπιζόταν την αγάπη που είχαν με τον πατέρα του κι έτσι θα έπλεκε τον ιστό του παραμυθιού της χωρίς κανείς να μπορέσει να την αμφισβητήσει. Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του πατέρα της σε νεαρή ηλικία, θα δινόταν ως δώρο στο παιδί για να θυμάται τον ‘’μπαμπά’’ του κι αυτό θα ήταν το μοναδικό του ενθύμιο. Κανείς δεν θα τολμούσε να πει στο παιδί αυτό την πραγματική ιστορία και τον εκβιασμό που έκρυβε, γιατί υπήρχε εκβιασμός στη μέση κι ας ήθελαν όλοι να τα ρίχνουν όλα στους άνδρες. Κι όπως είχε πει κι ένας μεγάλος σε ηλικία κύριος, ΄΄οι γυναίκες φέρονται λες και τα κάνουμε όλα μόνοι μας, αυτές δεν συμμετέχουν ποτέ και πουθενά’’. Κάθε νόμισμα έχει πάντα δύο όψεις αλλά όλοι το ξεχνούσαν.

Αν όμως η Ρούμπι παραδεχόταν την αλήθεια, που την είχε ικανή να το κάνει, τότε μεγαλώνοντας το παιδί τους δεν θα έψαχνε να τον βρει; Και τι θα απαντούσε ο ίδιος; “με τη μητέρα σου είχαμε μια ελεύθερη ερωτική σχέση και όταν μου είπε για την ύπαρξή σου το έβαλα στα πόδια; Ότι δεν την αγαπούσα και δεν με ενδιέφερε; Ότι όλο αυτό δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας φτηνός εκβιασμός;” Το ίδιο το παιδί δεν θα ένιωθε ότι ο πατέρας του το είχε απορρίψει πριν ακόμα το δει μπροστά του; Τι εικόνα θα παρουσίαζε και πως θα δικαιολογούσε την πράξη του, τι δικαιολογία θα έβρισκε να ξεστομίσει, ‘’ότι αγνοούσε την ύπαρξή του κι ότι όλα αυτά τα είχε αποφασίσει η Ρούμπι μόνη της;’’.

Σε τι λαβύρινθο σκέψεων χωρίς σημείο εξόδου είχε μπλέξει στα καλά του καθουμένου; Η Ρούμπι ήξερε πολύ καλά ότι έβλεπε κι άλλες γυναίκες και όχι μόνο το υποψιαζόταν αλλά είχε βρει κάτω από το κρεβάτι του και τα αντίστοιχα τεκμήρια. Αν ήθελε γάμο και παιδιά ας του το έλεγε. Θα της το έκοβε από την αρχή, η αλήθεια όμως ήταν ότι δεν του είπε ποτέ κουβέντα. Εκείνη την ημέρα, έπιασε με τα ακροδάχτυλά της το εύρυμά της κι αντί να βάλει τις φωνές, χαμογέλασε και συνέχισε το γλέντι της ζωής της μαζί του. Όχι, η Ρούμπι ήταν σίγουρος ότι προσπάθησε να τον στριμώξει και να κάνει αυτό που εκείνη ήθελε. Τόσο κουτοπόνηρο τρόπο από μια γυναίκα της δικιάς της τάξης δεν τον περίμενε. Τα είχε όλα, χρήματα, σπουδές, γονείς που την λάτρευαν, σπίτι που νοίκιαζε στο κέντρο της πόλης κι ας παρίστανε ότι τα έφερνε πέρα με τον μισθό της. Οι ειδικευόμενοι έπαιρναν ψίχουλα και όχι ένα μισθό της προκοπής και η Ρούμπι ήθελε να πιστέψουν όλοι γύρω της, ότι οι γονείς της θα την άφηναν να πασχίζει να τα βγάλει πέρα όπως κάθε άλλος ειδικευόμενος γιατρός, ενώ ένα ήταν σίγουρο, ότι αν έβαζε μια φωνή ο κύριος και η κυρία Γαλάνη θα έτρεχαν να τη σώσουν. Αυτά τα παραμύθια ας τα πουλούσε αλλού, όχι στον ίδιο που γνώριζε από πρώτο χέρι τι πάει να πει οικονομική ανέχεια και έλλειψη οικογένειας.

Ο Δαμιανός Ράπτης είχε φύγει από το σπίτι του στο μικρό ορεινό χωριό που μεγάλωνε, με το που τελείωσε το δημοτικό. Το είχε σκάσει χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν, ούτε στη μητέρα του την οποία όσο κι αν αγαπούσε, ήξερε ότι δεν θα είχε ποτέ της την δύναμη να αφήσει αυτό τον άνδρα κι αν της έλεγε την αλήθεια για τις αγωνίες του, τις σκέψεις και τις ανάγκες του, θα έκανε τα πάντα για να τον σταματήσει. Η ίδια ήταν ταγμένη να υπομένει ό,τι η μοίρα της είχε γραμμένο και θα έμενε για πάντα κλεισμένη στο κλουβί του φόβου της. Έφυγε με τα πόδια. Ακόμα και σήμερα αν τον ρωτούσαν δεν θυμόταν πόσο καιρό του είχε πάρει για να φτάσει την Αθήνα, ούτε πόσες δουλειές είχε κάνει ως παραπαίδι μέχρι να μαζέψει τα χρήματα για να πάει στο επόμενο χωριό και μετά στο αμέσως παρακάτω, ούτε κανείς τον ρώτησε ποτέ πόσες φορές φοβήθηκε.  Τίποτα από όλα αυτά με το φως του ήλιου δεν τον ενδιέφεραν. Ούτε οι συμπεριφορές  μα ούτε η αδιαφορία των ανθρώπων. Ένα πιάτο φαγητό και να φτάσει στην ώρα του στον προορισμό του πριν αρχίσουν τα σχολεία. Ο Δαμιανός δεν ήλπιζε σε μια καλύτερη μοίρα, κυνηγούσε τα όνειρά του και πίστευε ότι κανείς δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει από το ένα και μεγάλο θέλω του ∙ να πετύχει. Αν η οικογένειά του ήταν διαφορετική, μπορεί να είχε μείνει ακόμα πάνω στο χωριό και να ακολουθούσε τη ζωή του πατέρα του και να τα ρίχνει όλα στη μοίρα, τη ζωή και το Θεό, όπως έκαναν οι περισσότεροι συμμαθητές του. Τώρα πια ήξερε καλύτερα από τον καθένα, ότι αυτό που τον είχε διώξει ήταν η βιαιότητα μέσα στην οποία είχε μεγαλώσει. Κάθε που ο πατέρας επέστρεφε στο σπίτι, έκανε σαν δαιμονισμένος, λες και υπαίτιοι για τη φτώχεια τους ήταν η μητέρα του κι εκείνος. Σχεδόν κάθε βράδυ, παρίστανε τον κοιμισμένο μόνο και μόνο για να γλιτώσει το ξύλο που έτρωγε κάθε φορά που το μεροκάματο δεν είχε βγει. Ο ήχος από τις κλωτσιές και τις μπουνιές στην πόρτα και τα παρακαλετά της μητέρας του που κατέληγαν πάντα σε κραυγές απελπισίας και γοερό κλάμα θα τον συνόδευαν για όλο το υπόλοιπο της ζωής του χωρίς να μπορεί να ξεφύγει.

Αφηρημένος πάτησε σε μια μικρή λίμνη που είχε σχηματίσει η βροχή κι έβρισε δυνατά. Κοίταξε το παπούτσι και την κάλτσα του που είχαν γεμίσει λασπόνερα και χωρίς να το θέλει, στο μυαλό του ήρθε πάλι η Ρούμπι μόνο που αυτή τη φορά η μορφή της ήταν γεμάτη από την συνεσταλμένη της γλύκα. Πανάθεμά την, πως ήταν δυνατόν να έχει τρυπώσει με τόση δύναμη μέσα στο μυαλό του; Άρχισε να συνειδητοποιεί τι του συνέβαινε και το αίμα του πάγωσε κι όχι από τη δύναμη της βροχής. Ο Δαμιανός είχε γευτεί τη σάρκα πολλών γυναικών, η Ρούμπι όμως με την κοριτσίστικη ψυχή και την πρωτοφανή άγνοια στο ερωτικό κάλεσμα, είχε μπει μέσα του με έναν τρόπο που τον τρόμαζε. Όχι, δεν θα άφηνε σε κανέναν να σταθεί εμπόδιο στα όνειρά του, ούτε στους στόχους που ο ίδιος είχε θέσει στον εαυτό του. Δεν θα γινόταν ποτέ σαν τον πατέρα του, δεν θα ζούσε ούτε για μια στιγμή αυτά που τον κυνηγούσαν σαν σκιές του παρελθόντος. Το μόνο που τριβέλιζε το κεφάλι του ήταν τι να είχε γίνει άραγε η μητέρα του, ζούσε ακόμα ή μήπως είχε πεθάνει; Για τον πατέρα του δεν τον ενδιέφερε αν και είχε τσακώσει τον εαυτό του, πρωινά που ήταν κουρασμένος μετά από δύσκολες εφημερίες ή κραιπάλες, να κοιτάζεται στον καθρέφτη του μπάνιου και το αξύριστο πρόσωπο που έβλεπε, με τις λεπτές ρυτίδες γύρω από τα μάτια, δεν ήταν ο ίδιος αλλά ο γεννήτορας του και στεκόταν εκεί απέναντί του για να του θυμίζει ότι ποτέ δεν θα καταφέρει να ξεφύγει από τις ρίζες του.

Ας έκανε ό,τι ήθελε η Ρούμπι, θα φρόντιζε να την πληρώσει με το ίδιο και χειρότερο νόμισμα τις εγωιστικές αποφάσεις της. Δεν είχε γεννηθεί ακόμα ο άνθρωπος που θα τον εκβίαζε. Δεν ήταν υποχρεωμένος να γίνει πατέρας παρά τη θέλησή του, ούτε να έρθει στον κόσμο το δικό του  παιδί που θα ζούσε χωρίς πατέρα. Όσα χρήματα κι αν είχε η οικογένεια της Ρούμπι, ήξερε ότι η ευτυχία ήταν κάτι που κανείς δεν μπορούσε κανείς να αγοράσει. Δεν μπορούσε να καταλάβει αλλά ούτε και να δεχθεί γιατί έπρεπε να είναι  υπόλογος και να συμμετέχει με την ενοχή του σε κάτι που δεν ρωτήθηκε και δεν συμφώνησε. Δυστυχώς, δεν θα μπορούσε να τη συγχωρέσει ποτέ. Αν το παιδί ερχόταν στον κόσμο, μόνο η Ρούμπι θα έφταιγε και κανείς άλλος. Οι σκέψεις αυτές ξαφνικά, τον έκαναν να νιώσει δυνατός κι έτοιμος να αντιμετωπίσει τα πάντα.

***

Το διαμέρισμα του Δαμιανού βρισκόταν στο Κολωνάκι. Ήταν ένα μικρό διαμέρισμα στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας και ανέβαινε τις σκάλες με τα πόδια. Είχε κάνει πολύ κόπο μέχρι να το νοικιάσει. Ήταν μέσα στα σχέδιά του για μια καλύτερη ζωή κι αν όλα πήγαιναν καλά, αργότερα θα αγόραζε ένα μεγαλύτερο κοντά στην πλατεία.  Εκείνο το απόγευμα, με το που έβαλε τα κλειδιά στην κλειδαριά της εξώπορτας, ένιωσε έναν απροσδιόριστο φόβο. Μπήκε μέσα, έβγαλε την μουσκεμένη καπαρντίνα του κι άφησε τη μεγάλη μαύρη ομπρέλα έξω από την πόρτα, πάνω στο χαλάκι. Τινάχθηκε όταν η ματιά του είδε μια φιγούρα να κάθεται στην πολυθρόνα chesterfield, δείγμα της ζωής του που είχε αρχίσει να καλυτερεύει, πριν γνωρίσει την Ρούμπι φυσικά. Ξεροκατάπιε και προχώρησε στο μισοσκόταδο.

“Τι κάνεις εδώ;”
“Θέλω να πάρεις το παιδί εσύ” απάντησε η Ρούμπι πίνοντας αχόρταγα από το ποτήρι, θα έλεγε κανείς, μεγάλες γουλιές από ουίσκι.
“Που το βρήκες αυτό το δηλητήριο;” ρώτησε ο Δαμιανός.
“Δεν είναι δύσκολο να προμηθευτείς ένα μπουκάλι ποτό” απάντησε.
“Είσαι μεθυσμένη, έτσι δεν είναι;”
“Μακάρι να ήμουν, τουλάχιστον θα ένιωθα ευτυχισμένη ή κάπως έτσι τέλος πάντων”.
“Μπορείς να μου πεις γιατί ήρθες από ‘δω; Αν το ήξερα θα ερχόμουν νωρίτερα και σταμάτα επιτέλους να πίνεις. Με ακούς;”
“Εσύ θα με ακούσεις μια και καλή” απάντησε και η φωνή της ήταν κοφτερή σαν ένα κομμάτι πάγου. Ο Δαμιανός, έτσι όπως την έβλεπε, ξεμαλλιασμένη και να κατεβάζει το ουίσκι σαν γέρο μέθυσος ένιωσε αηδία. “Είχες πει” συνέχισε η Ρούμπι, “ότι αν ρίξω το παιδί, είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο, θυμάσαι;”
“Ναι” απάντησε ο Δαμιανός και το χέρι της ανακούφισης ήρθε και τον άγγιξε.
“Ωραία λοιπόν, θέλω να το πάρεις εσύ” του είπε και ήπιε άλλη μια γουλιά.
“Είσαι με τα καλά σου; Αυτό θα το κανονίσουμε με τον γιατρό …”
“Όχι, αυτό θα το κανονίσουμε μεταξύ μας. Μαζί το κάναμε, μαζί θα το σκοτώσουμε”.
“Και που το ξέρω εγώ ότι είναι δικό μου Ρούμπι; Όσο ελεύθερος ήμουν εγώ να ζω τη ζωή μου άλλο τόσο ήσουν κι εσύ …” ξεκίνησε να λέει αλλά σταμάτησε όταν κατάλαβε ότι η επίθεση δεν ήταν η καλύτερη τακτική που θα μπορούσε να ακολουθήσει.
“Ούτε ως γυναίκα, ούτε ως γιατρός συμφωνώ να αφαιρέσουμε μια ανθρώπινη ζωή ακόμα κι αν εσύ την ονόμασες μια μάζα από κύτταρα. Όμως αυτό δεν θα το περάσω μόνη μου και να είσαι σίγουρος ότι όταν όλα θα έχουν τελειώσει, τίποτα δεν θα μας δένει παρά το ένοχο μυστικό μας και η απέχθεια που θα νιώθουμε ο ένας για τον άλλον”.

Τα δευτερόλεπτα έμοιαζαν με αιώνες και η αίσθηση του χρόνου είχε χαθεί.

“Αγάπη μου νομίζω ότι η απόφαση που πήρες είναι η πιο σοφή για όλους μας”.
“Δαμιανέ, δεν είμαι η ‘’αγάπη’’ σου και δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθούμε ποτέ ξανά μαζί. Είμαι εδώ για να σε κάνω να καταλάβεις ένα πράγμα, το μωρό θα το πάρεις εσύ και κανένας άλλος κατάλαβες;”
“Έχεις τρελαθεί εντελώς;” και την ίδια στιγμή το μετάνιωσε. Θα μπορούσε να την ναρκώσει ο ίδιος και την επέμβαση να την κάνει ο φίλος του, τώρα έδινε το προβάδισμα στην Ρούμπι και η τακτική που ακολουθούσε ήταν όλη λάθος. Πανάθεμά τον.

Η Ρούμπι έσκυψε μπροστά αφήνοντας το ποτήρι που κρατούσε στα χέρια της πάνω στο τραπέζι του σαλονιού.

“Αν δεν πάρεις εσύ το έμβρυο τότε το μωρό αυτό θα γεννηθεί και θα είναι το παιδί μας”.
“Δεν το καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να …” φώναξε και ο τρόμος είχε φωλιάσει στα μάτια του.
“Δεν μπορείς τι Δαμιανέ;” τον ρώτησε και ξάπλωσε στην πολυθρόνα με τις αέρινες κινήσεις μιας γαζέλας.
“Με απειλείς;”
“Όχι βέβαια, σου εξηγώ τις επιλογές σου μόνο, και τα βρωμόχερα του φίλου σου πάνω μου, δεν έχουν καμία δουλειά κατάλαβες;”

Το μυαλό της Ρούμπι γύρισε στον άντρα που θαύμαζε περισσότερο απ’ όλους στον κόσμο. Στον πατέρα της τον Γεράσιμο. “Ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο στη μητέρα μου, δεν θα την άφηνε να υποφέρει ούτε για μια στιγμή. Τι στην ευχή του βρήκα αυτού του αχρείου, ούτε στο μικρό του δαχτυλάκι δεν του φτάνει, τι του ζήλεψα; Δεν είναι άνδρας αυτός, ανδρείκελο είναι”.

Ο Δαμιανός την κοίταζε μέσα από τη δικιά του σιωπή. “Εντάξει Ρούμπι νίκησες” είπε, “μόνο που δεν είμαι σε θέση να καταλάβω τι τελικά κέρδισες”.

Η Ρούμπι πάσχιζε να σκεφτεί αλλά το κεφάλι της γυρνούσε. Το μόνο που καταλάβαινε ήταν ότι έπρεπε να ολοκληρώσει το σχέδιό της. Ο Δαμιανός, τηλεφώνησε στον Στέφανο για να τον ενημερώσει για την κατάσταση και να πάρει την έγκρισή του για να χρησιμοποιήσει το ιατρείο του. Μιλούσε δε με τόσο χαμηλή ένταση στη φωνή του, που σχεδόν δεν ακουγόταν. Του ζήτησε το κλειδί, πήρε τη Ρούμπι κι έφυγαν τσαλαπατώντας μέσα στη βροχή και το κρύο. Η Ρούμπι ένιωθε το ρίγος να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά της και κάθε τόσο αναλογιζόταν ότι τελικά δεν θα έβλεπε ποτέ αυτό το πλάσμα που είχε μέσα της.

Μπήκαν στο υπερπολυτελές γραφείο του γιατρού που ήταν γεμάτο από φωτογραφίες μωρών, σημειώματα από γονείς και ήθελε να το βάλει στα πόδια αλλά δεν το έκανε. Ήξερε ότι φτάνοντας μέχρι εκεί, πίσω δεν θα μπορούσε να κάνει.

Πίσω από το παραβάν, έβγαλε τα ρούχα της και φόρεσε την ποδιά που έδενε μόνο στην πλάτη. Έμεινε ακίνητη εξετάζοντας τον εαυτό της. Αυτή τη γυναίκα που έβλεπε στον ολόσωμο καθρέφτη με το διάφανο σχεδόν δέρμα, τα σκοτεινιασμένα μάτια και τα σφιγμένα χείλη, της ήταν άγνωστη. Σαν να μην είχαν συναντηθεί στο μονοπάτι της ζωής τους ποτέ στο παρελθόν. Όλα της φαινόταν ανούσια, ακόμα και η ύπαρξή της.

Όταν προχώρησε προς το μέρος του Δαμιανού, είδε ότι ήταν έτοιμος. Ντυμένος με την στολή του και φορώντας τα γάντια του, είχε ήδη τακτοποιήσει όλα τα χειρουργικά εργαλεία μπροστά του. Χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα και χωρίς να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον στα μάτια, η Ρούμπι ξάπλωσε στην ειδική καρέκλα. Ακούμπησε τα πόδια της στα μεταλλικά στηρίγματα κοιτάζοντας το ταβάνι, γιατί δεν ήθελε να ξέρει, ήταν η ώρα που προτιμούσε να μην ήταν γιατρός.

“Ρούμπι δεν είναι πολύ αργά ακόμα, μπορούμε να φωνάξουμε τον Στέφανο, θα σε φροντίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου”.
“Είπα όχι” απάντησε και ήταν τόσο άκαμπτη στο λόγο αλλά και το κορμί της, όσο ένα κομμάτι από σίδερο.

Κρύωνε μέσα της, ένιωθε ένα ατελείωτο ψυχρό ρεύμα, σαν την έχουν βάλει στο ψυγείο. Δεν ήταν είχε έρθει η ώρα ούτε να χάσει τις αισθήσεις της αλλά ούτε και να λιποψυχήσει. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και τα πράγματα γινόταν χειρότερα όσο ο Δαμιανός δεν προχωρούσε σε αυτό που είχαν αποφασίσει. Κοίταξε από ψηλά ανάμεσα από τα πόδια της και τον είδε να την πλησιάζει με το μεταλλικό μητροσκόπιο. Ήθελε να αρχίσει να τον κλωτσάει, να ουρλιάξει και να το βάλει στα πόδια. Κι αμέσως μετά, κάτι σαν παραζάλη ένιωσε και μια σκέψη που δεν είχε απάντηση ήρθε και σφήνωσε στο κεφάλι της.

Αυτό που σήμερα θα έκαναν οι δυο τους, θα τους έδενε με μια μυστική, αόρατη και άθραυστη κλωστή για όλο το υπόλοιπο της ζωής του. Η Ρούμπι δαγκώθηκε, δεν υπήρχε γυρισμός και το ήξερε. Ο Δαμιανός κι εκείνη είχαν τυλιχθεί για πάντα στο κουβάρι του μίσους.

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

2 ΣΧΟΛΙΑ

    • Ανάλογα πάντα με την εποχή που ζούμε και τις δεκαετίες, οι άνθρωποι αναγκαζόμαστε να πάρουμε σκληρές αποφάσεις. Η αλήθεια είναι ότι ο κάθε ένας από εμάς, δεν μπορεί να βγάζει την ουρά του απέξω διαρκώς. Σας ευχαριστώ για το σχόλιο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here