Η Μάγδα είχε σκύψει πάνω στο τραπέζι της κουζίνας κι έκλαιγε σιωπηλά. Τόσο καιρό έλειπε ο Μηνάς και ένα γράμμα δεν της είχε στείλει. Όλες οι σκέψεις της κατέληγαν σε μια ερώτηση. Γιατί; Ο ίδιος ήταν καλά το ήξερε, με τους γονείς του επικοινωνούσε όσο πιο συχνά μπορούσε, στην ίδια όμως δεν είχε γράψει ούτε μια λέξη. Κάθε μέρα περίμενε να δει στο τραπέζι της κουζίνας ανακατεμένο μέσα στην αδιάφορη αλληλογραφία, το γράμμα του όμως είχε περάσει τόσο καιρός κι ακόμα δεν είχε νέα του. Τι έπρεπε δηλαδή να σκεφθεί; Ο νους της πήγαινε πάντα στο χειρότερο και κάθε βράδυ έκλαιγε και τα πρωινά, πριν πάει στο γραφείο, ξεκινούσε νωρίτερα για να περάσει από το πατρικό του σπίτι. ‘’Είναι καλά ο Μηνάς;’’ Ρωτούσε με αγωνία τη μητέρα του κι εκείνη κουνούσε το κεφάλι της καταφατικά. ‘’Μια χαρά είναι το παιδί μου’’ έλεγε και η Μάγδα κουνούσε το χέρι ευχαριστημένη. Όσο όμως οι μέρες προχωρούσαν η χαρά ντύθηκε με τα ρούχα της κατήφειας και του παραπόνου. Γιατί; άρχισε να αναλογίζεται και η προσμονή έδωσε τη θέση της στην αναμονή και το φόβο.

‘’Στις ομορφιές σου είσαι σήμερα Μάγδα’’ της είπε ο μανάβης που πάντα είχε ένα καλό λόγο να της πει.
‘’Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση, το πιο πιθανό είναι ότι έχει πάψει να με αγαπά’’ απάντησε ψιθυρίζοντας.
‘’Τι είπες παιδί μου;’’ Ρώτησε ο μανάβης που στη βιασύνη του δεν είχε ακούσει τα λόγια της.
‘’Τίποτα με συγχωρείτε, είμαι ζαλισμένη από την δουλειά’’ απάντησε και του γύρισε την πλάτη. Αγόρασε τα λαχανικά που ήθελε για το σπίτι και πετάχτηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στον φούρνο που ήταν σχεδόν απέναντι.

‘’Ένα καρβέλι ψωμί παρακαλώ’’ είπε με το κεφάλι σκυμμένο.
‘’Πως είναι η γιαγιά σου;’’ Ρώτησε βαριεστημένα σχεδόν η φουρνάρισσα.
‘’Τα ίδια, τι να σας πω;’’
‘’Τι να μου πεις κι εσύ, τι να κάνει κι εκείνη; Η κυρία Τούλα έρχεται;’’ Ρώτησε ακουμπώντας τα χέρια της στην πονεμένη της μέση.
‘’Φυσικά’’ απάντησε η Μάγδα, άφησε τα ψιλά στο πιατάκι  κι έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αν έπιαναν την κουβέντα θα ξημέρωνε κι εκεί θα ήταν ακόμα, να την ανακρίνει κανονικά.

Περπατούσε με βιασύνη. Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια. Επέστρεφε από το γραφείο, περνούσε από την αγορά και ψώνιζε τα απαραίτητα για τις ανάγκες της γιαγιάς. Το τακούνι της σκάλωσε σε μια χαλασμένη πλάκα του πεζοδρομίου, μα ούτε κι αυτό ήταν καινούργιο. Γύρισε το πόδι της ανάποδα για να δει αν το παπούτσι της είχε χτυπηθεί. Ευτυχώς τίποτα δυσάρεστο. Προσπάθησε να σκεφθεί πόσα όμορφα πράγματα την περίμεναν, το μέλλον που θα είχαν με τον Μηνά, το όμορφο σπίτι με τον κήπο, το γάμο της και όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν όταν ο Μηνάς θα επέστρεφε από τον στρατό και θα έβρισκε μια δουλειά της προκοπής όπως ο ίδιος έλεγε και ονειρευόταν να εργάζεται σε έναν εκδοτικό οίκο. Αν όλα αυτά μπορούσαν να συμβούν, τότε η ημέρα του γάμου τους ολοένα και θα πλησίαζε . Ήθελε να φορέσει ένα όμορφο νυφικό και καθόλου δεν την ενοχλούσε που δεν είχε κάποιον να την παραδώσει στο γαμπρό. Τι πείραζε, θα ήταν ένας πρωτότυπος γάμος και τέλος πάντων, θα βοηθούσαν σε αυτό ο κύριος και η κυρία Καρανικόλα. Όλο και κάποια ιδέα θα είχαν. Μπορεί πάλι να μπορούσε να την συνοδεύσει ο Λεωνίδας, ο άνδρας της αδελφής της, αν και δεν την ικανοποιούσε η ιδέα καθόλου.

Η αλήθεια ήταν ότι ζήλευε όλα αυτά που έβλεπε στα επίκαιρα και στα περιοδικά που διάβαζε με μεγάλη χαρά στο κομμωτήριο, όταν και εάν της έμεναν χρήματα για να φτιάξει τα μαλλιά της. Ευτυχώς που δεν είχε κανέναν λόγο να τα βάφει, όλοι της έλεγαν ότι το χρώμα τους ήταν μοναδικό αν και το ήξερε ήδη. Μια ‘’ξένη’’ είναι πάντα μοναδική! Μάκραιναν όμως γρήγορα κι αυτό που φρόντιζε ήταν να κόβει τουλάχιστον τις άκρες. Στο γραφείο έπρεπε να είναι περιποιημένη και ευτυχώς, το μόνο που είχε να κάνει κάθε πρωί ήταν να τα βουρτσίζει καλά. Εκατό φορές από την ανάποδη και εκατό φορές από την καλή. Κάπου το είχε ακούσει αυτό και χωρίς να ξέρει αν ήταν σωστό ή λάθος, εκείνη το έκανε και είχε καταφέρει τα μαλλιά της να είναι πάντα γυαλιστερά και ίσια. Της άρεσε η ιδέα την ημέρα του γάμου της να μην κάνει κάτι περίτεχνο στα μαλλιά της. Ίσως να τα μάζευε σε ένα χαμηλό σινιόν και να τα στόλιζε με λουλούδια. Η αλήθεια ήταν ότι το πέπλο δεν της άρεσε ιδιαίτερα κι αν μπορούσε να το αποφύγει θα το έκανε με μεγάλη της χαρά. Ήξερε βέβαια ότι τον πρώτο και τελευταίο λόγο θα είχε η κυρία Καρανικόλα, η μητέρα του Μηνά και η Μάγδα δεν είχε σκοπό να της πάει κόντρα με τίποτα στον κόσμο. Το οικονομικό κομμάτι όμως τη βασάνιζε. Πάλευε να μαζέψει χρήματα να φτιάξει το δικό της κομπόδεμα αλλά όλα αυτά, που συνόδευαν έναν γάμο, για την δική της οικονομική κατάσταση, ενώ η ψυχή της τα λαχταρούσε, τα θεωρούσε πλέον περιττά. Πεταμένα χρήματα που έβγαιναν με τόσο κόπο για ένα απόγευμα. Μακάρι να της περίσσευαν, τότε ναι θα έκανε έναν γάμο σαν να έχει βγει από παραμύθι, τώρα όμως έπρεπε να ορίσει τι ήταν σημαντικό και τι όχι. Τι της ήταν χρήσιμο και να μην τα σκορπάει σε πράγματα που δεν είχαν καμία αξία.

Κρυφή της επιθυμία ήταν να σπουδάσει και να γίνει δικηγόρος. Δεν το είχε φανταστεί ποτέ αυτό, δουλεύοντας όμως σε αυτό το γραφείο και βλέποντας με πόσο σεβασμό μιλούσαν όλοι στον κύριο Αγγελόπουλο, η Μάγδα που μέχρι τότε, το μόνο που την απασχολούσε ήταν πως θα τα έφερνε βόλτα ώστε να φροντίσει τη γιαγιά αλλά και τον εαυτό της, ανακάλυπτε σιγά-σιγά ότι υπήρχε ζωή έξω από τον άγευστο μικρόκοσμό της που ήταν γεμάτος μόνο από ατέρμονες αναμονές και αγωνία. Αν τα κατάφερνε μια ημέρα θα μπορούσε κι εκείνη να πάρει το πτυχίο της και να γίνει ειδικευόμενη δικηγόρος δίπλα στον κύριο Αγγελόπουλο. Ήταν σίγουρη ότι θα μάθαινε όλα όσα έπρεπε και θα μπορούσε να τον ακολουθήσει στις αίθουσες των δικαστηρίων. Τι υπερήφανη που θα ήταν η ίδια για τον εαυτό της και πόσο θα χαιρόταν και ο Μηνάς. Η ζωή τους όλη θα άλλαζε και είχε σκοπό να γίνει η καλύτερη απ’ όλους. Ήξερε ότι το άξιζε και ότι μπορούσε να το καταφέρει. Η νομική είχε τόσους διαφορετικούς κλάδους που το μόνο που είχε να κάνει ήταν να διαλέξει ποια κατεύθυνση θα ακολουθούσε. Της ήταν αδύνατον να σκεφθεί ότι θα μείνει για πάντα γραμματέας. Κάποτε όλα τα δύσκολα και ανυπόφορα θα τελείωναν. Της το όφειλε η ζωή και με ένα πτυχίο στην τσάντα της, η ζωή της, η ζωή που θα μοιραζόταν με τον Μηνά θα ήταν διαφορετική. Θα αποκτούσε μια διαφορετική υπόσταση και θα ξέφευγαν από αυτά που την ‘’στένευαν’’. Θα ανέβαιναν κοινωνικά και ίσως το σπίτι με τον μικρό κήπο γινόταν κάτι μεγαλύτερο και όταν θα ερχόταν στον κόσμο τα παιδιά τους, θα μπορούσε να τους προσφέρει τα καλύτερα κι ό,τι εκείνη δεν είχε ποτέ της. Σκέφτηκε την αδελφή της την Αγνή και ανατρίχιασε. Αυτό που ζούσε δεν ήταν ζωή, ήταν στην κυριολεξία μαρτύριο. Έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε από την τρύπα που έμεναν με τη γιαγιά για να γλυτώσει και τελικά τι κατάφερε; Να παλεύει να μεγαλώσει τα παιδιά της, να προσεύχεται ο Λεωνίδας να μην χάσει τη δουλειά του και να περιμένει να γεμίσει το πιάτο της τελευταία. Τα παιδιά μεγάλωναν, είχαν απαιτήσεις και ο Λεωνίδας κάθε φορά που ζοριζόταν αγρίευε και η Αγνή δεν μπορούσε ούτε να κουνήσει από το σπίτι. Έφυγε από τη μια φυλακή και πήγε στην άλλη. Η Μάγδα δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ούτε στον ίδιο της τον εαυτό ποια από τις δύο αδελφές είχε τη χειρότερη μοίρα, η Αγνή ή η ίδια. Ήξερε ότι η γιαγιά κάποτε θα ‘’έφευγε από τον κόσμο’’ και η ψυχή της τη μια στιγμή γέμιζε χαρά και ένιωθε ότι σαν έφτανε εκείνη η ώρα, θα ήταν σαν να της είχαν σπάσει τις αλυσίδες που την είχαν δεμένη τόσα χρόνια και αμέσως μετά ένιωθε τύψεις.

Η ζωή δεν ήταν δίκαιη. Σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε το τέλος ενός ανθρώπου να σηματοδοτεί την ελευθερία ενός άλλου. Ούτε σαν σκέψη αλλά ούτε σαν συναίσθημα ήταν σωστό κι όσο κι αν η γιαγιά της δεν της είχε φερθεί με τον καλύτερο τρόπο, η Μάγδα μέσα της καταλάβαινε ότι κι εκείνη ένας πονεμένος άνθρωπος ήταν. Όλα τα είχε χάσει και σαν αντάλλαγμα έπρεπε να φορτωθεί και τα παιδιά του γιού της. Αν η γιαγιά έλεγε την αλήθεια για τη μητέρα της, τότε είχε όλα τα δίκια με το μέρος της αλλά από την άλλη ήταν δυνατόν η δικιά της η μητέρα να ήταν τόσο ανήθικη; Αυτή η σκέψη την τρέλαινε και τότε μισούσε τη γιαγιά. Μέσα σε τι βασανιστικό κύκλο συναισθημάτων ζούσε;

Με ή χωρίς τη γιαγιά, η σκέψη της δεν έφευγε ούτε από τον Μηνά αλλά ούτε από τον τρόπο που θα εξέλισσε η ίδια τη ζωή της στο μέλλον. Είχε φροντίσει στη δουλειά της να γίνει όσο καλύτερη μπορούσε. Λάθη ειδικά στην αρχή είχε κάνει ένα σωρό και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι είχε μπερδέψει τα ονόματα των πελατών και είχε στείλει λάθος ενημέρωση σε λάθος άτομα. Όταν κατάλαβε τι είχε κάνει, ήταν ήδη αργά. Είχαν ήδη τηλεφωνήσει στον κύριο Αγγελόπουλο και τον είχαν ενημερώσει. Για την ακρίβεια είχαν διαμαρτυρηθεί για την έκβαση της υπόθεσής τους. Μέχρι να καταλάβει ο κύριος Αγγελόπουλος το μπλέξιμο κι ότι το λάθος ήταν της Μάγδας, είχε ιδρώσει και είχε σκουπίσει το μέτωπό του χίλιες φορές με το μαντήλι του.

‘’Να σας εξηγήσω …’’ έλεγε και ‘’όχι έχετε κάνει λάθος’’ και αναρωτιόταν ‘’μα που το διαβάσατε αυτό;’’ Για να καταλήξει ‘’στην επιστολή που σας στείλαμε εμείς; Ποια επιστολή, μήπως θα μπορούσατε να μου τη διαβάσατε; Κάποιο λάθος έχει γίνει δεν μπορεί’’.

Όταν τη φώναξε στο γραφείο του και τη ρώτησε αν είχε στείλει εκείνη τις λάθος επιστολές, η Μάγδα, όταν συνειδητοποίησε τι ακριβώς είχε γίνει, την έπιασε ένα σπαστικό τρέμουλο και αμέσως μετά είχε ξεσπάσει από το φόβο της σε κλάματα και σκούπιζε τα μάτια της με την ανάποδη του χεριού της παλεύοντας να τα σταματήσει.

‘’Σώπα και μην κάνεις έτσι’’ της είχε πει ο κύριος Αγγελόπουλος. Αυτό θα μπορούσε να έχει συμβεί στον κάθε ένα κι εδώ που τα λέμε τέτοιου είδους λάθη δεν πρέπει να συμβαίνουν μεν αλλά όλοι μας έχουμε κάνει τα ίδια και χειρότερα. Θα σε παρακαλούσα μόνο να είσαι πιο προσεκτική και συγκεντρωμένη’’.
‘’Δηλαδή δεν θα με …’’
‘’Τι να σε απολύσω;’’ Την είχε ρωτήσει κι αμέσως μετά είχε αρχίσει να γελάει. ‘’Όχι παιδί μου, όχι για ένα τόσο μικρό λάθος’’ της είχε πει και την είχε αφήσει να τον κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό. ‘’Αλλοίμονο μετά από τόσα χρόνια να μην μπορώ να κρατήσω τους πελάτες μου. Τι δικηγόρος θα ήμουν, μου λες;’’

Η αλήθεια ήταν ότι ο κύριος Αγγελόπουλος ήταν ένας καλόκαρδος άνθρωπος και είχε κερδίσει σχεδόν αμέσως την εμπιστοσύνη της. Το γέλιο του δε, της θύμιζε συχνά-πυκνά το γέλιο του Μηνά και μόλις το σκέφτηκε η καρδιά της χτύπησε πιο γρήγορα. Μήπως σήμερα τελικά έφτανε αυτός ο πολυπόθητος λευκός φάκελος με τις μπλε γραμμούλες; Επιτάχυνε το βήμα της και άρχισε σχεδόν να τρέχει, όσο της επέτρεπαν τα παπούτσια της που ήταν σκληρά και πάντα τη στένευαν.

Μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικία, διέσχισε τον διάδρομο με το μωσαϊκό και βρήκε τη γιαγιά να κάθετε στην κουνιστή πολυθρόνα μπροστά από την τηλεόραση, πλυμένη, καθαρή και με μια μικρή κουβέρτα να της σκεπάζει τα πόδια.

‘’Κυρία Τούλα’’ φώναξε αλλά απάντηση δεν πήρε. Κοίταξε το ρολόι της, είχε καθυστερήσει σχεδόν μισή ώρα κι αυτή η γυναίκα δεν έλεγε να της χαρίσει ούτε ένα λεπτό. Πως της πήγαινε η καρδιά να αφήνει τη γιαγιά της μόνη, μεγάλη γυναίκα και ταλαιπωρημένη ήταν, όλα μπορούσαν να συμβούν μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, κουκούτσι μυαλό δεν είχε στο κεφάλι της; Το παραδάκι όμως ήξερε να το βουτάει.

‘’Μην την ψάχνεις’’ απάντησε η γιαγιά χωρίς να γυρίσει καν το κεφάλι της ‘’έχει ώρα που έχει φύγει’’.
‘’Τι εννοείς ώρα; Τριάντα λεπτά άργησα’’.
‘’Κι εσύ νομίζεις ότι η Τούλα κάθεται και φυλάει εμένα όλη την ημέρα; Σε γελάσανε’’.
‘’Μα γι’ αυτό την πληρώνω’’ διαμαρτυρήθηκε η Μάγδα.
‘’Τίποτα δεν κάνει στο έχω πει χίλιες φορές, δύο πιάτα φαγητό φέρνει και μην την είδατε την πονηρή την αλεπού’’.
‘’Μα γιαγιά …’’.
‘’Πιστεύεις  ότι τα ψώνια που κάνεις είναι μόνο για δύο μερίδες φαγητό; Δεν σου κόβει το νιονιό σου πουθενά και καθόλου; Τα τσεπώνει με κάθε τρόπο, τσάμπα τρώνε σπίτι της από τα δικά σου λεφτά αλλά δεν με ακούς, εγώ φταίω; Δεν φταίω’’.
‘’Τι να ακούσω, πρέπει να πάω στο γραφείο, πως θα πληρώσουμε τις υποχρεώσεις που έχουμε μου λες;’’
‘’Τι με νοιάζει εμένα, δικά σου χρήματα πετάς’’ είπε και τα μάτια της από την τηλεόραση δεν τα πήρε ούτε για ένα λεπτό. ‘’Φαγητό έχει στο φούρνο, αυτή η γυναίκα ή δεν ξέρει να μαγειρεύει ή θέλει να μας δηλητηριάσει και τις δύο μαζί’’.
‘’Έφαγες;’’
‘’Τι να φάω, τρώγεται αυτό που έφτιαξε, ευτυχώς είχαμε μπόλικο ψωμί’’.
‘’Μήπως πέρασε ο ταχυδρόμος;’’
‘’Η Τούλα κάτι άφησε στο τραπέζι αλλά άσε με τώρα ήσυχη, με ζάλισες με τις κουβέντες σου’’.

Η Μάγδα αναστέναξε. Για να απαντούσε η γιαγιά με λόγο καθαρό, χωρίς να μπερδεύει τις λέξεις και να έχει κενά στη μνήμη της, τότε ήταν μια από τις καλές της ημέρες. Αν ο Μηνάς ήταν εδώ, τότε θα μπορούσαν να περάσουν μαζί το απόγευμα στο σπίτι του και να κοιτάνε ξαπλωμένοι τα αστέρια από το παράθυρο του μικροσκοπικού σπιτιού του. Όμως ούτε ο Μηνάς ήταν εδώ, ούτε το γράμμα που περίμενε είχε φτάσει για άλλη μια φορά. Τι να έκανε; Δεν μπορούσε να χτυπάει διαρκώς το κουδούνι στο πατρικό του σπίτι και να ρωτάει αν είχαν νέα του και τι κάνει. Ερχόταν και η ίδια σε δύσκολη θέση και ήταν πολύ πιθανό, να έμοιαζε στα μάτια της μητέρας του σαν μια από εκείνες τις ενοχλητικές κολλιτσίδες που πάνε γυρεύοντας. Η Μάγδα γνώριζε πλέον καλά ότι κάτι τέτοιο καθόλου δεν άρεσε σε μια μάνα και το τελευταίο που ήθελε ήταν να δώσει λάθος εντυπώσεις.

Όταν σταμάτησε να κλαίει, άνοιξε το φούρνο κι έβαλε το σκεπασμένο πιάτο που βρήκε στη μεσαία σκάλα και το άνοιξε. Η γιαγιά είχε δίκιο, θα έπρεπε να μιλήσει στην κυρία Τούλα ή ακόμα καλύτερα να μαγειρεύει η ίδια για να κάνει καλύτερο κουμάντο. Αυτό ούτε πεινασμένος σκύλος δεν θα το έτρωγε, μα τι να είχε ρίξει μέσα; Ένα κομμάτι κρέας που βρώμαγε και δύο-τρία λαχανικά που επέπλεαν σαν ναυαγοί.

‘’Το βρήκες;’’ Ακούστηκε η φωνή της γιαγιάς από το βάθος, ‘’σκέτο λίπος είναι, αποκλείεται να είχες αγοράσει εσύ κάτι τέτοιο’’. Η Μάγδα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Η κυρία Τούλα τις έκλεβε για τα καλά και χωρίς να ντρέπεται.

Άφησε το πιάτο με το φαγητό στην άκρη κι έβαλε να βράσει λίγο τσάι. Έψησε λίγο ψωμί κι έριξε λίγη μαρμελάδα από πάνω. Πότε θα πήγαινε για δουλειά, πότε θα επέστρεφε, πότε θα μαγείρευε και ποια ώρα της ημέρας θα της έμενε για να διαβάσει για τη νομική σχολή; Και πριν φτάσει να ονειρευτεί τη ζωή της στο Πανεπιστήμιο έστω ως εργαζόμενη, θα έπρεπε να δώσει πρώτα εξετάσεις. Ξαφνικά ένιωσε τόσο μικρή και χαμένη που δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Ίσως έπρεπε να μιλήσει πρώτα στον κύριο Αγγελόπουλο, αν δεν θύμωνε μαζί της ή αν δεν την περιγελούσε, τότε μπορεί και να της έδινε μια καλή λύση. Τι κρίμα αλήθεια να σκέφτεται να μιλήσει σε τρίτους ανθρώπους και όχι στο Μηνά. Αν ήταν εδώ τι θα της έλεγε άραγε;

Ανακάτεψε το τσάι της για άλλη μια φορά και άρχισε να παίζει με τον εαυτό της το ίδιο παιχνίδι, όπως έκανε τα περισσότερα βράδια της πια.

Ήταν παντρεμένοι και ζούσαν στο σπίτι τους, ο Μηνάς καθόταν στο διπλανό δωμάτιο και κάθε τόσο έμπαινε στη κουζίνα και την ρωτούσε αν χρειαζόταν βοήθεια στο διάβασμα. Διάβαζαν μαζί τα κεφάλαια, εκείνος της έκανε ερωτήσεις κι η Μάγδα άλλοτε απαντούσε αμέσως κι άλλες φορές δεν θυμόταν τίποτα. Έπαιζαν, της χτυπούσε με το δάχτυλο τη χωρίστρα στα μαλλιά της και της έλεγε ‘’από εδώ ξεκινάει μια φουσκάλα και κάνει το γύρω του κεφαλιού σου αργά-αργά. Όταν φτάσει στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε, τότε κάνει ένα παφ, σκάει και τα ξεχνάς όλα’’. Εκείνη θα έβαζε τα γέλια και ο Μηνάς θα της έκανε την ερώτηση πάλι από την αρχή και δεν θα σταματούσαν ποτέ, μέχρι να απαντήσει σωστά. Μετά, θα την έπαιρνε αγκαλιά και ο μυστικός τους χορός θα ξεκινούσε με ένα τρυφερό φιλί στη μύτη ή στο μάγουλο. Η Μάγδα θα τιτίβιζε μέχρι που θα την άφηνε πάνω στον καναπέ και θα συνέχιζε να την βασανίζει ξεκινώντας από το μικρό γαργαλητό που της έκανε στην πατούσα και μετά … μετά θα ζούσαν όλα αυτά που λαχταρούσε καθημερινά, μα πάνω απ’ όλα θα μύριζε το άρωμα του δέρματός του.

‘’Αλήθεια πως μύριζε αυτή τη στιγμή ο Μηνάς; Που ήταν, γιατί δεν της έγραφε;’’

Πετάχτηκε από την καρέκλα της κουζίνας γεμάτη ανησυχία. Κάτι συνέβαινε το ήξερε αλλά μέσα της δεν ήθελε να το παραδεχθεί. Ήταν εκείνος που της είχε πει ότι θα παντρευτούν. Ότι θα την στήριζε για πάντα και θα έπαιρναν και τη γιαγιά μαζί τους, στο καινούργιο τους σπιτικό. Αυτά ήταν λόγια του Μηνά και όχι δικά της και σε καμία των περιπτώσεων δεν είχε προσπαθήσει να τον τυλίξει με τερτίπια περίεργα στη φάκα της, ούτε τα είχε φανταστεί. Πως ήταν δυνατόν ο άντρας που θα παντρευόταν, το αγόρι που ήξερε από μικρό παιδί, το άλλο μισό της ψυχής της να μην της έχει γράψει ούτε δύο αράδες από την ημέρα που έφυγε; Τι στην ευχή συνέβαινε εδώ; Μια κάρτα έστω με ένα ξερό, ‘’είμαι καλά μην ανησυχείς σε αγαπώ’’ της έφτανε και της περίσσευε.

Η Μάγδα άρχισε να βηματίζει νευρικά στην κουζίνα πάνω-κάτω και να σπρώχνει κάθε τόσο με το πόδι την καρέκλα, όχι γιατί την ενοχλούσε αλλά γιατί κάπου έπρεπε να ξεσπάσει.

‘’Είσαι καλά;’’ Ακούστηκε από το σαλόνι η στριγκιά φωνή της γιαγιάς.
‘’Ναι’’ απάντησε η Μάγδα για να την ξεφορτωθεί.

Και τι θα γινόταν αν ο Μηνάς δεν την έγραφε ποτέ; Αν είχε σταματήσει να την αγαπάει; Αν με το που πήγε στο στρατό κατάλαβε ότι η ζωή του μαζί της θα ήταν ένα σκέτο μαρτύριο; Πως θα άντεχε την καθημερινότητά της χωρίς την παρουσία του και το χάδι του; Αν δεν γινόταν αυτός ο γάμος; Αν τα πρωινά ξυπνούσε χωρίς να τον έχει στο πλάι της; Αν τον συναντούσε τυχαία στο δρόμο κάποτε με μια άλλη γυναίκα στο πλευρό του;

Υπήρχε ένα λάθος μέσα στο σκηνικό της ζωής της που δεν μπορούσε να το εντοπίσει. Όσο κι αν αγαπούσε τον Μηνά, όσο κι αν δεν άντεχε τη ζωή με τη γιαγιά, όσο κι αν ονειρευόταν ότι κάποτε θα κατάφερνε κι εκείνη να γίνει μια πετυχημένη δικηγόρος, η αλήθεια ήταν μια. Κανείς δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για την ύπαρξή της.

Το βουβό κλάμα και τα χοντρά δάκρυα που μέχρι εκείνη τη στιγμή έτρεχαν στα μάγουλά της, έδωσαν τη θέση τους σε ένα νευρικό τρανταχτό γέλιο. Ούτε η γιαγιά ενδιαφερόταν για την ίδια, ούτε η Αγνή η αδελφή της είχε χώρο για να την κρατήσει έστω για μια στιγμή στην αγκαλιά της, ούτε ο Μηνάς ήταν εκεί για να της κρατήσει το χέρι.

Το πιο πιθανό απ’ όλα ήταν να μην της έγραφε, γιατί αυτός ήταν ο δικός του τρόπος να της πει ‘’δεν θέλω άλλο’’. Το βράδυ εκείνο η Μάγδα δεν κοιμήθηκε, φρόντισε τη γιαγιά της σαν να ήταν μωρό παιδί, το δικό της το μωρό και με τόση τρυφερότητα που η ίδια δεν είχε νιώσει από κανέναν ποτέ κι όταν σιγουρεύτηκε ότι είχε κοιμηθεί, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον δρόμο. Το σκοτάδι είχε πάψει από καιρό να την τρομάζει. Τριγύρισε στους δρόμους της Αθήνας και ανακατεύθηκε με όλους αυτούς που συνήθως φρόντιζε να αποφεύγει. Ήταν τα αποβράσματα της κοινωνίας, αυτοί που την ημέρα κρυβόταν και εμφανιζόταν τις νύχτες. Σκιές που κρυβόταν στις γωνίες των μισογκρεμισμένων κτισμάτων. Άντρες με αυλακωμένα μάγουλα και γυναίκες με ρούχα που τόνιζαν με νόημα το επάγγελμά τους.

Η τύχη μου δεν διαφέρει από τη δική τους, σκέφτηκε, το θάρρος δεν βρήκα ποτέ να ανακατευθώ μαζί τους κι έμεινα κλεισμένη σαν την καρδερίνα στο κλουβί που μου έφτιαξε με τα χέρια της η γιαγιά.

‘’Κοπελιά είσαι για μια βόλτα;’’ Τη ρώτησε ένας γεμάτος καλοβαλμένος κύριος, με σκληρό γιακά, από αυτούς που συναντούσε στις σκάλες του γραφείου και κατέβαζε με συστολή τα βλέφαρά της βλέποντας το αυστηρό τους ύφος. ‘’Έλα τώρα μην κάνεις τη δύσκολη πες μόνο πόσα θες;’’

Η Μάγδα δεν απάντησε και συνέχισε το δρόμο της. Μια ζάλη ένιωσε ξαφνικά και κρατήθηκε και με τα δυο της χέρια από μια νεραντζιά. Ανακατευόταν κι εκεί, χωρίς κανείς να μπορεί να τη σταματήσει, ανάμεσα σε λυγμούς και σκέψεις τρομακτικές, άφησε το στομάχι της να αδειάσει σκουπίζοντας το στόμα της άτσαλα. Σήκωσε το κεφάλι της και όλα ήταν γύρω της θολά.

‘’Όχι’’ φώναξε δυνατά για να την ακούσει ο ίδιος της ο εαυτός και η μάνα της, που χωρίς να το θέλει, με το θάνατό της ήταν σαν να την εγκατέλειψε την ίδια στιγμή που γεννήθηκε κι άρχισε να τρέχει σαν τρελή. ‘’Όχι’’ συνέχισε να φωνάζει.

Ζάκυνθος, καλοκαίρι, διακοπές! Κάντε την κράτησή σας τώρα

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here