Η Ελένη φορώντας το ψάθινο καπέλο της, είχε βγει στον κήπο για να κλαδέψει τα λουλούδια. Είχε μεγάλη αδυναμία στα τριαντάφυλλα και τους φερόταν σαν να ήταν παιδιά της. Όσοι κηπουροί κι αν είχαν περάσει από τον κήπο της, οι περισσότεροι από αυτούς, είχαν μάθει πώς να τα φροντίζουν από αυτή τη σοβαρή, λιγομίλητη αλλά πάντα ευγενική κυρία που συνήθιζε να τα χαϊδεύει και να τους μιλάει. Λίγοι ήταν εκείνοι που οι γνώσεις τους ξεπερνούσαν τις γνώσεις της Ελένης. Ήταν το πάθος της και το ήξερε.

‘’Θέλετε να σας φέρω κάτι;’’ είχε ρωτήσει η Μαρία.
‘’Μήπως έχουμε από αυτή την σπιτική λεμονάδα που φτιάχνεις; Νομίζω ότι θα ήταν ό,τι πρέπει’’.
‘’Όσο θα υπάρχουν λεμονιές που ανθίζουν, εγώ θα φτιάχνω λεμονάδα’’ απάντησε η Μαρία, ‘’καθίστε εσείς με την ησυχία σας στο κιόσκι και θα τα ετοιμάσω όλο εγώ’’ είπε, έκανε μεταβολή κι έφυγε για να επιστρέψει μετά από λίγο κρατώντας ένα δίσκο με σάντουιτς αγγουριού και την γυάλινη κανάτα γεμάτη με παγάκια και λεμονάδα.
‘’Ποιός θα τα φάει όλα αυτά;’’ ρώτησε η Ελένη γελώντας.
‘’Είσαστε πολύ αδύνατη, δεν έχετε λόγο να ανησυχείτε’’ απάντησε η Μαρία καθώς της γέμιζε το ποτήρι κι αμέσως μετά έφυγε για να συνεχίσει η κάθε μία, τη δουλειά της.

Η Ελένη αναστέναξε και ακούμπησε την πλάτη της στην φερ-φορζέ πολυθρόνα με τα πολύχρωμα μαξιλάρια. Έβγαλε το καπέλο της, έφτιαξε πρόχειρα τα μαλλιά της και ήπιε μια γουλιά αφήνοντας τα παγάκια να κουδουνίσουν στο βαρύ ποτήρι της. Έκλεισε τα μάτια και έγειρε το κεφάλι της ανάλαφρα στο πλάι. Πόσα πράγματα είχαν αλλάξει μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια, πόσο είχε αλλάξει όχι μόνο η ίδια αλλά και η ζωή όλων τους.

Όταν πέθανε ο Γεράσιμος κατάλαβε ότι έπρεπε να σταθεί στα πόδια της. Μέχρι εκείνη την ώρα, την κακιά ώρα, ήταν η προστατευμένη σύζυγος ενός υπέροχου και δοτικού ανθρώπου. Όλα αυτά που είχε και απολάμβανε σήμερα και όλα αυτά που της είχε προσφέρει τα προηγούμενα χρόνια ο Γεράσιμος, τα είχε φτιάξει ο ίδιος με κόπο και με αφοσίωση.

Ο καιρός του πένθους είχε περάσει όταν η Ελένη αναρωτήθηκε που βρίσκεται και ποια ήταν η θέση της μέσα στον κόσμο. Τα χρήματα στον τραπεζικό τους λογαριασμό έμπαιναν ανελλιπώς κάθε μήνα αλλά ποιος τα κανόνιζε όλα αυτά; Από τη δουλειά του Γεράσιμου δεν είχε ιδέα και δεν γνώριζε  καλά-καλά και σε ποιόν θα έπρεπε να μιλήσει αλλά και τι έπρεπε να πει. Ήταν ο Τζόζεφ που της μίλησε, της στάθηκε και της άνοιξε τα μάτια.

Είχαν περάσει λίγοι μήνες όταν είχε επισκεφθεί το γραφείο του Γεράσιμου. Ευτυχώς δεν είχαν αγγίξει τίποτα από τα πράγματά του και δεν θα μπορούσαν  την είχε ενημερώσει ο Τζόζεφ, όταν με διαθήκη, της είχε αφήσει το εξήντα τοις εκατό των μετοχών. Σύντομα, θα έπρεπε να γίνει συνέλευση μετόχων και να ορισθεί καινούργιος πρόεδρος, η εταιρία δεν μπορούσε να συνεχίσει τη λειτουργία της μόνο με τους δύο αντιπροέδρους.

Ποιος θα φανταζόταν ότι ο θάνατος του Γεράσιμου θα έφερνε πιο κοντά τον Τζόζεφ και την Ελένη. Κανείς, ούτε από το μυαλό των ιδίων δεν είχε περάσει κάτι τέτοιο. Όμως, έχοντας πλήρη άγνοια από επιχειρήσεις, διακανονισμούς και οικονομικά συμφέροντα, καταλάβαινε ότι έπρεπε να κινηθεί γρήγορα. Μετά την πρώτη επίσκεψη που είχε κάνει στον οικονομικό διευθυντή της εταιρίας και φίλο του Γεράσιμου, το ένστικτό της την προειδοποίησε ότι πίσω από το γεμάτο κατανόηση τρυφερό χαμόγελό του, κρυβόταν ένας άνθρωπος που κατά πάσα πιθανότητα μόνο το καλό της δεν ήθελε. Η επενδυτική εταιρία του Γεράσιμου, βρισκόταν σε ανοδική πορεία και ήταν λογικό να μην την θέλουν να τριγυρνάει ανάμεσά τους. Δεν είχε δουλέψει ποτέ, ήταν πολύ πιθανό, όλοι όσοι ήταν εργαζόμενοι και είχαν άμεσο οικονομικό συμφέρον να θέλουν να την βγάλουν από τη μέση. Δεν τους αδικούσε αλλά δεν θα τους έκανε τη χάρη. Ήταν αποφασισμένη να πολεμήσει με κάθε τρόπο και το τελευταίο που την ενδιέφερε ήταν να χρησιμοποιήσει αστείες δικαιολογίες.

‘’Τι δουλειά φαντάζεσαι ότι θα μπορέσεις να κάνεις εδώ;’’ την είχε ρωτήσει ο Ηρακλής Λεούσης προσπαθώντας να κρύψει την ειρωνεία στη φωνή του.

Η Ελένη είχε εξοργισθεί γιατί ήταν σίγουρη ότι για όλους τους, ήταν μόνο μια εύπορη γυναίκα που δεν ήξερε να κάνει τίποτα παραπάνω από το να ξοδεύει τα χρήματα του άνδρα της. Είχαν δίκιο να σκέφτονται έτσι, αυτό που δεν είχαν υπολογίσει ήταν το πείσμα της και η ανάγκη της να βρεθεί εκτός σπιτιού. Να αποδείξει στον εαυτό της ότι άξιζε και ότι ήταν ικανή να συμμετέχει στις αποφάσεις της εταιρίας και να γίνει μια αξιοσέβαστη επιχειρηματίας.

‘’Για αρχή θα συμμετέχω σε όλα τα συμβούλια και θα με βρίσκεται καθημερινά στο γραφείο του Γεράσιμου, στις οκτώ το πρωί’’ είχε απαντήσει και το είχε τηρήσει. Κάθε πρωί, βρισκόταν στη θέση της νωρίτερα απ΄ όλους  και είχε απαιτήσει από την γραμματέα του Γεράσιμου να την ενημερώνει για τα πάντα. Φυσικά δεν καταλάβαινε τίποτα, έπαιρνε τους φακέλους και τους κοιτούσε μαζί με τον Τζόζεφ κάθε βράδυ και ακολουθούσε κατά γράμμα τις οδηγίες του. Κακά τα ψέματα, οι μέτοχοι ήταν σίγουροι ότι έπαιζαν σκάκι μαζί της και ότι θα την έβγαζαν από την παρτίδα πριν προλάβει να περάσει βδομάδα. Είχαν κάνει λάθος, γιατί πίσω από την Ελένη κρυβόταν ο Τζόζεφ και είχε αποδείξει σε όλους πόσο μεγάλος επιχειρηματίας ήταν.

Όταν είχε έρθει η ώρα για να εκλέξουν πρόεδρο, η Ελένη είχε προτείνει τον νεότερο ηλικιακά σύμβουλο της εταιρίας, τον Αλέξανδρο Καλαφάτη και η αντίδραση των συμβούλων ήταν φυσικά αρνητική. Ο Αλέξανδρος δεν είχε τις οικογενειακές περγαμηνές όλων των υπολοίπων. Είχε κοπιάσει πάρα πολύ στη ζωή του και ήξερε ότι ο Γεράσιμος τον είχε προτείνει για το διοικητικό συμβούλιο γιατί πίστευε στο μυαλό του και το ακέραιο του χαρακτήρα του. ‘’Είναι ένας αξιόλογος νέος άνθρωπος με όραμα και πίστη’’ της είχε πει ‘’θα ήθελα να είναι ο αντικαταστάτης μου όταν έρθει εκείνη η ώρα’’. Τα λόγια του Γεράσιμου ερχόταν ξανά και ξανά στο μυαλό της.

‘’Πως είναι δυνατόν να εκφέρεις άποψη για τον επόμενο πρόεδρο Ελένη;’’
‘’Βασιζόμενη στις μέχρι τώρα γνώσεις μου και σε όσα κουβέντιαζε καθημερινά μαζί μου ο Γεράσιμος’’.
‘’Χωρίς να θέλω να σε υποβιβάσω’’ έλεγε ο Ηρακλής Λεούσης, ‘’έχεις καταλάβει ότι εδώ είμαστε εταιρία και τις αποφάσεις τις λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο;’’
‘’Βεβαίως’’ είχε απαντήσει η Ελένη ήρεμα ‘’κι αν θυμάμαι καλά έχω δικαίωμα ψήφου. Σωστά;’’
‘’Δικαίωμα ψήφου έχεις αλλά θα σε παρακαλούσα τουλάχιστον, να μην ανακατεύεσαι σε πράγματα που δεν ξέρεις’’.
‘’Γίνε πιο συγκεκριμένος παρακαλώ, τι ακριβώς ξέρω;’’
‘’Κυρία Γαλάνη καταλαβαίνετε ότι η διεύθυνση μιας εταιρίας δεν είναι το ίδιο εύκολη με την οργάνωση μιας δεξίωσης’’ είχε απαντήσει ένα από τα μέλη του συμβουλίου.

Η Ελένη δεν είχε απαντήσει. Από τη θέση που καθόταν παρατηρούσε τα πρόσωπα των ανθρώπων που ήθελαν να την βγάλουν από τη ζωή τους. Γέλασε, ο Τζόζεφ την είχε προετοιμάσει πολύ καλά.

‘’Κύριοι, θεωρώ ότι ο Αλέξανδρος Καλαφάτης, θα πρέπει να είναι ο επόμενος πρόεδρος της εταιρίας και τον θέτω υποψήφιο αυτή τη στιγμή κι αν κάποιος από εσάς πιστεύει ότι ο Γεράσιμος έκανε λάθος που ήθελε να τον διαδεχθεί και πίστευε στο μυαλό αλλά και στις γνώσεις του, ας μας το τεκμηριώσει’’.

Στην αίθουσα είχε επικρατήσει αναβρασμός και η Ελένη χτυπούσε με το δαχτυλίδι της το μεγάλο ξύλινο τραπέζι.

‘’Είσαστε όλοι σας αξιέπαινοι για την προσπάθεια που κάνετε να με μειώσετε και ειδικά εσείς κύριε Λεούση που είσαστε από τους παλαιότερους. Μην ξεχνάτε όμως ότι κατέχω το εξήντα τοις εκατό της εταιρίας, καταλαβαίνετε ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι περισσότερο για τα μάτια του κόσμου κι αν δεν θέλετε τον κύριο Καλαφάτη για πρόεδρο κι από τη στιγμή που κανένας από εσάς δεν έχει να του προσάψει το παραμικρό, τότε δύο λύσεις βλέπω να υπάρχουν μόνο’’.

‘’Δηλαδή;’’ ρώτησε φανερά εκνευρισμένος ο Ηρακλής Λεούσης.

‘’Ή θα αποδεχθείτε άμεσα την επιθυμία του Γεράσιμου ή θα με αναγκάσετε να πουλήσω τις μετοχές της εταιρίας σε έναν άνθρωπο που δεν θα θέλατε ποτέ να βρίσκεται ανάμεσά σας. Μόνο που ο Τζόζεφ Πράις μου έχει ήδη κάνει μια ενδιαφέρουσα και καθόλου ευκαταφρόνητη οικονομική πρόταση. Είναι γνωστό σε όλους μας Ηρακλή, ότι θα ήθελες να βρεθείς στην καρέκλα του προέδρου αλλά όσο περνάει από το χέρι μου δεν θα σε αφήσω. Ο Γεράσιμος πίστευε πάντα ότι αυτό που σε ενδιέφερε πάντα ήταν το συμφέρον σου και όχι αυτό της εταιρίας.

Κύριοι, οι απόφαση είναι δική σας, ή θα με αναγκάσετε να πουλήσω τις μετοχές μου στον κύριο Πράις ή θα κάνετε αυτή τη στιγμή δεκτή την πρότασή μου και ο κύριος Καλαφάτης θα γίνει ο νέος πρόεδρος της εταιρίας’’.

Τα χέρια είχαν αρχίσει να σηκώνονται ένα-ένα και πριν προλάβει ο Ηρακλής Λεούσης να αντιδράσει περισσότερο, ο νέος πρόεδρος της εταιρίας δεχόταν ήδη τα συγχαρητήρια του διοικητικού συμβουλίου.

‘’Μην πας να τα βάλεις άλλη φορά μαζί μου Ηρακλή, θα σε αποτελειώσω’’ τον προειδοποίησε εκείνη τη στιγμή και μπροστά σε όλους η Ελένη και χωρίς να περιμένει απάντηση, είχε στραφεί στον Αλέξανδρο ‘’κύριε Καλαφάτη σας περιμένω το βράδυ στο σπίτι στην Κηφισιά για να με ενημερώσετε’’ είχε πει και χωρίς να περιμένει ούτε λεπτό με το κεφάλι ψηλά, είχε κάνει μεταβολή και είχε φύγει.

Όταν είχε φτάσει στην πόρτα της εισόδου, η Ελένη θυμόταν ότι τα συναισθήματα μέσα της χόρευαν γαϊτανάκι. Φόβος, χαρά, τρομάρα αλλά και ικανοποίηση και πριν προλάβει να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο την είχε πιάσει νευρικό γέλιο καθώς θυμόταν το κατακόκκινο πρόσωπο του Ηρακλή Λεούση με το παχύ μουστάκι να τρέμει από εκνευρισμό.

***

‘’Θα αργήσετε’’. Η φωνή της Μαρίας την έφερε στην πραγματικότητα. Η Ελένη κοίταξε το ρολόι της.
‘’Έχεις δίκιο’’ απάντησε και σηκώθηκε από την θέση της. ‘’Η λεμονάδα σου ήταν υπέροχη για άλλη μια φορά’’.
‘’Σας ευχαριστώ αλλά δεν βλέπω να έχετε φάει κάτι από αυτά που σας έφτιαξα’’.
‘’Θα συναντηθώ με τον κύριο Πράις’’ είπε.

Τι ακριβώς ήθελε ο Τζόζεφ σήμερα δεν ήταν σε θέση να το καταλάβει. Ήταν ιδιαίτερα επίμονος στο τηλεφώνημα που της έκανε και δεν δεχόταν σε καμία των περιπτώσεων να αρνηθεί την πρότασή του. Η αλήθεια ήταν ότι η Ελένη τέτοια πρόθεση δεν είχε και η επιθυμία της να τον δει ήταν πάντα η ίδια. Η καρδιά της χτυπούσε χαρούμενα ακόμα και μετά από τόσα χρόνια.

Ο Τζόζεφ, δεν είχε κάνει ποτέ κάποια κίνηση που θα την έφερνε σε δύσκολη θέση. Είχε σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και το μόνο που προσέφερε στην Ελένη ήταν παρέα και τις γνώσεις του στις επιχειρήσεις.

Πολλές ήταν οι φορές που είχε προσπαθήσει σε ένα από τα γεύματά τους να την πείσει να παραδεχθεί ότι ήταν ο βιολογικός πατέρας της κόρης τους αλλά η Ελένη πάντα του απαντούσε χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις,

‘’Δεν είσαι ο πατέρας της Ρούμπι και σου λέω την αλήθεια’’.
‘’Από ποιόν κρύβεσαι Ελένη, ο Γεράσιμος τα ήξερε όλα και έχει πεθάνει πια τόσα χρόνια. Τι φαντάστηκες, ότι θα κάνω τη ζωή της Ρούμπι άνω-κάτω μόνο και μόνο για να την ακούσω να με φωνάζει μπαμπά;’’
‘’Δεν είσαι ο πατέρας της Ρούμπι Τζόζεφ’’ και δεν ήταν κι αυτό το μυστικό η Ελένη το κουβαλούσε μέσα της κάθε στιγμή, χωρίς να μπορεί να ξεχάσει τι είχε κάνει.

Είχε μεγάλη ανάγκη να του πει την αλήθεια αλλά δεν είχε τη δύναμη να παραδεχθεί την απονενοημένη πράξη της. Ό,τι και να έλεγε η Ελένη ήξερε ότι ήταν φτηνές δικαιολογίες και δεν θα υπήρχε άνθρωπος πάνω στη γη που θα την καταλάβαινε και γιατί άλλωστε; Τώρα μετά από τόσα χρόνια, το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να πληγώσει και τη Ρούμπι. Την μεγάλωσε και την ανάστησε σαν να ήταν πράγματι το δικό της παιδί κι αν σήμερα μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω και να διορθώσει τα λάθη της, την Ρούμπι θα την κρατούσε και θα ένιωθε για το κορίτσι αυτό τα ίδια συναισθήματα. Αγάπη, ατελείωτη αγάπη κι άδολη, όπως μια μάνα μόνο μπορεί να νιώσει.

Η Μάγδα όμως, που ήταν η κόρη του Τζόζεφ και η δικιά της, ήταν αυτή που είχε πληρώσει το δικό της λάθος και με τον χειρότερο τρόπο. Πως ήταν δυνατόν να πει στον Τζόζεφ την αλήθεια; Θα την σιχαινόταν και θα είχε όλο το δίκιο με το μέρος του και μετά θα έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει η ίδια, θα έψαχνε να την βρει. Τα χρήματα που είχε βάλει στον τραπεζικό λογαριασμό στο όνομά της, δεν ήταν αρκετά για να της εξασφαλίσουν μια άνετη ζωή και σίγουρα δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την πράξη της. Η καρδιά της σφίχτηκε. Πως είχε φερθεί έτσι; Ούτε η ίδια δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τον εαυτό της. Έπρεπε να εντοπίσει τη Μάγδα και να ξεμπλέξει το κουβάρι της ζωής όλων των ανθρώπων που είχε χρησιμοποιήσει. Η συγγνώμη δεν είχε λόγο ύπαρξη στο δημιούργημά της και δεν περίμενε κανείς ούτε να την καταλάβει, ούτε να την συγχωρέσει.

***

Κοιτάχτηκε στον μεγάλο καθρέφτη στο δωμάτιό της και με τα χέρια της έπιασε την μέση της. Είχε κλείσει τα πενήντα εδώ και δυο χρόνια κι όμως ήθελε ακόμα να νιώθει επιθυμητή. Ήταν αδύνατη και το δέρμα στο πρόσωπό της παρέμενε καθαρό και θύμιζε εύθραυστη πορσελάνη. Τα μεγάλα βιολετιά της μάτια είχαν χάσει την αρχική τους λάμψη, όμως ακόμα και σήμερα παρέμεναν το μεγάλο της στολίδι.

Φόρεσε ένα μαύρο παντελόνι με ένα μεταξωτό πουκάμισο στο χρώμα της άμμου, το μικρό μαργαριταρένιο της κολιέ με το ιδιαίτερο δέσιμο που είχε από ζαφείρια και διαμάντια, το άφηνε να φαίνεται λίγο στο πλάι του λαιμού της. Τα μαλλιά της τα είχε πάντα πιασμένα σε ένα σφιχτό σινιόν. Φόρεσε το μπουκλέ Σανέλ σακάκι της κι έριξε δυο σταγόνες  από το άρωμά της πίσω από αυτιά της. Δεν ήταν κακό να το παραδεχθεί και επιτέλους ας έλεγε μια φορά την αλήθεια στον εαυτό της δυνατά, τον Τζόζεφ τον ήθελε ακόμα, το σθένος δεν είχε για να του πει την αλήθεια και δεν άντεχε ούτε να την απορρίψει από τη μια, μα ούτε και να χάσει την πολύτιμη φιλία του. Πόσο μπλεγμένη ήταν η ζωή της;

Ο Τζόζεφ πέρασε να την πάρει ακριβώς στην ώρα του. Η έκφραση ‘’Εγγλέζος στο ραντεβού του’’ της ήρθε στο μυαλό και χαμογέλασε. Μα αυτό ακριβώς ήταν, Εγγλέζος.

‘’Τι όμορφη που είσαι σήμερα’’ της είπε με θαυμασμό όταν την είδε καθώς της κρατούσε την πόρτα του αυτοκινήτου για να μπει μέσα.
‘’Χαίρομαι που σε βλέπω αλλά δεν έχω καταλάβει τι ήταν το τόσο βιαστικό σήμερα’’.
‘’Θέλω να σου δείξω κάτι’’ της είπε καθώς ξεκινούσε μαλακά το αυτοκίνητο.

Ο προορισμός τους ήταν λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω από το σπίτι της Ελένης.

‘’Τι είναι αυτό;’’ τον ρώτησε μην πιστεύοντας το χάλι που έβλεπε μπροστά της.
‘’Έλα κατέβα κι άσε τις ερωτήσεις’’ της απάντησε με τη χαρά ενός μικρού παιδιού.

Το κτίσμα που έβλεπε η Ελένη, ήταν τόσο ερειπωμένο που την έπιασε η καρδιά της. Κοίταξε τον κήπο, ήταν μεγάλος αλλά όλα ήταν τόσο ξερά που θα έπρεπε σίγουρα να κουβαλήσουν καινούργιο χώμα σε όλη αυτή την έκταση για να μπορέσει να φυτρώσει οτιδήποτε άλλο πέρα από ζιζάνια.

Το σπίτι που έβλεπε κάποτε θα πρέπει να ήταν πολύ όμορφο. Τα κεραμίδια από τη στέγη είχαν πέσει τα περισσότερα και η άλλοτε όμορφη δίφυλλη ξύλινη πόρτα, ήταν ανοιχτή και σάπια.

‘’Τζόζεφ, τι είναι εδώ’’ επέμεινε αλλά απάντηση δεν πήρε. Την τράβηξε από το χέρι και της ζήτησε να ανέβουν στον πάνω όροφο από την εσωτερική ξύλινη σκάλα. Μπαίνοντας μέσα πρόσεχε που πατούσε, το πάτωμα είχε σαπίσει και είχε υποχωρήσει, το ίδιο και ένα μέρος της στέγης. Υπήρχε κάτι το απόκοσμο μέσα στο σπίτι και ταυτόχρονα μαγικό.  Ήταν σαν οι σκιές του παρελθόντος να ήθελαν να μιλήσουν και να πουν τις ιστορίες τους, ένοιωθε όλα αυτά τα πλάσματα κρυμμένα μέσα στον άυλο κόσμο τους και δεν φοβήθηκε. Μακάρι να μπορούσε να ακούσει τις ιστορίες τους. Η ματιά της έπεσε πάνω σε ένα ακροκέραμο που συμβόλιζε το αγαπημένο της ανθέμιο. Ανατρίχιασε, κοίταξε τοίχους αυτού του ερειπωμένου αρχοντικού και προσπάθησε με το νου της να το φανταστεί πως θα ήταν όταν μέσα εκεί ζούσαν οι άνθρωποι που το έχτισαν. Ιστορίες ανείπωτες, μυστικές, ανθρώπινες. Άλλοτε σκληρές και άλλοτε γεμάτες από αγάπη.

‘’Μην χαζεύεις, θέλω να σου δείξω’’ είπε ανυπόμονα ο Τζόζεφ.
‘’Μπορώ να πάρω το ακροκέραμο;’’ τον ρώτησε καθώς είχε σκύψει και το έτριβε με την παλάμη της. Το χέρι του την τράβηξε και κρατώντας την σφιχτά, ανέβηκαν στον πάνω όροφο. Η Ελένη έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν την οδήγησε στο παράθυρο.

‘’Τι απίστευτη ομορφιά είναι αυτή;’’ είπε και στράφηκε προς το μέρος του. ‘’Τι είναι εδώ, δεν έχω καταλάβει. Αυτός ο κήπος αν μπορούσε να τον φτιάξει από την αρχή ανθρώπου χέρι …’’
‘’Το καινούργιο μου σπίτι’’.
‘’Τι λες τώρα, καταλαβαίνεις ότι είναι ερείπιο, για να μπορέσεις να το ανακαινίσεις θα χρειαστείς να έχεις …’’
‘’Έναν μηχανικό και μια γυναίκα. Οι γυναίκες φτιάχνουν τα σπίτια Ελένη’’ της απάντησε και πριν προλάβει να υπάρξει το κενό που δημιουργεί μια αμήχανη στιγμή, εκεί ανάμεσα στα χαλάσματα του παρελθόντος, ο Τζόζεφ φίλησε την Ελένη με τον ίδιο τρόπο που είχε κάνει εκείνο το βράδυ που η πανσέληνος έλαμπε στον κήπο με τα ρόδα.

Ζάκυνθος, καλοκαίρι, διακοπές! Κάντε την κράτησή σας τώρα

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here