Στην άλλη πλευρά της πόλης, προς την υποβαθμισμένη περιοχή του Κέντρου, η ζωή δεν κυλούσε ανάμεσα σε πολυτελείς δεξιώσεις και καινούργια φουστάνια. Δεν υπήρχε χρόνος και οι ώρες της μέρας δεν έφταναν στην Μάγδα όσο και να το πάλευε.

Ημέρα Σάββατο και στην βάφτιση του δεύτερου παιδιού της αδελφής της, ήταν μαζεμένοι μόνο οι στενοί συγγενείς. Η γιαγιά μετά το εγκεφαλικό που είχε περάσει είχε μείνει κατάκοιτη στο κρεβάτι και η Μάγδα προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με τις καθημερινές υποχρεώσεις, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ζητήσει βοήθεια από πουθενά.

Η ξαδέλφη της η Καλλιόπη ούτε να το ακούσει ακόμα κι όταν της έταζε λίγο χαρτζιλίκι, για να μην το παίρνουν ξένα χέρια. ‘’Σας σκέφτομαι καθημερινά και τις δυο σας αλλά δεν προλαβαίνω, παρακαλώ για σένα και τη γιαγιά να έρθουν καλύτερες μέρες’’ έλεγε και ξέφευγε με αυτό τον τρόπο όπως τότε που ήταν μικρές και έτρεχε για να κρυφτεί στο πίσω μέρος του σπιτιού.

Η αδελφή της η Αγνή ζούσε αρκετά μακριά και η αλήθεια ήταν ότι με δυο μικρά παιδιά και τον Λεωνίδα να προσπαθεί να στεριώσει σε μια δουλειά, δεν ήταν εύκολο να μετακινηθεί. Έπρεπε να αλλάξει δυο λεωφορεία και πότε να προλάβει να πάει στη γιαγιά και πότε να γυρίσει για να μαγειρέψει. Τι ζητούσε η Μάγδα; Λίγο χρόνο για τον εαυτό της και τον Μηνά. Την είχαν κουράσει τα κρυφά και βιαστικά κι αυτό που αναρωτιόταν κάθε τόσο, ήταν μέχρι πότε θα άντεχε ο Μηνάς αυτή την κατάσταση. Η ίδια έπλαθε όνειρα με το μυαλό της κι αφού μπορούσε μέσα σε αυτή την τρέλα που ζούσε, να επιθυμεί, υπέθετε ότι οι αντοχές της δεν την είχαν εγκαταλείψει.

Ένα σπίτι ήθελε να αποκτήσουν με την Μηνά και να είναι τόσο όμορφο και βαμμένο με φρέσκα και μοντέρνα χρώματα, όπως αυτά που έβλεπε στα περιοδικά. Να έχει έναν όμορφο κήπο που θα ήταν γεμάτος με πολύχρωμα λουλούδια και κάπου εκεί θα έφτιαχνε κι ένα μποστάνι. Πόρτες, παράθυρα όλα καινούργια και θα ήταν το δικό τους σπίτι. Δεν την ενδιέφερε αν θα ήταν μεγάλο ή μικρό, ήθελε να βλέπει τον ήλιο να μπαίνει μέσα και να περιμένει το βράδυ τον Μηνά να γυρίσει από το Πανεπιστήμιο. Αν όλα τους πήγαιναν καλά θα είχε γίνει πλέον καθηγητής. Δεν ήθελε άλλο να ζει μέσα σε αυτή την ημιυπόγεια τρώγλη που έβλεπε στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας. Η μυρωδιά των υπονόμων έφτανε μέχρι το υπνοδωμάτιό της. Ζούσε σε μια ποντικότρυπα και δεν ήταν αυτό που επιθυμούσε. Πως όμως θα κατάφερνε να τα κάνει όλα αυτά, τη στιγμή που δεν ήταν σε θέση να πληρώσει για να έχει μια βοήθεια στο σπίτι; Ας ήταν καλά η κυρία Τούλα που για μερικές δεκάρες την ημέρα, περνούσε κι έβλεπε αν η γιαγιά ήταν καλά και της έδινε τα φάρμακά της στην ώρα τους. Αυτά τα χρήματα όμως, όσο λίγα κι αν ήταν, έλειπαν κάθε τέλος του μήνα από το πορτοφόλι της με αποτέλεσμα να καθυστερεί πάντα το ενοίκιο και συνάμα η γιαγιά σε καμία των περιπτώσεων δεν είχε την φροντίδα που έπρεπε, ούτε το φαγητό που μαγείρευε η ίδια ήταν το σωστό. Πως θα ξέφευγε από αυτή την κατάσταση; Η απάντηση ήταν μια και το ήξερε. Μόνο αν η γιαγιά άφηνε τον κόσμο τούτο θα μπορούσε να αναπνεύσει. Η σκέψη όμως και μόνο την γέμιζε ενοχές και φόβο. Να παρακαλεί να ‘’τελειώσει’’ η γιαγιά της. Ο άνθρωπος που τη μεγάλωσε κι ας είχε τόσα ελαττώματα και κακίες, για να ζήσει εκείνη με τον Μηνά. Αναρωτιόταν πολλές φορές αν θα μπορούσε ποτέ να καταφέρει να είναι πραγματικά ευτυχισμένη γνωρίζοντας ότι καταβάθος αυτό που θεωρούσε δικιά της λύτρωση, ήταν ο θάνατος της γιαγιάς της. Αισθάνθηκε πολύ άσχημα για όλες τις φορές που είχε βγει από τα ρούχα της, που είχε φωνάξει από κούραση και απόγνωση. Για τα ατελείωτα ξενύχτια για να φροντίσει τους πόνους της κι ας έκαιγαν τα μάτια της την επόμενη ημέρα στη δουλειά. Για τις στιγμές που την κοπανούσε από το σπίτι εξοργισμένη, αφήνοντας πίσω της έναν άνθρωπο ανήμπορο, για να πάει να κρυφτεί στην αγκαλιά του Μηνά. Τι λάθη πλήρωνε κανείς δεν μπορούσε να της πει.

Η βάφτιση μόλις είχε τελειώσει  και το μωρό έκλαιγε στην αγκαλιά πλέον της Αγνής. Κοίταξε με οίκτο την αδελφή της και τον Λεωνίδα κι άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. Ούτε από αυτούς μπορούσε να ζητήσει βοήθεια κι όσο περνούσε ο καιρός, η Αγνή έδειχνε να γερνάει πριν την ώρα της και ο Λεωνίδας δεν θύμιζε σε τίποτα τον γοητευτικό νέο που θυμόταν η Μάγδα. Τα οικονομικά προβλήματα τους είχαν πνίξει και να τώρα που η βάφτιση έγινε σχεδόν στα κρυφά, μόνο και μόνο γιατί τα χρήματα της οικογένειας δεν έφταναν για μπομπονιέρες. Στην εκκλησία είχαν πάει η οικογένεια, η ξαδέλφη τους η Καλλιόπη και η ίδια. Έκλεισε τα μάτια και βγήκε από την εκκλησία. Η μυρωδιά του λιβανιού της τρυπούσε τα ρουθούνια.  Ήθελε να παντρευτεί κι εκείνη, να γίνουν επιτέλους ζευγάρι με τον Μηνά αλλά μήπως κατέληγαν να ζουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως η αδελφή της ή μήπως η δικιά της μοίρα ήταν ακόμα χειρότερη; Τι θα έκανε με τη γιαγιά, θα την φόρτωνε κι αυτή στον Μηνά κι αν έκαναν παιδί τι θα γινόταν γιατί για να την αφήσει σε ξένα χέρια ούτε που το κουβέντιαζε. Το μόνο καλό ήταν ότι ενώ το εγκεφαλικό της είχε αφαιρέσει την ικανότητα του λόγου, με τη βοήθεια του μπαστουνιού, τον τελευταίο καιρό, μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί λίγο καλύτερα.

Τελικά ο κάθε ένας με την σειρά του, σκέφτηκε καθώς έφευγαν από την εκκλησία. Την ενοχλούσε να λυπάται τον εαυτό της. Η ζωή της κυλούσε όπως κάθε φυσιολογικού ανθρώπου. Τα παλιά χρόνια ζούσε όλη η οικογένεια μαζί και το βάρος επιμεριζόταν και μαζί και οι διαφωνίες, οι κακίες αλλά και η αγάπη. Τώρα ο κάθε ένας έπαιρνε τον δρόμο του ζητώντας την ελευθερία του και τελικά είχαν πέσει σαν τα ποντίκια μέσα στη φάκα που οι ίδιοι είχαν στήσει. Η διαφορά με τους άλλους ανθρώπους και με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τα προβλήματά τους, ήταν μόνο οικονομικός. Κακά τα ψέματα, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα ήταν αρκετά ενοχλητικό αν υπήρχε ένας άνθρωπος στο σπίτι που θα φρόντιζε τη γιαγιά. Ειδικά τώρα που δεν μπορούσε να μιλήσει, η ζωή είχε γίνει πιο εύκολη γιατί δεν χρειαζόταν να ακούει τις κουβέντες που την πλήγωναν. Η αλήθεια ήταν, ότι μέσα από τη σιωπή της γιαγιάς κόντευε να ξεχάσει όλα αυτά για τα οποία την κατηγορούσε. Τι σου είναι το θαύμα του χρόνου!

Η οικογένεια στάθηκε για λίγο στο πλατύσκαλο της εκκλησίας και η Μάγδα χαμογελούσε στο νεοφώτιστο αγόρι. Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε ένα χαρτονόμισμα το οποίο σφάλισε στη χούφτα της. Όταν ο Λεωνίδας προχώρησε μερικά βήματα μπροστά, το έβαλε κρυφά στο χέρι της αδελφή της. Η Αγνή βούρκωσε κι αντί για ευχαριστώ κατάπιε το σάλιο της και κούνησε το κεφάλι. Η Μάγδα ήταν σίγουρη ότι κάποια ημέρα θα παντρευόταν σε μια τέτοια όμορφη εκκλησία με λευκά μάρμαρα με τον Μηνά, μόνο που δεν θα ζούσαν τη ζωή τους όπως η αδελφή της με τον Λεωνίδα. Δεν γνώριζε με ποιόν τρόπο θα κατάφερνε να κάνει πραγματικότητα όλα αυτά που είχε στο μυαλό της, όμως ήταν σίγουρη ότι τελικά θα έβρισκε τον δικό της δρόμο. Αυτό ήταν μια υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό της εκείνη τη στιγμή και θα φρόντιζε να την τηρήσει, ό,τι κι αν γινόταν.

Τη σιωπή την έσπασε η Μάγδα.

«Τι λες» είπε στην αδελφή της, «δεν έρχεστε την άλλη Κυριακή από το σπίτι να φάμε όλοι μαζί; Θα μαγειρέψω εγώ».
«Δεν το βρίσκω καλή ιδέα» αποκρίθηκε η Αγνή.
«Η γιαγιά δεν σας έχει δει εδώ και καιρό και νομίζω ότι θα το χαρεί».
«Θα χαρεί;» ρώτησε κι άρχισε να γελάει νευρικά. «Δεν το βλέπεις ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει; Κάθε φορά γίνονται ακριβώς τα ίδια σκηνικά. Είναι σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από την ημέρα που σας ανακοίνωσα ότι θα παντρευόμουν με τον Λεωνίδα. Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πως την αντέχεις και δεν το έχεις βάλει στα πόδια».

Η Μάγδα το μόνο που ήθελε εκείνη την στιγμή ήταν να ουρλιάξει. «Είμαι αναγκασμένη να την αντέχω» απάντησε ενώ αυτό που ήθελε να της πει ήταν ‘’δεν αντέχω ούτε τη γιαγιά αλλά ούτε και τη ζωή που ζω μαζί της. Όλα είναι πολύ χειρότερα απ’ όσο φαντάζεσαι αλλά εμένα φαίνεται δεν υπάρχει κανείς να θέλει να με βοηθήσει ούτε για λίγα λεπτά’’. Κοίταξε την αδελφή της στα μάτια. Τώρα το συνειδητοποιούσε ότι είχαν ακριβώς το ίδιο χρώμα με της γιαγιάς τους, ίσως και την ίδια έκφραση, μόνο που της Αγνής η ματιά ήταν πιο ανθρώπινη, πιο ζεστή.

«Πέρασα όλη μου τη ζωή με το να σε ζηλεύω» είπε η Αγνή ξαφνιάζοντας την Μάγδα. «Ήσουν πάντα πιο έξυπνη και ψυχικά δυνατή. Εγώ διάλεγα μονίμως τον εύκολο δρόμο αλλά και η ξαδέλφη μας η Καλλιόπη το ίδιο έκανε. Αποφεύγαμε και οι δυο τις κακοτοπιές νομίζοντας ότι έτσι θα την γλυτώσουμε».
«Τι είναι αυτά που μου λες;» ρώτησε μην πιστεύοντας στα αυτιά της η Μάγδα και η Αγνή της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο με το εσωτερικό της παλάμης της.
«Μην την αφήσεις να σε βασανίζει. Μην το βάλεις κάτω ποτέ, κατάλαβες;»

Ο Λεωνίδας έκανε νόημα με το χέρι του στην γυναίκα του να βιαστεί.

«Πρέπει να πάει για δουλειά γι’ αυτό θα φύγουμε αμέσως. Φίλησέ μου την Καλλιόπη γιατί δεν προλαβαίνω να το κάνω τώρα, άσε που όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο πιο κουραστική. Κάνε μου τη χάρη σε παρακαλώ. Να σε ρωτήσω κάτι;»
«Τι;» ρώτησε η Μάγδα.
«Έλα από το σπίτι να με δεις, εγώ δεν μπορώ να κουνήσω με δύο μωρά παιδιά, είμαι πάντα εκεί» είπε και μπήκε στο παλιό αυτοκίνητο του Λεωνίδα κρατώντας το παιδί της αγκαλιά.
«Να είσαι σίγουρη» απάντησε η Μάγδα νιώθοντας ανάμικτα συναισθήματα. Αγάπη και οργή, οργή και αγάπη και πάλι από την αρχή. Κούνησε το χέρι της σε έναν αδιάφορο χαιρετισμό καθώς το αυτοκίνητο απομακρυνόταν.

«Εμένα δεν μπορούσαν να με περιμένουν;» ρώτησε με παράπονο η Καλλιόπη.
«Δυστυχώς ο Λεωνίδας έπρεπε να γυρίσει στη δουλειά του» απάντησε αδιάφορα η Μάγδα.
«Καλά δεν έγινε και τίποτα τρομερό, δικό μου ήταν το λάθος. Είχα πιάσει την κουβέντα με έναν γνωστό που βρήκα στην εκκλησία και καθυστέρησα».
«Έχουμε αρκετή ώρα στη διάθεσή μας, γιατί δεν έρχεσαι για λίγο στο σπίτι, θα χαρεί να σε δει η γιαγιά, είσαι η αγαπημένη της ανιψιά και ενώ δεν μπορεί να μιλήσει, πιστεύω ότι θα της κάνει καλό. Τι λες;»
«Η γιαγιά» απάντησε η Καλλιόπη κουνώντας το κεφάλι. Γιαγιά της δεν ήταν. Όλοι όμως στην οικογένεια την φώναζαν έτσι. «Σου ζητώ συγγνώμη αλλά δεν προλαβαίνω να έρθω, καταλαβαίνεις ελπίζω ότι με πιέζει ο χρόνος. Μπορείς να της δώσεις εσύ ένα φιλί εκ μέρους μου και να ξέρεις ότι σε σκέφτομαι καθημερινά».

Η Μάγδα θα ήθελε να είχε τη δύναμη να της αστράψει ένα χαστούκι. Όσο η γιαγιά στεκόταν στα πόδια της η Καλλιόπη έτρωγε με μεγάλη όρεξη το φαγητό που έφτιαχνε  και κάθε φορά που ήταν να έρθει στο σπίτι, η γιαγιά μαγείρευε ό,τι άρεσε περισσότερο στην Καλλιόπη και τώρα, για άλλη μια φορά το έβαζε στα πόδια, όπως έκανε πάντα. Αυτό ήταν το ευχαριστώ της άραγε; Κοίταξε την ξαδέλφη της από πάνω μέχρι κάτω χωρίς να πει κουβέντα. Το βλέμμα της ήταν αυτό που αποκάλυψε της μύχιες σκέψεις της.

«Ίσως να έχεις δίκιο» ψέλλισε η Καλλιόπη, «θα περάσω να δω τη γιαγιά, θα με γνωρίσει;» ρώτησε και τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα, από τη ντροπή ή από το κρύο.  Η Μάγδα δεν ήξερε να απαντήσει, κούνησε το κεφάλι καταφατικά και χαμογέλασε συγκαταβατικά. Καθώς πλησίαζαν στο σπίτι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει στον ίδιο ρυθμό του φόβου. Ήταν πια τόσο οικεία αυτή η αγωνία, που κόντευε να της είχε γίνει συνήθεια. Φτάνοντας στο ύψος του καθαριστηρίου και πριν στρίψουν αριστερά και συναντήσουν το μικρό παντοπωλείο, οι παλμοί ανέβαιναν μέχρι που άνοιγε την πόρτα κι έβλεπε την γιαγιά ξαπλωμένη ή καθιστή στην φθαρμένη πολυθρόνα να βλέπει τηλεόραση με τον ήχο να σηκώνει τη γειτονιά στο πόδι.

Στο διάδρομο κοντοστάθηκε για να αφουγκραστεί τους ήχους. Ο βουή από την τηλεόραση έφτανε μέχρι το μέρος τους. Όλα ήταν στη θέση τους, άνοιξε την πόρτα κι έκανε χώρο στην ξαδέλφη της να περάσει πρώτη. Δεν πρόλαβε να κάνει ένα βήμα πίσω από την Καλλιόπη και να κλείσει την πόρτα, όταν την άκουσε να φωνάζει δυνατά «γιαγιά» και να τρέχει προς το μέρος της. Ακολούθησε κι όταν κατάλαβε τι έγινε έσπρωξε την ξαδέλφη της που της έκοβε τον δρόμο .

Η γιαγιά ήταν πεσμένη στο πάτωμα μπρούμυτα. Καμιά τους δεν ήξερε αν είχε πεθάνει. Κοιτάχτηκαν με την αγωνία να παραμορφώνει το πρόσωπό τους και η Μάγδα τρέμοντας γονάτισε δίπλα της. Της έπιασε το χέρι κι άρχισε να την χαϊδεύει. «Γιαγιά;» ρώτησε με φωνή που έτρεμε «γιαγιά;» και την άκουσε να προσπαθεί κάτι να ψελλίσει. Μα η κυρία Τούλα που στην ευχή ήταν; Γιατί δεν ήταν σπίτι; άλλα είχαν κανονίσει και τα χρήματα έλειπαν από το τραπέζι. Τελικά …

«Καλλιόπη βοήθησέ με να την σηκώσω».
«Κι αν έχει σπάσει κάτι; Μήπως δεν πρέπει;»
«Άσε τα λόγια και κάνε αυτό που σου λέω» είπε με φωνή που δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Η γιαγιά ήταν τόσο αδύνατη που κανονικά θα μπορούσε να τη σηκώσει μόνη της αν δεν είχε χάσει τις αισθήσεις της. Όμως έτσι αφημένη όπως ήταν, είχε γίνει τόσο βαριά που το κορμί της ήταν τόσο ασήκωτο, σαν το σίδερο. Την ακούμπησαν μαλακά στην πολυθρόνα της και περίμεναν μέχρι να συνέλθει. Η Μάγδα της έβρεχε το κούτελο και μετρούσε τους σφυγμούς στο χέρι της. Νοσοκόμα κόντευε να γίνει άνευ πτυχίου.

Όταν η γιαγιά συνήλθε κι αντίκρισε την Καλλιόπη, τα μάτια της άστραψαν κοιτάζοντας την πρωτανιψιά της με αγάπη. Η Μάγδα αναλογίστηκε ότι έτσι δεν την είχε κοιτάξει ποτέ κανείς, ίσως μόνο ο Μηνάς.

“Κοίτα δεν έχει πάθει τίποτα” είπε ανακουφισμένη η ξαδέλφη της αλλά η Μάγδα δεν της έδωσε σημασία.
“Θα την πάμε στο μπάνιο, το ζεστό νερό της κάνει πάντα καλό” είπε και αγκάλιασε τη γιαγιά της που κοιτούσε μόνο την Καλλιόπη.

Αργότερα, όταν πλέον είχε μόνη στο σπίτι, την είχε πιάσει το παράπονο. Η ζωή της γυρνούσε γύρω από τη γιαγιά της και ήταν η μόνη που ήταν δίπλα της διαρκώς, η μόνη που είχε κάνει πέρα τις επιθυμίες και τις ανάγκες της. Ποτέ της δεν είχε γευτεί μια τρυφερή αγκαλιά από τη γυναίκα που τη μεγάλωσε, μόνο κριτική άκουγε κι εκείνη τη λέξη που δεν άντεχε να ακούει ‘’ξένη’’. Ψάχνοντας μέσα της, καταλάβαινε ότι περίμενε την αναγνώριση της γιαγιάς έστω και τώρα. Όμως όσο κι αν στεκόταν δίπλα της, η γιαγιά ακόμα κι από την αδύναμη θέση που βρισκόταν, πίσω δεν έκανε και δεν της αναγνώριζε τίποτα. Γιατί όμως είχε αυτά τα συναισθήματα; Ίσως τελικά να ήταν αλήθεια αυτά που της έλεγε πριν αρρωστήσει. Τη θεωρούσε υπεύθυνη για το θάνατο του γιού της και δικού της πατέρα. Αναστέναξε, η ζωή που ζούσε ήταν επαναλαμβανόμενη και ανούσια κι εκείνη είχε τόσα όνειρα για το μέλλον της, για το κοινό τους μέλλον με τον Μηνά, για τη ζωή που ξεδιπλωνόταν μπροστά τους.

Σήμερα ακόμα κι αν η κυρία Τούλα δεν μπορούσε να μείνει με τη γιαγιά, εκείνη θα έφευγε. Έτσι κι αλλιώς και το πρωί την είχε αφήσει στο πόδι της αλλά να που όταν γύρισε έλειπαν και τα χρήματα αλλά και η κυρία Τούλα. Λεπτό δεν στεκόταν. Θα της μιλούσε αν και ήταν σίγουρη ότι η γυναίκα, θα έβρισκε μια δικαιολογία της τελευταίας στιγμής. Πενταροδεκάρες έπαιρνε αλλά όμως κάτι ήταν κι αυτό, ένα βοήθημα για το σπίτι της και ήξερε ότι η Μάγδα δεν τα έβγαζε εύκολα πέρα. Ίσως αν την φοβέριζε να κατάφερνε κάτι. Τι στην ευχή ήταν όλες αυτές οι ενοχές που ένιωθε, η γιαγιά ακόμα και πριν το ύστατο χαίρε της, δεν άντεχε να την βλέπει στα μάτια της, η Αγνή δεν προλάβαινε και η Καλλιόπη δεν ερχόταν ούτε ένα καφέ να πιούν οι δυο τους.

Να ήταν άραγε έτσι όλες οι οικογένειες; Η Μάγδα συχνά-πυκνά αναρωτιόταν το ίδιο πράγμα αν κι έβλεπε ότι στο σπίτι του Μηνά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Βέβαια εκεί ο κύριος και η κυρία Καρανικόλα ήταν πρόσωπα υπαρκτά και δίπλα στα παιδιά τους. Δεν ήταν εικόνες κρεμασμένες στους φθαρμένους τοίχους. Ακόμα κι όταν ο Μηνάς μην αντέχοντας άλλο να ζει με τους γονείς του, την ημέρα που ένιωσε ότι ανδρώθηκε αρκετά και θέλησε να φύγει από το σπίτι, αντίρρηση δεν του έφεραν. Σπούδαζε, δούλευε και είχε βρει μια κάμαρα με κοινόχρηστο μπάνιο λίγο πιο κάτω από το σπίτι του. Η μητέρα του, αν και καθόλου δεν της άρεσε που ο μονάκριβός της άφησε τη ‘’φωλιά’’ τους, φρόντισε με τον τρόπο της να τον κρατήσει κοντά της. Τις Κυριακές έτρωγαν όλοι μαζί κι έλεγαν τα νέα τους. Αυτό ήταν όρος απαράβατος καθώς κι ότι εκείνη θα του έπλενε τα ρούχα αλλά κι ότι θα τα σιδέρωνε επίσης. Πότε  συμφωνούσαν και πότε διαφωνούσαν, μα πάντα έμεναν αγαπημένοι και μονιασμένοι. Τι συνέβαινε στα παραδίπλα σπίτια η Μάγδα δεν γνώριζε. Δεν ρωτούσε γιατί δεν στην πραγματικότητα δεν την ενδιέφερε και φρόντιζε να αποφεύγει  να έχει σχέσεις με τη γειτονιά. Ήταν τα περιττά λόγια και οι περίεργες ματιές που την απομάκρυναν. Ούτε όταν ήταν στο σχολείο κατάφερε να κάνει φίλες. Ήταν τόσο διαφορετική που ούτε κι εκείνες ήθελαν πραγματικά να κάνουν παρέα μαζί της. Ήταν πάντα η ‘’ξένη’’.

Κοίταξε το ρολόι της, το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να φτάσει στην κάμαρα του Μηνά μια ώρα αρχύτερα. Μπήκε στο μπάνιο κι άρχισε να τρίβει το κορμί της με δύναμη. Κάθε άσχημο συναίσθημα και εικόνα ήταν σαν να τα καθάριζε από μέσα της με την πλάκα σαπουνιού και το δροσερό νερό. Το ζεστό, το είχε ξοδέψει όλο για τη γιαγιά της και δεν υπήρχε περίπτωση να ξοδέψει ούτε μια δεκάρα παραπάνω για λογαριασμό της. Κομπόδεμα προσπαθούσε να φτιάξει για να έχει για την ημέρα του γάμου της. Ποιός θα της έδινε; η γιαγιά της που οι μέρες της ήταν μετρημένες ή μήπως η Αγνή με τον Λεωνίδα που δεν μπορούσαν να θρέψουν καλά-καλά τα παιδιά τους;

***

Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι του Μηνά κι απολάμβανε το χειμωνιάτικο ήλιο που ζέσταινε το λευκό της δέρμα, στα σημεία που τα ανακατεμένα σεντόνια, άφηναν το σώμα της εκτεθειμένο. Ένιωθε ότι ανήκε απόλυτα σε αυτό τον άντρα κι αυτό γέμιζε την καρδιά της με ευτυχία. Ήταν τόσο εύκολο να είναι κάποιος ευτυχισμένος, πόσα περισσότερα μπορούσε να ζητήσει η καρδιά ενός ανθρώπου πέρα από το μεγάλο δώρο της αγκαλιάς και της αγάπης;

Γύρισε μπρούμυτα και χάζευε τον Μηνά που τυλιγμένος πρόχειρα με μια πετσέτα, έφτιαχνε καφέ στο καμινέτο. Χαμογέλασε και η ματιά της έπεσε πάνω στο παλιό μυθιστόρημα που είχε γράψει. Πόσα όνειρα είχαν κάνει οι δυο τους. Ο Μηνάς από μικρός ήθελε να γίνει συγγραφέας, ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας και ήταν σίγουρος ότι το έργο του θα μπορούσε να εκδοθεί χωρίς να χρειάζεται να έχει γνωριμίες. Από τότε που τον γνώρισε διάβαζε και το μοναδικό του ενδιαφέρον ήταν το σχολείο, οι σπουδές κι αργότερα το έργο που ετοίμαζε. Οι γονείς του, τού είχαν χαρίσει μια γραφομηχανή από δεύτερο χέρι. Ήταν πολύ περήφανος για το απόκτημά του και δεν ξεχνούσε κάθε που σταματούσε να γράφει, να την σκεπάζει για να μην μαζεύει σκόνη.

Το έργο του το είχαν απορρίψει όλοι οι εκδοτικοί οίκοι. Η Μάγδα θυμόταν την απογοήτευση του Μηνά. Προσπαθούσε να μην το δείξει και όλο έλεγε ‘’δεν πειράζει, θα εκδώσουν το επόμενο’’ ή ‘’ίσως είναι καλύτερα έτσι, μπορεί να χρειάζεται να κάνω πολύ δρόμο ακόμα και να έχω να μάθω ακόμα πολλά μέχρι να καταφέρω να δημοσιευθεί ένα έργο μου’’. Στη Μάγδα όμως άρεσε το μυθιστόρημα του Μηνά και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον ενθαρρύνει για να το διορθώσει ή να ξεκινήσει ένα καινούργιο. Οι προσπάθειές της όμως έπεφταν στο κενό αλλά δεν την στενοχωρούσε τίποτα απ’ όλα αυτά, ήταν σίγουρη ότι μια ημέρα θα έβλεπε το όνομα του Μηνά πάνω σε ένα χοντρό δερματόδετο βιβλίο. Πίστευε ότι θα καθόταν στην πρώτη θέση μαζί με τους γονείς του για να τον χειροκροτήσει στην πρώτη του παρουσίαση και ότι το όνειρό του να γίνει μεγάλος συγγραφέας δεν θα αργούσε να γίνει πραγματικότητα. Φτάνει να τον έπειθε να κάτσει ξανά στην σκεπασμένη γραφομηχανή.

Όταν τον είδε να έρχεται με τα δυο μικρά φλιτζάνια με καφέ, ανακάθισε στο κρεβάτι τυλίγοντας γύρω της την κουβέρτα. Το μάλλινο ύφασμα την τσιμπούσε αλλά ποιός έδινε σημασία;

“Σε καμαρώνω” του είπε και η φωνή της ήταν γεμάτη λαχτάρα. “Δεν είμαι σίγουρη ότι η όρεξή μου τραβάει καφέ, νομίζω …” άρχισε να λέει αλλά ο Μηνάς, αφού ακούμπησε τους καφέδες στο ξύλινο τραπέζι την κοίταξε στα μάτια σιωπηλός.
“Πρέπει να σου μιλήσω Μάγδα, θέλω να το κάνω εδώ και λίγες ημέρες αλλά δεν είχα το κουράγιο”.

Η Μάγδα πάγωσε, δεν χρειαζόταν να της επιβεβαιώσει κανείς ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. “Πες μου Μηνά” είπε με όσο πιο σταθερή φωνή μπορούσε.
“Με κάλεσαν στο στρατό, παρουσιάζομαι σε λίγες ημέρες”.
“Τι λες τώρα, αυτό δεν γίνεται, ακόμα δεν έχεις τελειώσει τις σπουδές σου, υπάρχει αναβολή έτσι δεν είναι;”
“Μην δυσκολεύεις τα πράγματα, σε παρακαλώ. Ούτε για μένα είναι εύκολο”.
“Δεν υπάρχει περίπτωση να συμβαίνει αυτό …”.
“Τι περιμένεις από μένα, να λιποτακτήσω; Είναι μια υποχρέωση την οποία πρέπει να την ολοκληρώσω. Κατάλαβε το και μην κάνεις σαν μωρό. Η ζωή μας θα ξεκινήσει αφού τελειώσω με τον στρατό, έτσι γίνεται με όλους τους άνδρες”.
“Μα θα πρέπει να περιμένουμε άλλα δύο χρόνια τουλάχιστον έτσι δεν είναι;”
“Αν πάω για αξιωματικός ναι”.
“Ο πατέρας σου κάθε φορά μιλάει για το στρατό με καμάρι, θυμάσαι; Όλοι οι άντρες της οικογένειάς σας πρέπει να γίνουν αξιωματικοί λέει κι αυτό δεν το καταλαβαίνω’’.
“Δεν με απασχολούν τα γαλόνια, ούτε έχω τη λογική του πατέρα μου. Είναι κάτι που πρέπει να το κάνω και να τελειώνω κι επιτέλους κατάλαβε και κάτι άλλο …”.
“Τι;”
“Ακόμα κι αν είχα ήδη τελειώσει ήδη με τη θητεία μου, έχεις σκεφθεί πως θα τα βγάζαμε πέρα;”

Η Μάγδα έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της.

“Προσπαθείς να μου πεις κάτι;”
“Τι σου ήρθε τώρα;” ρώτησε μπουχτισμένος ο Μηνάς.
“Έχεις πάψει να θέλεις να είμαστε μαζί;” ρώτησε έντρομη με μάτια βουρκωμένα. Η Μάγδα είχε πεταχτεί από το κρεβάτι που ήταν τυλιγμένη με την κουβέρτα και τώρα στεκόταν τρέμοντας μπροστά του.
“Έχεις τρελαθεί τελείως;”
“Τι πάει να πει ότι δεν θα τα βγάζαμε πέρα έτσι κι αλλιώς;”
“Μάγδα, έλα στα σύγκαλά σου σε παρακαλώ. Η δουλειά που κάνω είναι του ποδαριού, ίσα για να βγάζω τα έξοδά μου και να συντηρώ αυτή την ποντικότρυπα. Αυτό ονειρεύεσαι για σένα, για μένα, για τα παιδιά μας;”
“Τα παιδιά μας;”
“Γιατί να παντρευτούμε αν δεν θέλεις να κάνουμε παιδιά;”
“Να παντρευτούμε;” επανάλαβε σαν να μην πίστευε στα αυτιά της.
“Αυτό έχουμε κανονίσει, έτσι δεν είναι;”
“Ναι”.
“Τότε γιατί κάνεις έτσι;”
“Δεν ξέρω Μηνά, μου ήρθαν όλα τόσο ξαφνικά που τα έχω χαμένα”.
“Άκου, τώρα είναι όλα δύσκολα και ξέρω ότι και με το θέμα της γιαγιάς σου θα δυσκολευτείς ακόμα περισσότερο, όμως για να ξεκινήσουμε να ζούμε τη ζωή μας όπως την ονειρευτήκαμε θα πρέπει να γίνουν ορισμένα πράγματα κι ένα από αυτά είναι ο στρατός”.
“Έχεις δίκιο το ξέρω αλλά πως να στο πω, φοβάμαι”.
“Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα και να είσαι σίγουρη ότι εγώ για αξιωματικός δεν πάω. Μου σηκώνεται η τρίχα μόνο που το σκέφτομαι”.
“Και πως θα τα βγάλεις πέρα με τον πατέρα σου;”
“Δεν με ενδιαφέρει αυτό καθόλου, ούτε που το σκέφτομαι, εμένα άλλο με απασχολεί”.
“Τι, πες μου”.
“Θέλω να τελειώνω με το στρατό όσο πιο γρήγορα γίνεται και μετά να βρω δουλειά σε έναν εκδοτικό οίκο κι όταν όλα αυτά γίνουν, θα μπορέσουμε να φτιάξουμε επιτέλους τη δικιά μας οικογένεια”.
“Και με τη γιαγιά τι θα γίνει;”
“Υποθέτω” ξεκίνησε να λέει ο Μηνάς αλλά ντράπηκε και κατέβασε το κεφάλι του. “Συγγνώμη” ψέλλισε.
“Υποθέτεις ότι μέχρι τότε θα έχει πεθάνει. Δίκιο έχεις να σκέφτεσαι έτσι, μην νομίσεις κι εγώ δυστυχώς έτσι σκέφτομαι και με πιάνει η ψυχή μου. Για να ζήσουμε εμείς πρέπει να απαλλαγούμε από τη γιαγιά. Όσο κακιά κι αν υπήρξε μαζί μου δεν παύει να είναι η γυναίκα που με μεγάλωσε και ντρέπομαι όταν νιώθω έτσι, κρίμα αλλά είναι η αλήθεια. Μακάρι να είχαμε λεφτά, μακάρι να είχαμε γεννηθεί πλούσιοι αλλά η μοίρα μας είναι αυτή και ποιος τόλμησε να τα βάλει μαζί της. Εγώ την έχω αποδεχτεί, μήπως έχω άλλη επιλογή;” είπε σηκώνοντας τους ώμους.
“Δεν είναι ωραίο συναίσθημα όμως, έτσι;”
“Όχι αλλά δεν μου απάντησες, τι θα κάνουμε αν όταν γυρίσεις η γιαγιά ζει;”
“Μην με ρωτάς τέτοια πράγματα, δεν θέλω να σκέφτομαι ότι … ούτε να το πω δεν μπορώ. Σε παρακαλώ Μάγδα, μην χαλάμε τις λίγες στιγμές ξεγνοιασιάς που μας μένουν με το να σκεφτόμαστε δυσάρεστα πράγματα”.
“Δίκιο έχεις” του είπε και τράβηξε από πάνω της την κουβέρτα και ξάπλωσε μαζί του στο κρεβάτι.

Τα δύο φλιτζάνια με τον καφέ δεν τα είχε αγγίξει κανείς, δεν πρόλαβαν και το μυαλό της Μάγδας ήταν γεμάτο από σκέψεις που δεν ήθελε. Στην αγκαλιά του Μηνά όλα έδειχναν πιο εύκολα, θα έβλεπαν τι θα έκαναν μόλις επέστρεφε.

“Φρόντισε μόνο να γυρίσεις κοντά μου το γρηγορότερο” του είπε και χάθηκαν μαζί στον τρελό χορό του έρωτα.

~συνεχίζεται~
Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

 

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here