‘’Έχεις καταλάβει γιατί διάλεξα να αγοράσω αυτό το σπίτι;’’
‘’Η αλήθεια είναι πως όχι’’ απάντησε μουδιασμένη και σαστισμένη από το αναπάντεχο φιλί του Τζόζεφ η Ελένη.
‘’Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, θα πρέπει να καταλάβεις ότι μου είναι δύσκολο να σε επισκέπτομαι στο σπίτι της Κηφισιάς. Ο Γεράσιμος υπήρξε ένας άνθρωπος αξιοπρεπής και η αγάπη του για σένα, ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία τόσο μεγάλη, που χωρίς να το θέλει μας έδωσε μάθημα ζωής. Το να συνεχίζω να σε επισκέπτομαι στο σπίτι του, το θεωρώ ανέντιμο. Τότε είχαμε για δικαιολογία τη σκληρότητα της νιότης, τώρα όμως και ειδικά μετά από τον τρόπο που μου συμπεριφέρθηκε όλα αυτά τα χρόνια, γνωρίζοντας ότι ήξερε την αλήθεια, νιώθω ντροπή και δεν μπορώ άλλο ’’.
‘’Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να μου πεις’’.
‘’Θέλω να παντρευτούμε’’ είπε ο Τζόζεφ με την ήρεμη φωνή του.

Η Ελένη γούρλωσε τα μεγάλα της μάτια κι έκανε ένα βήμα πίσω ξαφνιασμένη.

‘’Δεν είχα σκοπό να σε ταράξω αλλά καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά που νοιώσαμε τότε, φαίνεται ότι δεν τα έχουμε ξεπεράσει. Εγώ σίγουρα όχι’’.
‘’Να με παντρευτείς;’’ Μονολόγησε η Ελένη, φέρνοντας την παλάμη του χεριού της στο λαιμό της από νευρικότητα.
‘’Καταλαβαίνω αν δεν θέλεις και ίσως θα έπρεπε να σου μιλήσω ανοιχτά για τις προθέσεις μου πριν κάνω αυτή την αγορά, έχουν περάσει όμως τόσα χρόνια …’’.
‘’Να με παντρευτείς είπες;’’
‘’Ναι’’.
‘’Γιατί; γιατί να θέλεις να με παντρευτείς Τζόζεφ;’’
‘’Δεν καταλαβαίνω την αντίδρασή σου, τι φαντάστηκες, ότι θα σου ζητούσα να πιάσουμε την ιστορία από εκεί που την αφήσαμε;’’
‘’Όχι δεν εννοώ αυτό’’.
‘’Τότε;’’

Τι μπορούσε να απαντήσει η Ελένη στον Τζόζεφ εκείνη τη στιγμή; Έφερε ένα γύρω με τη ματιά της στο χώρο και το μόνο που έβλεπε ήταν χαλάσματα. Μέσα σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, παλιό αρχοντικό που μύριζε μούχλα, με τη στέγη να χάσκει πάνω από το κεφάλι τους και το κήπο με τα καμένα από τον ήλιο αγριόχορτα, δεχόταν πρόταση γάμου από τον άνδρα που δεν μπόρεσε να ξεχάσει ποτέ.

Απομακρύνθηκε από κοντά του κρατώντας στο χέρι το ακροκέραμο που είχε μαζέψει από το ισόγειο και πήγε στην άλλη άκρη του σαλονιού με προσεκτικά βήματα. Αέρας έμπαινε από την οροφή και τα μισοσπασμένα γαλλικά εξώφυλλα με τα ξεφτισμένα φλούδια χρώματος και τους σκουριασμένους μεντεσέδες κουνήθηκαν ανεπαίσθητα. Ένα ερείπιο ήταν και η δικιά της η ψυχή. Από πού έπρεπε να αρχίσει να μιλάει για να βρει λύτρωση;

‘’Να υποθέσω ότι η απάντησή σου είναι αρνητική ή μήπως χρειάζεσαι χρόνο;’’
‘’Δεν είναι αυτό, δηλαδή δεν είναι έτσι ακριβώς’’.
‘’Ποτέ δεν περίμενα ότι θα έκανα πρόταση γάμου σε μια γυναίκα και θα αντιδρούσε με αυτό τον τρόπο’’ είπε γελώντας ο Τζόζεφ και προσπαθώντας να διασκεδάσει την κατάσταση.

Η Ελένη κοιτούσε έξω από το παράθυρο χωρίς να βλέπει τίποτα. Είχε την πλάτη της γυρισμένη στον Τζόζεφ και τα μάτια της ήταν πλημμυρισμένα από δάκρυα. Χρόνος βουβός σταματημένος στο χθες.

‘’Δεν χρειάζεται να απαντήσεις τώρα, για την ακρίβεια δεν χρειάζεται να απαντήσεις ποτέ, απλώς θα ήθελα τουλάχιστον να μην χαλάσουμε τη φιλία που υπάρχει μεταξύ μας. Καταλαβαίνω ότι η ζωή σου είναι γεμάτη Ελένη, έχεις την Ρούμπι και την εταιρία και έχεις ζήσει την ζωή της συζύγου δίπλα σε έναν υπέροχο άνθρωπο. Σε παρακαλώ να το ξεχάσουμε, μετά από μερικά χρόνια θα το θυμόμαστε και θα γελάμε. Ήταν λάθος μου’’.
‘’Σε αγαπώ Τζόζεφ’’ είπε μέσα στα αναφιλητά της.
‘’Τότε τι;’’ ρώτησε έχοντας αναθαρρήσει από την απάντησή της.
‘’Δεν μπορεί να μου λες ότι με αγαπάς’’.
‘’Και ποιος μου το απαγορεύει Ελένη;’’
‘’Αν ήξερες …’’.
‘’Αν ήξερα τι;’’
‘’Την αλήθεια’’.
‘’Η οποία είναι ποια;’’

Η Ελένη είχε κατεβάσει το κεφάλι και πάσχιζε να μιλήσει αλλά δεν τα κατάφερνε. Όλα τα γεγονότα της ζωής της περνούσαν μπροστά της σαν ταινία. Πως μπόρεσε η ίδια να κάνει κάτι τέτοιο, τι δικαιολογία είχε να πει, όχι στον Τζόζεφ αλλά στον ίδιο της τον εαυτό. Στο κεφάλι της μέσα οι εικόνες του παρελθόντος αλλά και η πράξη της έστησαν το χορό του μαρτυρίου της και η μορφή της Μάγδας έξω από το σχολείο, την κυνηγούσε.

‘’Πάμε να φύγουμε από εδώ;’’ τη ρώτησε τρυφερά ο Τζόζεφ. Η Ελένη έγνεψε ναι με το κεφάλι της και δέχθηκε το μαντίλι του που της έδωσε για να σκουπίσει τα δάκρυά της. ‘’Έλεγα αν δεν σε πειράζει να μην πάμε σπίτι σου. Δεν νοιώθω καλά μετά την πρόταση που σου έκανα. Ο Γεράσιμος βρίσκεται πάντα εκεί, κρυμμένος στις γωνίες και με παρακολουθεί. Έτσι νιώθω κι εγώ νιώθω άβολα. Ο τρόπος που μου φέρθηκε ήταν υπέροχος και δεν το άξιζα’’.
‘’Ούτε εσύ αλλά περισσότερο απ’ όλους δεν το άξιζα εγώ’’, συμπλήρωσε η Ελένη.
‘’Μπορούμε να πάμε σπίτι μου ή αν σε κάνει να νιώθεις πιο ασφαλής στην εταιρία, ή έστω στου Zonar’s’’.
‘’Σπίτι σου Τζόζεφ σε παρακαλώ, αυτά που έχω να σου πω σε δημόσιο χώρο δεν λέγονται’’.
‘’Υπόσχομαι να μην κάνω κάτι που θα σε φέρει σε δύσκολη θέση, θέλω να νιώθεις ασφαλής’’.
‘’Μην σε νοιάζει, όλα τα άσχημα τα έχω κάνει μόνη μου και είμαι σίγουρη ότι μετά από αυτά που θα μάθεις δεν θα θέλεις να με δεις ούτε ζωγραφιστή’’ είπε και τίναξε το κεφάλι αποφασισμένη να παραδεχθεί επιτέλους την αλήθεια.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ακολούθησαν τη διαδρομή μέχρι το σπίτι του Τζόζεφ σιωπηλοί. Ο κάθε ένας τους ήταν χαμένος στις σκέψεις του. Τα παράθυρα του σπιτιού έβλεπαν στον Εθνικό Κήπο και στο ρετιρέ έφτασαν χρησιμοποιώντας το ασανσέρ με το κόκκινο βελούδινο κάθισμα, τις ξύλινες διπλές πόρτες και τον μεγάλο καθρέφτη. Ανέβαιναν αργά και τα μάτια της η Ελένη δεν τα πήρε από τις μύτες των παπουτσιών της.

Ο άνδρας ξεκλείδωσε την πόρτα, την κράτησε και περίμενε να περάσει πρώτη η Ελένη. Η κυρία Φρόσω, ‘’η οικονόμος’’ όπως την αποκαλούσε ο Τζόζεφ, ήρθε να τους προϋπαντήσει.

‘’Με συγχωρείτε, δεν ήξερα ότι θα έχετε παρέα, να σας ετοιμάσω κάτι να φάτε;’’ ρώτησε η γυναίκα όσο πιο διακριτικά μπορούσε κρατώντας στα χέρια της τα πανωφόρια τους.
‘’Θα πάμε στο γραφείο μου κυρία Φρόσω και θα σας παρακαλούσα να μας φέρετε μια κανάτα καφέ και μερικά βουτήματα. Ρωτήστε την κυρία Γαλάνη αν θέλει κάτι άλλο και μετά να μην μας ενοχλήσει κανείς. Δεν θα δεχθώ ούτε τηλεφωνήματα’’.
‘’Μόνο καφέ, ευχαριστώ’’ είπε η Ελένη και τον ακολούθησε στο διάδρομο με την ξύλινη επένδυση.

Μπήκαν στον απομονωμένο χώρο του Τζόζεφ στην άλλη άκρη του σπιτιού. Όλα τα έπιπλα, η καρέκλα του, το ξύλινο γραφείο με την δερμάτινη επιφάνεια, οι δυο πολυθρόνες και ένας τριθέσιος καναπές, ήταν Chesterfield και η εντοιχισμένη βιβλιοθήκη που έπιανε όλο τον τοίχο πίσω από την πλάτη του, γεμάτα από βιβλία. Τα περισσότερα στη γλώσσα του αλλά και ελληνικές εγκυκλοπαίδειες και ορθογραφικά λεξικά.  Μια μεγάλη ξύλινη υδρόγειος σφαίρα, δέσποζε στο κέντρο του χώρου και το μπαλκόνι ήταν γεμάτο με μεγάλες σκαλιστές γλάστρες που φιλοξενούσαν ελιές.

‘’Μόνο ένας άνδρας θα μπορούσε να διακοσμήσει έτσι το χώρο του’’ επισήμανε η Ελένη.
‘’Δεν σου αρέσει;’’
‘’Λείπει λίγο χρώμα. Ξέρεις, ο Φιλέας Φογκ μου ήρθε στο μυαλό, λες να κάνουμε κι εμείς το γύρο του κόσμου σε ογδόντα ημέρες;’’
‘’Δεν ξέρω αν θα είναι σε ογδόντα, το σίγουρο όμως είναι ότι μπορούμε να το κάνουμε αν το επιθυμούμε’’ της απάντησε με νόημα.

Η κυρία Φρόσω μπήκε στο γραφείο κρατώντας το μεγάλο δίσκο.

‘’Αφήστε τα εκεί σας παρακαλώ’’ είπε η Ελένη παίρνοντας την πρωτοβουλία και δείχνοντας το μικρό τραπέζι που ήταν ανάμεσα στις δυο πολυθρόνες, ‘’θα σερβίρω εγώ’’. Ο κελάρυσμα του καφέ καθώς έπεφτε στις πορσελάνινες κούπες και το φρέσκο άρωμά του, απλώθηκε το χώρο. Η Ελένη περίμενε ότι ο Τζόζεφ θα έπαιρνε τη  θέση του πίσω από το γραφείο, όμως εκείνος προτίμησε να καθίσει απέναντί της, στην μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα, ανοίγοντας τα χέρια του και ακουμπώντας τα στα μπράτσα. Σαν αετός έτοιμος να πετάξει έμοιαζε, σκέφτηκε η Ελένη κι ακούμπησε με προσοχή το φλιτζάνι της στο δίσκο.

‘’Λοιπόν’’ είπε ο Τζόζεφ δίνοντας το σύνθημα και χτυπώντας τις παλάμες των χεριών του μεταξύ τους.
‘’Θα ήθελα να μην με διακόψεις’’ ξεκίνησε να λέει η Ελένη αφού πρώτα πήρε μια μεγάλη ανάσα, ‘’δεν απορρίπτω την πρόταση που μου έκανες αλλά πριν σε αφήσω να συνεχίσεις πρέπει να μάθεις ότι … ότι …’’ έκλεισε τα μάτια, κατάπιε το ίχνος του σάλιου που είχε γίνει κόμπος στο λαιμό της και συνέχισε, ‘’εσύ κι εγώ έχουμε μια κόρη’’.
‘’Το ήξερα’’ άρχισε να φωνάζει ο Τζόζεφ χαρούμενος και πετάχτηκε από τη θέση του με την ευκινησία ενός έφηβου. ‘’Το ήξερα Ελένη όλη μου τη ζωή. Από την ημέρα που έμαθα ότι ο Γεράσιμος κι εσύ αποκτήσατε παιδί, κατάλαβα ότι ήταν δικό μου. Η Ρούμπι μας, το παιδί μας θα πρέπει να μάθει την αλήθεια, πόσο ευτυχισμένο με κάνεις δεν ξέρεις, το κορίτσι αυτό που είναι σαν το γέννησαν άγγελοι’’.
‘’Η Ρούμπι δεν είναι η κόρη μας Τζόζεφ’’.
‘’Τι λες τώρα, εγώ πρέπει να τα έχω χαμένα που τελικά παραδέχθηκες την αλήθεια κι όχι εσύ’’ φώναζε και άνοιγε τα χέρια του λες κι ετοιμαζόταν να αγκαλιάσει τον κόσμο όλο.

Η Ελένη περίμενε αμίλητη στη γωνία της. Άφηνε τον Τζόζεφ να εκδηλώσει τα συναισθήματά του και μετά, όταν θα καταλάγιαζε η χαρά και θα του έλεγε την αλήθεια, θα έπαιρνε όση αξιοπρέπεια της είχε μείνει και θα έφευγε. Ήπιε άλλη μια γουλιά από τον καφέ της.

‘’Πότε θα της το πούμε;’’ ρωτούσε ο Τζόζεφ.
‘’Όταν θα βρούμε την πραγματική μας κόρη’’ απάντησε η Ελένη χωρίς να αφήνει περιθώριο για αμφιβολίες. ‘’Η Ρούμπι όπως σου έχω πει χιλιάδες φορές, δεν είναι το παιδί μας’’.
‘’Τι προσπαθείς να μου πεις;’’
‘’Ότι η Ρούμπι δεν είναι η κόρη μας’’.
‘’Μα τώρα δεν είπες ότι εμείς οι δύο έχουμε μια κόρη;’’ ρώτησε και οι ρυτίδες στο μέτωπό του έγιναν βαθιές σαν χαρακιές. ‘’Υπάρχει κι άλλο παιδί;’’
‘’Την κόρη μας Τζόζεφ την λένε Μάγδα, μόνο που δεν ξέρω που βρίσκεται τώρα πια’’.
‘’Ελένη τι λες; Ένα παιδί δεν γέννησες;’’
‘’Ναι κι αυτό δεν είναι η Ρούμπι’’ είπε και ξεκίνησε να ξεδιπλώνει λεπτό προς λεπτό τα γεγονότα που έζησε την ημέρα που γεννήθηκαν τα δυο κορίτσια. Όταν τελείωσε τη διήγησή της, η νύχτα είχε φορέσει το βαρύ βραδινό της φουστάνι.

Στο χώρο του γραφείου ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν οι ανάσες τους. Ο Τζόζεφ είχε ανοίξει τα πόδια του, είχε ακουμπήσει τους αγκώνες πάνω στα γόνατά του και είχε αφήσει τις παλάμες του να κρέμονται στο κενό. Το κεφάλι του ήταν σκυμμένο μπροστά αλλά η Ελένη δεν τολμούσε να κάνει την παραμικρή κίνηση. Ήθελε να το βάλει στα πόδια αλλά από την άλλη, πόσες φορές ακόμα θα κρυβόταν από την αλήθεια, από τον εαυτό της κι από τις πράξεις της;

Ο Τζόζεφ σηκώθηκε όρθιος και πήγε μέχρι τη μεγάλη μπαλκονόπορτα. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του και με γυρισμένη την πλάτη στην Ελένη είπε, ‘’θα ψάξουμε να τη βρούμε’’.

‘’Πες μου τι ακριβώς εννοείς, πες μου τι σκέφτεσαι, δεν θα φύγω από εδώ αν δεν τελειώσουμε σήμερα’’.
‘’Το μόνο που με απασχολεί Ελένη αυτή τη στιγμή είναι να βρω το παιδί μου. Ούτε η Μάγδα αλλά ούτε κι εγώ δικαιούμαστε να ζούμε χώρια. Είπες ότι της άνοιξες έναν λογαριασμό και της έβαλες ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό ως καταπίστευμα για να μπορέσει να σπουδάσει. Ότι έκρυψες στην παλάμη της, ενώ ακόμα ήταν σχολιαρόπαιδο ένα διαμαντένιο σκουλαρίκι, έτσι δεν είναι;’’
‘’Ναι’’.
‘’Και φαντάστηκες ότι αυτά είναι αρκετά για να την εξασφαλίσουν την ποιότητα ζωής που θα έπρεπε να έχει ένα παιδί; Αντικαθιστούν την αγκαλιά της μητέρας ή του πατέρα; Και μετά απ’ όλα αυτά φαντάζεσαι ότι απαλλάσσεσαι από τις ευθύνες σου; Εσύ μπορεί να νιώθεις έτσι, εγώ όμως όχι και θα παλέψω γι’ αυτό το παιδί. Μόνο αν σταθεί η Μάγδα απέναντί μου θα ησυχάσω και θα έχει δικαίωμα να με στείλει κι από εκεί που ‘ρθα και στο ορκίζομαι ότι θα την καταλάβω. Η Μάγδα όμως και κανείς άλλος’’. Ο Τζόζεφ φώναζε και η Ελένη δεν μίλησε, το παραλήρημά του ήταν η μικρότερη τιμωρία της.

Την σιωπή την έσπασε ο Τζόζεφ που το κεφάλι του ήταν γεμάτο από ερωτήσεις.

‘’Δούλευε ως γραμματέας σε ένα δικηγορικό γραφείο, τώρα τι κάνει; Σπούδασε, παντρεύτηκε, έχει παιδιά; Καταλαβαίνεις πόσο δύσκολη είναι η θέση μας; Θα πρέπει να μιλήσω με τον δικηγόρο μου για να δω πως θα το χειριστώ και λυπάμαι που θα σου πω αλλά αυτή τη στιγμή το τελευταίο πράγμα που με ενδιαφέρει είναι αν θα σε παντρευτώ ή όχι. Δεν ξέρω τι νιώθω για εσένα Ελένη και δεν με απασχολεί διόλου. Το να καλύπτεις το δικό μας νεανικό ατόπημα και να προσφέρεις στο παιδί μας την οικογενειακή γαλήνη που σας χάρισε ο Γεράσιμος ήταν κάτι που το καταλάβαινα αλλά αυτή τη στιγμή που μιλάμε το μόνο που θέλω είναι να ουρλιάξω’’.

‘’Δεν θέλω να δικαιολογήσω τις πράξεις μου Τζόζεφ’’.

‘’Και καλά θα κάνεις. Άκου, δεν είμαι σε θέση να σε κρίνω, δεν ξέρω τι θα έκανα αν ήμουν στη θέση σου αλλά να ανταλλάξεις το παιδί μας μόνο και μόνο για να μην βρεθείς στο δρόμο; Τι σόι μάνα είσαι εσύ μου λες; Κι όλα αυτά για ένα και μοναδικό λόγο, για να μην χάσεις τη βολή σου, έτσι δεν είναι;’’

Ο Τζόζεφ είχε γίνει κατακόκκινος από θυμό κι ένοιωθε τα σωθικά του να καίγονται. Απαντήσεις ούτε περίμενε αλλά ούτε ήθελε να ακούσει. Κοιτούσε την Ελένη και προσπαθούσε να καταλάβει, να μπει στη θέση της αλλά η καρδιά του τον πονούσε. Το δικό του παιδί είχε μεγαλώσει μέσα στη φτώχια, ορφανή με μοναδικό της στήριγμα μια γιαγιά, έναν τραπεζικό λογαριασμό κι ένα διαμάντι κι ένας θεός ήξερε τι μπορεί να είχε περάσει. Ας μάθαινε τουλάχιστον ότι μεγάλωσε ευτυχισμένη …

‘’Φύγε Ελένη, θέλω να μείνω μόνος μου. Θα επικοινωνήσει μαζί σου ο δικηγόρος μου ή εγώ, αυτή τη στιγμή δεν ξέρω τι μου γίνεται, φύγε μόνο να μην σε βλέπω και μην τολμήσεις να αρνηθείς την αλήθεια γιατί θα σε καταστρέψω’’ είπε, άνοιξε την πόρτα του γραφείου και φώναξε την κυρία Φρόσω.

‘’Η κυρία Γαλάνη είναι έτοιμη να φύγει, θα σας παρακαλούσα να της καλέσετε ένα ταξί και να της φέρετε το παλτό της’’ είπε και εξαφανίστηκε στο υπνοδωμάτιό του περιμένοντας μέχρι η Ελένη να φύγει από το σπίτι του. ‘’Μάγδα Νάκου, κόρη της Ευγενίας και του Παντελή’’ επαναλάμβανε διαρκώς για να μην ξεχάσει τα ονόματα.

Άκουσε την πόρτα του σαλονιού να κλείνει και την κυρία Φρόσω να λέει ‘’ώρα καλή κυρία Γαλάνη’’ και μόλις άκουσε τα βήματά της στον διάδρομο, ξεχύθηκε σαν το αγρίμι από το δωμάτιό του. Η γυναίκα σάστισε αλλά τόσα χρόνια δίπλα σε αυτόν το μοναχικό ξενόφερτο άνδρα, τον είχε μάθει καλύτερα κι από τη μάνα που τον γέννησε.

‘’Θέλετε να σας φέρω κάτι κύριε Πράις;’’
‘’Ουίσκι και πάγο στο γραφείο μου και μην με ενοχλήσει κανείς’’.

***

Ο Τζόζεφ έπινε μόνο σε κοινωνικές υποχρεώσεις. Ήθελε να έχει πάντα καθαρό μυαλό και να είναι ο κύριος των αποφάσεών του. Σήμερα όμως τα πράγματα είχαν εκτροχιαστεί και χρειαζόταν με κάποιον να μιλήσει. Το παράπονο που ένιωθε, αντικαταστάθηκε από πίκρα και μετά ένιωσε το θυμό να τον κατακλύζει. ‘’Πανάθεμά την’’ μουρμούρισε και τηλεφώνησε στο δικηγόρο του. Στο γραφείο δεν απαντούσε κανείς και χωρίς δεύτερη σκέψη κάλεσε στο σπίτι του χωρίς να τον ενδιαφέρει η ώρα.

‘’Είναι επείγον κυρία Δούρου, με συγχωρείτε που σας αναστατώνω τέτοια ώρα’’ είπε και περίμενε στο ακουστικό μέχρι να ακούσει τη φωνή του δικηγόρου του που προσπαθούσε να καταπιεί την μπουκιά από το βραδινό του φαγητό.

‘’Τζόζεφ’’ είπε κι άρχισε να βήχει.
‘’Άκου, πάρε το αυτοκίνητο σου κι έλα αμέσως σπίτι μου’’.
‘’Τι συμβαίνει;’’
‘’Μόλις έμαθα ότι είμαι πατέρας ενός κοριτσιού που δεν ξέρω που βρίσκεται. Τώρα Ξενοφώντα και θα πω στην κυρία Φρόσω να σου ετοιμάσει ό,τι θέλεις’’ είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να περιμένει ούτε απάντηση αλλά ούτε κι αντίρρηση.

Ο Ξενοφώντας Δούρος άρχισε να ξύνει νευρικά το κεφάλι του.

‘’Μα εγώ δεν έχω ιδέα από οικογενειακό δίκαιο’’ σκέφτηκε καθώς έπλενε το πρόσωπό του. ‘’Άντε πάλι από την αρχή κοστούμι και γραβάτα’’ γκρίνιαξε αλλά ο Πράις ήταν ο μεγαλύτερος πελάτης του, θα πήγαινε και περπατώντας αν χρειαζόταν. Που τον έμπλεκε πάλι; Ο Πράις είχε παιδί; προφανώς με κάποια από αυτές που τριγύριζε κατά καιρούς το έκανε και πως δηλαδή δεν ήξερε που βρισκόταν; Την υπόθεση έπρεπε να την αναλάβει άλλος δικηγόρος. Ποιόν εμπιστευόταν στο οικογενειακό δίκαιο; Ποιος είχε αποδείξει στις αίθουσες του δικαστηρίου την αξία του όλα αυτά τα χρόνια; Έσφιγγε τη γραβάτα του σε διπλό κόμπο και προσπαθούσε ταυτόχρονα να λύσει την εξίσωση που του είχε βάλει ο Τζόζεφ Πράις.

‘’Μα πως δεν το σκέφτηκα!’’ είπε δυνατά χτυπώντας με την παλάμη του το κούτελό του κι ένοιωσε την καρδιά του να πηγαίνει στη θέση του.

Ζάκυνθος, καλοκαίρι, διακοπές! Κάντε την κράτησή σας τώρα

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here