Η Ρούμπι δεν μπορούσε να ησυχάσει. Το να βλέπει τη μητέρα της να μαραζώνει κάθε μέρα και πιο πολύ και να παρατηρεί τις αντιδράσεις της, δεν της έφτανε και η ανάγκη που η ίδια ένιωθε μετά το θάνατο του πατέρα της, να φύγει εκτός Αθηνών και γιατί όχι και εκτός Ελλάδος, όλο και μεγάλωνε. Ήταν μια καλή ευκαιρία να πάρει ένα μεταπτυχιακό τίτλο και να εξελίξει τις σπουδές της. Δεν της έφτανε μόνο το πτυχίο της ιατρικής και η εμπειρία που αποκόμιζε καθημερινά όσο σπουδαία κι αν ήταν, ονειρευόταν για τον εαυτό της κάτι παραπάνω. Ήθελε να φτάσει όσο πιο ψηλά μπορούσε και ήξερε ότι ο πατέρας της, αν δεν είχε πεθάνει τόσο ξαφνικά στο γάμο του Φάνη και της Σόνιας, θα επικροτούσε τις σκέψεις της και θα την βοηθούσε με κάθε τρόπο. Φεύγοντας, θα γλύτωνε και από την παρουσία του Δαμιανού που ήταν αναγκασμένη να τον βλέπει καθημερινά στο νοσοκομείο. Όμως για την ώρα δεν είχε πάρει την τελική της απόφαση γιατί η σιωπή της μητέρας της και η απομόνωσή της από τον κόσμο, την έκαναν να γίνεται ολοένα και πιο στοργική μαζί της και να αφήνει τις αποφάσεις για το δικό της μέλλον στην άκρη.

Η Ελένη την ημέρα της κηδείας είχε σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Αξιοπρεπής, απόμακρη και αριστοκρατική όπως μόνο εκείνη ήξερε να στέκετε, έκανε την Ρούμπι να νιώσει τεράστιο σεβασμό για τη μητέρα της. Από την ημέρα εκείνη, έχοντας τελειώσει με τη βασανιστική τελετή και στη συνέχεια με το μεγαλόπρεπο γεύμα που παρέθεσε στο σπίτι προς τιμή του Γεράσιμου, δεν έλεγε να βγει από το δωμάτιό της. Είχε διαλέξει να είναι μονίμως κλεισμένη στο κουκούλι της σιωπής της. Αυτό που περισσότερο τρόμαζε την Ρούμπι, ήταν ότι η μητέρα της δεν είχε εκφράσει με κανέναν τρόπο τη θλίψη της. Στο μεγάλο σπίτι στην Κηφισιά, το μόνο που επικρατούσε ήταν οι άλαλες κραυγές απελπισίας.

Ντύθηκε κι έφτασε στο σπίτι της Κηφισιάς με ένα ταξί. Η Μαρία, η οικιακή βοηθός της οικογένειας τα τρία τελευταία χρόνια, της άνοιξε την πόρτα πριν προλάβει να βάλει τα κλειδιά της στην πόρτα, λες και την περίμενε.

‘’Καλημέρα, ευτυχώς που ήρθατε’’ της είπε. Η Ρούμπι πανικοβλήθηκε.
‘’Τι συμβαίνει’’ ρώτησε με φωνή που έτρεμε από την αγωνία.
‘’Τίποτα διαφορετικό, είναι κλεισμένη πάλι στο δωμάτιό της  και σας το ορκίζομαι ότι προσπαθώ με κάθε τρόπο να την κατεβάσω μέχρι τον κήπο αλλά δυστυχώς δεν έχω καταφέρει τίποτα’’ είπε κουνώντας λυπημένα το κεφάλι της.  Η Μαρία ήθελε να της πει ότι έπρεπε να αφήσει το σπίτι στην Αθήνα και να έρθει να μείνει με τη μητέρα της αλλά δεν τόλμησε. Πήρε το πανωφόρι της και την παρατήρησε καθώς ανέβαινε την σκάλα βιαστική. Καθόλου δεν καταλάβαινε την Ρούμπι και αναρωτιόταν τι μυαλό να κουβαλούσε άραγε στο κεφάλι της αυτό το θηλυκό. Έκανε μεταβολή και πήγε στην κουζίνα, θα έβραζε νερό και θα τους έφτιαχνε τσάι, ελπίζοντας ότι για το χατίρι της κόρης της, η Ελένη θα έτρωγε κάτι παραπάνω από μια μπουκιά φαγητό.

Η Ρούμπι άνοιξε την πόρτα και βρήκε τη μητέρα της καθισμένη στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στον κήπο. Στα χέρια της κρατούσε ένα λευκό μαντίλι του πατέρα της. Ήταν όμορφη, αν και η σκοτεινή σκιά του θανάτου έκανε τα μάτια της να φαίνονται πολύ πιο σκούρα. Το δέρμα της έμοιαζε σαν εύθραυστη πορσελάνη.

‘’Αγάπη μου εσύ είσαι; Νόμιζα ότι ήταν η Μαρία πάλι, ξέρεις πασχίζει να με μπουκώνει από αυτά τα φαγητά που φτιάχνει’’ είπε εύθυμα η Ελένη και κοιτάζοντας την κόρη της σκέφτηκε το πόσο αδυνατισμένη και απεριποίητη έδειχνε. Της ήταν αδιανόητο να καταλάβει πως επέτρεπε στον εαυτό της, ολόκληρη γιατρός, να κυκλοφορεί έτσι.
‘’Μαμά …’’ είπε η Ρούμπι και διασχίζοντας το δωμάτιο πήγε και κάθισε στο πάτωμα, αγκαλιάζοντας τα πόδια της μητέρας της, όπως έκανε όταν ήταν μικρό παιδί. Ήθελε να την δει πάλι έτσι όπως την ήξερε, δυνατή και αγέρωχη κι ας την εκνεύριζε με την απόκοσμη τελειότητά της. Αυτό που έβλεπε μπροστά της, ήταν μια γυναίκα που έκρυβε τον πόνο της και η Ρούμπι ήξερε το πόσο κακό έκανε στον εαυτό της.

Ακούμπησε το πρόσωπό της στα πόδια της μητέρας της κι άφησε τα δάκρυα να τρέξουν από τα μάτια της. Τράβηξε το μαντίλι του πατέρα της και το έφερε στα ρουθούνια της, προσπαθώντας να μυρίσει ξανά το άρωμά του.

‘’Μου λείπει μαμά, μου λείπει συνέχεια. Μπαίνω στο σπίτι και τον βλέπω σε κάθε γωνιά. Ξέρω ότι είναι εδώ αλλά δεν μπορώ ούτε να τον αγγίξω μα ούτε και να του μιλήσω’’ είπε μέσα στα αναφιλητά της.
‘’Σώπα καρδιά μου, μην κλαις’’ είπε η Ελένη και άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που έκανε όταν η Ρούμπι ήταν παιδί και ήθελε να την ηρεμήσει μέχρι να την πάρει ο ύπνος, μόνο που τώρα ούτε οι λέξεις αλλά ούτε και το τρυφερό της χέρι έφτανε για να την καθησυχάσουν.

Όσο η Ρούμπι τρανταζόταν από τους λυγμούς, η Ελένη ένιωσε μια παράξενη ηρεμία και γαλήνη. Η αγκαλιά της κόρης της, της θύμιζε τα χρόνια της υπέρτατης ευτυχίας που έζησαν οι τρεις τους μαζί με τον Γεράσιμο. Η Ρούμπι δεν θα μπορούσε να γνωρίσει καλύτερο πατέρα. Στη θύμηση και μόνο του άντρα της χαμογέλασε τρυφερά κι αμέσως μετά, συνειδητοποιώντας την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσαν, ένιωσε το παγωμένο χέρι της αλήθειας να της σφίγγει την καρδιά. Μακάρι να τελείωνε και η ίδια αυτή τη στιγμή, τι νόημα είχε η ζωή της χωρίς τον Γεράσιμο; Όμως δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να αφήσει την Ρούμπι να υποφέρει με αυτό τον τρόπο. Ανατρίχιασε, στο δωμάτιο ήταν σαν να φύσηξε στιγμιαία κρύος αέρας.

‘’Μαμά’’ είπε η Ρούμπι μόλις σταμάτησε να κλαίει, ‘’μου λείπει ο μπαμπάς όσο δεν φαντάζεσαι αλλά τώρα πια ανησυχώ για σένα. Δεν έκλαψες ούτε μια φορά, δεν τρως, δεν βγαίνεις από δωμάτιο ούτε για να πας μέχρι το σπιτάκι. Είσαι μονίμως κλεισμένη εδώ και κάθε φορά κρατάς ένα μαντίλι του μπαμπά στα χέρια σου. Φοβάμαι μην πάθεις τίποτα’’.
‘’Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς παιδί μου και νομίζω ότι υπερβάλεις. Αυτός είναι ο δικός μου τρόπος έκφρασης της θλίψης μου και καλό θα ήταν να τον σεβαστείς κι εσύ αλλά και η Μαρία που παλεύει διαρκώς να με μπουκώσει και να με κάνει άλλη τόση, λες και ο Γεράσιμος θα πάψει να μου λείπει αν σκάσω στο φαγητό και το πένθος θα φύγει από τη ζωή μας. Χρειάζομαι το χρόνο μου και επιτέλους έχω δικαίωμα να είμαι θλιμμένη, τον άντρα μου έχασα Ρούμπι κι όχι ένα πετράδι από το δαχτυλίδι μου’’.
‘’Καταλαβαίνεις ότι αν άφηνες τον εαυτό σου ελεύθερο να κλάψει, αυτό και μόνο θα σου έκανε καλό;’’

Η Ελένη δεν απάντησε. Ήξερε ότι αν άφηνε τον εαυτό της να θρηνήσει δεν θα είχε τελειωμό και δεν θα ήταν μόνο για τον Γεράσιμο και κανείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο ήθελε να τον έχει ακόμα δίπλα της. Να τον αγγίξει, να του δώσει ένα φιλί στο μάγουλο, να τον βλέπει να κρύβεται πίσω από τις οικονομικές εφημερίδες του. Ο Γεράσιμος δεν θα την έπαιρνε ποτέ πια αγκαλιά, ούτε θα ξάπλωνε δίπλα της και το χέρι του δεν θα έσφιγγε το δικό της. Η καρδιά της κομματιάστηκε στη θύμηση και μόνο του γάμου του Φάνη. Ημέρα χαράς και ευλογίας για το νέο ζευγάρι, έγινε για εκείνη ημέρα θλίψης και ξαφνικής αποκοπής από τον άνθρωπο που θαύμαζε και αγαπούσε.

Ο Γεράσιμος είχε παραπονεθεί για λίγους πόνους στο στήθος και πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα της και να φωνάξει την Ρούμπι, ο άντρας της είχε σωριαστεί στο δάπεδο δίπλα στην πισίνα. Πότε ήρθε το ασθενοφόρο, πότε βρέθηκαν στο νοσοκομείο με τους γιατρούς να προσπαθούν να τον κρατήσουν στη ζωή δεν θυμάται. Αυτό που ποτέ δεν θα μπορέσει να ξεχάσει είναι ο τόνος της φωνής του γιατρού και το σαν μάσκα πρόσωπό του όταν τους είπε ‘’λυπάμαι’’. Η καρδιά του Γεράσιμου τον είχε προδώσει και έπρεπε να μάθουν να ζουν χωρίς αυτόν και κανείς δεν της εξήγησε πως ήταν δυνατόν να συμβεί αυτό.

Στην κηδεία είχαν έρθει όσοι τον γνώριζαν. Συγγενείς, φίλοι και όλοι σχεδόν οι συνεργάτες του. Ήταν τόσο αγαπητός που και η ίδια τα είχε χάσει από τον κόσμο που έβλεπε να έρχεται. Η Ρούμπι της είχε δώσει το ίδιο πρωί να πιεί κάτι για να την ηρεμήσει και να κρατηθεί στα πόδια της και παρακολουθούσε την τελετή σαν να μην ήταν η ίδια μέρος της. Ευγενικά και με τη σεμνότητα που αρμόζει σε αυτές τις καταστάσεις, όσοι είχαν έρθει για να χαιρετήσουν τελευταία φορά τον Γεράσιμο, περνούσαν από μπροστά τους για να τις συλλυπηθούν. Η ίδια δεν θυμόταν τα ονόματα αλλά ούτε και τα πρόσωπα που έβλεπε. Η Ρούμπι της ψιθύριζε στο αυτί τι έπρεπε να λέει μέχρι που στο τέλος η Ελένη κουρασμένη πια, επαναλάμβανε σαστισμένη ‘’σας ευχαριστώ πολύ’’.

Όταν ο κόσμος είχε απομακρυνθεί, θέλησε να μείνει λίγη ώρα παραπάνω, μόνη της δίπλα στον Γεράσιμο. Ένοιωθε ότι δεν είχε προλάβει να τον χαιρετήσει, να του μιλήσει, να του πει αυτά που ήθελε. Ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν όταν ένα χέρι την άρπαξε και την κράτησε όρθια. Γύρισε μηχανικά το πρόσωπό της και είδε τον Τζόζεφ. Δεν ένοιωσε σχεδόν τίποτα, ούτε φόβο, ούτε απορία. Ήταν σαν να βλέπει ένα φίλο από τα παλιά. Η Ρούμπι που δεν άφηνε από τα μάτια της την μητέρα της, βρέθηκε αμέσως δίπλα τους και κοιτούσε τον άντρα που κρατούσε τη μητέρα της παραξενεμένη. Δεν ήταν κάποιος που είχε γνωρίσει ποτέ, ούτε από τους μακρινούς τους φίλους αλλά ούτε από τους στενούς συνεργάτες του πατέρα της.

‘’Λυπήθηκα πολύ, ο πατέρας σας ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος’’ είπε στη Ρούμπι δίνοντάς της το χέρι του.
‘’Σας ευχαριστώ’’ απάντησε αμήχανα κοιτάζοντας τη μητέρα της που είχε βρει την αυτοκυριαρχία της. ‘’Είσαι καλά μαμά;’’ ρώτησε.
‘’Πήγαινε στους καλεσμένους μας’’ απάντησε η Ελένη ‘’και μην ανησυχείς’’.

Φεύγοντας η Ρούμπι γύρισε και κοίταξε τον άγνωστο άνδρα αλλά ήξερε ότι δεν ήταν ώρες για ερωτήσεις και η αλήθεια ήταν ότι, τι σημασία είχε τελικά για το ποιος ήταν;

‘’Ο Γεράσιμος ήταν δημοφιλής και αγαπητός’’ είπε ο Τζόζεφ στην Ελένη όταν η Ρούμπι απομακρύνθηκε.
‘’Αυτό το γνωρίζω καλύτερα από τον κάθε ένα’’ απάντησε κι αμέσως τινάχθηκε σαν να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. ‘’Εσύ πως το ξέρεις;’’
‘’Υπάρχουν πράγματα που δεν γνωρίζεις Ελένη, που κανείς δεν σου είπε ποτέ’’.
‘’Τι εννοείς;’’
‘’Μπορεί να μην είναι η κατάλληλη στιγμή …’’ δίστασε για λίγο ο Τζόζεφ ‘’αλλά από την άλλη ίσως τώρα πια να μην έχει σημασία. Αν και νομίζω ότι μάλλον θα ανακουφιστείς αν μάθεις την αλήθεια’’.
‘’Να μάθω την αλήθεια για ποιο πράγμα ακριβώς;’’ ρώτησε γεμάτη απορία.
‘’Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να τα λέγαμε κάποια άλλη στιγμή’’.
‘’Όχι Τζόζεφ, τώρα θα μου πεις’’ απάντησε η Ελένη και τέντωσε την πλάτη της.
‘’Ο Γεράσιμος γνώρισε για εμάς τους δυο’’.
‘’Δεν το εννοείς αυτό που λες’’ είπε και το σάλιο είχε στεγνώσει στο στόμα της.
‘’Ήξερε τα πάντα από την αρχή και όταν με απέλυσε μου εξήγησε ότι δεν μπορούσε να σε χάσει γιατί σε αγαπούσε πιο πολύ από την ίδια του τη ζωή αλλά ούτε και να σε κατηγορήσει, ήταν πολλά τα χρόνια διαφοράς ηλικίας που είχατε και σε καταλάβαινε. Έτσι μου γέμισε το πορτοφόλι με χρήματα και με ξόρκισε να κρατηθώ μακριά σου’’.
‘’Αποκλείεται, κανείς δεν θα δεχόταν για γυναίκα του εμένα αν ήξερε τι έκανα μαζί σου’’.
‘’Δεν με τιμά αυτό που θα πω αλλά τα δέχθηκα τα χρήματα παρόλο που σε αγαπούσα όσο δεν αγάπησα ποτέ μου καμία γυναίκα. Ήξερα όμως ότι εσύ δεν θα άφηνες ποτέ τον Γεράσιμο και δεν ήταν τα λεφτά Ελένη που σε κρατούσαν κοντά του, ούτε η κοινωνική του θέση. Τον άνδρα σου τον αγάπησες βαθιά κι ας μην το καταλάβαινες τότε. Εγώ, ήμουν αυτό το παραπάνω που χρειαζόσουν. Στην ηλικία εκείνη σου έλειπε η τρέλα του πάθους. Όποιος κι αν ήταν στη θέση μου, τον Γεράσιμο δεν θα τον άφηνες ποτέ και για κανέναν. Πήρα τα λεφτά και εξαφανίστηκα και ξέρω ότι φέρθηκα άτιμα, ντρέπομαι που το λέω αλλά αυτή είναι όλη η αλήθεια’’.
‘’Να μην ντρέπεσαι Τζόζεφ, οι άνθρωποι μπορούμε να βγάλουμε στην επιφάνεια τον χειρότερο εαυτό μας και να κάνουμε πράξεις που δεν τις χωράει το μυαλό μας. Κουβαλάμε οι περισσότεροι μέσα μας, σκοτάδια ανείπωτα’’.
‘’Τον Γεράσιμο τον είδα μετά από αρκετά χρόνια, όταν πλέον είχα ιδρύσει την εταιρία Οἶκος και χρειαζόμουν κεφάλαια για μια ενδιαφέρουσα επένδυση. Είχα ήδη μάθει ότι έψαχνε να τοποθετήσει κεφάλαια και να πάρει μερίδια σε ανερχόμενες εταιρίες. Ας μην γελιόμαστε, ήξερα ότι ήθελα να τον συναντήσω για να του αποδείξω ότι από κηπουρός και αγόρι για τα θελήματα, με τα χρήματα που μου είχε δώσει, τα είχα καταφέρει. Ήθελα να του μπω στο μάτι και να του πω ότι κέρδισα.

Με δέχθηκε όπως θα έκανε κάθε σοβαρός επιχειρηματίας κι όταν μπήκα στο γραφείο του και είδα τη φωτογραφία με τους τρεις σας στον κήπο του σπιτιού στην Κηφισιά, ήξερα ποιος ήταν τελικά ο νικητής. Ήταν γραμμένο στο χαμόγελό σου, ο Γεράσιμος για άλλη μια φορά είχε αποδείξει την σπουδαιότητά του’’.

Η Ελένη από την ώρα εκείνη και μετά βυθίστηκε στον κόσμο της σιωπής. Στεκόταν μπροστά στον τάφο του Γεράσιμου και παρατηρούσε τον κόσμο που έφευγε για το σπίτι τους. Όλα αυτά που ο Τζόζεφ μοιράστηκε μαζί της, την έκαναν να αγαπήσει ακόμα βαθύτερα τον άνδρα της. Αν τα ήξερε όλα αυτά από την αρχή η ζωή όλων τους θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά.

Ακόμα δεν το χωρούσε το μυαλό της ότι ο Γεράσιμος γνώριζε για την εξωσυζυγική της σχέση με τον Τζόζεφ και παρόλα αυτά δεν ήθελε να την χάσει. Η ίδια δεν θα είχε ποτέ τέτοια ανωτερότητα εκτός, εκτός αν δεν είχε αγαπήσει αρκετά όσο ο Γεράσιμος. Ίσως να ήταν από τις γυναίκες εκείνες που δεν ξέρουν να αγαπούν. Αν της είχε μιλήσει θα μπορούσε να του πει για την εγκυμοσύνη; Αυτό δεν ήταν ένα απλό ατόπημα ήταν ολόκληρη πλεκτάνη που είχε στήσει εις βάρος του Γεράσιμου και είχε μπερδέψει τις ζωές τόσων ανθρώπων μόνο και μόνο για να μην χάσει η ίδια την ζωή που ονειρεύτηκε. Μέχρι εκείνο το σημείο ίσως κάποιος να μπορούσε να το καταλάβει, το να δώσει το παιδί της όμως πως άντεξε να το κάνει; Αν όλα αυτά ο Γεράσιμος τα ήξερε, θα μπορούσε να την συγχωρέσει και τι θα της έλεγε, δεν πειράζει αγάπη μου εσύ να είσαι καλά;

Σήμερα, κλεισμένη στο δωμάτιό της, με την Ρούμπι τυλιγμένη σαν γατί στα πόδια της, θυμόταν ότι κοίταξε τον τάφο του Γεράσιμου και είχε νιώσει τόση ντροπή που μέσα στις λέξεις δεν χωρούσε. Πως εξαφανίζεται και η ελαχιστότατη αναστολή όταν ο κόσμος ενός ανθρώπου γκρεμίζεται; Για πόσες ακατανόμαστες πράξεις είμαστε ικανοί, αναρωτήθηκε. Κρατώντας το μαντίλι του Γεράσιμου στα χέρια της πάλευε μέσα της να βρει τον τρόπο να του ζητήσει συγγνώμη κι έβλεπε την Ρούμπι να υποφέρει από την έλλειψη του πατέρα της και να κλαίει για έναν άνθρωπο που δεν ήταν ο γεννήτοράς της, δεν ήταν ο πραγματικός της πατέρας αλλά σημασία δεν είχε. Η Ρούμπι μεγάλωσε ευτυχισμένη και προστατευμένη. Η κόρη της Ευγενίας και του Παντελή Νάκου ζούσε μια ζωή που κανείς από την οικογένειά της δεν θα μπορούσε να ονειρευτεί. Η δικιά της κόρη όμως, η Μάγδα, έπεσε θύμα της δικιάς της μεγαλομανίας και είχε πληρώσει το μεγαλύτερο τίμημα. Ποιος Θεός και ποιος άνθρωπος θα τη συγχωρούσε; Οι δαίμονες μόνο τις κρατούσαν συντροφιά και γελούσαν μαζί της.

Συνέχισε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο και παρακαλούσε να άνοιγε η πόρτα και να έμπαινε ο Γεράσιμος μέσα. Τη ζωή της θα έδινε για να τον αγκαλιάσει άλλη μια φορά. Κοίταξε τη Ρούμπι και της χαμογέλασε. Ευτυχώς που ήταν μαζί της, της έδινε μεγάλη δύναμη η παρουσία της και η αγάπη της. Αυτό το πλάσμα ήταν τόσο αφοσιωμένο στην οικογένεια που έτσι και μάθαινε την αλήθεια θα της σάλευε.

‘’Μαμά, θα ήθελα να σου πω κάτι αλλά φοβάμαι πως θα το πάρεις’’.
‘’Τι συμβαίνει παιδί μου;’’
‘’Κάνω κάποιες σκέψεις, δεν έχω αποφασίσει τίποτα ακόμα αλλά τρώγομαι μέσα μου καιρό από τις επιθυμίες και τα όνειρα που έχω’’.

Η Ελένη για μερικά δευτερόλεπτα ανησύχησε μήπως η Ρούμπι είχε υποψιαστεί κάτι από την συνομιλία που είχε με τον Τζόζεφ την ημέρα της κηδείας αλλά μετά άκουσε τη λέξη επιθυμίες και ησύχασε.

‘’Σε ακούω’’.
‘’Θα ήθελα να φύγω για λίγο από την Αθήνα, ίσως και από την Ελλάδα, σκέφτομαι σοβαρά να προχωρήσω τις σπουδές μου στο εξωτερικό και αν δεν τα καταφέρω μήπως πήγαινα σε μια περιοχή που θα με είχαν περισσότερο ανάγκη. Θα αποκτούσα και μεγαλύτερη εμπειρία έτσι αλλά μπορώ να το κάνω και αργότερα, δεν χάθηκε ο κόσμος γιατί η αλήθεια είναι, ότι δεν θέλω να σε αφήσω μόνη σου στην κατάσταση που είσαι. Ο μπαμπάς θα ήθελε να σε φροντίζω για να μην σου λείψει τίποτα, ειδικά η στοργή και η αγκαλιά’’ είπε.

Η Ελένη την κοίταξε, ξάπλωσε την πλάτη της στην πολυθρόνα της και έκλεισε τα βλέφαρα για λίγο. Στο δωμάτιο ο εκκωφαντικός θόρυβος της σιωπής έκανε τις δυο γυναίκες να θέλουν να ουρλιάξουν. Ησυχία επικρατούσε και το τιτίβισμα των πουλιών έξω από το παράθυρο ακούστηκε ενοχλητικό. Η Ρούμπι ήθελε να φύγει τη χειρότερη στιγμή της ζωής της. Την είχε ανάγκη όσο δεν μπορούσε να φανταστεί, είχε χάσει τον Γεράσιμο για πάντα και τώρα κινδύνευε να πάθει το ίδιο και με την κόρη της. Αν κατάφερνε να πάει στο εξωτερικό για μεταπτυχιακό, η πιθανότητα να μην ερωτευθεί έναν καθηγητή της ή έναν άλλο γιατρό ήταν μηδαμινή.  Η Ρούμπι ήταν όμορφη, καλλιεργημένη, μιλούσε ξένες γλώσσες και ήταν σίγουρη ότι ως γιατρός θα ήταν απλώς υπέροχη. Είχε όλη τη ζωή μπροστά της για να κάνει ό,τι ήθελε, εκείνη όμως πως θα ζούσε μακριά της; Πως θα κυλούσαν οι μέρες της μέσα σε τόσο πόνο; Κάνοντας παρέα με την Μαρία ή αρχίζοντας το χαζολόγημα με κυρίες της κοινωνικής της τάξης παίζοντας χαρτιά κάθε βράδυ;

Αν ο Γεράσιμος ήταν εδώ, θα δίπλωνε την εφημερίδα του και θα καθόταν να ακούσει την Ρούμπι δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την εξέλιξη της κόρης τους. Θα την συμβούλευε να κάνει αυτό που θα ήταν καλύτερο για το μέλλον της και θα την παρότρυνε να κυνηγήσει τη ζωή της χωρίς να φοβάται τίποτα.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα της και βημάτισε αργά μέσα στο δωμάτιο κρατώντας πάντα το μαντίλι του Γεράσιμου στο χέρι. Ήταν σαν να κρατάει τον ίδιο.

‘’Αρνούμαι να παίξεις το ρόλο του προστάτη μου Ρούμπι’’.
‘’Μαμά, δεν θέλω να σε αφήσω όμως, δεν νοιώθω καλά με αυτή την απόφαση και ο μπαμπάς …’’
‘’Ο πατέρας σου Ρούμπι αν μας ακούει αυτή τη στιγμή, ένα πράγμα θα ήθελε, να ανοίξεις τα φτερά σου και να πετάξεις όσο πιο μακριά μπορείς και μπορείς, αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ’’.
‘’Είσαι σίγουρη;’’
‘’Απολύτως’’.
‘’Θα μπορούσα ίσως να το καθυστερήσω, τι λες;’’
‘’Τώρα μπορεί να φαίνεται μια χαρά να αναβάλεις για λίγο τα όνειρά σου, αύριο όμως; Σε λίγους μήνες; Αν εν τω μεταξύ έχεις χάσει σοβαρές ευκαιρίες τότε δεν θα μπορέσεις να συγχωρέσεις για κανέναν λόγο τον εαυτό σου κι εγώ δεν θα σου επιτρέψω να κάνεις τέτοια λάθη παιδί μου’’.
‘’Το εννοείς αυτό μαμά;’’

Η Ελένη δεν ήταν πλέον σίγουρη για τίποτα. Η ζωή εξελισσόταν με τους δικούς της ρυθμούς και οι ανατροπές περίμεναν πάντα στη γωνία κρυμμένες πίσω από τη σκιά τους. Ποιος ήξερε τι θα γινόταν την επόμενη στιγμή, μπορεί και η ίδια να πέθαινε σήμερα το βράδυ στον ύπνο της, μπορεί να κατάφερνε να σταθεί στα πόδια της και να πάρει αποφάσεις που αυτή τη στιγμή δεν φανταζόταν. Μπορεί να έκανε πάλι λάθη ή να δημιουργούσε κάτι καινούργιο και όμορφο κι ας μην μπορούσε να σκεφτεί τίποτα αυτή τη στιγμή. Η ζωή είναι γεμάτη από θαύματα και ποιος ξέρει, μπορεί να καταφέρω να εκπλήξω ευχάριστα τον κόσμο και τον εαυτό μου επίσης. Τράβηξε από το χέρι την κόρη της και τις σκούπισε τρυφερά τα μάτια.

‘’Θέλω να σε δω ευτυχισμένη και δίνω και τη ζωή μου γι’ αυτό’’ είπε και πρόσθεσε ‘’τι θα έλεγες να ξεκινήσουμε κάνοντας μια μεγάλη έκπληξη στη Μαρία;’’
‘’Δηλαδή;’’
‘’Να πάμε κάτω και να της ζητήσουμε να μας ετοιμάσει να φάμε στην τραπεζαρία στο πορσελάνινο σερβίτσιο και να πιούμε λίγο κρασί και μέχρι να μας σερβίρει, να πάμε μια βόλτα στον κήπο. Τόσο καιρό δεν έχω δει τι κάνουν τα λουλούδια μου’’.
‘’Και στο σπιτάκι;’’ Ρώτησε με λαχτάρα η Ρούμπι.
‘’Και στο σπιτάκι’’ απάντησε η Ελένη ‘’αφού όμως πρώτα πλυθείς. Η δικιά μου κόρη δεν μπορεί να κυκλοφορεί σε αυτό το χάλι’’ είπε.

Ζάκυνθος, καλοκαίρι, διακοπές! Κάντε την κράτησή σας τώρα

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here