Η Έλλη Λαμπέτη ήταν η αδυναμία τόσο της Ελένης όσο και του Γεράσιμου. Η παράσταση Πέπσι έφτανε στο τέλος της και η αλήθεια ήταν, ότι ενώ απολάμβανε πάντα να κάθεται στις πρώτες θέσεις του θεάτρου, δίπλα στον Γεράσιμο, φορώντας μια από τις καινούργιες τουαλέτες της και να νοιώθει ως το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς, σήμερα για κάποιο λόγο που δεν ήταν σε θέση να καταλάβει, η νευρικότητα που ένιωθε την έκανε να τινάζει νευρικά τα πόδια της και το μυαλό της να ταξιδεύει στα τελευταία γεγονότα.

Όταν οι υποκλίσεις και τα χειροκροτήματα τελείωσαν και ο κόσμος είχε αρχίσει να βγαίνει προς την έξοδο, η Ελένη ήξερε ότι όποιος τη ρωτούσε για την υπόθεση του έργου δεν θα μπορούσε να απαντήσει σχεδόν τίποτα. Ούτε αν της άρεσε, αν και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι οι κριτικές που θα διάβαζαν την επόμενη ημέρα στις εφημερίδες θα ήταν διθυραμβικές. Σηκώθηκε από τη θέση της και κοίταξε τον άνδρα της.  Η καρδιά της σκίρτησε έτσι όπως τον είδε να κάθετε με τα λευκά του μαλλιά στη θέση του. Της φάνηκε ότι ο Γεράσιμος ξαφνικά είχε αρχίσει να δείχνει αρκετά μεγαλύτερος και περισσότερο χλωμός απ’ ότι συνήθως.

‘’Είσαι καλά;’’ τον ρώτησε παρατηρώντας τον καλύτερα.
‘’Μάλλον κάτι με έχει ενοχλήσει στο στομάχι’’ απάντησε προσπαθώντας να την καθησυχάσει. ‘’Μην κάνεις έτσι Ελένη, δεν ήρθε δα και το τέλος του κόσμου’’.
‘’Τι σε πείραξε;’’
‘’Υποθέτω το βραδινό μας φαγητό’’ συμπλήρωσε πιάνοντας το στομάχι του. ‘’Αισθάνομαι μια δυσπεψία’’.
‘’Και δεν είπες τίποτα;’’ τον μάλωσε τρυφερά.
‘’Τι περίμενες να πω;’’
‘’Θα ήταν καλύτερα να μην έρθουμε, ή έστω να έχουμε ήδη φύγει’’.
‘’Τέτοια προσβολή σε αυτή την ηθοποιό εγώ δεν κάνω. Θα ήταν τουλάχιστον ανάγωγο από μέρους μου’’.

Πριν την παράσταση είχαν δειπνήσει σε ένα από τα αγαπημένα τους εστιατόρια στο κέντρο της πόλης και μετά είχαν πάει με τα πόδια στο θέατρο. Ήταν μια συνήθεια που την ακολουθούσαν χρόνια τώρα, ειδικά όταν ο χρόνος άρχισε να μην είναι τόσο ευγενικός με τον Γεράσιμο. Πολλά και μικρά γεύματα, ήταν η συμβουλή του οικογενειακού γιατρούς τους και αρκετό περπάτημα. Σήμερα όμως ο Γεράσιμος είχε διαλέξει όχι το συνηθισμένο πιάτο με ψάρι και λαχανικά που έπαιρνε αλλά ένα ζουμερό μπιφτέκι. ‘’Το ζήλεψα’’ της είχε πει και η Ελένη δεν του είχε χαλάσει χατίρι. Τώρα, εκ των υστέρων βεβαίως, το είχε μετανιώσει. Ίσως για αυτό το λόγο ένιωθε αυτή την ανεξήγητη νευρικότητα σήμερα, το ένστικτό της μάλλον προσπαθούσε να την προειδοποιήσει.

‘’Θα σου πρότεινα να μην βγούμε μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο, δεν υπάρχει λόγος ούτε να στριμωχθούμε, ούτε να ταλαιπωρηθούμε, συμφωνείς;’’
‘’Έχεις δίκιο’’ απάντησε φανερά κακόκεφος.
‘’Συμβαίνει και κάτι άλλο καλέ μου;’’
‘’Είπα στην Ρούμπι να έρθει μαζί μας, ήμουν σίγουρος ότι θα της άρεσε η παράσταση αλλά πάλι δεν τα κατάφερε’’ είπε μελαγχολικά.
‘’Καταλαβαίνεις ότι ακόμα δεν μπορεί να ορίσει το πρόγραμμά της’’ απάντησε η Ελένη προσπαθώντας να κρύψει το ένοχο βλέμμα της από τον Γεράσιμο.
‘’Για πολύ καιρό δεν θα την έχουμε στην παρέα μας, μην γελιέσαι. Η κόρη μας διάλεξε ένα επάγγελμα που μόνο χρόνο για τον εαυτό της δεν θα έχει. Αναρωτιέμαι πολλές φορές αν θα προλάβει να παντρευτεί, να χαρεί τη μητρότητα, την οικογενειακή θαλπωρή και να δούμε κι εμείς ένα εγγονάκι. Θυμάσαι Ελένη την πρώτη ημέρα που πήγε σχολείο; Όλα τα παιδιά έκλαιγαν και δεν άφηναν τους γονείς τους να φύγουν, η Ρούμπι όμως είχε τεντώσει αποφασιστικά την πλάτη, είχε σφίξει τα χείλη και μας είχε πει, εγώ δεν είμαι σαν αυτά τα παιδιά, θα πάω στο σχολείο και θα γίνω η καλύτερη απ’ όλους. Άτιμο κορίτσι’’ είπε χαμογελώντας τρυφερά, ‘’ό,τι υποσχέθηκε το έκανε και με το παραπάνω. Παράπονο δεν έχω’’.
‘’Παράπονο δεν έχεις αλλά τα λουριά δεν της τα έσφιξες όταν έπρεπε’’.
‘’Ελένη, θα ήταν πολύ εγωιστικό από μέρους μας να προσπαθήσουμε να τη σταματήσουμε από το να κυνηγήσει τα όνειρά της. Ξέρεις ότι πάντα ήμουν υπέρμαχος …’’ είπε και το λόγο του τον διέκοψε μια γκριμάτσα πόνου.
‘’Θα πάω να σου φέρω λίγο νερό, ίσως νιώσεις λίγο καλύτερα’’ απάντησε η Ελένη και πριν προλάβει ο Γεράσιμος να απαντήσει του είπε ‘’σε αγαπώ’’ και τον χάιδεψε τρυφερά. Ο άντρας της χαμογέλασε ξαφνιασμένος. Η αλήθεια ήταν ότι τέτοιες αβρότητες είχαν καιρό να ανταλλάξουν και οπωσδήποτε όχι ανάμεσα σε τόσο κόσμο. Η Ελένη όμως ξαφνικά ένιωσε την καρδιά της να πλημμυρίζει από αγάπη για τον γλυκό αυτό άνδρα.

Τον φίλησε στο μάγουλο και του χτύπησε μαλακά το γόνατο.

‘’Μην κουνήσεις από τη θέση σου, έρχομαι σε λίγο, φτάνει να προλάβω το κυλικείο ανοιχτό και να καταφέρω να περάσω ανάμεσα από τα γνωστά πηγαδάκια’’ είπε και σηκώθηκε ‘’και μετά απ’ όλα αυτά, νομίζω ότι ένα ταξίδι στο εξωτερικό θα μας έκανε καλό. Φτάνει να συνέλθεις γρήγορα’’.
‘’Γιατί στο εξωτερικό;’’
‘’Ειλικρινά δεν έχει σημασία το μέρος, θέλω μόνο να περάσουμε λίγο περισσότερο χρόνο μαζί, μακριά από όλους και να αλλάξουμε παραστάσεις. Ναι, νομίζω ότι ειδικά το τελευταίο είναι αυτό που χρειαζόμαστε περισσότερο απ’ όλα. Να κυκλοφορούμε ως άγνωστοι ’’.

Διασχίζοντας την πλατεία του θεάτρου, το μυαλό της ήταν γεμάτο με σκέψεις και αγωνίες.

Τι απόφαση να είχε πάρει η κόρη τους, θα κρατούσε το παιδί τελικά ή όχι; Η ίδια δεν συμφωνούσε σε καμία περίπτωση η Ρούμπι να το ρίξει, όμως από την άλλη υπήρχε η κοινωνική κατακραυγή και η καρδιά του Γεράσιμου, πως θα άντεχε αυτόν τον εξευτελισμό; Η δικιά του κόρη ανύπαντρη μητέρα σαν να ήταν καμία τυχαία. Μόνο που σκεφτόταν αυτά που θα έπρεπε να του εξηγήσουν, της κοβόταν η ανάσα. Και δεν ήταν αυτό το χειρότερο. Η υγεία του όλο και επιδεινωνόταν κι ας μην ήθελε κανείς τους να το παραδεχθεί. Ο Γεράσιμος ήταν ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, φρόντιζε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να μην γίνει ποτέ κουραστικός. Στην ίδια αλλά και στην ‘’κόρη’’ τους είχε προσφέρει όλα όσα μια γυναίκα θα ονειρευόταν κι άλλα τόσα. Δεν του άξιζε τίποτα λιγότερο από την απόλυτη ευτυχία, ηρεμία, σεβασμό και φροντίδα. Όλα τα λάθη τα είχε κάνει η ίδια και ήταν ήδη υπόλογη στον μεγαλύτερο τιμωρό της, στον εαυτό της. Αναρωτιόταν από την ώρα που έμαθε για την εγκυμοσύνη, πως ήταν δυνατόν η Ρούμπι να ακολουθούσε σχεδόν κατά γράμμα τη δικιά της διαδρομή. Δεν είχαν καν το ίδιο αίμα, ούτε τις ίδιες ευκαιρίες στη ζωή τους. Πως επαναλαμβανόταν έτσι η ιστορία;  Να έφταιγε άραγε ο τρόπος που τη μεγάλωσαν και από πού κι που είχε αποφασίσει να γίνει γιατρός; Τόσα όμορφα γυναικεία επαγγέλματα υπήρχαν, τι στην ευχή γινόταν στο κεφάλι της;

Θυμήθηκε την ημέρα που η Ρούμπι, μια σταλιά παιδί στεκόταν μπροστά στο κρεβάτι του πατέρα της στην μονάδα εντατικής θεραπείας. Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα και δεν μπορούσε να χωρέσει μέσα στο μικρό της κεφάλι, αυτή την τεράστια και αποκρουστική εικόνα, που συνοδευόταν από τους ήχους των μηχανημάτων και τις μετέπειτα μνήμες των καλωδίων. Αργότερα τους εξομολογήθηκε ότι ήθελε να γίνει σαν αυτό τον γιατρό που είχε σώσει τον πατέρα της. Τότε δεν την είχε πιστέψει, λάθος της. Η Ελένη χαμογέλασε καθώς θυμόταν την Ρούμπι μικρή. Στο παιδικό της κεφάλι, διόρθωσε τον εαυτό της, όχι στο μικρό, γιατί από μυαλό τους είχε αποδείξει ότι είχε και της περίσσευε. Τουλάχιστον έτσι πίστευε μέχρι στιγμής και ευχόταν, όλα αυτά που η Ρούμπι είχε μάθει, να την βοηθούσαν στην πιο κρίσιμη απόφαση για τη ζωή της. Αν ήταν τουλάχιστον παντρεμένη, όλα θα ήταν διαφορετικά, ακόμα και για το ‘’ατόπημα’’ της λύση θα έβρισκαν.  Η Ελένη θα ήξερε πώς να την βοηθήσει και να της σταθεί. Μπροστά σε αυτή την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα, ακόμα και η ίδια έμενε σιωπηλή και το μόνο που ένιωθε ήταν ένα παγωμένο χέρι να της σφίγγει την καρδιά και το κεφάλι της να της το σφίγγει μια μέγγενη.

Αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, έπρεπε να παραδεχθεί όλη την αλήθεια. Τον Γεράσιμο δεν τον ερωτεύθηκε ποτέ και στην αρχή του γάμου τους, της ήταν ιδιαίτερο δύσκολο να πρέπει να μοιράζεται το ίδιο κρεβάτι μαζί του. Έπρεπε διαρκώς να προσποιείται και ήταν πολύ νέα για να το αντέξει. Το κρησφύγετο που είχε φτιάξει και χρησιμοποιούσε ως προσωπικό της γραφείο, τα βιβλία που διάβαζε και της κρατούσαν συντροφιά, η μητρότητα ακόμα και με τον τρόπο που ήρθε και η απεριόριστη αγάπη του Γεράσιμου για την Ρούμπι, την έκαναν να τον αγαπήσει και μέσα από τον άνδρα της κατάφερε να αγαπήσει και να χαρίσει την καρδιά της σε εκείνο το αθώο πλάσμα που ήρθε και φώτισε τη ζωή τους.  Ο άνδρας της, είχε γίνει όλα όσα έπρεπε να είναι από την αρχή. Φίλος, προστάτης και το άλλο μισό της καρδιάς της. Ήταν αυτός που την ευτυχία την έκανε κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Στις σκοτεινές πτυχές του μυαλού της, εκεί που ο Γεράσιμος δεν μπόρεσε να βρει το κλειδί για να ξεκλειδώσεις τις αμπαρωμένες πόρτες, τις κρατούσε κρυφές και τις μοιραζόταν με τους εφιάλτες που τις νύχτες της έκαναν παρέα και τις ερινύες που είχε σταματήσει εδώ και καιρό να φοβάται.

Ο κόσμος ακόμα καθόταν στο φουαγιέ και ο βηματισμός της γινόταν ολοένα και πιο αργός. Περίμεναν την μεγάλη πρωταγωνίστρια να βγει για να την δουν από κοντά, να την αγγίξουν, να ζητήσουν ένα αυτόγραφο και να της φωνάξουν όλοι μαζί ‘’μπράβο’’. Η Ελένη αυτή τη φορά δεν στάθηκε ανάμεσά τους, προχώρησε μέχρι το κυλικείο και η μόνη της έννοιά ήταν να το προλάβει ανοιχτό πριν κλείσει.

‘’Ένα ποτήρι νερό σας παρακαλώ, από τη βρύση όχι παγωμένο’’ ζήτησε ‘’και λίγες χαρτοπετσέτες, δεν αισθάνεται ο άνδρας μου καλά’’ είπε στον εκνευρισμένο μπάρμαν που περίμενε μια παραγγελία της προκοπής και όχι να παριστάνει τον υδροχόο.
‘’Μήπως θα έπρεπε να ειδοποιήσουμε …’’ προσπάθησε να τη ρωτήσει από ευγένεια.
‘’Όχι σας ευχαριστώ, νομίζω ότι τα καταφέρνω μια χαρά. Αν χρειαστώ κάτι θα σας …’’ και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της άκουσε κάποιον να τη φωνάζει με το μικρό της όνομα.

‘’Ελένη, Ελένη εσύ είσαι;’’

Λάθος έκανε, δεν ήταν δα και η μοναδική Ελένη στον κόσμο. Είχε ένα από τα πιο συνηθισμένα ονόματα. Ήταν σίγουρη ότι αυτή η φωνή δεν απευθυνόταν στην ίδια. Δεν γινόταν να συμβαίνει κάτι τέτοιο, όχι αυτή τη στιγμή, όχι τώρα. Για την ακρίβεια ποτέ πια. Πήρε το ποτήρι με το νερό, τις χαρτοπετσέτες, ευχαρίστησε τον μπάρμαν και γύρισε την πλάτη της στον κόσμο ανοίγοντας το βήμα της προσπαθώντας να αποφύγει το παρελθόν της αλλά και τις μνήμες που τις ξυπνούσε.

‘’Ελένη’’ ακούστηκε επιτακτικά αυτή τη φορά η φωνή κι ένα χέρι την τράβηξε από το μπράτσο. Ήταν αδύνατον να μην σταματήσει. ‘’Ελένη’’ είπε ο άνδρας με την ψηλή κορμοστασιά και τα έντονα μπλε μάτια.
‘’Τζόζεφ’’ είπε ψιθυρίζοντας το όνομά του κι έχοντας ένα τόνο έκπληξης στη φωνή της, σαν να ζητούσε επιβεβαίωση.  Ήξερε βέβαια ότι αυτός που έβλεπε μπροστά της ήταν ο ένας και μοναδικός της έρωτας, ο Τζόζεφ Πράις. Μόνο που αυτή τη φορά δεν κούτσαινε και δεν φορούσε γαλότσες. Ήταν  ντυμένος με ένα ακριβό κουστούμι, μεταξωτή γραβάτα και μανικετόκουμπα. Τα ρούχα αυτά θα τα διάλεγε μόνο ένας κύριος της κοινωνικής τάξης του Γεράσιμου και τα μαγαζιά για να κάνει τέτοιου είδους αγορές, συγκεκριμένα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά κι ευχόταν να μην έχει καταλάβει κανείς τίποτα. Ήταν περικυκλωμένοι από τόσο κόσμο και το τελευταίο που χρειαζόταν ήταν να δώσει λαβή για να την σχολιάζουν.
‘’Τι όμορφη που είσαι, δεν έχεις αλλάξει καθόλου, το ξέρεις;’’ της είπε και η Ελένη άρχισε να αναρωτιέται πως ήταν δυνατόν εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια να μην έχει μάθει τίποτα για τον Τζόζεφ και ξαφνικά να τον βλέπει μπροστά της και φανερά αλλαγμένο προς το καλύτερο. Είχε μεγαλώσει κι αυτός αλλά ήταν σίγουρα πιο γοητευτικός, ειδικά όπως οι λευκές τούφες των μαλλιών του ανακατευόταν με το ανοιχτό ξανθό και τα μάτια του φαινόταν πιο γαλανά απ’ ότι τα θυμόταν. Εκτός αν ήταν ο φωτισμός. Τι σκέψεις ήταν αυτές που έκανε; Όλα αυτά τα χρόνια, έχοντας χάσει κάθε ίχνος του, ήταν σίγουρη ότι είχε γυρίσει στη χώρα του αλλά να που έκανε λάθος. Όχι μόνο δεν είχε επιστρέψει στην Ουαλία αλλά είχε εξελιχθεί σε έναν κύριο πρώτης τάξης κι εκείνη η ξενική προφορά, που τότε της φαινόταν τόσο ερωτική,  τώρα είχε σχεδόν εξαφανιστεί και ίσα που ξεχώριζες ότι η ρίζα του δεν ήταν από δω. Μηχανικά του απάντησε με ένα ξερό ‘’ναι’’  και συνέχισε το διάλογο επικεντρώνοντας τη προσοχή της στο ποτήρι με το νερό ‘’σου άρεσε η παράσταση;’’ αλλά βρήκε την ερώτησή της περιττή και παιδιάστική.
‘’Ήταν υπέροχη μόνο που σκέφτομαι, ότι περισσότερο απ’ όλους θα την απολάμβανε η Αριάδνη αλλά …’’ είπε και η ματιά του σκοτείνιασε.
‘’Δεν την γνωρίζω την Αριάδνη, ποια είναι;’’
‘’Ήταν η γυναίκα μου’’.
‘’Έχεις χωρίσει;’’
‘’Όχι, έχει πεθάνει’’.

Η Ελένη δεν ήξερε με ποιο τρόπο να ζητήσει συγγνώμη. Η συζήτηση της φάνηκε υπερβολικά άβολη και η ίδια ήθελε να το βάλει στα πόδια. Δεν είχε καμία δουλειά να χάνει το χρόνο της με τον Τζόζεφ Πράις όταν ο Γεράσιμος δεν ένιωθε καλά και την περίμενε υπομονετικά στη θέση του.

‘’Ο Γεράσιμος τι κάνει;’’
‘’Δεν θέλω να φανώ αγενής αλλά πρέπει να πάω κοντά του, δεν αισθάνεται ιδιαίτερα καλά’’.
‘’Θα πας, μόνο αφιέρωσέ μου δυο λεπτά, έχουμε τόσα χρόνια να βρεθούμε’’.
‘’Τζόζεφ σε παρακαλώ …’’.
‘’Έλα Ελένη, πες μου σε παρακαλώ δεν μπορείς να μου αφιερώσεις δυο λεπτά μετά από τόσα χρόνια; Τι φοβάσαι;’’
‘’Εντάξει, δυο λεπτά και μετά θα μου επιτρέψεις’’ απάντησε με κομμένη την ανάσα και σαν σαϊτιά της διαπέρασε το νου η σκέψη μήπως την καθυστερούσε γιατί ήξερε για την κόρη τους. ‘’Με συγχωρείς δεν ήθελα να φανώ αγενής, έχεις δίκιο. Πες μου τα νέα σου, η αλήθεια είναι ότι σκεφτόμουν το πόσο δεν έχεις κι εσύ αλλάξει αλλά ξέρεις περίμενα ότι θα έχεις γυρίσει στην Ουαλία’’.
‘’Ωραία λοιπόν, να σε κεράσω ένα ποτό;’’
‘’Ειλικρινά δεν μπορώ να πιώ. Τα νέα σου πες μου, πως τα πηγαίνεις, με τι ασχολείσαι;’’
‘’Αλήθεια τώρα δεν έχεις ιδέα;’’

Η Ελένη τον κοίταξε κάνοντας ένα βήμα προς τα πίσω.

‘’Θα έπρεπε να γνωρίζω;’’
‘’Ναι, ειδικά όταν με έχει βοηθήσει ο άνδρας σου;’’
‘’Ορίστε;’’ είπε ανοίγοντας διάπλατα τα βιολετιά της μάτια. Το ποτήρι με το νερό ταρακουνήθηκε στο χέρι της κι έχυσε το μισό πάνω στο μπαρ.
‘’Ώστε τελικά λες την αλήθεια;’’
‘’Ποια αλήθεια, τι μου λες;’’
‘’Κοίτα είναι μεγάλη ιστορία. Η επενδυτική εταιρία του Γεράσιμου μου έδωσε ένα μεγάλο δάνειο και μαζί με δυο άλλους μετόχους δημιουργήσαμε την μεσιτική εταιρία μεγάλων μόνο ακινήτων …’’
‘’Εσύ έχεις την εταιρία Οἶκος;’’ τον ρώτησε μην μπορώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε.
‘’Ξέρεις την εταιρία; αυτό το βρίσκω ενδιαφέρον’’.
‘’Μου είχε μιλήσει γι’ αυτή την επένδυση ο Γεράσιμος’’.
‘’Το πρώτο πράγμα που έμαθα είναι ότι όσο μεγαλύτερη είναι η εταιρία σου, τόσο περισσότερα χρωστάει. Σε αυτό θα συμφωνούσε και ο άνδρας σου’’.
‘’Αλήθεια λες, είναι το πιο συνηθισμένο παράπονο του Γεράσιμου’’.
‘’Ξέρεις Ελένη’’ ξεκίνησε να λέει κι έκανε μια παύση μερικών δευτερολέπτων, ‘’ο Γεράσιμος είναι ένας αξιόλογος και έξυπνος άνδρας και στα επαγγελματικά αλλά και στα ζητήματα καρδιάς’’.
‘’Ναι’’ απάντησε η Ελένη προσπαθώντας να αποφύγει κάθε συζήτηση που είχε σχέση με το παρελθόν. ‘’Κοίτα, πρέπει να γυρίσω …’’ ξεκίνησε να λέει μα ο Τζόζεφ δεν την άκουγε.
‘’Αν τότε δεν με πέταγε έξω από το σπίτι σας, ίσως ακόμα να ήμουν ένας περιφερόμενος κηπουρός. Χωρίς να το καταλάβει, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της ζωής μου, μου έκανε το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε. Με ανάγκασε με το ζόρι, να κυνηγήσω την τύχη μου και να δημιουργήσω όνειρα που δεν είχα’’ είπε και παρατήρησε το βλέμμα της Ελένης που βιαζόταν να φύγει. ‘’Σε έχω κρατήσει περισσότερο από δύο λεπτά και δεν είναι σωστό, ωστόσο χάρηκα τόσο που σε είδα, που παρασύρθηκα’’. Έκανε νόημα στο μπάρμαν και πλήρωσε τον λογαριασμό του.

Η Ελένη χαμογέλασε ανακουφισμένη και του έδωσε το χέρι της σε μια θερμή χειραψία. Ο Τζόζεφ το κράτησε λίγο παραπάνω κλείνοντάς το ανάμεσα στις παλάμες του και χαρίζοντας της εκείνο το γοητευτικό χαμόγελο που της ήταν αδύνατον να μην θυμάται. Με μια κίνηση του κεφαλιού της, τράβηξε το χέρι της κι έκανε να φύγει. Μόλις είχε γυρίσει την πλάτη της όταν άκουσε την φωνή του Τζόζεφ να της λέει ‘’περίμενε’’ και η Ελένη κοκάλωσε. ‘’Μια ερώτηση θέλω να σου κάνω, τι κάνει η κόρη σου, δεν μου μίλησες καθόλου γι’ αυτήν’’.

Τα μηνίγγια της γυναίκας σφυροκοπούσαν από το φόβο να μην αποκαλυφθεί η αλήθεια.

‘’Η Ρούμπι είναι μια χαρά Τζόζεφ, ζει πια τη δικιά της ζωή, εσύ έχεις παιδιά;’’
‘’Δυστυχώς όχι, προσπαθήσαμε πολλές φορές με την Αριάδνη αλλά δεν τα καταφέραμε. Φαίνεται πως δεν ήταν το τυχερό μας και είχε ταλαιπωρηθεί τόσο πολύ με τις απανωτές αποβολές που σταματήσαμε’’.
‘’Λυπάμαι Τζόζεφ, δυστυχώς συμβαίνει καμιά φορά αλλά σε παρακαλώ πρέπει να φύγω, ο Γεράσιμος …’’.
‘’Ελένη ξέρω’’.
‘’Τι ξέρεις;’’
‘’Το υποψιαζόμουν από τη στιγμή που το έμαθα’’.
‘’Δεν έχω καταλάβει τι προσπαθείς να μου πεις’’.
‘’Είχα μάθει ότι είχες φέρει στον κόσμο ένα κοριτσάκι εννέα μήνες μετά που έφυγα, μετά από νύχτα με την πανσέληνο’’.
‘’Τα έχεις χαμένα τελείως. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να καθίσω να ακούσω τους παραλογισμούς σου. Επιτέλους σταμάτα, κάθομαι τόση ώρα μαζί σου από ευγένεια, πρέπει να γυρίσω στον Γεράσιμο, δεν είναι καθόλου καλά σήμερα και δεν υπάρχει λόγος να τον ανησυχήσω παραπάνω. Μην το τραβάς Τζόζεφ’’.
‘’Κατάλαβέ με’’ της είπε τραβώντας την από το χέρι ‘’αν μέχρι σήμερα δεν έκανα καμία κίνηση ήταν από σεβασμό στον Γεράσιμο αρχικά και στη συνέχεια για να μην πληγώσω την Αριάδνη’’.
‘’Δεν έχω να σου πω τίποτα Τζόζεφ’’ απάντησε θυμωμένη και τράβηξε το χέρι της με δύναμη χύνοντας για δεύτερη φορά το ποτήρι με το νερό. ‘’Σας παρακαλώ’’ είπε στον μπάρμαν ‘’δώστε μου ένα άλλο’’ και αναστατωμένη όπως ήταν, στράφηκε στον Τζόζεφ. ‘’Μην τολμήσεις να με ενοχλήσεις άλλη φορά στη ζωή μου κι αυτές τις κουταμάρες να τις πεις αλλού, όχι σε εμένα’’.
‘’Δεν θέλω να σου κάνω κακό Ελένη, το μόνο που ζητάω είναι να μου πεις την αλήθεια. Δεν πρόκειται να πειράξω ούτε εσένα, ούτε τον Γεράσιμο και πολύ περισσότερο την Ρούμπι. Πες μου μόνο αν έχω δίκιο, θέλω να ξέρω, τόσα χρόνια βασανίζομαι καθημερινά. Είναι δικό μου το παιδί Ελένη;’’

Η Ελένη όμως του είχε γυρίσει την πλάτη και προχωρούσε με γρήγορο βήμα για να συναντήσει τον Γεράσιμο. ‘’Είσαι τρελός’’ φώναξε και μόλις έστριψε τη γωνία και ο Τζόζεφ δεν την έβλεπε, σταμάτησε να περπατάει μέχρι η αναπνοή της να βρει τον κανονικό της ρυθμό.

Αν συναντούσε την Ρούμπι θα καταλάβαινε ότι δεν ήταν δικό του παιδί, σκέφτηκε και ένιωσε το χρώμα να επιστρέφει στα μαγουλά της. Το μυαλό της όμως γέμισε από την εικόνα της Μάγδας. Τη ζωή της θα έδινε για να την κρατήσει μια φορά αγκαλιά και μετά ας πέθαινε. Έτσι κι αλλιώς μόνο προβλήματα δημιουργούσε και ανθρώπους δυστυχισμένους. Τουλάχιστον ας έδινε ένα ποτήρι στον Γεράσιμο.

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here