«Με χώρισε»
«Μα τώρα σας άφησα μια χαρά ή κάτι δεν κατάλαβα;»
«Με χώρισε, τώρα ξαφνικά, από το τηλέφωνο» είπε και το κλάμα σκέπασε τις λέξεις .

Ήταν όλα μια χαρά, στο ορκίζομαι, ήταν όλα μια χαρά. Περνούσαμε υπέροχα. Ακόμα και τις φοβίες που είχε στην αρχή τις είχε ξεπεράσει. Τα κάναμε όλα μαζί, μαγειρεύαμε παρέα, παίζαμε, γελάγαμε μέχρι πριν λίγο, μέχρι πριν φύγω από το σπίτι. Στην διαδρομή του τηλεφώνησα για να δω πως είναι από το κρύωμα και με χώρισε…

Μουγκάθηκα. Ένα καταλαβαίνω είπα και κατάπια μέχρι και το σάλιο μου. «Το ξέρω ότι με καταλαβαίνεις γι’ αυτό μιλάω σε εσένα», ούρλιαξε από την άκρη της γραμμής.

Αναλογίστηκα τις νύχτες με τους χαμένους έρωτες. Ανεκπλήρωτους πες, λάθος επιλογές πες, αρρωστημένα μυαλά πες, ανοχές δικές μου ή δικές σου πες, ανασφάλειες, εγωισμοί … Πες ότι θες. Εξ’ άλλου ότι και να πεις θα έχεις δίκιο. Ότι και να πεις άδικο θα έχεις. Ότι και να πεις, το νόμισμα θα έχει πάντα δύο όψεις, τη δικιά σου και τη δικιά του. Ότι και να πεις, θα υπάρχουν πάντα όλα αυτά που κατάλαβες και όλα αυτά που δεν κατάλαβες. Την αλήθεια και το ψέμα, που ντύθηκε αλλιώς και έμοιαζε με αλήθεια. Το φως και το σκοτάδι.

Γιατί; Πόσα αναπάντητα γιατί χώρεσαν μέσα στη ψυχή σου; Πόσες λίμνες από χοντρά δάκρυα σαν χάντρες άφησες να πέσουν λες και ήταν οι κηλίδες από το αίμα της ψυχής σου; Πόσα μπουκάλια με αλκοόλ άδειασες; Ένοιωσες το μυαλό σου να συνθλίβεται; Για ποιόν; Να γυρίζει η θύμηση σαν πολύχρωμο καλειδοσκόπιο. Να κολλάει ο νους στις ομορφότερες στιγμές και δώστου τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι. Ένα ποτάμι αγάπης που γυρνάει και σε πνίγει. Μνήμες χαράς, χρώματα φωτεινά σαν καλοκαιρινά πρωϊνά, μουσικές και στοίχοι που κάποτε σε έκαναν να χαμογελάς, σήμερα είναι η προσωπική σου κόλαση. Η αγάπη που γίνεται θυμός, η αγκαλιά που γίνεται εγκατάλειψη, η μυρωδιά που γίνεται μίσος. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αλήθεια. Με ένα νεύμα θα γυρίσεις πίσω. Θα πεις ότι ήταν ένα άσχημο όνειρο, ένας κακός εφιάλτης, μια λάθος στιγμή και θα πασχίσεις να γυρίσει τον χρόνο από την αρχή. Να τον πιάσεις πριν από εκείνη τη γαμημένη στιγμή. Πριν από … και δεν το πετυχαίνεις που να πάρει ο διάολος και ξεσπάς σε εκείνον τον στρουμπουλό λούτρινο αρκούδο, που όταν στον έφερε η στιγμή φάνταζε σαν εφηβικό «θα σε αγαπώ για πάντα.» Βάλε όση σάλτσα θέλεις. Ο αρκούδος θα την πληρώσει, με μια μπουνία στα μούτρα γιατί δεν μπορείς να την ρίξεις στον πραγματικό αποδέκτη. Έκανε παφ και εξαφανίστηκε. Μπουχός.

Ποιόν αγαπάει αυτή η καρδιά δεν έχω καταλάβει. Αυτός ο μηχανισμός πως λειτουργεί τελικά; Θα ήθελα κάποιος να μου εξηγήσει γιατί εγώ δεν καταλαβαίνω.

Είναι δυνατόν να συνεχίζεις να αγαπάς κάποιον που δεν σε αγαπάει; Λυπάμαι που το λέω, νοιώθω όμως μία έλλειψη σοβαρότητας απέναντι στον εαυτό μας. Δηλαδή θέλουμε κάποιον που μας φτύνει; Που μας κάνει να υποφέρουμε; Που δεν μας θέλει πια και που στην τελική πώς να το κάνουμε, είναι δικαίωμά του. Επιμένουμε χωρίς καμία αξιοπρέπεια να βασανίζουμε τον εαυτό μας. Μια ανελέητη τιμωρία ψυχής από εμάς για εμάς! Αυτοεκτίμηση μηδέν. Αυτοσεβασμός ανύπαρκτος. Ψάχνουμε, μετά θάνατον της σχέσης, να βρούμε που θα ρίξουμε το ανάθεμα. Ποιος φταίει, λες και αν το βρούμε θα αλλάξει τίποτα. Τι σημασία έχει ποιος φταίει; Και οι δύο φταίμε. Αυτός που έκανε το «λάθος» και αυτός που δεν μίλησε. Γιατί αγαπήτσα πώς να το κάνουμε και η σιωπή βλέπεις την τιμωρία της την έχει! Θα πληρώσεις το τίμημα. Πήγες να κρυφτείς από την αλήθεια αλλά δεν σε άφησε ο καθρέφτης. Στην έφερε και κλαίγε τώρα όσο θες.

Ψέματα. Ατελείωτα καντάρια με ψέματα. Αλήθεια ποιος σου είπε τα περισσότερα; Ο αιώνιος άλλος ή εσύ ο ίδιος; Εδώ σε θέλω. Τα ψέματα τα είπες εσύ ο ίδιος στον εαυτό σου. Δεν σου αρέσει ε; Μήπως θυμάσαι εκείνη την απόσταση που ένοιωσες και είπες «μπα λάθος θα κάνω;», την διαρκή κούραση που υπήρχε στις στιγμές σας, την ανάγκη για την παρουσία φίλων που όλο και μεγάλωνε, την επιθυμία για την ύπαρξη προσωπικού χώρου και χρόνου που άρχισε να γίνεται επιτακτική και τις ατελείωτες ώρες εργασιοθεραπείας; Τα πόδια σου που βάραιναν κάθε φορά που έβαζες το κλειδί στην πόρτα; Την ψυχή σου που ήταν γεμάτη από ανασφάλεια; Κάτι σου θυμίζουν όλα αυτά έτσι δεν είναι; Κάτι, απλώς δεν θέλεις να παραδεχθείς την αλήθεια … ακόμα. Ξέρεις κάτι, οι όμορφες σχέσεις δεν τσαλακώνονται μέσα στις ανασφάλειες κι αν ακόμα νοιώσεις έτσι έχεις το τσαγανό να το μοιραστείς. Να ξεδιαλύνεις τις μικρές ομίχλες πριν η ορατότητά σου φτάσει στο μηδέν. Οι όμορφες σχέσεις δεν είναι «δεμένοι γάιδαροι» στη γωνία που ετοιμάζονται να το σκάσουν μόλις λασκάρει το σκοινί. Κανείς δεν σε πρόδωσε. Εσύ προσπάθησες να κρυφτείς από την αλήθεια. Εσύ άφησες τα γεγονότα να σε προσπεράσουν.

Τεμπέλιασες και έβαλες τη ζωή σου στον αυτόματο πιλότο και τώρα εσύ ο ίδιος γίνεσαι ο κριτής του εαυτού σου. Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να απουσιάζεις από τη ζωή σου; Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να απουσιάζεις από τη σχέση σου; Ρε συ και στο σχολείο, τις ημέρες της κοπάνας τις κάναμε με μέτρο για να μην μείνουμε στην ίδια τάξη και θυμάσαι; έπρεπε να βρούμε μία ρημαδοδικαιολογία. Εσύ ποια δικαιολογία έχεις;

Ναι ξέρω. Την αγάπη. Όλα για την αγάπη. Λάθος. Όλα τα πίσω βήματα τα έκανες γιατί δεν άντεχες να αντιμετωπίσεις τη προσωπική σου μοναξιά και τις φοβίες σου. Τίποτα δεν θα πετύχεις αν δεν φτιάξεις τα μέσα σου. Αν δεν τα βρεις με τον εαυτό σου. Ρε συ τι δεν κατάλαβες; Η μεγαλύτερη σχέση που θα έχεις στη ζωή σου θα είναι με τον εαυτό σου. Βρες τα πρώτα μαζί του και μετά τα λέμε. Δεν είναι ο απέναντί σου συνεργείο ψυχών για να σε αντέχει για πάντα, πώς να το κάνουμε;

This is the end αγάπη μου, σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει και τα χαρτομάντιλα τα έχω στο κομοδίνο.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here