Η Ανδριάνα οδηγούσε και η ψυχή της είχε γεμίσει ήδη από χρώματα κι αρώματα. Η διαδρομή μέσα από την Πελοπόννησο την άνοιξη, ήταν σαν ζωγραφικός πίνακας!

Τα χρόνια που είχε περάσει στο νησί, της έφερναν στο νου μόνο στιγμές χαράς. Η αλήθεια ήταν, ότι μετά τον θάνατο της μητέρας της, δεν μπόρεσε να γυρίσει πίσω, παρά μόνο για να μαζέψει τα προσωπικά της αντικείμενα κι εκείνα που η μητέρα της αγαπούσε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ήταν λες και η κυρία Αγγελική όταν ‘’έφυγε’’ είχε πάρει μαζί της, κάθε τι που αγαπούσε. Δεν είχε δίκιο. Εκεί, ανάμεσα στο γαλάζιο της θάλασσας και στην καταπράσινη εύφορη γη, την περίμενε άλλη μια οικογένεια. Οι δικοί της άνθρωποι, αυτοί που την αγκάλιασαν από την πρώτη ανάσα της και δεν την άφησαν από την αγκαλιά τους ποτέ, ούτε την πρόδωσαν. Ήταν οι άλλοι άνθρωποι της οικογένεια της, από την πλευρά που η θάλασσα τους έβρεχε ευγενικά και με αγάπη, από τη ρίζα της μάνας της.

Κατέβασε γρήγορα ταχύτητα και προσπέρασε ένα φορτηγό αυτοκίνητο όπως της είχε μάθει ο πατέρας της. Πόσο της έλλειπαν οι γονείς της, πόσο της είχε λείψει η ξεγνοιασιά από τη ζωή της. Αναρωτήθηκε περνώντας ανάμεσα από τα φορτωμένα δέντρα με τα ανοιξιάτικα χρώματα πότε ήταν η τελευταία φορά που ένοιωσε τόσο ανάλαφρη την ψυχή της και δαγκώθηκε. Το μέτρημα των χρόνων στην αριθμητική της ζωής μεγάλο και είχε ξεχάσει  …

Έφτανε στο ύψος της Πάτρας όταν ένιωσε ότι η απομάκρυνση από τα προβλήματα της καθημερινότητάς, μόνο καλό της έκανε.  Ο Σπύρος, η Στέλλα, η κόρη τους, ο Νικόλας και όλοι οι υπόλοιποι είχαν καταφέρει να είναι το γκρι σύννεφο στο κεφάλι της. Ανάπνευσε βαθειά, μια, δυο, τρεις φορές κι άφησε το μυαλό της να τρέξει όσο μακριά εκείνο ήθελε και να ακολουθήσει την δικιά του διαδρομή.

Αγαπούσε την Ρόζα έτσι ακριβώς όπως ήταν. Ο Σπύρος αλλά και ο Γρηγόρης, στις κουβέντες που είχαν αναφερόταν συχνά-πυκνά στα ‘’μικρά’’ τους παράπονα. Χαμογέλασε και πατώντας ελαφρά το γκάζι, αναρωτήθηκε πως είναι δυνατόν να μεγαλώνουμε και να μην αφήνουμε στην άκρη το παρελθόν μαζί με τα βαρίδια του. Γονείς οι ίδιοι, μα από τον ρόλο του ‘’παιδιού’’ κανείς δεν ξέφευγε τελικά. Η Ανδριάνα τώρα πια πίστευε ότι όλα αυτά ήταν χαμένος χρόνος και ανούσιες δικαιολογίες οι οποίες το μόνο που έκαναν, ήταν να μας καθυστερούν από το να ζήσουμε. ‘’Το παρόν’’ μουρμούρισε και κοίταξε με την άκρη του ματιού της έξω από το παράθυρο την βλάστηση. Το ερωτικό κάλεσμα της φύσης την άνοιξη δεν ήταν για να το αγνοείς. Διατυμπάνιζε ότι η ζωή ήταν ένας ατελείωτος καμβάς χρωμάτων και συναισθημάτων.

‘’Για ποιόν κάνεις αυτό το ταξίδι;’’ τη ρώτησε η φωνή μέσα της. Η δικαιολογία που είχε βρει και μοίραζε δεξιά κι αριστερά, για να βρει τάχα μου το σωστό ξενοδοχείο πάνω στην παραλία για να κάνουν την παρουσίαση της σειράς των καλλυντικών της εταιρίας, δεν έστεκε. Όσο κι αν αγαπούσε το νησί της, όσο κι αν ήθελε να γυρίσει εκεί, ήξερε ότι κατά βάθος ήταν πάντα ‘’παιδί της πόλης’’ και το ταξίδι μακρινό για να φιλοξενήσουν όλους τους υψηλούς καλεσμένους της Ρόζας. Τα έξοδα δε, θα ήταν τόσα που για την ώρα δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν. Τότε, ποιος ήταν ο πραγματικός προορισμός της;

Η Ανδριάνα είχε αφήσει πίσω της έναν ανοιχτό κύκλο και είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να τακτοποιήσει τα μέσα αλλά και τα έξω της.

 

Με την αδελφή της την Ναταλία είχαν έξι χρόνια διαφορά. Η Ανδριάνα ήταν η μικρότερη. Τώρα που έκανε αναδρομή στο δικό της παρελθόν, η εικόνα της αδελφής της ήταν θολή. Έφταιγε ίσως το γεγονός ότι δεν μπόρεσαν ποτέ τους να κάνουν πραγματική παρέα. Για τα παιδιά, η μεγάλη διαφορά της ηλικίας ήταν πάντα σημαντική.

Αυτό που η Ανδριάνα δεν είχε καταλάβει και της το εξήγησε με λόγια απλά η Βέρα, ήταν ότι η Ναταλία, την ζήλευε από την ημέρα που γεννήθηκε κι αυτό ήταν κάτι που ποτέ δεν ξεπέρασε και κανείς δεν μπόρεσε να το γιατρέψει.

«Μην νομίσεις ότι οι γονείς, τότε, ήξεραν αυτά που γνωρίζουν σήμερα» της είχε πει. «Η αδελφή σου, μέχρι που έκανες την εμφάνισή σου, ήταν το κέντρο του κόσμου για δυο ολόκληρες οικογένειες. Της δικιάς σου αλλά και της Ρόζας».
«Και τι σημασία έχει;» είχε ρωτήσει χωρίς να μπορεί να καταλάβει.
«Της πήρες τα πρωτεία. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν η μονάκριβη και η παραχαϊδεμένη από όλους τους κι όταν γεννήθηκες εσύ, η Ναταλία έπρεπε να κάνει όλα όσα ένα παιδί δεν ήθελε. Ήταν ήδη έξι ετών κι εσύ, γεννήθηκες μέσα στο κατακαλόκαιρο για να της χαλάσεις τις διακοπές που έκανε κάθε καλοκαίρι με τον παππού και την γιαγιά σας και σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις ήρθε το φθινόπωρο, την έστειλαν στο σχολείο. Βρέθηκε ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους κι όλα αυτά που μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν δικά της, τώρα τα άρπαζες εσύ μέσα από τα χέρια της κι εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα εκτός από το να σε ζηλεύει».

Η Ανδριάνα άκουγε την Βέρα να την εξηγεί και προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν με τα καλά της.

«Μην με κοιτάζεις έτσι, είναι συχνό αυτό το φαινόμενο στα παιδιά, ειδικά όταν έχουν διαφορά ηλικίας».
«Μόνο που έχουμε πάψει να είμαστε παιδιά εδώ και χιλιάδες χρόνια».
«Αυτό δεν έχει σημασία, πίστεψέ με».
«Και είναι δικαιολογία αυτή για να φέρετε στη μητέρα μας αλλά και σε εμένα με αυτό τον τρόπο;»
«Εσένα εκδικείται, όχι την κυρία Αγγελική, ξέρει ότι είναι προστατευμένη κι έτσι, σε απλή γλώσσα, μπορεί να σου αλλάξει τα φώτα με την ησυχία της, χωρίς να μπορείς να ενοχλήσεις τη συνείδησή της».
«Βοήθεια χρειαζόμουν Βέρα, δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Η δουλειά, ο πατέρας μας πρώτα και η μητέρα μας στη συνέχεια κι όλα αυτά χωρίς καμία συμπαράσταση; Ξέρεις πόσο μικρή ήμουν όταν ξεκίνησα τα ξενύχτια στα νοσοκομεία; Τα δεκαπέντε δεν τα είχα κλείσει και η Ναταλία ήταν πάντα απασχολημένη με κάτι άλλο, ποτέ δίπλα στην οικογένεια κι όλοι της το συγχωρούσαν».
«Την ευθύνη γι’ αυτό την είχαν αποκλειστικά και μόνο οι γονείς σας  κι εδώ που τα λέμε, η μητέρα σας στο τρόπο διαπαιδαγώγησης της Ναταλίας καλά δεν τα έκανε αλλά δεν άκουγε και τη συμβουλή κανενός. Ίσως έβλεπε τις αδυναμίες της και δεν ήθελε ή δεν είχε τον τρόπο να επέμβει».
«Για αρκετά χρόνια είχα εγκαταλείψει τη ζωή στο κέντρο. Σπίτι έψαχνα και σπίτι δεν έβρισκα. Ήταν η Ναταλία που μου είχε δείξει ένα σπίτι δίπλα στο δικό της. Ήταν τόσο όμορφο κι ακριβώς όπως το ήθελα, που όταν μπήκα μέσα την πρώτη φορά, ένοιωθα ότι εκεί κατοικούσε μόνιμα η ‘’χαρά’’ και δεν έβαλα με το μυαλό μου αυτά που θα ακολουθούσαν…».

Το μυαλό της Ανδριάνας πέταξε μακριά από τη συζήτηση που είχε με την Βέρα και άρχισε να ζει από την αρχή τη σχέση της με την Ναταλία και η επικεφαλίδα που έβαλε ήταν ‘’η μεγάλη απούσα’’.

Πήρε τη στροφή για το λιμάνι και η μόνη της σκέψη τώρα ήταν να ειδοποιήσει τον Μανώλη μόλις θα έμπαινε στο πλοίο.

«Έχω βρει μια θέση στο κατάστρωμα και μπροστά μου απλώνεται η θάλασσα και ο ήλιος».
«Μπράβο, να έχεις καλό ταξίδι» απάντησε μουτρωμένος.
«Τι έχεις αγάπη μου;»
«Πνίγομαι στη δουλειά».
«Την αλήθεια …».
«Αυτό το ταξίδι υποτίθεται ότι θα το κάναμε μαζί Ανδριάνα».
«Ήταν απρόοπτο όμως».
«Ξέρεις ότι δεν είναι έτσι, η αλήθεια είναι ότι ήθελες να πας μόνη σου και δεν καταλαβαίνω γιατί συνεχίζεις να λες τα ίδια και τα ίδια».
«Γιατί αυτό τον κύκλο θέλω να τον κλείσω μόνη μου» απάντησε η Ανδριάνα.
«Δεν καταλαβαίνω …».
«Αυτό είναι το θέμα, ότι κανείς δεν θα μπορέσει να καταλάβει».
«Δεν με τιμά αυτό που λες, το ξέρεις έτσι δεν είναι;»
«Μανώλη, δεν έχουν να κάνουν όλα με εσένα ή με εμένα. Χρειάζομαι χρόνο με τον εαυτό μου για να κλείσω τους ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν μου. Να γιατρευτώ …».
«Κι εγώ θα είμαι μακριά; Τι σχέση είναι αυτή;»
«Υπάρχουν κάποια πράγματα που οφείλουμε να τα κάνουμε μόνοι μας. Αυτό που θέλω από εσένα είναι να μου κρατάς ζεστή την αγκαλιά σου, μόλις γυρίσω θα έχει ανάγκη η ψυχή μου να ξαποστάσει» του απάντησε και συνέχισε «σε αγαπάω πολύ» είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο στρέφοντας το κεφάλι της προς τον ήλιο.

Είχαν περάσει μόνο έξι μήνες όταν ο πατέρας είχε αρρωστήσει για τα καλά. Πόσο θα ζούσε ακόμα κανείς δεν ήξερε να της πει, αυτό που η Ανδριάνα ήθελε ήταν να μην ταλαιπωρηθεί. Τον έβλεπε να μαραζώνει μέρα με τη μέρα και η καρδιά της από τον πόνο ήταν σαν να έχει γεμίσει από καρφίτσες. Άνοια, ίδρυμα και μετά το τέλος και μόνη της έννοια η μητέρα της. Να μην πονέσει, να της κάνει τις ημέρες πιο όμορφες, να την γεμίσει χαρά. Η κυρία Αγγελική όμως δεν άντεξε και με βήμα αργό αλλά σταθερό ακολούθησα τα χνάρια του άντρα της. Ξάπλωσε σε ένα κρεβάτι και δεν ξανασηκώθηκε όσο κι αν φώναζε η Ανδριάνα, όσο κι αν την παρακαλούσε. Η μητέρα της είχε πάρει το δρόμο της και η Ναταλία ήταν σε όλη τη διαδρομή απούσα ή σχεδόν απούσα.

Τα οικονομικά στένευαν, ζήτησε βοήθεια για πρώτη φορά στη ζωή της από την ίδια της την αδελφή και δεν την πήρε. Την παρακαλούσε να ελέγχει αν η μητέρα τους έτρωγε το φαγητό της, να την έκανε λίγη παρέα, να της έδινε τα φάρμακα και η Ναταλία της έβγαζε την ψυχή. Ναι της έλεγε αλλά οι φορές που το έκανε ήταν μετρημένες στα δάχτυλα και ας τις χώριζε μόνο μια αυλόπορτα. Όταν απαίτησε να πάρουν γυναίκα για να φροντίζει τη μητέρα τους, η Ναταλία έπεσε να την φάει ζωντανή, λες και θα πλήρωνε εκείνη το λογαριασμό. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που η Ανδριάνα είχε ακούσει τέτοιες λέξεις να βγαίνουν από το στόμα της αδελφής της και το μόνο που μπόρεσε να πει μουδιασμένη ήταν ‘’ντρέπομαι που είσαι αδελφή μου’’. Συναντήθηκαν ξανά την ημέρα που ξεψυχούσε στο ίδρυμα πια η μητέρα τους, με την Ναταλία να φωνάζει, ‘’τι με φώναξες κοιμάται δεν το βλέπεις;’’

Μετά την τελετή είχε ακολουθήσει το καθιερωμένο γεύμα και ήταν η ημέρα εκείνη που η Ανδριάνα έπαψε να μιλάει με την Ναταλία. Είχαν καθίσει όλοι στις θέσεις τους στο μεγάλο τραπέζι της αδελφής της όταν σήκωσε τα μάτια και συνειδητοποίησε ότι δεν είχε καμία θέση εκεί. Η Ρόζα όταν την είδε να φεύγει από τη θέση της απότομα, προσπάθησε να τη σταματήσει αλλά δεν τα κατάφερε, ούτε αργότερα, όταν θέλησε να φέρει τις δυο αδελφές κοντά κι έτσι, η ιστορία φαινομενικά είχε τελειώσει εκεί, χωρίς παραπάνω περιττές δικαιολογίες που η Ανδριάνα δεν έβρισκε λόγο ούτε να ακούσει μα ούτε και να συγχωρέσει.

Στο νησί υπήρχε το σπίτι της μητέρας τους. Η κυρία Αγγελική είχε πουλήσει όλη της την περιουσία για να φτιάξει εκείνο το σπίτι τούβλο-τούβλο στην κυριολεξία. Ένα στολίδι στη μέση του πουθενά κι αυτό που θυμόταν η Ανδριάνα ήταν, ότι την ημέρα που τελείωσαν με τα χτισίματα, τους μαστόρους, τα βαψίματα και τη λάτρα και όταν ο ήλιος βυθίστηκε μέσα στο ασήμι της θάλασσας, άνοιξε τα φώτα της αυλής κι έπεσε στα γόνατα κλαίγοντας με λυγμούς. Η ζωή της την αξίωσε να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα και να το χαρεί μέχρι τέλους κι αν κάτι της αναγνώριζε η Ανδριάνα, ήταν ότι πάντα έλεγε στις δυο κόρες της, ότι αυτό ήταν το δικό της σπίτι και κουμάντο μέσα εκεί έκανε μόνο εκείνη.

Μετά το θάνατό της η Ανδριάνα είχε κάνει αποποίηση κληρονομιάς. Πήγε στο νησί, κατέθεσε τα χαρτιά της και κουβέντα δεν είπε σε κανέναν. Όταν η Ρόζα το έμαθε κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Φώναξε όπως δεν είχε φωνάξει ποτέ στη ζωή της αλλά η απόφαση ήταν αμετάκλητη και ολοκληρωμένη.

«Γιατί;» την είχε ρωτήσει στο τέλος εκείνου του απογεύματος ξεψυχισμένη από τη στενοχώρια.
«Γιατί το μόνο που έμεινε Ρόζα μου, είναι δυο αδελφές που θα φάνε τις σάρκες τους κι ένα σπίτι γεμάτο σαράκι. Τι φαντάζεσαι, ότι θα μπορέσουμε με την Ναταλία να περάσουμε έστω και μια μέρα μαζί;»
«Για το Θεό, αδελφές είσαστε, θα τα βρείτε στην πορεία».
«Στη μάνα μας δεν στάθηκε, για τον πατέρα μας ούτε κουβέντα κι εσύ μου λες ότι θα τα βρούμε; Δεν θέλω Ρόζα και εδώ βάζω μια μεγάλη τελεία και μια παύλα».
«Το σπίτι;»
«Ένα μάτσο ντουβάρια είναι».
«Ντουβάρια αυτό που έφτιαξε η μητέρα σας με το στέρημά της;»
«Στέρημα δικό της και δικό μου μην το ξεχνάς. Εγώ δεν είχα ρούχα για να πάω στο σχολείο, η Ναταλία τη ζωή της μια χαρά την έζησε».
«Ένας λόγος παραπάνω, τόσες στερήσεις και το βάζεις στα πόδια;»
«Αυτά που έζησα μέσα σε αυτό το σπίτι, την αγάπη, την ξεγνοιασιά, την απεραντοσύνη του ουρανού με τα αμέτρητα αστέρια, τον παφλασμό του κύματος και την αγκαλιά της μάνας, κανένας δεν θα μπορέσει να μου τα στερήσει».
«Τότε;»
«Τι σημασία έχει ένα σπίτι όταν μέσα σε αυτό δεν κατοικεί η αγάπη;» είχε ρωτήσει η Ανδριάνα και η Ρόζα είχε μείνει σιωπηλή.

 

Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από τον καφέ της και τέντωσε τα πόδια. Έκλεισε τα μάτια και ρούφηξε την αλμύρα της θάλασσας. Κρυμμένη πίσω από τα μεγάλα γυαλιά του ηλίου, ήξερε ότι κανείς δεν θα την αναγνώριζε.

Στο βάθος άρχισε να αχνοφαίνεται το λιμάνι και η καρδιά της ξεσηκώθηκε όπως παλιά. Το χαμόγελο στα χείλη της έγινε τόσο μεγάλο που την πόνεσαν τα χείλη της. Στο λιμάνι θα την περίμενε ο ξάδελφός της, ακριβώς όπως τότε που ήταν παιδιά, αυτός που θα έλειπε αυτή τη φορά θα ήταν ο πατέρας της …

Έστρεψε τα μάτια της προς το σπίτι τους και συνειδητοποίησε ότι για πρώτη φορά στη ζωή της δεν θα έπαιρνε τον παραλιακό δρόμο με τις στροφές για να ανοίξει την πόρτα και να κάνει έκπληξη στους γονείς της. Ότι για πρώτη φορά η κυρία Αγγελική δεν θα την περίμενε καθισμένη ανάμεσα στα γεράνια έχοντας ανοίξει διάπλατα την πόρτα για να μπει η μικρή της κόρη με το αυτοκίνητο στην αυλή, ούτε κανένα από τα γατιά τους θα τριβόταν στα πόδια της. Στο μαξιλάρι της δεν θα έβρισκε γιασεμιά και το κίτρινο βάζο πάνω στο σεκρετέρ του δωματίου της, δεν θα ήταν γεμάτο από τα όμορφα φρεσκοκομμένα μπουκέτα που έφτιαχνε η μητέρα της με βουκαμβίλιες και πικροδάφνες. Τα μάτια της πλημμύρισαν από δάκρυα και τα άφησε να τρέξουν ελεύθερα και να ανακατευθούν με την αλμύρα του αέρα, δεν πείραζε, φόρος τιμής στην αγάπη που ένοιωθε για τους δικούς της ανθρώπους, για το υπέροχο δώρο μιας ζωής που ήταν γεμάτη από τα χρώματα της χαράς, πριν η Ναταλία αποφασίσει να δείξει το πραγματικό της πρόσωπο.

Τον Αλέξη τον είδε ψηλά από το κατάστρωμα και του κούνησε το χέρι.

«Πόσα χρόνια έχεις να έρθεις χρυσομαλλούσα μου;» τη ρώτησε καθώς τη σήκωνε στον αέρα.
«Άσε με κάτω θα μου σπάσεις τα πλευρά!»
«Λέγε».
«Δύο».
«Τι δύο;»
«Δύο χρόνια».
«Και δεν ντρέπεσαι που το λες;»
«Μου λείψατε» απάντησε η Ανδριάνα κι άνοιξε μια τεράστια αγκαλιά για να χωρέσει νοητά το νησί ολόκληρο.
«Άσε και δεν το διορθώνεις» απάντησε ο Αλέξης και μπήκε στο αυτοκίνητό της από τη θέση του οδηγού. «Πάμε γρήγορα στο σπίτι» της είπε κι αυτή τη φορά εννοούσε το δικό του σπίτι και η Ανδριάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Το ξέρεις ότι είναι και δικό σου σπίτι, δεν θα το ξαναπούμε» είπε ο Αλέξης και χωρίς να περιμένει απάντηση έβαλε μπροστά και ξεκίνησαν το δρόμο τους.

Η Ανδριάνα περίμενε ότι θα πάνε από την ενδοχώρα αλλά ο ξάδελφός της είχε πάρει τον γνωστό φιδίσιο παραθαλάσσιο δρόμο με τους φοίνικες.

«Που πάμε;» ρώτησε η Ανδριάνα ξεροκαταπίνοντας το σάλιο της. Αν συνέχιζαν, στη μεγάλη στροφή θα έβλεπε το σπίτι …
«Καιρός να το συνηθίσεις» είπε ο Αλέξης χαμηλώνοντας ταχύτητα.
«Έχεις σκοπό να το κάνεις ακόμα χειρότερο;» ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια. Ο ξάδελφός της, συνέχισε ατάραχος το δρόμο του. «Σπίτι μας είναι ολόκληρο το νησί Ανδριάνα και τι φαντάστηκες ότι θα σου έκανα τη χάρη να μην περάσουμε ούτε απ’ έξω;»
«Αλέξη» είπε και η φωνή της έσπασε.
«Εκεί είναι το σπίτι σου που τώρα ανήκει στην Ναταλία κι αυτή είναι η παραλία που θα συνεχίζουμε να κάνουμε μπάνιο κάθε μέρα που θα έχει ήλιο. Κατάλαβες; Πάρ’ το απόφαση Ανδριάνα και θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να μην περάσουν άλλα δυο χρόνια μέχρι να πατήσεις το πόδι σου στο νησί» είπε και συνέχισε να οδηγεί βασανιστικά αργά.

 

Το βράδυ τους βρήκε να τρώνε ψάρι στη γνωστή ταβέρνα.

«Και φτιάξε σε παρακαλώ μια σαλάτα ανάμικτη με χόρτα, κολοκύθια, παντζάρια και ότι άλλο έχεις και φέρε μισό κιλό λευκό κρασί κρύο» είπε ο Αλέξης «και ψωμί ζυμωτό» κι αφού έδωσε την παραγγελία του στράφηκε στις δυο γυναίκες που μιλούσαν ακατάπαυστα. «Τι θα γίνει με εσάς τις δυο;» ρώτησε ευχαριστημένος.

Η Μελίσα ήταν φίλη της Ανδριάνας πριν ο Αλέξης τη γνωρίσει και κάθε φορά που τις έβλεπε μαζί να χαζογελάνε με τα μικρά γυναικεία τους μυστικά, χαιρόταν σαν μικρό παιδί, έτοιμο για την επόμενη αταξία.

«Και τώρα θέλεις να μας πεις ότι ήρθες για να κλείσεις ξενοδοχείο για την παρουσίαση των αρωμάτων;» την ρώτησε η Μελίσα.
«Αυτό λέει αλλά μην της δίνεις σημασία» είπε ο Αλέξης στύβοντας το λεμόνι πάνω στη σαλάτα.
«Η αλήθεια είναι ότι χρειάζομαι χρόνο με τον εαυτό μου και να τα βάλω όλα όσα έχω στο μυαλό μου σε τάξη, να με βρω από την αρχή».

Η Μελίσα σούφρωσε τα χείλη όπως έκανε πάντα όταν σκεφτόταν.

«Άλλαξα γη όταν έχασα τον πατέρα μου» είπε «κι ακόμα δεν είμαι σίγουρη ότι έχω κάνει το σωστό. Δώσε τη μάχη σου από εδώ Ανδριάνα. Κλάψε όσο θέλεις αλλά μην αφήνεις τη ρίζα σου, εδώ είναι το πραγματικό σου σπίτι σε αυτόν εδώ τον τόπο. Η κυρία Αγγελική έφυγε και δεν πήρε μαζί της ό,τι εσύ αγάπησες. Είναι η ώρα να φτιάξεις τη δικιά σου γωνιά, να μεγαλώσεις, να απογαλακτιστείς από το χθες. Ό,τι έγινε με την Ναταλία δεν μπορεί να αλλάξει κι αν εσύ δεν θέλεις να την συγχωρέσεις δεν πειράζει, δεν χρειάζεται για όλα να νιώθουμε υπεύθυνοι, ειδικά αν τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας».
«Δεν με ενδιαφέρει η Ναταλία» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα «θέλω να είναι καλά αλλά να παραμείνει μακριά από εμένα και να ζήσει τη ζωή της όπως εκείνη θέλει. Δεν θα απολογηθώ γιατί γεννήθηκα, ούτε θα δώσω λογαριασμό σε κανέναν για τη διαδρομή που θα ακολουθήσω από εδώ και στο εξής».
«Και με την εταιρία τι γίνεται;» ρώτησε ο Αλέξης.
«Να σου πω, τώρα είμαι διακοπές μαζί σας κι αυτό δεν το αλλάζω με τίποτα» απάντησε η Ανδριάνα και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.

«Εις υγείαν» είπαν ευχαριστημένοι και οι τρεις τους.

«Ο Μανώλης γιατί δεν ήρθε;» ρώτησε ο Αλέξης.
«Γιατί δεν θα καταλάβαινε, γιατί γύρισα πίσω για να τακτοποιήσω τα μέσα μου χωρίς να πρέπει να εξηγώ σε κανέναν, γιατί τελικά σε όλη μου τη ζωή ο πραγματικός μου αδελφός ήσουν πάντα εσύ Αλέξη και παραμένεις αυτός που θυμίζει τον παππού Νικόλα και η καρδιά μου νοστάλγησε τόσα πράγματα και ήταν καιρός που έλεγα διαρκώς, ‘’θέλω να γυρίσω σπίτι μου’’».

 

Το τηλέφωνό της η Ανδριάνα το είχε αφήσει στο σπίτι να φορτίζει στη δόνηση. Έτσι δεν έμαθε ότι η Κλειώ είχε προσπαθήσει να πνίξει την Ρόζα με ένα μαξιλάρι γιατί είχε καταφέρει να το σκάσει από το νοσοκομείο. Είχε μπει στο σπίτι γνωρίζοντας τα κατατόπια καλύτερα και από την Ολυμπία. Ο δε Μανώλης, στην προσπάθειά του να την βρει, της είχε στείλει ένα σωρό μηνύματα που δεν τα διάβασε εγκαίρως γιατί από την κούραση, μόλις ακούμπησε στο μαξιλάρι της κοιμήθηκε με το χέρι τεντωμένο προς το κομοδίνο.

Στο σπίτι στο λόφο στην Αθήνα η κατάσταση θύμιζε ιστορία θρίλερ. Στο σπίτι του Αλέξη στο νησί, η Ανδριάνα κοιμόταν ήρεμη στο δωμάτιο που έβλεπε προς τις ανθισμένες λεμονιές.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here