Η Ανδριάνα έφερε μια γύρα με την καρέκλα γύρω από τον εαυτό της και χαμογέλασε αισιόδοξα. Κοίταξε έξω από το παράθυρο του γραφείου και η αλήθεια ήταν ότι ένιωθε ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η ζωή της είχε αλλάξει.

Το ταξίδι στο νησί την είχε αναζωογονήσει και αυτό που είχε ανάγκη, επιτέλους έμοιαζε να το έχει καταφέρει. Την πολύτιμη ισορροπία της. Χρειάστηκε το δικό της χρόνο για να τακτοποιήσει την συναισθηματική  της ακαταστασία και να πετάξει από τα ‘’συρτάρια’’ του μυαλού, ‘’τις τρύπιες της κάλτσες’’. Τέντωσε το λαιμό της ψηλά και κατάλαβε ότι με τον δικό της τρόπο και βηματισμό είχε αρχίσει να ζει τη ζωή της όπως εκείνη ήθελε χωρίς .

Όταν η μητέρα της έφυγε από τη ζωή και η αδελφή της έδειξε το αληθινό της πρόσωπο, είχε συγκλονιστεί. Πάντα πίστευε ότι όλα αυτά, η ίδια δεν θα τα ζούσε. Ήταν ‘’ιστορίες’’ για άλλες οικογένειες. Διηγήσεις που άκουγε από το στόμα των μεγάλων όταν ήταν μικρή και αναρωτιόταν ‘’πως είναι δυνατόν’’ και όλοι συμφωνούσαν μαζί της. Έζησε αυτά που απευχόταν αλλά κι αυτά που κορόϊδευε. Αν ήθελε να είναι ειλικρινής, όφειλε να παραδεχθεί δυνατά και με λόγια σταράτα, ότι με την Ναταλία δεν υπήρξαν ποτέ κοντά. Δεν ένιωσε την αδελφική θαλπωρή ποτέ και δεν είχε εικόνες από αυτά που οι φίλες της περιέγραφαν. Θυμάται τον εαυτό της να τρέχει σε άλλες αγκαλιές για να αισθανθεί το αυτονόητο, για εκείνη. Την αγαπούσε όμως την αδελφή της κι ας μην την καταλάβαινε, ήταν κομμάτι του εαυτού της. Η Ναταλία όμως με την συμπεριφορά της, την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι δεν ήθελε πλέον να έχει σχέσεις μαζί της. Οι κόσμοι τους ήταν τόσο διαφορετικοί που δεν υπήρχε λόγος να προσπαθεί αλλά ούτε και να πληγώνει τον εαυτό της. Σωστό και λάθος, ποιος ήταν αυτός που θα το κρίνει; Υπήρχε κάτι σκληρό μέσα σε όλο αυτό, μόνο που τώρα μπορούσε να το πει με το όνομά του. Δεν θα την επέλεγε ποτέ για φίλη της αλλά ούτε και για αδελφή της αν αυτό ήταν στο χέρι της. Ήταν δυο διαφορετικοί άνθρωποι και θα ακολουθούσαν δυο διαφορετικές διαδρομές, τόσο μα τόσο απλά και της ευχόταν να είναι ευτυχισμένη με τη διαδρομή που επέλεξε αλλά την ίδια ευχή έδινε και στον εαυτό της.

Ναι, τελικά ήταν γεγονός. Ο θαλασσινός αέρας και οι βόλτες στη γειτονιά των προηγούμενων χρόνων, το μόνο που είχαν κάνει ήταν να την ωφελήσουν και να τοποθετήσει τη ζωή της στο ‘’κάδρο’’ που εκείνη είχε αποφασίσει και να μην ξοδεύεται σε άνισες αλλά και ανούσιες μάχες. Χρόνος για χάσιμο δεν υπήρχε, έμοιαζε σαν ύβρις μπροστά στο δώρο της ζωής.

Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, το πρώτο πράγμα που ήθελε, ήταν να μιλήσει με τον  Μανώλη. Όσο ήταν στο νησί, ένα ερώτημα της είχε τριβελίσει το μυαλό. ‘’Ήθελε να ζήσει με αυτό τον άντρα ναι ή όχι;’’ και η απάντηση που έδωσε ήταν καταφατική.

Το ίδιο βράδυ, είχαν κατηφορίσει στο κέντρο των Αθηνών για να πιούν ένα κοκτέιλ. Τζιν με τόνικ και μια φέτα λεμόνι.

«Η ζωή μας μπαίνει σε καινούργια τροχιά» είχε πει ο Μανώλης εμφανώς ικανοποιημένος από τις εξομολογήσεις της Ανδριάνας «και ήρθε ο καιρός να καταλάβεις ότι πλέον δεν είσαι μόνη σου».

Ο ήχος του τηλεφώνου την έβγαλε από τις σκέψεις της, ήταν η Αναστασία από την αρωματοποιία.

«Νομίζω ότι έχουμε το τελικό αποτέλεσμα».
«Νομίζεις ή είσαι σίγουρη;» την ρώτησε απλώνοντας τα μακριά της πόδια και χαζεύοντας τις μύτες των παπουτσιών της.
«Για την ακρίβεια είμαι απολύτως σίγουρη και θέλω να έρθεις από εδώ» της απάντησε χωρίς περιστροφές και η Ανδριάνα που ήθελε όσο τίποτα να δει τις όμορφες συσκευασίες και να τις αγγίξει, έφυγε σχεδόν τρέχοντας από το γραφείο της χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Είπε μόνο «δεν θα επιστρέψω».

Όταν έφτασε στην Αναστασίας, είδε τα μικρά γυάλινα μπουκάλια και η καρδιά της χτύπησε γρήγορα.

«Αυτά είναι;» ρώτησε ενθουσιασμένη και πριν προλάβει να πάρει απάντηση τα κράτησε με ευλαβική προσοχή στα χέρια της.
«Μύρισέ τα» την παρότρυνε η Αναστασία «αλλά όχι και τα δυο μαζί γιατί θα μπερδευτείς».

Οι δυο γυναίκες αντικριστά και η Ανδριάνα ακολούθησε πιστά τις συμβουλές της Αναστασίας. Τώρα το επόμενο βήμα ήταν να δουλέψουν μαζί με τον Μανώλη για την προώθηση των προϊόντων και να ετοιμάσει τη βραδιά της παρουσίασης.

Στο μυαλό της, είχε ήδη σφηνωθεί μια ιδέα. Δεν θα έκανε τίποτα από αυτό που ήταν αναμενόμενο, φτάνει να είχε την συγκατάθεση της Ρόζας. Μπήκε στο αυτοκίνητό της με τα δείγματα στην τσάντα και χωρίς να το σκεφθεί δεύτερη φορά ανέβηκε στο σπίτι στο λόφο.

«Τα έφερες;» τη ρώτησε η θεία της με μάγουλα αναψοκοκκινισμένα.

Κάθισαν έξω στον κήπο, κάτω από το μεγάλο πεύκο και κοιτούσαν τα δύο μικρά  μπουκάλια.

«Αυτά είναι δικό μας δημιούργημα» είπε η Ρόζα γεμάτη υπερηφάνεια και τα μάτια της πετούσαν σπίθες. «Τώρα το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να σχεδιάσουμε τη βραδιά της διοργάνωσης» είπε και η Ανδριάνα δεν της απάντησε. Αυτό κίνησε την περιέργεια της θείας της. «Τι σκέφτεσαι και έχεις μείνει σιωπηλή;»
«Θέλω κάτι διαφορετικό»
«Δηλαδή;»
«Η πρώτη μας σκέψη ήταν να γίνει σε ξενοδοχείο».
«Το πρέπον δηλαδή».
«Και βαρετά αναμενόμενο».

Η Ρόζα ανακάθισε στη θέση της βρίσκοντας ότι η συζήτηση είχε αρχίσει να έχει ενδιαφέρον.

«Τι θέλεις να πεις;»
«Θέλω να κάνουμε τη διαφορά, μην φανταστείς τίποτα σπουδαίο αλλά να ας είναι φτιαγμένο από δυο γυναίκες σαν κι εμάς και όχι από αυτό που προστάζει η εμπορική βιομηχανία αρωμάτων και λοιπόν αφεντάδων».
«Σε ακούω» είπε η Ρόζα διπλώνοντας τα χέρια πάνω στα γόνατά της και παίζοντας με τα δαχτυλίδια της.

 

Οι επόμενες ημέρες είχαν κυλίσει με τέτοια ταχύτητα που ορισμένες φορές η Ανδριάνα δεν ήξερε αν βρισκόταν στις αρχές ή στο τέλος της εβδομάδας.

Ο Μανώλης το βράδυ εκείνο την κοιτούσε και δεν την χόρταινε. Το δέρμα της έλαμπε με τέτοιο τρόπο που του θύμιζε κορίτσι κι όχι γυναίκα.

«Είσαι πολύ γοητευτικός μέσα στο λινό κουστούμι σου» του είχε ψιθυρίσει σχεδόν θελκτικά στο αυτί ακουμπώντας με την άκρη της γλώσσας της το λοβό του. Ρίγη.
«Να σου φέρω να πιείς κάτι;» την είχε ρωτήσει.
«Θα προτιμούσα ανθρακούχο νερό με λεμόνι» είχε απαντήσει και χαμογελούσε καθώς παρατηρούσε την Ρόζα να υποδέχεται τους καλεσμένους της.

Στον κήπο είχαν στηθεί δυο μεγάλες οθόνες προς την πλευρά του φράχτη που θα μετέδιδαν την παρουσίαση και γι’ αυτό είχε μεριμνήσει ο Νικόλας καθώς για κάθε τι που είχε σχέση με τον ήχο και την ψηφιακή εικόνα σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του Μανώλη.

Μπροστά από την ανθισμένη με τα καταπράσινα φύλλα συκιά, είχε στηθεί μια μικρή ξύλινη εξέδρα και το εσωτερικό καλντερίμι στο σπίτι πάνω στο λόφο, ήταν γεμάτο από μικρά φαναράκια που οδηγούσαν τους καλεσμένους ανάμεσα από τον κήπο, τις λεύκες, τις φτελιές, το μονοπάτι με τις πικροδάφνες, τα καφασωτά με τα αναρριχώμενα και τα γιασεμιά, στο σημείο που ήταν συγκεντρωμένοι όλοι τους. Ανάμεσα στα πορτοκαλί χωνάκια που σκαρφάλωναν κάτω από το χαλικοστρωμένο μονοπάτι με τις αψίδες, ο Νικόλας είχε τοποθετήσει τόσο μικρά φωτάκια που έμοιαζαν με πυγολαμπίδες.

Ο κόσμος των αρωμάτων και των καλλυντικών είχε τιμήσει τη Ρόζα με τον καλύτερο τρόπο. Δεν έλειπε κανείς από αυτό τη δεξίωση έκπληξη. Είχαν έρθει όλοι, είτε για να την τιμήσουν είτε από επαγγελματική διαστροφή αλλά και περιέργεια.

Στον εξωτερικό μπουφέ, περίτεχνες πιατέλες με γκρέιπφρουτ, κίτρα, πορτοκάλια και γιασεμιά στόλιζαν τον χώρο. Ποτά για όλα τα γούστα αλλά και καλοκαιρινές ελληνικές γεύσεις, φτιαγμένες σε μικρές μπουκιές, σερβιρισμένες πάνω σε ατομικά παξιμάδια, έδιναν μια άλλη νότα. Η βραδιά κυλούσε όμορφα και οι νότες της τζαζ μουσικής ίσα που έφτανε στα αυτιά του κόσμου. Ένα μουσικό χαλί, μια τελευταία πινελιά που έδινε ένα τόνο διαφορετικότητας.

«Κυρίες και κύριοι» είπε η Ρόζα ντυμένη στα λευκά με την περίτεχνη από πλατίνα φτιαγμένη διαμαντένια καρφίτσα της και τα δαχτυλίδια της να λάμπουν στο χέρι της «η βραδιά είναι αφιερωμένη σε εσάς αλλά και στα δώρα που μας κάνει η Ελληνική γη».

Ο κόσμος διασκέδαζε κι όσο κι αν ήθελαν να το κρατήσουν μυστικό, η νέα σειρά αρωμάτων και το τόλμημά της είχε ήδη διαδοθεί από στόμα σε στόμα.

«Θα έρθει ο Γρηγόρης με την Δήμητρα;»
«Ο Γρηγόρης είναι εδώ, τον είδα πριν από λίγο για την Δήμητρα δεν ξέρω».
«Οι υπόλοιποι;» ρώτησε με περιέργεια ο Μανώλης.
«Ο Σπύρος με την Μυρτώ κάθονται κάτω από τις λεμονιές και η Φαίδρα με τον Κωνσταντίνο δεν φαίνονται από εδώ αλλά είναι κάτω από το πεύκο. Αραγμένοι και απόμακροι στην αγαπημένη θέση της Ρόζας».
«Σου είπα ότι είσαι πολύ όμορφη σήμερα;»

Η Ανδριάνα είχε διαλέξει να φορέσει ένα μακρύ ίσιο μαύρο φουστάνι με ντεκολτέ σε σχήμα V χωρίς μανίκια, με δυο σκισίματα δεξιά κι αριστερά που έφταναν μέχρι το ύψος των γονάτων της. Το είχε στολίσει με ένα πολύχρωμο ξύλινο κολιέ που το τελείωμά του ήταν κι αυτό σε σχήμα V. Δώρο του Μανώλη από γνωστή σχεδιάστρια κοσμημάτων που δύσκολα θα έβρισκες σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Το βράδυ αυτό όμως, τους είχε τιμήσει με την παρουσία της φορώντας στο κεφάλι της ένα όμορφο τυρμπάν σε σκούρα γήινα χρώματα που ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με τα λευκά της μακριά μαλλιά.

«Ο Κωνσταντίνος δεν θα παίξει μουσική;» ρώτησε τρώγοντας μια ελιά ο Μανώλης καθώς πήγαιναν να βρουν την Μυρτώ και τον Σπύρο.
«Μην σε ακούσει η Ρόζα θα σου κόψει το κεφάλι» του απάντησε.
«Και η μικρή γιατί κάθεται με τον Σπύρο λες και κρύβονται; Συμβαίνει κάτι;»
«Κοίτα, ειλικρινά θέλω να το χαρώ όσο δεν φαντάζεσαι και νομίζω ότι το αξίζουμε και η Ρόζα αλλά κι εγώ. Κάναμε και οι δυο μας μεγάλη διαδρομή μέχρι να φτάσουμε εδώ που είμαστε σήμερα και το τι θα μας ξημερώσει αύριο κανένας από εμάς δεν το ξέρει. Συμφωνείς;»
«Τώρα τι να πω ότι δεν έχεις δίκιο;»
«Για να τελειώνουμε, σε αυτή την οικογένεια συμβαίνουν διαρκώς τα ίδια και τα ίδια. Εγώ βαρέθηκα, οι πρωταγωνιστές πάλι όχι, εσύ;»
«Βρήκες άνθρωπο να ρωτήσεις!» είπε ο Μανώλης καθώς προχωρούσαν.

«Θα καθίσετε εδώ μαζί μας;» ρώτησε ο Σπύρος κάνοντας λίγο πιο κει την καρέκλα του.
«Δεν ξέρω αν εσείς θα μείνετε εδώ κρυμμένοι αλλά η δικιά μου θέση είναι δίπλα στη Ρόζα» απάντησε η Ανδριάνα και συνέχισε να ανακατεύεται και να μιλάει με τον κόσμο.

 

Την ώρα που η βραδιά έφτανε στο αποκορύφωμά της, η Ρόζα χωρίς να την καταλάβει κανείς, είχε ανέβει ήδη στην μικρή ξύλινη εξέδρα με τις δυο μικροσκοπικές λευκές πολυθρόνες, μπροστά από την συκιά.

«Μπορώ να έχω λίγη από την προσοχή σας παρακαλώ;» ρώτησε με την στεντόρεια φωνή της από το μικρόφωνο που της είχε περάσει μέσα από το φουστάνι της ο εγγονός της. Ο κόσμος συνέχισε να μιλάει αλλά οι φωνές σιγά-σιγά κόπαζαν και τα κεφάλια όλων γυρνούσαν ένα-ένα προς το μέρος της.

«Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου που είσαστε σήμερα όλοι εδώ» είπε και με μια χαριτωμένη κίνηση ακούμπησε τις δυο παλάμες της στο στήθος. «Με τους περισσότερους από εσάς γνωριζόμαστε μια ολόκληρη ζωή, από τον παθολόγο μου τον κύριο Δεβλέτογλου, καλώς μας ήρθες, μέχρι το πιο νέο στέλεχος της εταιρίας μας.

Η σημερινή βραδιά, είναι αφιερωμένη σε μια διαδρομή γεμάτη από μνήμες και αρώματα φρούτων και λουλουδιών που μας συντρόφευσαν σε κάθε μας στιγμή. Χαρούμενη ή όχι και τόσο» είπε με νόημα. «Εμείς κι όταν λέω εμείς εννοώ την συνοδοιπόρο μου και ανιψιά μου Ανδριάνα, θελήσαμε να κλείσουμε τις ομορφότερες στιγμές της ζωής μας μέσα σε δυο μικρά μπουκάλια. Να αφήσουμε τις χαρές μας να ταξιδέψουν όσο πιο μακριά μπορούν».

Η Ολυμπία με την Γαρυφαλλιά, ντυμένες με λιτά μπλε λινά φουστάνια, στο στήθος τους φορούσαν καρφίτσες φτιαγμένες από γιασεμιά και δυο άνθη βουκαμβίλιας. Κρατώντας  λευκά πλεκτά καλάθια στα χέρια, γεμάτα από φρούτα και φρέσκα λουλούδια, μοίραζαν στον κόσμο δυο μικρά μπουκαλάκια με ταγιέ καπάκι. Το ένα είχε μια λιλά κορδέλα περασμένη στο λαιμό του μπουκαλιού και χαραγμένο καλλιγραφικά το γράμμα R και το άλλο, πορτοκαλί κορδέλα και το γράμμα Α.

Όταν μητέρα και κόρη τελείωσαν και η Ολυμπία έδωσε το σύνθημα με μια κίνηση του κεφαλιού της, η Ρόζα συνέχισε έχοντας στο πλευρό της την απαστράπτουσα Ανδριάνα.

«Αυτά τα δυο μικρά μπουκάλια που κρατάτε στα χέρια σας, δεν είναι απλώς δυο αρώματα. Είναι το ταξίδι της ζωής μας. Δυο γυναίκες, δυο εποχές, δυο διαφορετικοί κόσμοι. Γι’ αυτό και η καμπάνια έχει για τίτλο τον αριθμό δυο.

Το να σας πω ότι είναι η νέα σειρά αρωμάτων της εταιρίας μας, θα σας αφήσει μάλλον αδιάφορους όπως ακριβώς θα άφηνε κι εμένα. Το κάθε ένα όμως έχει μια ολόκληρη ιστορία που απελευθερώνεται κάθε φορά που θα ανοίξετε το ταγιέ καπάκι τους» είπε κι έκατσε στη μια από τις δυο κομψές λευκές και σχεδόν αόρατες πολυθρόνες που δέσποζαν στην σκηνή.

«Ίσως με ρωτήσετε γιατί το κάνουμε αυτό τώρα και σας ορκίζομαι ότι η απάντηση είναι απλή. Γιατί τώρα είμαστε έτοιμες. Γιατί το ταξίδι μας, δεν τελείωσε αλλά μας ωρίμασε και μας έκανε να μπορούμε να εκτιμήσουμε την κάθε μας στιγμή και να κοιτάμε το παρελθόν μας με αγάπη.

R από το Ρόζα και Α από το Ανδριάνα.

Γεννήθηκα από ένα λάθος. Είμαι η κόρη ενός πατέρα που δεν με ήθελε και το έβαλε στα πόδια και μιας μητέρας που δεν κιότεψε αλλά παρά το νεαρό της ηλικίας της, την καλή καταγωγή της και τις ‘’ευκαιρίες’’ που της δόθηκαν να με ξεφορτωθεί, εκείνη επέλεξε να με κρατήσει και να ανεχθεί τις προσβολές πρώτα της δικιάς της οικογένειας και μετά του κόσμου.

Μην ξεχνάτε ότι είδα το φως του ήλιου το 1936 που τίποτα δεν ήταν δεδομένο όπως δυστυχώς δεν είναι ούτε και σήμερα για τις γυναίκες που αγαπούν το παιδί τους πριν ακόμα νιώσουν την ύπαρξή του.

Μεγάλωσα μέσα στις λάσπες και η καλή μου τύχη τα έφερε έτσι, που στο διάβα μου εμφανίστηκε ο Γιωργής, ο άντρας μου και συνταξιδιώτης μου στο τραίνο της κοινής μας ζωής. Μέχρι που σε κάποια στάση κατέβηκε βιαστικός κι έφυγε για ένα άλλο σύμπαν, που μόνο εκείνος ξέρει αν είναι καλύτερο ή όχι αλλά αν σήμερα ήταν εδώ ανάμεσά μας, θα στεκόταν κάτω από τις λεμονιές και θα χαμογελούσε ευχαριστημένος.

Κληρονομιά μου άφησε τα δυο μας παιδιά, κουβαρίστρες, κλωστές και βελόνες. Όπλο μου, την αγάπη που μοιραστήκαμε και ποτέ δεν κατάφερε να σβήσει από μέσα μου, όσα κι ό,τι αν περάσαμε, γιατί περάσαμε όπως περάσατε ή περνάτε κι εσείς.

Στα ογδόντα πέντε μου ακόμα δημιουργώ. Με πλεύση κατά κει που λέει η καρδιά και με λάθη ένα σωρό και δικαιολογίες ανθρώπινες επίσης. Το μπουκάλι με την λιλά κορδέλα είναι κομμάτι της καρδιάς μου κι όσες από εσάς διαλέξετε να το φορέσετε, να θυμηθείτε ένα πράγμα, ότι ζωή χωρίς αγάπη είναι ζωή που την πήραμε λάθος.

Σας ευχαριστώ και σας εύχομαι να ταξιδεύετε όμορφα και τον πόνο να τον κάνετε δημιουργία» είπε και έδωσε τον λόγο στην Ανδριάνα.

«Μακάρι να είχα την ευγλωττία της Ρόζας» ξεκίνησε να λέει καταπίνοντας το σάλιο της και ψάχνοντας με τα μάτια της να βρει τον Μανώλη. Της κούνησε το χέρι από μακριά και ρούφηξε όσο περισσότερο αέρα μπορούσε για να καταφέρει να συνεχίσει.

«Εγώ είμαι η πορτοκαλί κορδέλα» είπε «κι ας φοράω μαύρο φουστάνι» και χαμογέλασε βλέποντας το ύφος του κόσμου. «Σας ζητώ συγγνώμη αλλά δεν έχω συνηθίσει να μιλάω μπροστά σε κοινό, γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε να καθίσω και να σας κοιτάζω στα μάτια.

Το δικό μου ταξίδι είναι η συνέχεια της Ρόζας. Σαν το νερό που τρέχει από την πηγή. Είμαι ένας άνθρωπος που χάθηκα στα μισά της διαδρομής μου, όταν αναγκαστικά ο ομφάλιος λώρος κόπηκε. Ίσως να μην είχα καταφέρει να βρω τον εαυτό μου αν δεν είχα δίπλα μου την γυναίκα αυτή με το εκνευριστικό τσουλούφι και τον απόλυτο πολλές φορές χαρακτήρα αλλά και την μεγάλη αγκαλιά. Γιατί η Ρόζα είναι ο άνθρωπος των ιδεών αλλά και των ευκαιριών.

Η ζωή μπορεί προς στιγμήν να μην τα φέρνει όπως τα θέλουμε και στη δικιά μου περίπτωση έγινε ακριβώς αυτό και τελικά αυτό που έμαθα είναι, να εκτιμώ κάθε στιγμή τη δύναμη της ζωής. Να χαίρομαι στο έπακρο τη χαρά μου και να κλαίω ανελέητα στη λύπη μου.

Το δικό μου ταξίδι είναι όλη η θύμηση των πρώτων μου χρόνων. Ηλιοτρόπια, γιασεμιά, κόκκινοι ιβίσκοι, μπουγαρίνια και το χάδι της μάνας στο μάγουλό. Το άγγιγμα των χειλιών, ο πρώτο έρωτας, η πρώτη απογοήτευση και τα χρώματα του ήλιου. Ψωμί ψημένο από το χέρι του παππού Νίκου και η γλυκό μελαχρινό από τη γιαγιά Φερενίκη. Ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα κι όλα να βάφονται πορτοκαλί από το χρυσάφι του ουρανού.

Ένα ταξίδι πίσω στις ρίζες μου, στο νησί με τα πράσινα νερά και το θαλασσινό λιβάδι με τους αστερίες. Φανταστικές γοργόνες και αγαπημένοι ιππόκαμποι. Μια ζωή που όσο λειψή κι αν μου φάνηκε για μια στιγμή, κατάλαβα ότι μέσα μου κρύβω ένα μεγάλο σεντούκι  από αγάπη, φως και αγκαλιές και όλη αυτή την παιδική χαρά και συναισθήματα τα μοιράζομαι μαζί σας».

Ο κόσμος άρχισε να χειροκροτεί και οι δυο γυναίκες πιασμένες χέρι-χέρι, κοιτάχτηκαν στα μάτια χωρίς να χρειάζεται να πουν τίποτα η μια στην άλλη.

«Κάποτε» συνέχισε η Ρόζα «όλα αυτά θα είναι μια ανάμνηση, ελπίζω για τους περισσότερους από εσάς να είναι και να παραμείνει ευχάριστη. Το δικό μου ταξίδι έχω σκοπό να το συνεχίσω με την βοήθεια του Ύψιστου για πολλά χρόνια ακόμα. Να ξέρετε όμως ότι η σημερινή βραδιά είναι αφιερωμένη στην Ανδριάνα και την πορτοκαλί της κορδέλα, γιατί είναι η συνέχειά μου, είναι η κόρη που δεν έκανα.

Μανώλη, συνέχισε το λόγο της η Ρόζα «ακούγεται  λίγο να σου πω σε ευχαριστώ για όλα αυτά που μας χάρισες και μας έμαθες» είπε και ο κόσμος γύρισε να τον κοιτάξει. «Είναι ο δημιουργός της καμπάνιας δύο, του ηλεκτρονικού μας καταστήματος και υπεύθυνος για τις πωλήσεις από εδώ και στο εξής στην Αμερική. Τώρα πως θα τα καταφέρει αυτό είναι κάτι που μόνο ο ίδιος το ξέρει» είπε και δείχνοντας  προς την κατεύθυνση του άνδρα άρχισε να τον χειροκροτεί μαζί με τους καλεσμένους της.

«Από πού μπορούμε να αγοράσουμε …» άρχισε να ρωτάει ο κόσμος ψάχνοντας με τα μάτια τους να βρουν το σημείο πώλησης.

«Σήμερα μοιραστήκαμε το μυστικό μας με εσάς με τον δικό μας τρόπο» συνέχισε να λέει η Ρόζα «πωλήσεις γίνονται στα μαγαζιά» είπε και με την βοήθεια της Ανδριάνας κατέβηκε από την μικρή εξέδρα.

 

Η βραδιά συνεχιζόταν όταν ο Μανώλης πλησίασε την Ανδριάνα κρατώντας δυο ποτήρια με λευκό κρασί στα χέρια του. «Το αξίζεις τώρα, τι λες;» την ρώτησε φανερά ικανοποιημένος. «Πως νιώθεις αγάπη μου;»
«Ότι εμείς οι τρεις, τελικά κάναμε καλή παρέα σε αυτή μας την προσπάθεια» απάντησε η Ανδριάνα.
«Ξέρεις τι σκεφτόμουν;»
«Τι;»
«Αυτές οι βραδιές, αν η ζωή μας βέβαια ήταν κινηματογραφική ταινία, τελειώνουν συνήθως με μια αναπάντεχη πρόταση γάμου».

Η Ανδριάνα κατάπιε για άλλη μια φορά το σάλιο της και κοίταξε τον Μανώλη σχεδόν έντρομη. «Στην Αμερική» κατάφερε να απαντήσει.
«Ακριβώς» συνέχισε ο Μανώλης «στην Αμερική, όταν θα πάμε» της είπε και έσκυψε και την φίλησε «και δεν θα αργήσει» της ψιθύρισε.

Η Ρόζα τους παρατηρούσε με την άκρη του ματιού της καθώς μιλούσε με έναν από τους καλεσμένους της, έχοντας στο πλευρό της τον κύριο Σταύρο Νικολάου.

«Μπράβο μάνα» είπε ο Γρηγόρης και ο Σπύρος ήρθε κι αυτός να συγχαρεί τη μητέρα του προσπαθώντας να φανεί όσο πιο ευχάριστος μπορούσε. Η Ρόζα κούνησε καταφατικά το κεφάλι κοιτώντας τους ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που έκανε όταν τα αγόρια της ήταν παιδιά. «Και η ζωή συνεχίζεται» τους είπε κλείνοντάς τους το μάτι με νόημα.

 

«Θα μείνεις σήμερα εδώ;» ρώτησε τον Σταύρο όταν ο κόσμος είχε φύγει και είχαν περάσει στο εσωτερικό του σπιτιού. «Θα το ήθελα πολύ» συνέχισε και ο κύριος Νικολάου δεν φάνηκε να το σκέφθηκε δεύτερη φορά όταν απάντησε με ένα τραγουδιστό «ναι». «Θα ήθελα να κοιμηθούμε σε μια σφιχτή αγκαλιά» συνέχισε η Ρόζα και αντίσταση δεν έβρισκε. «Έχεις πάθει κάτι Σταύρο και μου λες διαρκώς ναι σήμερα;»
«Σκεφτόμουν αυτά που έλεγες για τον Γιωργή και αποφάσισα ότι θέλω να ανέβω στο ‘’τραινάκι’’ σου και να κάνουμε αυτό το ταξίδι παρέα. Αρκετά πια με τα παιδιά μας και το παρελθόν μας, δεν νομίζεις;»
«Αν μας πεις και τη δικιά σου ιστορία ίσως την κρύψουμε σε ένα μικρό μπουκάλι με μπλε κορδέλα» είπε η Ρόζα γελώντας «θα είναι αποκλειστικά για άνδρες και μόνο».
«Τα αγόρια, ήταν σε απόσταση» συνέχισε ο Σταύρος.
«Τα δικά μου παιδιά ναι, αν δεν βάλουν μυαλό δεν μπορώ να κάνω κάτι. Κοίτα Σταύρο, αν αναλογιστούμε τις ζωές μας, έχουμε κάνει τόσα λάθη με τα παιδιά και με τα εγγόνια μας που κανονικά θα πρέπει να πηδήξουμε από έναν βράχο. Όμως …» είπε και στήθηκε κορδωτή στα πόδια της «είναι μεγάλοι άνθρωποι πια και οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Εγώ μαζί τους δεν μπορώ να ασχολούμαι άλλο. Ας βρουν τον δρόμο τους».
«Κι αν δεν μπορούν;»
«Θα μπορέσουν όταν πεθάνω, γι’ αυτό να είσαι σίγουρος. Μόνο που δεν σκοπεύω να τους κάνω τη χάρη τόσο γρήγορα. Η ζωή ξεκίνησε πάλι να είναι γλυκιά Σταύρο μου» είπε και τον έπιασε από το χέρι για να ανέβουν μαζί την μεγάλη μαρμάρινη σκάλα.

«Ξέρεις πια είναι η μεγάλη  μου χαρά;» ρώτησε η Ρόζα τον Σταύρο λίγο πριν ξαπλώσουν και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε «ότι τελικά η Ανδριάνα κατάφερε να γυρίσει σπίτι της».
«Για το νησί λες» είπε κουνώντας το κεφάλι του.
«Όχι, γύρισε στο σπίτι της πάει να πει ότι τα βρήκε με τον εαυτό της, επιτέλους!» είπε κι έσκυψε να του δώσει ένα φιλί στο μάγουλο.
«Ήταν μια πετυχημένη βραδιά καλή μου» είπε ο Σταύρος «ειλικρινά την απόλαυσα».
«Και έπονται κι άλλες …» είπε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.

Τ Ε Λ Ο Σ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here