Μία από τις χειρότερες δουλειές της Ανδριάνας, ήταν το ξεκαθάρισμα της αποθήκης. Αυτό που δεν γνώριζε το πρωινό εκείνο, ήταν ότι θα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια μεγάλη έκπληξη. Με ένα κομμάτι της ζωής της που η μνήμη της το είχε διαγράψει. Γιατί άραγε;
Σάββατο πρωί και το ρολόι έδειχνε οκτώ και μισή ακριβώς. Γύρισε το κεφάλι της στο πλάι και είδε τον Μανώλη να κοιμάται ήρεμος. Άκουσε την ανάσα του να βγαίνει ανάλαφρη. Με προσεκτικές κινήσεις, σηκώθηκε από το κρεβάτι και περπατώντας στα δάχτυλα, φόρεσε τη μαύρη βελουτέ φόρμα της, έκλεισε με απαλές κινήσεις την πόρτα του υπνοδωματίου και μπήκε στο μπάνιο.

Αυτή η πρωινή ρουτίνα περιποίησης , ήταν το καθημερινό δώρο στον εαυτό της. Ήταν καιρός τώρα, που αμέσως μετά τον πρώτο πρωινό καφέ, αφιέρωνε μισή ώρα από το χρόνο της για να κάνει ασκήσεις pilates στο σαλόνι, επιλέγοντας ένα κανάλι μιας Αμερικανίδας γυμνάστριας. Πάντα βαριόταν τα γυμναστήρια και είχαν περάσει τόσα χρόνια από τότε που είχε βρεθεί για τελευταία φορά σε σχολή κλασικού χορού που είχε χάσει την επαφή της με αυτή της την αγάπη. Έτσι, έχοντας επιλέξει αυτό τον τρόπο εκγύμνασης, ένιωθε ότι το μάθημα κάθε φορά ήταν φτιαγμένο μόνο για την ίδια. Περίεργο της φαινόταν κι ας ένιωθε η ίδια καλά.

«Ειλικρινά» της έλεγε ο Μανώλης «δεν καταλαβαίνω γιατί τα κάνεις ανάποδα». Εκείνη όμως αυτό που ήθελε ήταν να ξαπλώσει στο ειδικό στρώμα για τις ασκήσεις της, καθαρή και φρέσκια.

Είχε ξεκινήσει με την αγαπημένη της άσκηση των αναπνοών. Πάντα την βοηθούσε κι έκανε το κεφάλι της να αδειάζει από τις σκέψεις, μόνο που την συγκεκριμένη ημέρα, πριν προλάβει να ολοκληρώσει το πρόγραμμά της, ο Μανώλης στεκόταν στην πόρτα του σαλονιού και την παρατηρούσε νυσταγμένος.

«Θέλω να σου πω» της είπε και η Ανδριάνα, αφήνοντας έναν μικρό αναστεναγμό σηκώθηκε από το πάτωμα. «Σου ζητάω για λίγες ημέρες πίστωση χρόνου» συνέχισε ο Μανώλης.
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς».
«Έχω τόσο πολύ δουλειά που θα πρέπει να εργάζομαι και τις Κυριακές» είπε.

Η Ανδριάνα τον κοίταξε μισοκλείνοντας τα μάτια.

«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε ελαφρώς ανήσυχη. Το μυαλό της γύρισε στη Marjory χωρίς να το θέλει.
«Όχι, απλώς θέλω να πετύχω έναν συγκεκριμένο στόχο».
«Αυτό μόνο;»
«Τι εννοείς;»
«Περιμένω να μου πεις κάτι παραπάνω» είπε σμίγοντας ασυναίσθητα τα φρύδια.

«Όχι ακόμα, καταλαβαίνεις …» απάντησε ο Μανώλης.
Αυτή του τη συνήθεια, να μην θέλει να μοιράζεται τις σκέψεις του δεν μπορούσε να την καταλάβει. Είχε την αίσθηση ότι ο Μανώλης δεν μοιραζόταν τους στόχους του γιατί φοβόταν την αποτυχία ή ακόμα και την κριτική. Ήθελε να παρουσιάζει τα επιτεύγματά του κι όχι τις μικρές του αποτυχίες. Χαμογέλασε, της φάνηκε αρκετά παιδιάστικο και λίγο εγωιστικό.

«Κάτι υποψιάστηκα χθες το βράδυ» μουρμούρισε «αλλά δεν έδωσα συνέχεια».
«Δηλαδή;» τη ρώτησε με περιέργεια.

Η Ανδριάνα αναστέναξε και γύρισε στο στρώμα της για να συνεχίσει τις ασκήσεις. «Ξέρεις, κάθε φορά που μου λες, ‘’θέλω να ζήσουμε τόσα πράγματα μαζί ή θέλω να γυρίσω όλο τον κόσμο μαζί σου’’ έχω μάθει πια, ότι κάποιο ζιζάνιο γυρνάει μέσα στο μυαλό σου και τελικά τα λόγια αυτά είναι η ζάχαρη γύρω από το χάπι.

Ο Μανώλης γέλασε και κάνοντας μεταβολή, η Ανδριάνα ρώτησε. «Είχες κανένα περίεργο τηλεφώνημα μήπως;»
«Τι εννοείς αγάπη μου;» είπε αφηρημένος, ανακατεύοντας τα μαλλιά του.
«Δεν ξέρω» απάντησε η Ανδριάνα ανασηκώνοντας τους ώμους και δαγκώνοντας το κάτω χείλος.
«Γίνε πιο συγκεκριμένη σε παρακαλώ» την παρότρυνε αν και κατάλαβε από το ύφος της, τι ήθελε να τον ρωτήσει.
«Ξέρεις τώρα…».
«Όχι δεν ξέρω» απάντησε και γονάτισε πάνω στο στρώμα της που η ίδια καθόταν οκλαδόν «το μόνο που γνωρίζω είναι ότι για τις επόμενες δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες θα πνίγομαι στη δουλειά».
«Μήπως είναι η Marjory στην Αθήνα;» τον ρώτησε διαπερνώντας με το βλέμμα της τη ματιά του.

Το δυνατό του γέλιο ήταν τόσο αυθόρμητο που την έκανε να κατεβάσει το κεφάλι.

«Σε ποιόν αιώνα ζεις; Το παρελθόν έχει τελειώσει» της είπε και καθώς σηκώθηκε μονολόγησε «μα τη Marjory θυμήθηκες τώρα!» και συνέχισε να γελάει μόνος του.

Η Ανδριάνα τελείωσε με τις ασκήσεις της και ετοίμασε έναν όμορφο δίσκο με το πρωινό τους. Η μέρα έξω από το παράθυρο είχε φορέσει τα καλά της.

«Προλαβαίνεις να πιούμε έναν καφέ παρέα;» τον ρώτησε καθώς έκοβε τα τοστ και γυρνώντας τον είδε να φοράει κι αυτός τη φόρμα του. «Δεν θα ντυθείς;»
«Πρώτα θα περάσουμε λίγη ώρα μαζί και μετά» της απάντησε «μην νομίζεις, καταλαβαίνω ότι σε έχω αφήσει αρκετά μόνη και δεν σου κρύβω ότι ανησυχώ».
«Για τι πράγμα;»
«Να μην χάσουμε την επαφή μας, να μην …» είπε και έβαλε ένα κομμάτι τοστ με ντομάτα στο στόμα του.

Η Ανδριάνα τον επεξεργάστηκε για κλάσματα του δευτερολέπτου.

«Μανώλη, ας αφήσουμε ό,τι μας πλήγωσε στο παρελθόν, ποιος ο λόγος να ζούμε με ενδόμυχους φόβους; Δεν είμαι η Πηνελόπη και καμία σχέση δεν είναι ίδια με την προηγούμενη κι ας μην ξεχνάμε ότι μαζί με τα λάθη μας έχουμε μεγαλώσει κι εμείς. Τίποτα δεν είναι ίδιο, ούτε καν το σώμα μας» είπε πιάνοντας απαλά το στήθος της.
«Τι θα γίνει αν νιώσεις παραγκωνισμένη;»
«Θα στο πω» απάντησε η Ανδριάνα που είχε ήδη να βαριέται αυτή τη συζήτηση. «Κοίτα, ας κάνουμε μια συμφωνία, όποιος δεν αισθάνεται καλά σε αυτή τη σχέση, δεν έχει παρά να το πει».
«Αν σήμερα» συνέχισε ο Μανώλης «ήθελες να παντρευτείς, θα πήγαινες στην εκκλησία;»

Βήχας, αυτό μόνο ακούστηκε στο καθιστικό, σκεπάζοντας ακόμα και τους ήχους του δρόμου.

«Θα με πνίξεις» του απάντησε πασχίζοντας να σκουπίσει τον καφέ αλλά και τα δάκρυα από τα μάτια της. «Τι σου ήρθε πρωί-πρωί;»
«Μια ερώτηση έκανα».
«Ειλικρινά τώρα, με φαντάζεσαι με τούλια να τρέχω γύρω-γύρω σαν αλαφροΐσκιωτη;»
«Δεν μου απάντησες».
«Τώρα αυτό είναι πρόταση γάμου;»
«Όχι, μια ερώτηση έκανα».
«Ξέρεις ήδη την απάντηση μωρό μου».
«Η νύφη το έσκασε …»
«Κάπως έτσι» είπε η Ανδριάνα και πήγε κι έκατσε κοντά του. «Ο γάμος είναι στην καρδιά μας Μανώλη, αν δεν είναι εκεί, τότε δεν είναι πουθενά αλλού» του είπε και του έδωσε ένα μεγάλο φιλί τσιμπώντας του το μάγουλο.
«Η Ρόζα όμως, έχεις άλλες βλέψεις για σένα όμως».
«Το έθεσες πολύ σωστά, η Ρόζα» του απάντησε και κοίταξε το ρολόι της. «Θα αργήσεις φοβάμαι».
«Μάλλον θέλεις να με ξεφορτωθείς» είπε αστειευόμενος ο Μανώλης.
«Να σε ξεφορτωθώ όχι, να ασχοληθώ με τα δικά μου όμως χωρίς να μπερδεύεσαι στα πόδια μου, ναι» του απάντησε σοβαρά.
«Που πάει να πει;»
«Ότι θέλω να αδειάσω πράγματα από την αποθήκη».
«Αυτό είναι κάτι που θα το κάνουμε μαζί».
«Σε μια άλλη ζωή σίγουρα! Έλα τώρα, ώρα να πηγαίνει ο κάθε ένας στη δουλειά του».
«Εσύ τι κάνεις με την δική σου δουλειά; Είναι καιρός τώρα που δεν λες σχεδόν τίποτα» ρώτησε με έναν τόνο προβληματισμού στη φωνή του ο Μανώλης.
«Πολύ καλά σε ευχαριστώ και καλή μας ημέρα» του απάντησε και τελείωσε την συζήτηση εκεί.
«Δεν θέλεις να μιλήσεις έτσι;»
«Θέλω να κανονίσουμε να πάμε μια βόλτα το βράδυ, για φαγητό, τι λες;»
«Αλλάζεις θέμα αλλά ό,τι πει το κορίτσι μου» απάντησε ο Μανώλης και με γρήγορες κινήσεις έφυγε από το σαλόνι σηκώνοντας τον δίσκο.

Η Ανδριάνα τον άφησε να κάνει ότι θέλει, έμεναν μαζί σχεδόν δυο χρόνια.

«Θα βγεις καθόλου έξω;» τη ρώτησε ο Μανώλης πριν φύγει.
«Δεν ξέρω, έχω ανάγκη να κατέβω στην αποθήκη σήμερα, θέλεις κάτι;»
«Όχι, έτσι ρώτησα».
«Θα τηλεφωνηθούμε αργότερα» του είπε και τον χάιδεψε στο μάγουλο όπως έκανε κάθε πρωί στην πόρτα της εισόδου. «Καλή επιτυχία αγάπη μου» του είπε και τον φίλησε τρυφερά με τις άκρες των χειλιών της.

Το κουτί με τις φωτογραφίες που της είχε δώσει η Ρόζα ήθελε να το κρύψει και μαζί με αυτό τις μνήμες της. Δεν της έκαναν καλό, πόνο της έφερναν και οι ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος, βαρίδια έγιναν χωρίς κανείς να το θέλει. Ο πόνος της απώλειας της οικογένειάς της, κλείστηκε μέσα σε ένα παιδιάστικο ερωτηματικό,

‘’Τελικά αυτό που μένει από εμάς είναι μόνο μια φωτογραφία;’’

Με αυτή τη σκέψη να τη βασανίζει, όταν ο Μανώλης μπήκε για τα καλά στη ζωή και στο σπίτι της, άρχισε σιγά-σιγά να προσπαθεί να τα αλλάξει όλα. Να ζωγραφίσει τα νέα κεφάλαια της ζωής της με πολύχρωμα μολύβια και να τη γεμίσει με φρέσκιες ευωδιές. Για κάποιο λόγο που δεν είχε καταλάβει, κάτι την έσπρωχνε να ξεκαθαρίσει τα βιβλία που είχε κρυμμένα. Αυτά που σώθηκαν αλλά και τα άλλα που η ίδια αγόραζε από το μεγάλο βιβλιοπωλείο στο κέντρο της πόλης, που περνούσε συνήθως τα πρωινά του Σαββάτου. Όλοι οι ήρωες, αυτοί που αγάπησε και έγιναν ‘’φίλοι’’ της, ήταν στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, στην αποθήκη με την χαρακτηριστική μυρωδιά του χαρτιού.

‘’Μα γίνεται να πετάξει ανθρώπινο χέρι βιβλίο;’’ σκεφτόταν καθώς άνοιγε την πόρτα. Κοίταξε με απόγνωση όλα αυτά τα ράφια που δεν άντεχαν άλλο βάρος και δεν ήξερε από πού να αρχίσει.

Μύρισε το χώρο. Μέσα εκεί ένας άλλος κόσμος ξεπηδούσε, δικός της, αληθινός, αυτός που τη συνέδεε με τη ρίζα της, με την παιδικότητά της, τους δικούς της αγαπημένους ανθρώπους και τα παιδικά της όνειρά.

Στο βάθος, η μεγάλη δρύινη ντουλάπα του υπνοδωματίου των παππούδων της, με τους ταγιέ καθρέφτες, δήλωνε ότι κάποτε είχε ζήσει άλλα μεγαλεία. Τώρα, ήταν γεμάτη από ατελείωτες κούτες με φωτογραφίες που η Ανδριάνα δεν άγγιζε και τα γούνινα παλτά της μητέρας της. Αυτά δεν μπόρεσε να τα χαρίσει μα ούτε και να τα φορέσει αλλά και η κυρία Αγγελική, η μητέρα της, όταν αγάπησε τα ζώα και τα έπιασε στα χέρια της για να τα αναθρέψει σαν παιδιά της, γούνα δεν αγόρασε ποτέ πια. Άνοιξε την ντουλάπα και τοποθέτησε τις φωτογραφίες σε μια από τις κούτες που βρήκε μπροστά της. Το κουτί του παππού της, το κράτησε, θα το έπλενε και γινόταν το κουτί των ευχών της. Ναι, η ιδέα ήταν καταπληκτική, κάθε φορά θα έγραφε με ένα όμορφο στυλό την επιθυμία της και θα την κατέθετε εκεί, στο αγαπημένο της μικρό σεντούκι.

Πήρε το ξύλινο σκαμνί και έκατσε αφήνοντας έναν βαθύ αναστεναγμό. Άγγιξε, κοίταξε, χάιδεψε τις ράχες των βιβλίων και αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να τα χαρίσει και σε καμία περίπτωση να τα πετάξει. Χωρίς να σπαταλήσει άλλο από το χρόνο της, ξεκίνησε να τα χωρίζει σε κατηγορίες. Τα βιβλία του παππού και της γιαγιάς είχαν προτεραιότητα, τα έπιανε στα χέρια της και χαμογελούσε. Άλλα διαλυόταν κι άλλα είχαν αντέξει μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Συναξάρια, που δεν ήξερε από πότε βρισκόταν στην κατοχή της κυρίας Φερενίκης. Τα δε βιβλία της γιαγιάς της, ήταν όλα στα γαλλικά το ίδιο και του παππού της. Μαθηματικά και γεωμετρία στα γαλλικά; Αναρωτήθηκε αν βλέπει καλά, αυτά ήταν έργα τέχνης από μόνα τους. Ξεφύλλιζε και έβλεπε τις ημερομηνίες, 1910. Η απόφαση που πήρε ήξερε ότι θα την συνόδευε για το υπόλοιπο της ζωής της. Αυτά θα τα κρατούσε σαν μικρούς θησαυρούς. Θα τα έκλεινε με προσοχή μέσα σε όμορφες κούτες όπως κρατάμε τις αγαπημένες μας αναμνήσεις. Τα ακούμπησε προσεκτικά στο πάτωμα μέχρι που κάτι άκουσε να γλιστράει και το ένιωσε να πέφτει με δύναμη στην κορυφή του κεφαλιού της.

«Άου» φώναξε κι έτριψε το πονεμένο της σημείο. Ένα πορτοκαλί μαλακό ντοσιέ, στροβιλίστηκε από το πιο ψηλό ράφι, έσκασε στο κεφάλι της, για να προσγειωθεί τελικά στο πάτωμα μπροστά από τα πόδια της.

‘’Τι είναι αυτό;’’ Αναρωτήθηκε και η απάντηση ήταν ήδη γραμμένη στο εξώφυλλο με μεγάλα γράμματα.

«Θέλω να γυρίσω σπίτι μου» ήταν ο τίτλος και η Ανδριάνα δεν πίστευε αυτό που έβλεπε μπροστά της.

Άρχισε να γελάει. Είχε σωθεί αυτό το ημερολόγιο; Και πως η ίδια δεν το θυμόταν; Ήταν σίγουρη ότι στην μεγάλη μετακόμιση το είχε πετάξει και πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε; Κάθισε πάλι στο ξύλινο σκαμνί και το έπιασε στα χέρια της. Το ξεφύλλισε και μέτρησε διακόσιες σελίδες εκτυπωμένων σημειώσεων.

«Δεν το πιστεύω» είπε δυνατά και χτύπησε παλαμάκια με τα χέρια της. Ένα κομμάτι από το παρελθόν της ήρθε κι έσκασε στην κυριολεξία στο κεφάλι της. Μέτρησε τα χρόνια και η ίδια εντυπωσιάστηκε, είχαν περάσει ήδη είκοσι δύο χρόνια από την τελευταία φορά που έγραψε έστω και μια αράδα, που έβαλε μια τελεία. Είκοσι δύο χρόνια δεν τα λες και λίγα … «Μεγάλωσα» μουρμούρισε.

Άρχισε να διαβάζει μα της φάνηκε σαν να μην αναγνώριζε πρόσωπα και μνήμες; Είχε αλλάξει τα ονόματα; Μπα, αυτό δεν ήταν ένα απλό ημερολόγιο, εξελισσόταν σε παιχνίδι μνήμης, θα το διάβαζε και θα προσπαθούσε να μαντέψει ποιος ήταν ο κάθε ένας χαρακτήρας ή μήπως απλώς είχε ξεχάσει ονόματα; Τι εξαιρετική έκπληξη της φύλαξε το παρελθόν της, τι όμορφο δώρο έσκασε στο κεφάλι της σαν κεραμίδι!

Το φύσηξε καλά-καλά για να διώξει την σκόνη και ανέβηκε τρέχοντας σχεδόν στο διαμέρισμά της. Πήρε ένα ξεσκονόπανο, καθάρισε το ντοσιέ όσο πιο καλά μπορούσε, ετοίμασε μια μεγάλη κανάτα καφέ και κάθισε στον καναπέ του σαλονιού με τα πόδια απλωμένα πάνω στο τραπέζι.

Το ταξίδι στο παρελθόν των νεανικών της χρόνων μόλις είχε ξεκινήσει.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Εισαγωγή

1993

Έπρεπε να φτιάξει τη ντουλάπα της, το καταλάβαινε κάθε φορά που την άνοιγε και της έπεφταν όλα τα ρούχα στο κεφάλι. Το μυαλό της όμως έτρεχε αλλού, όχι και πολύ μακριά, δέκα λεπτά δρόμου με το αυτοκίνητο από το σπίτι της. Ποιο σπίτι της; Αυτό που ένιωθε δικό της ή αυτό που στην πραγματικότητα της ανήκε; Είχε περάσει ήδη μια εβδομάδα από την ημέρα της επιστροφής της κι ένιωθε σαν αγρίμι στο κλουβί. ‘’Θέλω να γυρίσω σπίτι μου» έλεγε μα κανείς δεν καταλάβαινε τι εννοούσε.

«Σπίτι σου είσαι» της απαντούσε η Έλενα με το αυστηρό της ύφος, λιμάροντας κάθε τόσο τα όμορφα νύχια της και τεντώνοντας τα λευκά της δάχτυλα παρατηρώντας το χέρι της. Η Ανδριάνα θα της απαντούσε ανάλογα κάτω από άλλες συνθήκες, τώρα όμως έκλεινε τα αυτιά της, έπεφτε στα γόνατα κι έκλαιγε σαν μωρό παιδί.

Ένιωθε τη μοναξιά της να της τρυπάει το μεδούλι. Θυμόταν τα παιδικά της χρόνια, τότε που όλη η οικογένεια ζούσε τα καλοκαίρια στο νησί. Δύο όροφοι το σπίτι κι ένας κήπος μεγάλος για να φυτεύει η κυρία Αγγελική, η μητέρα της, ‘’τα λουλούδια του κόσμου όλου’’ αλλά και λαχανικά για να τρώει η οικογένεια, οι φίλοι και οι συγγενείς. Στο ισόγειο ζούσαν ο παππούς Νικόλας και η γιαγιά Φερενίκη και από πάνω η ίδια με τους γονείς της.

Σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής της, έβρισκε απάγκιο σε αυτή την αναδρομή, στη ζεστασιά του καλοκαιρινού ήλιου των παιδικών της χρόνων.

‘’Τα αγαπάω αυτά τα χρόνια’’ έλεγε και χαμογελούσε κρυφά λες και κάποιος θα της έκλεβε την ευτυχία όλης της ζωής της, το πουπουλένιο της σύννεφο.

Η Ανδριάνα ποτέ δεν μπόρεσε να πιστέψει ότι όλα αυτά θα χανόταν με το θάνατο του παππού της. Δεν έφταιγε ο θάνατος, ούτε ίσως το νεαρό της ηλικίας της, μα ήταν η ζωή που έσπασε με το σφυράκι της αργά-αργά, την προστασία που ένιωθε μέσα το τσόφλι του αυγού της. Οι απαιτήσεις της καθημερινότητας καθώς μεγάλωνε, το πρόσταγμα του ‘’ζήσε’’ που ακούστηκε σαν εκκωφαντικός θόρυβος μέσα στο μυαλό της και η επιβίβαση στο τραίνο της ζωής είχε ξεκινήσει. Ο παππούς Νικόλας δεν ήταν πια ο οδηγός της, ούτε ο φωτεινός της φάρος και οπωσδήποτε όχι το δικό της λιμάνι. Ξεγυμνωμένη η ψυχή της λίγο πριν κλείσει τα δεκατρία της χρόνια, χαμένη και αποπροσανατολισμένη μάθαινε μέρα με τη μέρα ότι ο μηχανοδηγός στο τραίνο της, ήταν η ίδια.

Τον αγαπούσε και δεν έπαψε ποτέ να νιώθει έτσι για τον παππού Νικόλα, για όλα αυτά που μοιράστηκε μαζί της και για τις όμορφες εικόνες που της άφησε κληρονομιά. Για το ψημένο ψωμί στη σόμπα πετρελαίου και το φρέσκο λάδι που το ράντιζε, από το λιοτρίβι του μπάρμπα-Μήτσου και τις μικρές μπουκιές από το λαδοτύρι που της έδινε. Για το καναρίνι τον Τζίλι, που τον άφηναν ελεύθερο στο σπίτι να πετάει και να τιτιβίζει ασταμάτητα. Για το καϊμάκι από τον καφέ του που της έβαζε στο κίτρινο ή πορτοκαλί πιατάκι, για τις βραδινές βόλτες στο χωριό του νησιού, για τον ήχο του γκιόνη, για τις λαμπερές πυγολαμπίδες που της έδειχνε κρυμμένες μέσα στους θάμνους, για τις ιστορίες της παλιές και τις σκιές των δέντρων, τα τραγούδια με τις κιθάρες. Το άρωμα λεβάντας που ήταν η χαρακτηριστική του μυρωδιά και το φρεσκοξυρισμένο πάντα γλυκό και τρυφερό πρόσωπο του.

Το καπέλο του, την ευγένειά του, το μεγάλο του χαμόγελο, τα βιολετιά του μάτια, την αγάπη του για το νησί και τη θάλασσα, τα φρέσκα μπαρμπούνια που της καθάριζε αλλά και το ‘’αυτήν εδώ την μικρή να την κάνετε δικηγόρο με τη γλώσσα που έχει’’. Ο παππούς Νικόλας, ο κόσμος της όλος και η γιαγιά Φερενίκη, μια ατελείωτη αγκαλιά, με λέξεις που έσταζαν μέλι και απαγγελίες, έχοντας μια συμβουλή να δώσει σε όλους, ‘’από τους ανθρώπους να βλέπετε και να κρατάτε μόνο τα καλά, ότι είναι άσχημο να το πετάτε στη θάλασσα γιατί κακό μόνο θα σας κάνει’’ έλεγε κι άνθρωπος δεν την είχε ακούσει ποτέ να κάνει κριτική. Ήταν εκείνη που με την απαλή φωνή της, την ταξίδευε τις νύχτες στον κόσμο των παραμυθιών, που την έκανε να τρομάξει με το σπαθί του μαύρου πρίγκιπα αλλά να ονειρευτεί τα ασημοκέντητα πέπλα της βασιλοπούλας. Η γιαγιά Φερενίκη που έφτιαχνε με τα χέρια της την ωραιότερη κρέμα καραμελέ του κόσμου και τα καλύτερα γλυκά!

«Μου λείπουν τα χρόνια της ατελείωτης ευτυχίας» είπε και βούρκωσε κι αμέσως μετά σφίγγοντας τα χείλη, επιβλήθηκε στον εαυτό της, «όχι άλλες ευαισθησίες Ανδριάνα, πάρε μπρος και συνέχισε, τους το οφείλεις γιατί αυτή τη στιγμή μπορεί και να σε βλέπουν».

Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είχε πιάσει να σουρουπώνει και την ώρα αυτή, όπου κι αν βρισκόταν, ένιωθε ένα σφίξιμο και η μελαγχολία την έπνιγε. Τώρα πια δεν είχε ιδιαίτερη σημασία η ώρα του ηλιοβασιλέματος, γιατί αυτό το πλάκωμα είχε γίνει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς της.

Το τηλέφωνο του σπιτιού χτύπησε. Η Ιωάννα μαζί με την Έλενα, οι δυο πιο κοντινές της φίλες, θα ερχόταν σπίτι. Για έναν καφέ, για μια κουβέντα. Ακούμπησε το κεφάλι της ανάμεσα στις δυο παλάμες της και διέγραψε μονομιάς την τακτοποίηση των ρούχων στην ντουλάπα. Ποιος είχε μυαλό για δουλειές τώρα; Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου της και έβγαλε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες των τελευταίων χρόνων από το νησί και χάθηκε μέσα στις αναμνήσεις της.

Όλες οι φωτογραφίες ήταν του Δημήτρη. ‘’Περίεργα ξεκινήσαμε και περίεργα τελειώσαμε’’ σκέφτηκε, ‘’τελειώσαμε όμως;’’ αναρωτήθηκε μα απάντηση δεν είχε, μόνο ένα βαθύ πόνο σαν σουβλιά.

Η Ιωάννα χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας στην ώρα της. Μια σφιχτή αγκαλιά έκαναν και κοίταξαν η μια την άλλη στα μάτια χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μια κουβέντα. Αυτή η σιωπή έκρυβε κατανόηση κι αγάπη και τα λόγια τους δεν τα ξόδευαν σε περιττές κι ανούσιες λέξεις. Η Έλενα θα καθυστερούσε, όπως πάντα άλλωστε.

Κάθισαν στο πιο φωτεινό μέρος του σπιτιού, το σαλόνι, με το μεγάλο παράθυρο και το τεράστιο δέντρο που φύτρωνε στο δρόμο ακριβώς μπροστά του κι έκρυβε το κέντρο της πόλης. Με δυο μεγάλες κούπες καφέ στα χέρια, ξαπλωμένες στους μεγάλους καναπέδες κοιτούσαν τα φουντωμένα κλαδιά λες και δεν είχαν τι να πουν.

Από πού να άρχιζε και που να τελείωνε η Ανδριάνα δεν ήξερε. Στην Έλενα είχε πει ότι για τον Δημήτρη δεν ήθελε να μιλήσουν ποτέ πια, μα κατά βάθος δεν το εννοούσε. Τα σωθικά της ένιωθε να καίγονται κάθε που έφερνε στο μυαλό της τον τρόπο που είχαν χωρίσει. Την είχε αφήσει και για την ακρίβεια, την είχε πετάξει από το σπίτι του δίνοντάς της τελεσίγραφο. «Σε μια εβδομάδα να έχεις φύγει από εδώ» της είχε πει.

«Γιατί δεν μιλάς;» ρώτησε η Ιωάννα.
«Τι να πω;»
«Πως νιώθεις» την παρότρυνε η φίλη της.

Η Ανδριάνα συνέχισε να κοιτάζει το δέντρου νιώθοντας το στόμα της ξερό. Πονούσαν τα μέσα της και λέξεις δεν υπήρχαν για να περιγράψει τη φόρτιση μέσα στην οποία ζούσε.
«Ξέρεις στον πόνο ταιριάζει η σιωπή νομίζω» ξεκίνησε να λέει κι έκανε μια μικρή παύση.

«Πως ζει κανείς μετά από ολική αφαίμαξη μου λες;» ρώτησε την Ιωάννα.
«Τόσο πολύ σε πείραξε;»
«Δεν έχει έρθει η συντέλεια του κόσμου το ξέρω, άνθρωποι χωρίζουν καθημερινά κι ακόμα χειρότερα … άνθρωποι πεθαίνουν, μα εγώ αισθάνομαι ότι με έχουν εξαναγκάσει να ζήσω σε έναν κόσμο ανύπαρκτο κι εγώ έτσι δεν θέλω να ζω».
«Καταλαβαίνεις τι λες;»
«Απολαμβάνω τη δυστυχία μου» συνέχισε η Ανδριάνα «είναι λες και θέλω να ζήσω τον πόνο μου και να μου προκαλέσω κι άλλο μεγαλύτερο. Σαν να ζω με έναν εραστή που καταπίνει τη ψυχή μου κι εγώ αρνούμαι να ξεφύγω από τον έρωτά του. Λες και θα λυτρωθώ μόνο αν ξεσκίσω με τα ίδια μου τα χέρια την καρδιά μου».

Η Έλενα είχε ήδη εμφανιστεί και καθόταν δίπλα στην Ιωάννα, άκουγε σιωπηλή το παραλήρημα της φίλης τους. Την καταλάβαιναν, γιατί ο έρωτας έχει ακριβώς το ίδιο τσίμπημα και το αποτύπωμα που αφήνει είναι το ίδιο επώδυνο, για όλους.

Σαν νύχτωσε, έφτιαξαν μια μακαρονάδα κι άνοιξαν ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Το κλάμα αντικαταστάθηκε γρήγορα από τα γέλια και τη θύμηση του πρώτου έρωτα της Ιωάννας, τα ραβασάκια, τις κοπάνες, τα πάρτι με τους τελειόφοιτους και τα ξενύχτια στα κλαμπ της Αθήνας. Αυτές οι δύο ήταν μαζί από την ημέρα που γεννήθηκαν. Οι μητέρες τους συμμαθήτριες και οι ίδιες αχώριστες. Για την Ανδριάνα η Ιωάννα ήταν η αδελφή που ποτέ δεν απόκτησε, ο θησαυρός της.

«Πως καταφέρνεις και πηγαίνεις κατευθείαν για δουλειά ποτέ μου δεν το κατάλαβα» είπε σοβαρά η Έλενα η οποία, σε καθημερινή βάση ξεκινούσε να δουλεύει στην εφημερίδα μετά τις πέντε το απόγευμα. Η Ανδριάνα γέλασε με την καρδιά της, «μετά τις δώδεκα το μεσημέρι σας το ορκίζομαι ότι όλα τα χαρτιά φεύγουν από το χέρι μου και ξυπνάω ξανά το μεσημέρι. Δουλεύουμε μέχρι τις οκτώ με εννιά το βράδυ, γυρνάω σπίτι, πέφτω για ύπνο και στις δώδεκα ξεκινάει η νυχτερινή ζωή».

«Δεν θα σε ξεχάσω στη μπάρα του Δεκαοχτώ, στη Βουκουρεστίου να μην ξέρεις τι να
παραγγείλεις» είπε η Ιωάννα.

Η Ανδριάνα σηκώθηκε όρθια κι άρχισε να μιμείται εκείνο τον υπέροχο μπάρμαν με τα λευκά μαλλιά.

«Τι θα πάρετε παρακαλώ;» την είχε ρωτήσει, μα το κορίτσι δεν απάντησε γιατί δεν έπινε. Κοίταξε γύρω της κι όλος ο δημοσιογραφικός κόσμος ήταν μαζεμένος εκεί. Ξεροκατάπιε. Η Έλενα είχε παραγγείλει το ποτό της, βότκα με λεμόνι, αδύνατον να την ακολουθήσει, πως το έπινε αυτό το πράγμα ποτέ της δεν κατάλαβε.
«Θα πάρετε κάτι;» συνέχισε ο ευγενικός μπάρμαν.
«Ένα Chivas με κόκα-κόλα» απάντησε η Ανδριάνα βλέποντας το μπουκάλι με το ποτό. Το είχαν φέρει δώρο στον πατέρα της και της είχε κάνει εντύπωση το σχήμα του. Κανείς δεν το είχε πιεί γιατί κανείς δεν έπινε.
«Λυπάμαι» απάντησε ο μπάρμαν «αυτό δεν το σερβίρω» είπε και συνέχισε να σκουπίζει με την πετσέτα του ένα ποτήρι. Η Ανδριάνα σιώπησε, είχε ντραπεί και δεν ήξερε τι να πει μα ούτε και τι να πιεί.
«Ξέρετε» ξεκίνησε να λέει.
«Ξέρω» απάντησε ο άνδρας μέσα από την μπάρα «λευκό ή κόκκινο;» ρώτησε και της χαμογέλασε.
«Κόκκινο σας παρακαλώ» του απάντησε και η Έλενα κούνησε το κεφάλι της απαξιωτικά. «Τι να σου πω;» της είπε κι αμέσως μετά άρχισαν να χαζεύουν τον κόσμο γύρω τους.

«Ποιος είναι αυτός;» είχε ρωτήσει η Ανδριάνα μην αναγνωρίζοντας τον πιο γνωστό εκδότη του δημοσιογραφικού κόσμου. Η Έλενα της απάντησε κι από εκείνη τη στιγμή, το Δεκαοχτώ έγινε το στέκι τους.

Τα κορίτσια το βράδυ εκείνο, έφυγαν από το σπίτι της Ανδριάνας αργά, ακολουθώντας η κάθε μία τη δική της κατεύθυνση. Η Έλενα θα πήγαινε στον Πειραιά και η Ιωάννα στο Χαλάνδρι.

Όταν η πόρτα του σπιτιού της έκλεισε, η Ανδριάνα ένιωσε πάλι το ίδιο σφίξιμο στην καρδιά και ο ύπνος θα πήγαινε να βαρύνει άλλα βλέφαρα για να απλώσει τα πέπλα του.

Τριγύρισε στο άδειο σπίτι μέχρι να μαζέψει και να καθαρίσει το σαλόνι κι όταν τελείωσε κάθισε στο μεγάλο τραπέζι στην κουζίνα. Έφτιαξε από την αρχή έναν διπλό μέτριο ελληνικό καφέ και πάτησε το κουμπί του υπολογιστή της.

Η βραδιά αν μη τι άλλο θα είχε ενδιαφέρον.

Όταν η σελίδα άνοιξε μπροστά της, χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά έγραψε την επικεφαλίδα.

«Θέλω να γυρίσω σπίτι μου» και ξεκίνησε την αφήγησή της για μια ερωτική ιστορία που κανείς δεν ήξερε ακόμα το τέλος της.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Όταν ο Μανώλης μπήκε στο σπίτι, την βρήκε να κάθεται στο σαλόνι χαμένη ανάμεσα σε στυλό, χαρτιά, ένα πορτοκαλί ντοσιέ και να γελάει μόνη της.
«Τι κάνεις εκεί τη ρώτησε;»
«Βρήκα την πρώτη και τελευταία απόπειρα να γράψω ένα βιβλίο, τουλάχιστον έτσι μοιάζει» είπε και σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης της τα μάτια της.
«Κλαις;»
«Από τα γέλια» απάντησε «είναι πολύ μελό» κι άρχισε να του διαβάζει παριστάνοντας την φωνή ενός αφηγητή.
Ο Μανώλης γέλασε κι εκείνος, παρόλο το μικρό αίσθημα ζήλιας που ένιωσε και της το είπε.
«Προσπάθησες ποτέ να το εκδόσεις;»
«Δεν είσαι με τα καλά σου».
«Και γιατί παρακαλώ;» ρώτησε.
«Ποιόν νοιάζει μια καθημερινή ερωτική ιστορία;»
«Είσαι σίγουρη Ανδριάνα;»

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο

agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here