Τα γεγονότα έτρεχαν και η Ανδριάνα δεν έφυγε το ταξίδι που είχε υποσχεθεί στον εαυτό της. Κλείστηκε στο καβούκι της για λίγο, μέχρι να πάρει την οριστική της απόφαση χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν. Γνώριζε ότι ο χρόνος, κάθε μέρα που ξημέρωνε, όλο και κόνταινε για όλους τους και η απόφαση που είχε πάρει για τον εαυτό της, από εδώ και στο εξής θα γινόταν η δικιά της σημαία. Ήθελε να ζήσει ευτυχισμένη και θα το έκανε.

Η Πηνελόπη, η πρώην σύζυγος του Μανώλη, όταν συνειδητοποίησε ότι ο γάμος της έκλεισε τον κύκλο του, την ημέρα που έβαλε την υπογραφή της στο γραφείο του δικηγόρου, την έκανε να  χάσει για λίγο το μυαλό της. Για την Ανδριάνα αυτό ήταν αναμενόμενο και την άφηνε αδιάφορη, αυτός που έπεσε από τα σύννεφα ήταν ο Μανώλης.

Οι επιλογές που είχε μπροστά της η Ανδριάνα, ήταν μόνο δυο. Ή να σηκωθεί να φύγει όπως λαχταρούσε η ψυχή της, ή να καθίσει και να μετρήσει τις δυνάμεις της δίπλα στον άντρα που είχε επιλέξει να περάσει τη ζωή της, ’’τουλάχιστον για την ώρα’’ όπως συνήθιζε να λέει κι ας τον εκνεύριζε.

Ο Μανώλης πριν το μεγάλο ξέσπασμα της Πηνελόπης είχε ρωτήσει την Ανδριάνα αν θα γυρνούσε κοντά του και η απάντησή της ήταν μονολεκτική και ξεκάθαρη. «Ναι» του είχε απαντήσει και σαν ένοιωσε την κούραση να κάθετε στα βλέφαρά της, είχε πάει για ύπνο με το μυαλό της αφημένο να ξαποσταίνει στην μυρωδιά της θάλασσας και του κρύου αέρα που θα γέμιζαν τα πνευμόνια της σε λίγες ημέρες, όταν θα καθόταν στο κατάστρωμα του καραβιού. Σήμερα όμως είχε δώσει για άλλη μια φορά αναβολή σε αυτό το ταξίδι.

Το επόμενο της συζήτησής τους πρωινό, ο Μανώλης είχε σηκωθεί πολύ νωρίς και το πρόσωπό του καμία σχέση δεν είχε με αυτό που η Ανδριάνα γνώριζε. Το χαμόγελο είχε χαθεί από τα χείλη του, τα μάτια του ήταν κόκκινα και κουρασμένα και το πρόσωπό του χλωμό.

«Τι συμβαίνει;» τον είχε ρωτήσει.
«Θέλεις να πιούμε ένα καφέ παρέα;» είχε αποκριθεί και τραβώντας τα χαρτιά του και τον υπολογιστή στην άκρη, της έκανε χώρο να καθίσει δίπλα του.
«Μανώλη …»
«Όλο το βράδυ με βρίζει η Πηνελόπη».
«Τι εννοείς, εγώ γιατί δεν κατάλαβα τίποτα;» ρώτησε ξαφνιασμένη.
«Θα σου πω, μόνο που να, δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ. Είναι άραγε η ίδια γυναίκα που παντρεύτηκα και κάναμε το παιδί μας μαζί πριν από τριάντα χρόνια ή άλλαξε τόσο που εγώ δεν το κατάλαβα;»

Η Ανδριάνα δεν μπορούσε να απαντήσει γιατί δεν είχε την παραμικρή ιδέα για ποιο πράγμα της μιλούσε. Είχε καθίσει κουλουριασμένη δίπλα του, με μια κούπα ζεστό καφέ να αχνίζει ανάμεσα στις παλάμες της και τα ακατάστατα τσουλούφια της να πέφτουν μέσα στα μάτια της. Πρέπει να θύμιζε μάλλον αγουροξυπνημένο κουτάβι, σκέφτηκε.

«Δεν έχω καταλάβει τι έχει γίνει» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα «πότε συνέβησαν όλα αυτά; μέσα στη νύχτα;» ρώτησε.
«Όλα ξεκίνησαν από μια γυναικολογική επέμβαση που πρέπει να κάνει η Πηνελόπη» άρχισε να λέει ο Μανώλης. «Στην αρχή αυτό που μου είχε ζητήσει και είχα δεχθεί, ήταν να της πληρώνω ένα ιδιωτικό ασφαλιστικό νοσοκομειακό πρόγραμμα για ‘’να έχει την αξιοπρέπειά της και να μην χρειαστεί ποτέ να επιβαρύνει το παιδί μας’’ όπως είχε πει. Δυστυχώς όμως έχει ένα ιατρικό ιστορικό που οι ιδιωτικές εταιρίες δεν θα την καλύψουν. Είχε την εσφαλμένη εντύπωση, ότι θα μπορούσε πρώτα να ασφαλιστεί και μετά να κάνει την επέμβαση, πράγμα βέβαιο αδύνατο όπως μας ενημέρωσε ο ασφαλιστής.

Μετά από αυτό, συνειδητοποιώντας μάλλον την οικονομική της κατάσταση, μου έστελνε όλο το βράδυ μηνύματα βρίζοντάς με».
«Τι έλεγε δηλαδή;»
«Θα στα δώσω να τα διαβάσεις γιατί για να τα επαναλάβω δεν μπορώ. Τέτοια γλώσσα δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα χρησιμοποιούσε. Κοντολογίς και για να μην σε κουράζω, μου έριξε όλες τις ευθύνες για την κατάληξη του γάμου μας. Ποιανού γάμου μας; έχουν περάσει πάνω από ένδεκα χρόνια που δεν είμαστε μαζί!  Με κατηγόρησε ότι της κατέστρεψα τη ζωή και τώρα πιάστηκε στη φάκα μου σαν τη ‘’χαζή’’ κι έβαλε την υπογραφή της για το διαζύγιο, ενώ αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να αρνηθεί και να αφήναμε τα πράγματα όπως είχαν, για να είναι κι εκείνη εξασφαλισμένη. Βέβαια καταλαβαίνεις ότι το λεξιλόγιο που χρησιμοποίησε δεν ήταν αυτό αλλά δεν θέλω καν να σκέφτομαι τι είπε το στόμα της. Τι να σου πω, είχα την εντύπωση ότι μιλούσα με οχετό και όχι με άνθρωπο.

Μου χρέωσε όλα τα ‘’ξεστρατίσματα της’’ από το γάμο μας. ‘’Εσύ πρώτος κοίταξες αλλού κι όταν πια δεν ήθελα να σε βλέπω στα μάτια μου, άρχισα κι εγώ να γυρνάω με τον έναν και με τον άλλο. Σε σιχαίνομαι γιατί είσαι υπεύθυνος για τις αποτυχημένες μου επιλογές. Γιατί πάντα πίστευα ότι μπορούσαμε να κάνουμε τη ζωή μας με όποιον και όποτε θέλαμε κι όταν θα μεγαλώναμε αρκετά, θα μαζευόμαστε πάλι σπίτι μας. Αυτή είναι η έννοια της οικογένειας. Μου προκαλείς αηδία Μανώλη κι εγώ σαν το κουτορνίθι έβαλα την υπογραφή μου για να περνάς εσύ καλά. Που είχα το μυαλό μου η ανόητη’’ φώναζε …»

«Αυτή είναι η έννοια της οικογένειας;» ρώτησε έκπληκτη η Ανδριάνα και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε «κι εσύ τι απάντησες;»

«Έθεσε μια εύλογη απορία, πότε άρχισε να με ‘’σιχαίνεται’’ και μου απάντησε ‘’λίγο μετά το γάμο’’ και τότε της ζήτησα να μου εξηγήσει αφενός για ποιο λόγο έμεινε μαζί μου και αφετέρου  γιατί κάναμε παιδί; Τι μας έφταιγε ο Αχιλλέας; Μπορούσε να φύγει, δεν θα την κράταγα με το ζόρι, είχαμε και οι δυο τα νιάτα μας κι όλη τη ζωή μπροστά μας για να αρχίσουμε από την αρχή και να κάνουμε όσα λάθη θέλαμε. Τι ήθελα και το είπα αυτό, ήταν σαν να πυροδότησα το εσωτερικό της φιτίλι κι έτσι, έγινε τελικά η μεταμεσονύχτια έκρηξη.  Το κινητό μου είναι γεμάτο από τα μηνύματά της, να δες» είπε αλλά η Ανδριάνα κούνησε το κεφάλι της με αποστροφή. «Την λυπήθηκα δεν το κρύβω και τελικά υποσχέθηκα ότι θα της πληρώσω την επέμβαση, τουλάχιστον να μην έχω κι αυτό το κρίμα στο λαιμό μου και νοιώθω καλά με αυτή μου την απόφαση. Σκέφτομαι και το γιό μας, δεν θέλω να του δώσω δικαιώματα».

«Καταλαβαίνω» ψιθύρισε η Ανδριάνα «με τον Αχιλλέα τι θα κάνεις;» τον ρώτησε.
«Δεν έχω ιδέα, το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να τον δω και να του μιλήσω» είπε και πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του το τηλέφωνό του χτύπησε.

«Τι συμβαίνει με τη μαμά;» ακούστηκε η φωνή του από την άλλη άκρη της γραμμής και η Ανδριάνα σηκώθηκε από τη θέση της γιατί δεν ήθελε να συμμετέχει σε αυτό το θέατρο του παραλόγου. ‘’Εκεί που σταματάει η πιο τρελή φαντασία του άνδρα, ξεκινάει η λογική της γυναίκας’’ της είχε πει κάποτε ένας φίλος της. Πως δεν μπόρεσε να δει τόσα χρόνια ο Μανώλης την αλήθεια;

Πριν φύγει από το σαλόνι με τους κρεμ καναπέδες και τα γκαμπέ χαλιά, άνοιξε το μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στον κεντρικό δρόμο και ήταν κρυμμένο πίσω από τη μεγάλη νεραντζιά. Στα κλαδιά της, εκείνο το πρωινό είχε καθίσει ένας κότσυφας και το ασταμάτητο τραγούδι του της έφτιαξε τη διάθεση. Μπήκε στο μπάνιο, βυθίστηκε μέσα στο ζεστό νερό κι έτριψε το κορμί της από την αηδία που ένιωθε να την έχει μολύνει. Καθαρή βγήκε έξω, μπήκε στο δωμάτιο, άνοιξε τα παράθυρα, στέγνωσε τα μαλλιά της με το πιστολάκι, βάφτηκε με προσοχή, διάλεξε ένα όμορφο κι άνετο φουστάνι, φόρεσε τις ψηλοτάκουνες γόβες της και περνώντας έξω από το μπάνιο πήρε το καινούργιο άρωμα της νέας συλλογής, ψέκασε τα μαλλιά της και το έβαλε στην τσάντα της. Όταν μπήκε στο σαλόνι ο Μανώλης μόλις έκλεινε το τηλέφωνο με τον γιό του και την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, κουνώντας το κεφάλι του με θαυμασμό.

«Που πας τόσο πρωί και είσαι και στις ομορφιές σου;»
«Έχω ραντεβού με τον δικηγόρο της εταιρίας».
«Για ποιο θέμα;»
«Για την Κλειώ φυσικά, θα πρέπει να τα ‘’μαγειρέψουμε’’ έτσι ώστε να τη βγάλουμε από τη μέση. Εκείνος ξέρει τον τρόπο, εγώ απλώς θα ακολουθήσω τις συμβουλές του».
«Και η Ρόζα;»
«Μανώλη, δεν έχω καιρό για χάσιμο και η Ρόζα ας ακολουθήσει τις μεθόδους που θέλει, σε αυτό το κομμάτι όμως ούτε κι εκείνη κάνει πίσω. Μην ξεχνάς ότι η Κλειώ προσπάθησε να μας εκβιάσει και ειλικρινά το τελευταίο που με ενδιαφέρει τώρα είναι ο λόγος για τον οποίο έφτασε μέχρι εδώ. Την λυπάμαι η αλήθεια είναι αλλά υπάρχει ένα σημείο που θες δεν θες, λες φτάνει κι εγώ έχω ξεπεράσει τα όρια μου προ πολλού».
«Και μαζί μου;»
«Ναι και μαζί σου» είπε με φυσικότητα καθώς έκλεινε την τσάντα της.
«Ανδριάνα σε παρακαλώ ας ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση, υπάρχουν σκιές ανάμεσά μας και δεν θέλω».
«Σε ακούω» είπε αλλά μέσα της ένιωθε ενοχλημένη.
«Όχι, εγώ ακούω εσένα».

Η Ανδριάνα έπαιξε λίγο νευρικά με τα γυαλιά ηλίου που κρατούσε στα χέρια της, δάγκωσε όπως έκανε συνήθως το κάτω χείλος της και άφησε την ανάσα της να βγει με δύναμη.

«Εντάξει» είπε και κάθισε ακριβώς απέναντι από τον Μανώλη. «Τα πράγματα είναι απλά, το θέμα είναι αν έχεις τη διάθεση να καταλάβεις την αλήθεια».
«Θέλω να σε ακούσω».
«Ωραία λοιπόν» είπε και τέντωσε τον λαιμό της. «Η Πηνελόπη σε εκβιάζει».
«Τι;»
«Αυτό που άκουσες.  Ξέρεις κάτι Μανώλη, είναι βολικό να γυροφέρνει κανείς και να κάνει τη ζωή του κι ό,τι άλλο του κατέβει στο κεφάλι με τις πλάτες και το πορτοφόλι του άλλου».
«Τι εννοείς;»
«Δεν ξέρω αν είσαι τόσο ανόητος όσο δείχνεις αυτή τη στιγμή αλλά το μόνο που καταφέρνεις είναι να με βγάζεις από τα ρούχα μου.

Η Πηνελόπη σου είπε, έστω και πάνω στα νεύρα της, ότι λίγο μετά το γάμο σας άρχισε να σε σιχαίνεται. Δεν σε άκουσα να αναρωτιέσαι ούτε για μια στιγμή για ποιο λόγο της συνέβη κάτι τέτοιο, εκτός αν ξέρεις και δεν το λες και σε παρακαλώ μην απαντήσεις σε εμένα αλλά στον εαυτό σου. Ψάχνεις ακόμα κι αυτή τη στιγμή να βρεις δικαιολογίες για να γεμίσεις την ψυχή σου με ενοχές. Πες μου σε παρακαλώ, ήσουν ο έρωτας της ζωής της; Δεν μιλάω για τώρα αλλά για τότε ή μήπως εν τέλει ήταν εκείνος ο τύπος με τη μηχανή,  που ξημεροβραδιαζόταν έξω από την εταιρία που εργαζόταν τότε στον Πειραιά αλλά κι από το σπίτι της; Θυμάσαι υποθέτω, αυτός που η οικογένειά της δεν ήθελε και την ίδια την είχε πληγώσει πολύ. Εσύ μου τα έχεις πει αυτά».

«Το έχω σκεφθεί κι εγώ» μονολόγησε ο Μανώλης αλλά η Ανδριάνα είχε πάψει να τον ακούει.

«Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει και σκέψου. Ο ‘’σώγαμπρος’’ ήσουν εσύ, η Πηνελόπη τα είχε όλα. Νιάτα, ομορφιά, τη δουλειά της, την οικογένειά της να την φροντίζει. Σωστά;»
«Ναι».
«Γιατί να μείνει τότε με έναν άνθρωπο που σιχαίνεται; Μην απαντήσεις θα σου πω εγώ. Γιατί ήσουν η κότα με το χρυσό αυγό και τα πολλά ταξίδια. Δεν σε είχε καν μέσα στα πόδια της».
«Όχι και κότα!»
«Λυπάμαι αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Βολευτήκατε και οι δυο σας και τώρα πληρώνετε το κόστος που σας αξίζει. Η Πηνελόπη δεν θα μπορεί πια να ζητάει μονίμως λεφτά υπό τη σκέπη του γάμου, ούτε για τον εαυτό της αλλά ούτε και για τον αγαπητικό της. Κατάλαβες;

Όταν ερωτεύθηκε τον λεχρίτη, όπως ο Αχιλλέας τον αποκαλεί, τον έσωσε από τα κάγκελα της φυλακής ζητώντας σου εσένα να πληρώσεις, αυτά που εκείνος είχε καταχραστεί από την εταιρία που εργαζόταν, θυμάσαι; Μην απαντήσεις. Εσύ έστειλες τα χρήματα χωρίς να μπεις στον κόπο να ρωτήσεις έστω που πάνε τα δικά σου χρήματα, για ποιο λόγο χρειαζόταν ξαφνικά ένα τέτοιο ποσό και το έκανες γιατί με αυτό τον τρόπο ξέπλενες τα δικά σου ατοπήματα και ηρεμούσε η ψυχή σου στέλνοντας εμβάσματα από όλα τα μέρη του κόσμου.

Αν τότε η Πηνελόπη είχε τελειώσει το γάμο σας, εσύ ακόμα θα έκανες το γύρο της γης, όχι σε ογδόντα ημέρες αλλά σε ογδόντα χρόνια. Μην ξεχνάς το στραπάτσο που είχες περάσει με τη δουλειά σου. Βολεύτηκες λοιπόν κι εσύ σε αυτό που ονομάζατε οικογενειακή εστία και παριστάνατε το ζευγάρι. Από την άλλη, ο ‘’λεχρίτης’’ δεν έφευγε από τον δικό του γάμο γιατί ήξερε ότι η Πηνελόπη τον έσωζε με τις δικές σου πλάτες. Έχω δίκιο ή όχι;»

Ο Μανώλης  κούνησε απλώς το κεφάλι του.

«Από τα μισόλογα του Αχιλλέα» συνέχισε να λέει η Ανδριάνα «ο αγαπητικός την παράτησε και γύρισε στο σπίτι του. Τι να την κάνει την Πηνελόπη όταν η τσέπη της είναι άδεια; Αυτό το κατασκεύασμα που εσείς βαφτίσατε γάμο, ήταν μια αρρώστια και τίποτα λιγότερο. Αν σκεφθείς ότι αυτή τη σχέση της Πηνελόπης και του εραστή της, την κρατούσες ζωντανή εσύ και το παχουλό σου πορτοφόλι, όσο τουλάχιστον ήταν παχουλό, είναι για … Δεν ξέρω τι να πω, μου έχουν τελειώσει οι λέξεις».

«Είναι απίστευτο το γυναικείο μυαλό πως σκέφτεται» είπε έκπληκτος ο Μανώλης.

«Είναι αδιανόητο ότι δεν μπορείτε να απομακρυνθείτε από την εικόνα μέσα στην οποία ζείτε και να δείτε την αλήθεια» απάντησε σχεδόν εξοργισμένη η Ανδριάνα.

«Εσύ τώρα γιατί νευριάζεις;»

«Γιατί αυτή η μαθηματική εξίσωση, το μόνο που μου δημιουργεί είναι αηδία και δεν θέλω να έχω καμία συμμετοχή» είπε καθώς σηκωνόταν από τη θέση της.
«Ανδριάνα δεν θέλω να χάσω αυτό που εμείς οι δυο έχουμε φτιάξει» είπε ο Μανώλης.
«Ούτε κι εγώ αλλά τώρα βάλε τα πράγματα στη θέση τους. Δεν θέλω να ακούω λέξη για την Πηνελόπη, δεν με αφορά και δεν με ενδιαφέρει. Έχω τη δικιά μου ζωή για να ασχοληθώ».
«Μα τι λες, αφού το διαζύγιο σε λίγο καιρό θα το έχουμε στα χέρια μας».
«Πιστεύω μόνο ότι βλέπε» είπε και χαμογέλασε.
«Μισό λεπτό, τι θέλεις να πεις ότι αν το διαζύγιο …».

Η Ανδριάνα τον κοίταξε στα μάτια και έκατσε ξανά στη θέση της.

«Μανώλη, αυτό ήταν κάτι που το είχα αποφασίσει εδώ και πολύ καιρό. Ή θα έβαζες την οριστική τελεία στο γάμο σου ή εγώ θα έφευγα από τη μέση. Μην ξεχνάς ότι δεν σου ζήτησα ποτέ τίποτα, εσύ ήσουν αυτός που περίμενε να τακτοποιηθεί ο Αχιλλέας».
«Και θεωρείς δίκαιο να έχεις πάρει τέτοια απόφαση και να μην μου είχες πει τίποτα;»
«Δεν μου αρέσει να εκβιάζω τους ανθρώπους. Θέλω ο κάθε ένας να παίρνει τις δικές του αποφάσεις, ελεύθερα και ανεπηρέαστος. Συμβόλαια εγώ δεν υπογράφω, ούτε μπορώ να δώσω όρκους για το υπόλοιπο της ζωής μου. Πες μου όμως» είπε και κάθισε δίπλα του, κολλητά ο ένας στον άλλο «δεν είναι πιο ωραίο να ανοίγεις την πόρτα του σπιτιού σου και να ξέρεις ότι ζεις παρέα με τον άνθρωπο της δικιάς σου επιλογής; Ότι μέσα εδώ δεν υπάρχουν συμφέροντα παρά μόνο αγάπη και νοιάξιμο;»
«Και πως θα είχες τη δύναμη να με διώξεις αν όπως λες με αγαπάς;»
«Γιατί η πραγματική αγάπη είναι ελευθερία και χαρά. Στη ζωή μου έμαθα να κάθομαι με αυτούς που με αγαπούν κι όχι με αυτούς που βολεύονται στη ράχη μου και πίστεψέ με έχω γνωρίσει πολλούς μέσα από την ίδια μου την οικογένεια που το έχουν κάνει και δεν τους εκτιμώ».
«Δεν είχα ιδέα το πόσο …» ξεκίνησε να λέει αλλά η Ανδριάνα τον διέκοψε.
«Έχω την εσωτερική δύναμη να γίνομαι σκληρή γιατί έμαθα να με σέβομαι κι έπαψα να φοβάμαι τα συναισθήματά μου και να τα κρύβω κάτω από το ‘’χαλάκι’’».  Έσκυψε και τον φίλησε στα χείλη, φόρεσε τα γυαλιά της κι έφυγε. «Θα τα πούμε το βράδυ» είπε κλείνοντας πίσω της την πόρτα.

 

Στο γραφείο μπήκε φουριόζα κρατώντας στο χέρι της ένα μεγάλο χάρτινο ποτήρι με διπλό καπουτσίνο κι ένα κουλούρι.

«Καλημέρα» είπε και κατευθύνθηκε βιαστικά προς την αίθουσα συνεδριάσεων.  Έβγαλε το παλτό της, σήκωσε το τηλέφωνο και μίλησε με τον υπεύθυνο λογιστηρίου της εταιρίας. «Στείλε στο γραφείο μου την Ελεονόρα» είχε ζητήσει.

Το κορίτσι έφτασε σχεδόν τρέχοντας,  χτύπησε μαλακά τη πόρτα και την άνοιξε ήρεμα. Δεν είχε συνηθίσει να την καλούν στα γραφεία της διοίκησης και η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα. Ένα πράγμα αναρωτιόταν, ‘’μήπως είχε έρθει η ώρα για την πρώτη της απόλυση’’ αλλά είχε κάνει λάθος.

«Έχεις μάθει τι έχει συμβεί με την Κλειώ» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα.
«Ναι και ειλικρινά λυπήθηκα. Πως είναι τώρα;»
«Είναι στα καλύτερα χέρια, κανένας λόγος ανησυχίας αλλά εμείς πρέπει να γυρίσουμε στην καθημερινότητά μας. Λοιπόν, έχω μείνει χωρίς βοηθό, άρα ή θα βρούμε μέσα από την εταιρία που το προτιμώ, ή θα πρέπει να βάλουμε αγγελία».
«Κυρία Παππά αν δεν σας πειράζει θα ήθελα να το κουβεντιάζαμε μαζί, η θέση που έχω στο λογιστήριο δεν είναι από επιλογή αλλά από ανάγκη. Είναι άλλο το αντικείμενο των σπουδών μου» είπε το κορίτσι δειλά.
«Δηλαδή;»
«Έχω σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και …»
«Κοίτα, επειδή βιάζομαι και περιμένω τον δικηγόρο, αν θέλεις ξεκίνα αμέσως γιατί χρειάζομαι βοήθεια και τα υπόλοιπα τα κουβεντιάζουμε στην πορεία. Είσαι εντάξει με αυτό;»
«Με μεγάλη μου χαρά» είπε η Ελεονόρα και τα μάγουλά της είχαν γίνει κόκκινα σαν παπαρούνες.

Το ραντεβού με τον κύριο Αντωνίου κράτησε λίγο. Στο κεφάλι της Ανδριάνας τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Η Κλειώ μαζί με τους εκβιασμούς της, έπρεπε να φύγει μια και καλή από τη μέση και η μετάβαση της εταιρίας στη νέα εποχή, έπρεπε να γίνει με το μικρότερο δυνατό κόστος.

«Δεν μπορείτε να την απολύσετε όσο νοσηλεύεται, αυτό το καταλαβαίνετε νομίζω» απάντησε ο δικηγόρος.
«Είναι δικαίωμά μας όμως να μην την προσλάβουμε στη νέα εταιρία κύριε Αντωνίου και να μην συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο. Οι εταιρίες θα χωριστούν στα δυο και η προώθηση των αρωμάτων αλλά και των καλλυντικών που θα ακολουθήσουν στην πορεία, θα είναι μια ανεξάρτητη εταιρία, η οποία θα μου ανήκει και πρόεδρος θα είναι η θεία μου. Τα υπόλοιπα, δεν είναι δική μου δουλειά να τα γνωρίζω, γι’ αυτά θα είσαστε σε επαφή με το λογιστή μας».
«Καταλαβαίνετε ότι αυτή η διαδικασία θα σας κοστίσει κάτι παραπάνω;»
«Πάντα η ελευθερία ήταν ακριβή κύριε Αντωνίου» είπε η Ανδριάνα και σηκώθηκε από τη θέση της δείχνοντας ότι η συνάντησή τους είχε μόλις τελειώσει. «Θα περιμένω να μας ειδοποιήσετε για τις υπογραφές» είπε καθώς τον ξεπροβόδιζε προς τον ανελκυστήρα.
«Προτιμώ τις σκάλες» είπε ο νέος άντρας και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια με γρήγορο κι ανάλαφρο βηματισμό. Λίγο μετά ακολούθησε και η Ανδριάνα πηγαίνοντας προς διαφορετική κατεύθυνση.

«Αναστασία» είπε στην ιδιοκτήτρια της αρωματοποιίας «θα ήθελα τα αρώματα να συνοδεύονται και από τις αντίστοιχες κρέμες σώματος».
«Έχει παραπάνω κόστος αυτό και ειδική άδεια που πρέπει να βγάλουμε».
«Φτιάξε μου μια μελέτη και μόλις είσαι έτοιμη ενημέρωσέ με για να βρεθούμε από κοντά» είπε και συνέχισε να περπατάει προς την οδό Σκουφά, στο γραφείο της Βέρας, για το ραντεβού που είχε κλείσει.

 

«Ποιο είναι το θέμα μας;» τη ρώτησε η ψυχολόγος.
«Μου τελείωσαν οι συγγνώμες» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα και η Βέρα δεν την διέκοψε. «Με όλα αυτά που έχουν συμβεί ένοιωσα την ανάγκη να γυρίσω στο νησί, κάτι που όπως ξέρεις αποφεύγω εδώ και χρόνια και συνειδητοποίησα ότι μέσα μου είμαι γεμάτη από θυμό από την πολύ κατανόηση, βοήθεια και συγχωροχάρτια που μοίρασα δεξιά και αριστερά και τελικά … ξεριζώθηκα και ξέρεις κάτι, αποφάσισα ότι θέλω να γυρίσω σπίτι μου κι όταν λέω σπίτι μου, δεν εννοώ αυτό της μητέρας μου αλλά να ψάξω να βρω που στην ευχή παράτησα τον εαυτό μου».

Η Βέρα ανοιγόκλεισε τα μάτια της και της γέμισε το άδειο της ποτήρι με νερό. «Συνέχισε» την παρότρυνε.

«Το ξέρεις ότι έχω πάψει να μιλάω με τον αδελφή μου έτσι δεν είναι;»
«Ναι».
«Όταν ένιωσα την ανάγκη να γυρίσω στο νησί, όλα γύρισαν ξανά στο μυαλό μου και με έπνιξαν. Γέμισα θυμό και παράπονο κι αμέσως μετά κατάλαβα ότι μετά το θάνατο της  μητέρας μου, αφού πέρασε το χρονικό διάστημα που χρειαζόμουν, άρχισε να συμβαίνει κάτι μέσα  μου που δεν μπορούσα στην αρχή να το εξηγήσω. Με το χρόνο όμως πήρε μορφή και αναγνώρισα ότι ο φόβος που κουβαλούσα, είχε οντότητα, ήταν ο προσωπικός μου δεσμοφύλακας».
«Συνέχισε».
«Στην αρχή τρόμαξα, μετά όμως όσο περισσότερο επεξεργαζόμουν αυτό που μου συνέβαινε, τόσο καταλάβαινα ότι ο φόβος μου μέρα με τη μέρα μίκραινε κι το ρημάδι το εγώ μου θέριευε».
«Υπάρχει κάτι που σε ενοχλεί σε αυτό;»

Η Ανδριάνα το σκέφτηκε για λίγο και μετά απάντησε.

«Δεν με ενοχλεί, δεν έχω μάθει να ικανοποιώ τον εαυτό μου Βέρα και νοιώθω λίγο σαν χαμένη. Τόσα χρόνια, χωρίς να το συνειδητοποιήσω κοιτούσα πώς να καλύψω τις ανάγκες αυτών που αγαπούσα». Η Ανδριάνα άφησε ένα μικρό γελάκι να ξεφύγει από τα χείλη της. «Θυμάσαι τι έλεγαν οι τρεις σωματοφύλακες που έγιναν τέσσερις;  ‘’όλοι για έναν κι ένας για όλους’’, μόνο που εγώ ήμουν για όλους τους άλλους και ποτέ για τον εαυτό μου. Γελούσα, ήμουν το ευχάριστο πλάσμα της οικογένειας, έτρεχα για όλους αλλά κανείς για εμένα κι αυτό το έκανα εγώ, δεν μου φταίνε οι άλλοι. Τώρα όμως θέλω να διεκδικήσω τα κομμάτια της ζωή μου που έχασα και με τσακώνω να φοβάμαι μήπως κάνω καινούργια λάθη και χάνω χρόνο έτσι, το ξέρω».
«Λάθη θα κάνουμε πάντα Ανδριάνα, από αυτά δεν θα γλυτώσουμε ποτέ. Ξέρεις ποιος δεν κάνει; όποιος μένει στην αφετηρία της ζωής, στάσιμος κι ακούνητος. Έτσι στέκονται μόνο τα δέντρα, τι λες, είσαι κι εσύ ένα δέντρο;» τη ρώτησε και η Ανδριάνα ανατρίχιασε.
Φεύγοντας από το γραφείο της Βέρας γύρισε πάλι στο γραφείο της με τα πόδια, κοντοστάθηκε στην είσοδο κι έκανε μεταβολή για να κεράσει τον εαυτό της έναν διπλό ελληνικό καφέ και να φάει ένα κομμάτι από την αγαπημένη της μηλόπιτα ή ακόμα καλύτερα ένα τσίζκεϊκ με άγριο κεράσι.

Κάθισε σε ένα τραπέζι στον εξωτερικό χώρο κι άφησε τον ήλιο να τη χτυπάει κατευθείαν στο πρόσωπο. Έδωσε την παραγγελία της και κρυμμένη πίσω από τα σκούρα της γυαλιά, παρατηρούσε τον κόσμο που περνούσε βιαστικός από μπροστά της.

Ποια ήταν η τελευταία κουβέντα που είχαν ανταλλάξει με την αδελφή της πριν από πέντε χρόνια;

Η Ναταλία την είχε βρίσει με τα χειρότερα λόγια κι εκείνη της είχε φωνάξει από το κεφαλόσκαλο «ντρέπομαι που είσαι αδελφή μου», είχε κλείσει την πόρτα του σπιτιού της και μαζί είχε σφαλίσει και την πόρτα της καρδιάς της.

Ήθελε να τα βρει με την Ναταλία; Έλεγαν ότι το αίμα νερό δεν γίνεται, μόνο που η Ανδριάνα δεν ένοιωθε καθόλου έτσι. Ο μόνος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις δυο αδελφές ήταν η μητέρα τους. Η κυρία Αγγελική είχε καταλάβει ότι τα τόσα χρόνια διαφοράς που είχαν οι δυο κόρες της, έκαναν την Ναταλία να ζηλεύει. Είχα χάσει τα πρωτεία, αυτό που κανείς τους δεν είχε φανταστεί, ήταν ότι με τον τρόπο της, θα κοίταγε να εκμεταλλευτεί την μητέρα και την αδελφή της μέχρι το ύστατο χαίρε.

‘’Να συμβαίνουν άραγε και σε άλλες οικογένειες αυτά;’’ αναρωτήθηκε η Ανδριάνα ‘’και τελικά τι σημασία έχει; Το παρελθόν πρέπει να μένει εκεί που του αξίζει, στο παρελθόν δηλαδή, γιατί το έφερνε στο παρόν της; Είχαν πέσει πολλά μαζεμένα και η αλήθεια ήταν ότι ένοιωθε να πνίγεται. Όχι, δεν ήθελε να μιλήσει με την Ναταλία, ούτε να την δει μπροστά της. Στους απανωτούς καυγάδες που είχαν τότε που η μητέρα τους χρειαζόταν και τις δυο, η αδελφή της είχε πει την αλήθεια αλλά δεν είχε θελήσει να την πιστέψει’’.

‘’Ανάθεμα την ώρα που γεννήθηκες Ανδριάνα, τα πάντα έπρεπε να τα μοιράζομαι μαζί σου’’.

Όταν η κυρία Αγγελική πέθανε, η Ανδριάνα πριν προλάβει να περάσει το απαραίτητο από το νόμο χρονικό διάστημα, κατέβηκε στο νησί κι έκανε αποποίηση κληρονομιάς. Ούτε οι απειλές της Ρόζας, ούτε οι φωνές της τήν είχαν σταματήσει. ‘’Δεν θα ζήσω ούτε μια στιγμή μαζί της, ούτε με το ασκέρι που κουβαλάει’’ είχε πει και γνώμη κανείς δεν της άλλαξε και δεν επέτρεψε ποτέ σε κανέναν να κουβεντιάσουν μαζί της για το θέμα αυτό. Η Ανδριάνα δεν είχε μετανιώσει για την απόφασή της, η έλλειψη που ένιωθε είχε να κάνει με τα ευτυχισμένα χρόνια που είχε ζήσει μέσα στην άγνοιά της ως παιδί, μόνο που τώρα είχε πάψει να είναι παιδί προ καιρού και δικαιολογίες δεν είχε.

Είχε πάει στο σπίτι της μητέρας της για τελευταία φορά ένα χρόνο μετά το θάνατό της, είχε μαζέψει τα προσωπικά της αντικείμενα κι αυτά που η κυρία Αγγελική αγαπούσε περισσότερο απ’ όλα, τα είχε κλείσει σε κούτες και βαλίτσες και είχε γυρίσει στην Αθήνα με στραπατσαρισμένη καρδιά και κομμένα γόνατα. Κανένας τόπος δεν μπόρεσε να την κρατήσει, ούτε να την αγκαλιάσει. Καμία θάλασσα δεν είχε το χρώμα …

«Μανώλη πήρα να σου πω ότι όταν με το καλό ξεμπλέξεις με όλα αυτά, το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε είναι να πάμε στο νησί, θα μείνουμε στο ομορφότερο ξενοδοχείο ή όπου βρούμε και μας αρέσει. Στη Φλωρεντία πάμε αργότερα, τι λες;»
«Τι έχεις πάθει σήμερα;»
«Κερνάω γλυκό στο γνωστό μας στέκι, δεν έρχεσαι να με βρεις;»

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here