Ο Μανώλης αγριοκοίταξε την Ανδριάνα.

«Είμαι υποχρεωμένος να διαβάσω τις λεπτομέρειες του πρώτου σου έρωτα;»
«Έχει πλάκα» απάντησε η Ανδριάνα γελώντας «και δεν ήταν ο πρώτος έρωτας, ήταν όμως μεγάλος».
«Με ενοχλεί και θα ήθελα να ξέρω,  πως θα σου φαινόταν» είπε και διέκοψε την πρότασή του στη μέση. «Έτσι δεν με ρωτάς πάντα όταν θέλεις να μπω στη θέση σου; Πως θα σου φαινόταν αν διάβαζες τις δικές μου ιστορίες;»
«Μα ήμουν τόσο νέα, ο πρώτος μεγάλος έρωτας, άλλη εποχή, άλλες καταστάσεις, έλα τώρα μην κάνεις σαν παιδί».
«Θα φέρω τη βαλίτσα με όλες τις φωτογραφίες και τα γράμματα που έχω αφήσει στο γραφείο με όλα τα γράμματα και τις φωτογραφίες της προηγούμενης ζωής μου».
«Ειλικρινά τώρα σε ενοχλεί;»
«Ναι.  Δεν θέλω να διαβάσεις παρακάτω, φτιάχνω με το μυαλό μου εικόνες και δεν μου αρέσει καθόλου. Μου φτάνουν όσο ήδη ξέρω».
«Μα ήμουν εικοσιπέντε ετών!»
«Δεν θέλω, εντάξει;»
«Καλά, μην κάνεις έτσι» απάντησε η Ανδριάνα κι έκλεισε το ημερολόγιό της.
«Τι σου ήρθε τώρα με τις αναδρομές στο παρελθόν, δεν το κατάλαβα».
«Ήθελα να ξεκαθαρίσω την αποθήκη και μου έσκασε ολόκληρος τόμος στο κεφάλι» απάντησε η Ανδριάνα ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του ημερολογίου της.
«Θα ένοιωθα καλύτερα αν το πήγαινες στη θέση του» είπε ο Μανώλης και η Ανδριάνα χαμογέλασε στα κρυφά.

Στο σαλόνι επικράτησε για λίγο μια γλυκιά ήρεμη σιωπή.

«Η αλήθεια είναι» συνέχισε η Ανδριάνα «ότι μετά από τόσα χρόνια, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες και ρίχνοντας κλεφτές ματιές, δεν πιστεύω ούτε εγώ η ίδια ότι μπορεί να ένοιωθα και να έγραφα τόσο γλυκανάλατα. Κουραστικό» είπε κι έκανε σαν γάτα που ανατριχιάζει.
«Θα συμφωνήσω μαζί σου» απάντησε ο Μανώλης.
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Ανδριάνα χοροπηδώντας πάνω στα γόνατά της.
«Δεν αλλάζουμε θέμα συζήτησης;»
«Όχι, θέλω να μου πεις» είπε, στριφογυρίζοντας ένα από τα μαξιλάρια του καναπέ ανάμεσα στα χέρια της.
«Κοίταξα στα κλεφτά …»
«Το ημερολόγιο;»
«Ναι».
«Είσαι και πονηρός! Πότε;»
«Όταν πήγες να φτιάξεις καφέ».
«Και;»
«Το άνοιξα τυχαία και διάβασα για το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκες σπίτι του» είπε ο Μανώλης μουτρωμένος. Η Ανδριάνα γέλασε.
«Για το χαστούκι που έφαγα από τη μητέρα μου διάβασες;»
«Όχι, έπρεπε;» ρώτησε και σηκώθηκε όρθιος. «Θα ετοιμαστώ για να πάω στο γραφείο» συμπλήρωσε και με δύο δρασκελιές έφυγε από το σαλόνι.
«Δεν έχεις θυμώσει;» ρωτούσε η Ανδριάνα καθώς τον ακολουθούσε.
«Όχι αλλά θα προτιμούσα να αφήσουμε το παρελθόν στη θέση του. Σύμφωνοι;»
«Ούτε νοιώθεις ότι απειλείσαι;»
«Θα έπρεπε;»
«Είναι τουλάχιστον γελοίο!»
«Το ίδιο λέω κι εγώ» της απάντησε και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Η Ανδριάνα δεν είπε τίποτα, μόνο σήκωσε τα χέρια της ψηλά και γύρισε στο σαλόνι.

«Θα είσαι σπίτι;» ρώτησε τη Ρόζα που μόλις είχε απαντήσει στην κλήση της.
«Όχι αγάπη μου, ετοιμάζομαι να πάω για σκι».
«Τι λες;»
«Τι ρωτάς; Θα περάσεις από εδώ;»
«Αν είμαστε μόνες μας …» απάντησε με νόημα η Ανδριάνα.
«Σε περιμένω» είπε η θεία της χωρίς να τη ρωτήσει τίποτα παραπάνω.

Όταν ο Μανώλης βγήκε από το μπάνιο, βρήκε την Ανδριάνα στο γραφείο, να βάζει το ημερολόγιο μέσα σε έναν μεγάλο λευκό φάκελο.

«Τι κάνεις;» ρώτησε με περιέργεια.
«Θα πάω το ημερολόγιο δώρο στη Ρόζα».
«Είσαι με τα καλά σου; Περιγράφεις και σκηνές που δεν θα έπρεπε να διαβάσει, θα σοκαριστεί» είπε με νόημα, «δεν την λυπάσαι;»
«Όχι καθόλου. Αν το καλοσκεφτείς, μάλλον θα της φτιάξω το κέφι και τη διάθεση!»
«Τι να σου πω; με εσάς τις δυο άκρη δεν βγάζω, ούτε και καταλαβαίνω …».

Η Ανδριάνα τον κοίταξε και σούφρωσε τα χείλια της.

«Ξέρεις, μου ζήτησε να της διηγηθώ τη ζωή μου».
«Γιατί δεν την ξέρει;»
«Φυσικά και την ξέρει, τι ερώτηση! Υποθέτω ότι θέλει να μάθει τα παραμέσα, τα συναισθήματα μάλλον».
«Ενδιαφέρον ακούγεται. Σκοπεύεις να το κάνεις;»
«Ναι, ίσως να είναι λυτρωτικό και για εμένα».
«Και σκοπεύεις να της τα πεις όλα;»
«Εννοείς…»
«Ναι Ανδριάνα, σε ρωτάω αν θα της πεις για την Στέλλα;»
«Όχι βέβαια, εκτός αν θελήσω να την στείλω στον άλλο κόσμο. Άσε που έτσι και μάθει την αλήθεια, με την παρόρμηση που έχει, θα θελήσει να τα πει στον Σπύρο, μήπως και τον κάνει να δει το πραγματικό πρόσωπο της Στέλλας».
«Το πιστεύεις πραγματικά αυτό;»
«Το φοβάμαι αλλά δεν είμαι σίγουρη. Τι να σου πω;»
«Το διαζύγιο του Σπύρου βγήκε;»
«Γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, ο γάμος έχει τελειώσει όμως έτσι κι αλλιώς. Ξέρεις ότι πήγε η Μυρτώ με την Στέλλα από το σπίτι του;»
«Δεν έχω ιδέα» είπε φορώντας ταυτόχρονα το παντελόνι του. «Πότε συνέβη αυτό;»

«Την προηγούμενη εβδομάδα, η Μυρτώ μίλησε με τον πατέρα της και του ζήτησε να βρεθούν και οι τρεις μαζί, για να κουβεντιάσουν κάτι δικό της,  χωρίς να του εξηγήσει κάτι παραπάνω».
«Και;»
«Μπορείς να φανταστείς την Στέλλα να μην μιλάει και να μην πετάει εξυπνάδες;»
«Με τίποτα».
«Έγινε κι αυτό όμως …»
«Για λέγε, αρχίζει να έχει ενδιαφέρον».
«Έφτασαν μάνα και κόρη μαζί για να κουβεντιάσουν τους προβληματισμούς της μικρής σχετικά με τις σπουδές της. Η Μυρτώ ήθελε να ξέρει πόσα χρήματα θα της δίνει ο πατέρας της όταν θα είναι φοιτήτρια».
«Τι λες τώρα;»
«Μάλιστα. Δήλωσε ότι χρειάζεται χίλια ευρώ το μήνα για τα έξοδα της και τον ρώτησε αν τα έχει».
«Πόσο είναι τώρα η Μυρτώ;»
«Σε λίγους μήνες θα κλείσει τα δεκαοχτώ».
«Και έκανε τέτοια ερώτηση; Δεν το πιστεύω και ο Σπύρος τι απάντησε;»
«Ότι ας περάσει πρώτα στη σχολή που θέλει και θα τα κουβεντιάσουν εκ νέου».
«Εσύ τι πιστεύεις;»

Η Ανδριάνα τον ακολούθησε στο σαλόνι. «Καφέ;» ρώτησε και πριν προλάβει ο Μανώλης να απαντήσει, πρόσθεσε στις κούπες τους καφέ ζεστό.

«Μπορεί να μην έχω δίκιο, δεν ξέρω αλλά υπάρχουν μερικές συγκυρίες που με μπερδεύουν».
«Δηλαδή;»
«Θυμάσαι το δάνειο που έχει πάρει η Στέλλα για λογαριασμό του πατέρα της;»
«Φυσικά».
«Δεν ξέρω που το έχει φτάσει το χρέος, η τράπεζα όμως απαιτεί να βάλει το πατρικό της υποθήκη και όχι να προσημειωθεί ξανά το σπίτι του Σπύρου, για καλή του τύχη αυτή τη φορά.

Η Στέλλα, προσπάθησε να το ανατρέψει αυτό αλλά δεν κατάφερε τίποτα απ’ ότι φαίνεται. Δεδομένου ότι ο Σπύρος είναι εγγυητής, ζητάνε το εκκαθαριστικό του και ο ίδιος αρνήθηκε να το δώσει στη Στέλλα ή στην δικηγόρο της και το έστειλε κατευθείαν στην τράπεζα.

Ο διακανονισμός που η Στέλλα προσπαθούσε να κάνει δεν είχε τα αποτελέσματα που η ίδια ήθελε και η δικηγόρος της πρότεινε να δοκιμάσουν εκ νέου όχι από τις κεντρικές υπηρεσίες αυτή τη φορά αλλά μέσω υποκαταστήματος».

«Τι βλακείες είναι αυτές;» φώναξε ο Μανώλης «θα έχει διαφορετική αντιμετώπιση αν πάει μέσω υποκαταστήματος; Η διοίκηση τα κανονίζει αυτά, ο φάκελός της υπάρχει ήδη στην τράπεζα και τα δάνεια καθώς και τις προσημειώσεις, δεν τις κάνουν οι διευθυντές υποκαταστημάτων, θα έπρεπε να το ξέρει, υπάλληλος στην τράπεζα δεν είναι η Στέλλα;»

«Ναι, στην στατιστική υπηρεσία νομίζω. Τέλος πάντων,  για το λόγο αυτό ο Σπύρος αρνήθηκε να το δώσει στην δικηγόρο της και το έστειλε για άλλη μια φορά στα κεντρικά της τράπεζας».

«Έχω μπερδευτεί, ειλικρινά» είπε ο Μανώλης.

«Κοίτα, υποθέτω ότι η Στέλλα προσπαθεί πάση θυσία να μάθει τα εισοδήματα του Σπύρου  για να τον στριμώξει μέσω οικονομικών απαιτήσεων κι αφού δεν κατάφερε να έχει πρόσβαση στο εκκαθαριστικό του, χρησιμοποιεί την Μυρτώ, βάζοντάς την να ζητάει στον πατέρα της χίλια ευρώ το μήνα για τις σπουδές της».

«Να πάει να δουλέψει η Μυρτώ, αυτό να της πεις. Τόσα και τόσα παιδιά δουλεύουν και σπουδάζουν, δεν κατάλαβα τι απαιτήσεις είναι αυτές. Ακόμα κι αν ο Σπύρος είχε την οικονομική άνεση να σκορπάει τα χιλιάρικα έτσι, για δικό της καλό θα πρέπει να την παροτρύνει να εργαστεί. Εσύ της μίλησες;»

«Ούτε να την δω δεν μπορώ».

«Γιατί;» ρώτησε ο Μανώλης τραβώντας την φωνή του.

«Της είπα ότι θέλω να της δώσω λίγα χρήματα, δώρο για την καινούργια χρονιά, για να αγοράσει ό,τι θέλει και την ρώτησα πότε μπορεί να βρεθούμε αλλά απάντηση δεν πήρα, ούτε κανόνισε να πιούμε έναν καφέ παρέα».

Ο Μανώλης κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση.

«Και τι σκέφτεσαι να κάνεις;» ρώτησε.
«Απολύτως τίποτα» ήταν η απάντηση της Ανδριάνας.
«Δεν το περίμενα αυτό από εσένα, οφείλω να ομολογήσω».
«Την προηγούμενη φορά που θέλησα να της κάνω ένα δώρο, άφησα τα χρήματα στον πατέρα της. Δεν με πήρε τηλέφωνο ούτε για ένα τυπικό ευχαριστώ και η Στέλλα με κατηγόρησε ότι δεν μπήκα καν στον κόπο να τα δώσω η ίδια στην Μυρτώ. Ότι και να κάνω είναι λάθος, γι’ αυτό αποφάσισα να είμαι ο εαυτός μου, εγώ θεία που μοιράζει φακελάκια δεν θα γίνω. Ή θα έχουμε φυσιολογική σχέση ή  σε όποιον δεν αρέσω δεν θα του αρέσει και η τσέπη μου».
«Όταν νευριάζεις μου θυμίζεις την Ρόζα» είπε ο Μανώλης και σηκώθηκε κοιτώντας το ρολόι του. «Φεύγω» είπε και έσκυψε να την φιλήσει. «Εσύ τι θα κάνεις;»
«Θα ανέβω στο σπίτι στον λόφο» απάντησε, χαμογελώντας πονηρά.

 ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε η Ρόζα κοιτώντας τον μεγάλο λευκό βαρύ φάκελο.
«Δωράκι» απάντησε η Ανδριάνα και πήγε να δει τι κάνει η Γαρυφαλλιά με την Ολυμπία.

«Τι κάνετε κορίτσια;» τις ρώτησε και έκατσε λίγο μαζί τους μέχρι να της πουν τα νέα του σπιτιού. Από το βάθος του σαλονιού ακούστηκε το δυνατό γέλιο της Ρόζας.

«Δεν είσαι με τα καλά σου» της φώναξε «τι είναι αυτό και ποιος το έγραψε;»
«Εγώ» απάντησε τραγουδιστά η Ανδριάνα.
«Αυτή την βλακεία την έχεις γράψει εσύ;» ρώτησε μην πιστεύοντας στα αυτιά της η θεία της.
«Είναι όλη δικιά μου» απάντησε με καμάρι η Ανδριάνα.

Η Ρόζα γελούσε δυνατά κρατώντας την κοιλιά της.

«Σου διαβάζω τον τίτλο του κεφαλαίου στην σελίδα τριάντα οκτώ. ‘’Ένα βλέμμα στον καθρέφτη’’ και θέλω να μου απαντήσεις, την Αγκάθα Κρίστι πήγες να αντιγράψεις;» είπε και συνέχισε να γελάει.

Η Ανδριάνα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

«Εσύ γελάς και ο Μανώλης συγχύζεται. Τελικά αυτό το ημερολόγιο καλή τύχη δεν θα έχει» είπε παριστάνοντας την στενοχωρημένη.

«Αλήθεια τώρα, τι είναι αυτό;»
«Η ερωτική μου ιστορία με τον Δημήτρη. Μια ολόκληρη δεκαετία από την ζωή μου κλεισμένη σε διακόσιες σελίδες».
«Κι έδωσες αυτό το ρεζίλι στον Μανώλη;»
«Άρχισα να του διαβάζω αλλά με σταμάτησε».
«Ζήλεψε;»
«Μάλλον».
«Καλά που ήρθες σήμερα, έχω να γελάσω έτσι δεν ξέρω από πότε!»

Η Ολυμπία εμφανίστηκε με έναν μεγάλο δίσκο στα χέρια και το άρωμα της λουίζας, απλώθηκε στο σαλόνι.

«Ρόζα, πως τα περάσατε με τον κύριο Νικολάου;»
«Πότε;» ρώτησε η θεία της χαζεύοντας το ημερολόγιο της ανιψιάς της.
«Δεν είχατε ένα κάλεσμα;»
«Γι’ αυτό λες; Μια χαρά» απάντησε η Ρόζα και άφησε το ημερολόγιο της Ανδριάνας στο μαρκετερί στρογγυλό τραπεζάκι που ήταν δίπλα της. «Αυτό που μου έφερες να διαβάσω είναι μια σκέτη μπούρδα και υποθέτω ότι προσπάθησες να ωραιοποιήσεις τις καταστάσεις όταν το έγραφες».
«Στο έφερα για να γελάσουμε» δικαιολογήθηκε η Ανδριάνα.
«Η ζωή κανενός δεν είναι για γέλια» απάντησε σοβαρά η Ρόζα.
«Να σου βάλω;» ρώτησε η Ανδριάνα καθώς σήκωνε την πορσελάνινη τσαγιέρα. Στην θεία της άρεσαν πάντα τα όμορφα αντικείμενα και οι λεπτομέρειες.

Έπιναν το ρόφημά τους μέσα στην σιωπή. Οι ανάσες τους και το τρίξιμο των ξύλων στην φωτιά ακουγόταν μόνο. Η ερώτηση που της έκανε η Ρόζα, ήταν κάτι που δεν περίμενε.

«Γιατί δεν έκανες παιδί;»
«Ορίστε;» ακούστηκε έκπληκτη η φωνή της Ανδριάνας και το φλιτζάνι της ταρακουνήθηκε πάνω στο λεπτεπίλεπτο πιάτο.
«Ο Δημήτρης έφταιγε; Η αλήθεια ήταν ότι ποτέ δεν μου άρεσε αυτός ο άνθρωπος. Είχε κάτι απόκοσμο πάνω του, κακός βέβαια δεν ήταν» είπε η θεία της και την κοίταξε στα μάτια, κάτω από τις βλεφαρίδες της.
«Πως σου ήρθε τώρα αυτό;»
«Δεν σε ρώτησα ποτέ ευθέως, ήθελα να είμαι διακριτική μαζί σου αλλά πια μου φαίνεται περιττό».
«Δεν ήθελα να κάνω οικογένεια Ρόζα».
«Και σου φαίνεται αυτό φυσιολογικό;»

Η Ανδριάνα ανασήκωσε τους ώμους.

«Γιατί πρέπει όλοι να έχουμε τον ίδιο προορισμό;»
«Επειδή αυτός είναι ο σκοπός του ανθρώπου».
«Να παντρεύεται και να κάνει παιδιά σώνει και καλά;»

Η Ρόζα έμεινε για λίγο σκεφτική.

«Σώνει και καλά» μονολόγησε «τι πάει να πει; Αυτά δεν γίνονται με το ζόρι αλλά πώς να το κάνουμε είναι στη φύση μας».
«Όχι για όλους» επέμεινε η Ανδριάνα.
«Ίσως γιατί ποτέ δεν προσπάθησες» απάντησε αυστηρά η Ρόζα.
«Δεν προσπάθησα τι;»
«Να κάνεις ένα παιδί, τι ποιο φυσιολογικό για μια γυναίκα, δεν καταλαβαίνω» είπε και στριφογύρισε τα δάχτυλά της πάνω στο μπράτσο της μεγάλης μπερζέρας.

Η Ανδριάνα χαμογέλασε.

«Γιατί χωρίσατε; Γιατί έφυγες; Δεν ήθελε να παντρευτείτε; Δεν ήθελε παιδί; Τι συνέβαινε; Ήταν βέβαια ανέκαθεν μονόχνοτος …».
«Έφυγα γιατί δεν ήθελα να είμαι άλλο μαζί του, γιατί κατάλαβα ότι αν παντρευόμουν, θα ήμουν δυστυχισμένη».
«Κι αυτό το κατάλαβες δέκα χρόνια μετά;» ρώτησε η Ρόζα σηκώνοντας με απορία και τα δυο της φρύδια.
«Ναι γιατί;»
«Γιατί δέκα χρόνια Ανδριάνα είναι πάρα πολλά. Αυτά τα πράγματα τα καταλαβαίνουμε αμέσως».
«Εμένα μου πήρε λίγο παραπάνω» απάντησε γελώντας.
«Κι έγκυος γιατί δεν έμεινες; Ποιος από τους δυο σας είχε πρόβλημα;»
«Γιατί υποθέτεις κάτι τέτοιο;»
«Τι να σου πω βρε παιδί μου; Μέσα σε τόσα χρόνια κανονικά θα έπρεπε να είχες παντρευτεί, να κάνεις ένα παιδί κι ας χώριζες μετά».
«Δεν ήθελα να χωρίσω έχοντας ένα παιδί Ρόζα!»
«Γιατί; Αυτό πια έχει γίνει κανόνας. Μην κοιτάς τον Γρηγόρη, αυτός είναι από άλλο ανέκδοτο».
«Άκου το μεγαλύτερο λάθος μου ήταν που γύρισα στον Δημήτρη ενώ είχαμε χωρίσει».
«Αυτό εγώ δεν το ξέρω» απάντησε η Ρόζα και η κουβέντα έμοιαζε να έχει ενδιαφέρον. «Τι θέλεις να πεις;»
«Είχαμε χωρίσει …»
«Ναι γιατί όμως;»
«Δεν έχει σημασία, παιδιάστικα πράγματα θα σου πω τώρα. Το χρονικό διάστημα που μείναμε χώρια, γνώρισα έναν αρχιτέκτονα, τον Νίκο».
«Τι λες;» είπε και βολεύτηκε καλύτερα στην θέση της.
«Ξεσηκώθηκα μαζί του όσο δεν φαντάζεσαι κι έζησα κάθε στιγμή πάθους που μέχρι τότε δεν είχα ζήσει, πετώντας στα ουράνια».
«Και στον Δημήτρη γιατί γύρισες και για ποιο λόγο;»
«Ο Νίκος μου είχε πάρει το μυαλό αλλά εμπιστοσύνη δεν του είχα καμιά. Ήταν αυτό που λέμε …»
«Γυναικάς;»
«Ναι πολύ και ίσως περισσότερο από όσο έπρεπε και άντεχα».
«Τι λες; Μας βγήκες και πικάντικη, ήταν όμορφος τουλάχιστον;»
«Ήταν ένα κράμα μεταξύ Μελ Γκίμπσον με Κέβιν Κόστνερ».
«Δεν κατάλαβα και πολύ αλλά δεν πειράζει».
«Ένα απόγευμα ο Δημήτρης, ήρθε και πέταγε πετραδάκια στο παράθυρο του σαλονιού».
«Μην μου το λες γιατί συγκινήθηκα!» είπε ειρωνικά η θεία της.
«Οι γονείς μου είχαν έρθει από το νησί και ήταν στο σπίτι. Τον ήχο στο τζάμι τον άκουσε η μητέρα μου και κοιτάζοντας από κάτω τον είδε, εγώ ήμουν στο γραφείο κι όταν επέστρεψα,  τον βρήκα να κάθετε μαζί τους στο σαλόνι».
«Αυτή η Αγγελική πάντα χαλάστρα έκανε!» συνέχισε η Ρόζα «και μετά;»
«Η αλήθεια ήταν ότι τα έχασα όταν τον βρήκα σπίτι».
«Και γύρισες στην αγκαλιά του γιατί τα έχασες;»
«Όχι αλλά πώς να στο πω, λίγο το ένα, λίγο το άλλο, με ενθάρρυνε και η μητέρα μου …»
«Πολύ της άρεσε για γαμπρός της, αυτό το ξέρω, εσύ όμως γιατί γύρισες ακόμα δεν κατάλαβα».
«Μικροαστισμός της εποχής».
«Τι πάει να πει αυτό;»
«Ένοιωθα ότι είχα δεσμευθεί, ανεξάρτητα αν το μυαλό μου το είχε πάρει ο Νίκος».
«Σε τι είχες δεσμευθεί Ανδριάνα ακριβώς, δεν καταλαβαίνω».
«Αρχικά τον είχα ερωτευθεί, ήμουν μικρή, είχε γνωρίσει τους γονείς μου, υπήρχε μια αποδοχή …»
«Αρλούμπες δηλαδή και δεν μου λες, όταν γύρισες στον Δημήτρη, με τον Νίκο τι έγινε;»
«Μετά από έναν χρόνο, ο Νίκος εγκατέλειψε τις προσπάθειες να με κερδίσει και παντρεύτηκε».
«Πάει κι αυτός» είπε η Ρόζα κουνώντας το κεφάλι της πέρα-δώθε.
«Δεν καταλαβαίνω τι σε έχει πιάσει σήμερα;»
«Θέλω να καταλάβω γιατί δεν ήθελες να παντρευτείς. Είχατε κουβεντιάσει κάτι τέτοιο με τον Δημήτρη;»
«Κοίτα, με γυρνάς πολλά χρόνια πίσω, θυμάμαι μόνο ότι εκείνος το είχε προτείνει ένα βράδυ κι εμένα μου κόπηκαν τα ήπατα».
«Γιατί; Αφού ένοιωθες ότι είχες δεσμευθεί!» είπε η Ρόζα.
«Δεν ήμουν πια ερωτευμένη» απάντησε η Ανδριάνα.
«Ήθελες τον Νίκο;»
«Με τον Νίκο η αλήθεια είναι ότι η ζωή είχε περισσότερο κέφι και γέλιο, έμοιαζε με ατελείωτη περιπέτεια αλλά πια το είχαμε τελειώσει και μην ξεχνάς ότι είχε παντρευτεί».
«Αν είχες μείνει όμως έγκυος, θα έβλεπες μάλλον τα πράγματα διαφορετικά».
«Δεν γινόταν».
«Γιατί;»
«Έπαιρνα προφυλάξεις ξέρεις».
«Κρίμα» είπε η Ρόζα και κούνησε το κεφάλι της πάνω-κάτω.
«Ξέρεις» είπε η Ανδριάνα έχοντας μια συστολή στη φωνή της, «στον μοναδικό άνδρα που έχω πει ότι τον αγαπώ, είναι ο Μανώλης».
«Αυτό δεν μπορώ να το πιστέψω» είπε η Ρόζα έχοντας ανοίξει τα μάτια της διάπλατα.
«Τελικά ίσως να μην είχα καταφέρει να το νοιώσω, ίσως …».

Το τηλέφωνο χτύπησε και η Ρόζα σηκώθηκε από την θέση ενοχλημένη που τους διέκοπταν. Μίλησε για λίγο αλλά επέστρεψε στην κουβέντα τους αμέσως.

«Ο Σταύρος ήταν, θα έρθει να φάμε το μεσημέρι, θα καθίσεις μαζί μας;» ρώτησε και πριν προλάβει να απαντήσει η Ανδριάνα η Ρόζα συνέχισε.

«Το ημερολόγιο έχει τίτλο ‘’Θέλω να γυρίσω σπίτι μου’’, σε ποιο σπίτι αναφερόσουν;»
«Την εποχή που ξεκίνησα να το γράφω, ήταν σχεδόν αμέσως από τον πρώτο χωρισμό με τον Δημήτρη και στο μυαλό μου είχα το σπίτι του, όταν όμως το τελείωσα, κατάλαβα ότι το ‘’σπίτι μου’’ δεν ήταν άλλο από τον εαυτό μου» είπε «και λίγο καιρό μετά χωρίσαμε».

Η Ρόζα ανακάθισε στη θέση της.

«Τι εννοείς όταν λες ότι το σπίτι σου είναι ο εαυτός σου;»
«Γιατί κάνεις έτσι; Δεν είπα και κάτι σπουδαίο. Βλέπεις, μέσα σε αυτά τα χρόνια έγιναν πολλά, μεγάλωσα, άλλαξα, έκανα τις ”αταξίες” μου, είδα τη ζωή διαφορετικά και το βασικότερο, είχα ξεκινήσει να επισκέπτομαι την Βέρα και η ζωή μου πήρε άλλη τροπή.

Ο Δημήτρης ήταν ένας κοριτσίστικος έρωτας που δεν είχε λόγο ύπαρξης».
«Δεν είχε λόγο ύπαρξης λες, που πάει να πει;»
«Δεν ταιριάζαμε πουθενά Ρόζα, όλα ήταν μέσα στο κούφιο μου κεφάλι. Δεν καταλαβαίνω γιατί το κουβεντιάζουμε τόσο πολύ σήμερα».
«Γιατί δεν μπόρεσα ποτέ να σε καταλάβω Ανδριάνα, εσένα, τις σχέσεις σου, την απόλυτη θέση σου απέναντι στο γάμο και την άρνησή σου να κάνεις παιδί».
«Ρόζα, για τελευταία φορά σου λέω ότι δεν έχουμε όλοι τις ίδιες ανάγκες. Έβλεπα τις συμμαθήτριες μου με τα παιδιά τους και τις λυπόμουν. Γονείς με καρότσια στο δρόμο και ρωτούσα φίλες μου αν ένοιωθαν κι εκείνες το ίδιο».
«Τι δηλαδή;»
«Λύπη».
«Ένοιωθες λύπη όταν έβλεπες γονείς στο δρόμο με καρότσι; Είσαι με τα καλά σου;»
«Αισθανόμουν ότι καταπιέζονται, ότι η ζωή τους είχε σταματήσει κι ότι από εκεί και πέρα η καθημερινότητά τους είχε γεμίσει με υποχρεώσεις».
«Έτσι είναι αλλά τα παιδιά, όσο και να σε κουράζουν, μόνο χαρά και ευτυχία φέρνουν» είπε σηκώνοντας τα φρύδια της ξανά και κουνώντας το κεφάλι της, η μπούκλα χοροπήδησε για άλλη μια φορά μπροστά στο κούτελό της.

«Έχω την εντύπωση» συνέχισε να λέει η Ρόζα «ότι αυτά είναι τα άσχημα αποτελέσματα της σχέσης σου με τον πατέρα σου».
«Το ξέρω, με βοήθησε να το καταλάβω η Βέρα αλλά και πάλι δεν ήθελα να παντρευτώ, με στένευε αυτός ο τρόπος ζωής».
«Δεν έχω να πω τίποτα άλλο» συνέχισε η Ρόζα σηκώνοντας τις δυο παλάμες της στον αέρα. «Θα επιμείνω όμως ότι αν είχες νοιώσει τη μητρότητα, μπορεί τα πράγματα να ήταν διαφορετικά».

Η Ανδριάνα σηκώθηκε εκνευρισμένη από τη θέση της και άρχισε να πηγαινοέρχεται στο σαλόνι.

«Γιατί δεν αποδέχεσαι ότι υπάρχουν γυναίκες που δεν θέλουν να ζήσουν τη δικιά σας ζωή; Ότι δεν θέλουν να κάνουν παιδιά, ότι είναι διαφορετικές τέλος πάντων».
«Δυσκολεύομαι αλλά ίσως να έχεις δίκιο» αποκρίθηκε η Ρόζα παίζοντας με τα δαχτυλίδια της.
«Και αυτή την καραμέλα με την μητρότητα θα σε παρακαλούσα να την σταματήσεις».
«Γιατί; αφού είσαι διαφορετική!»
«Ακριβώς γι’ αυτό».
«Δεν καταλαβαίνω …»
«Ποιος σου είπε ότι δεν πέρασα από αυτή τη διαδικασία;»
«Τι εννοείς;»
«Να προβληματιστώ για το αν θα κρατούσα τελικά το παιδί ή όχι».
«Αν θα κρατούσες είπες;» ρώτησε η Ρόζα συλλαβίζοντας μια-μια τις λέξεις.

Η Ανδριάνα με έναν σβέλτο δρασκελισμό στάθηκε μπροστά της με τα χέρια τυλιγμένα στο στήθος.

«Ήμουν λίγων εβδομάδων όταν το έριξα».
«Όταν έριξες τι;» ρώτησε η Ρόζα μην θέλοντας να πιστέψει αυτό που η ανιψιά της θα ξεστόμιζε και το σάλιο της ένοιωθε να την πνίγει.
«Το παιδί και ήμουν τριάντα εννέα ετών» είπε κοιτώντας κατάματα τη θεία της, χωρίς το πρόσωπό της να κάνει τον παραμικρό σπασμό.

«Τι έκανες Ανδριάνα» φώναξε η Ρόζα χτυπώντας με τα δυο της χέρια τα μπράτσα της πολυθρόνας κι αμέσως μετά τα ακούμπησε στην καρδιά της.

«Ένα παιδί ξέρεις, δεν συνεπάγεται πάντα το ‘’έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα’’, υπάρχει και η άλλη όψη του παραμυθιού, αυτή που έχει λύκους» είπε η Ανδριάνα.

Για κλάσματα του δευτερολέπτου η σιωπή στο δωμάτιο έπεσε βαριά σαν πλάκα από σίδερο.

«Φύγε από δω να μην σε βλέπω» είπε η Ρόζα ήρεμα και χωρίς να σηκώνει δεύτερη κουβέντα. Τα ρουθούνια της μόνο ανοιγόκλειναν γρήγορα, σαν του ταύρου πριν επιτεθεί.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο

agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here