«Τίποτα δεν θα γινόταν Ανδριάνα από αυτά που το μικρό σου το μυαλό φαντάζεται» είπε η Ρόζα πολύ σοβαρά. «Δεν επρόκειτο να συναντηθούμε ποτέ με τον Μάνθο και να τρέξει για να με κρύψει στην αγκαλιά του, φωνάζοντας ‘’παιδί μου’’».

«Έψαξες να τον βρεις;» τη ρώτησε η ανιψιά της.
«Γιατί να βάλω τον εαυτό μου σε τόσο κόπο και ποιος ο λόγος να ξύσω τις πληγές της μητέρας μου αλλά και να δημιουργήσω καινούργιες» απάντησε αφήνοντας το βλέμμα της να πλανιέται έξω από το παράθυρο. «Τι λες πάμε να φάμε σε ένα ωραίο εστιατόριο, ο αέρας εδώ με πνίγει» είπε.

Η Ανδριάνα δεν απάντησε και δεν κουνήθηκε από τη θέση της.

«Τα έχεις χαμένα κι εσύ» είπε η Ρόζα «αλήθεια, πιστεύεις ότι μπορείς να οδηγήσεις;»
«Γιατί που έχεις σκοπό να πάμε;» ρώτησε θορυβημένη.
«Έχω ανάγκη να με περιποιηθούν, να διώξω από πάνω μου όλη αυτή την ιστορία. Να κλείσω τις σελίδες της ζωής μου και να συνεχίσω μέσα στην καθημερινότητά μου σαν να μην έχει συμβεί τίποτα απ’ όλα αυτά».
«Απάντησέ μου σε παρακαλώ με ειλικρίνεια, μπορείς να διαγράψεις το παρελθόν σου;»
«Τόσα χρόνια αυτό έκανα , γιατί υποθέτεις ότι αυτό θα αλλάξει;»
«Δεν ξέρω Ρόζα, νοιώθω πολύ ταραγμένη, όλη αυτή η ιστορία, έχει φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή μου» είπε, σηκώθηκε από την πολυθρόνα και στάθηκε μπροστά από το μεγάλο παράθυρο κοιτώντας έξω στον κήπο. «Οι πυράκανθοι είναι τόσο όμορφοι» είπε.
«Χρειάζομαι την υπερβολή της πολυτέλειας σήμερα, πάρε να κλείσεις ένα τραπέζι στην Μεγάλη Βρετανία» ζήτησε η Ρόζα.
«Δεν νομίζεις ότι το τραβάς;»
«Κάνε αυτό που σου λέω» είπε, σηκώθηκε, ζήτησε συγγνώμη από την ανιψιά της και πήγε να  ετοιμαστεί. «Κάλεσε τον Μανώλη κι εγώ θα πω στον Σταύρο να έρθει να μας συναντήσει εκεί».
«Ρόζα …»
«Μην το συζητάς καθόλου, δεν αντέχω άλλο να μιλάμε γι’ αυτά, με πιάνει ένας πόνος εδώ» είπε κι έδειξε το στομάχι της.
«Μα κοίτα πως είμαι» αναφώνησε η Ανδριάνα και έδειξε το πουλόβερ της που τώρα κρέμαγε απ’ όλες τις πλευρές, «σαν φασουλής».

Η θεία της την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.

«Γιατί κυκλοφορείς έτσι; Τι μόδα είναι αυτή να τριγυρνάτε με τις φόρμες, τα αθλητικά και τα ξεχειλωμένα πουλόβερ μου λες; Σαν ρακοσυλλέκτρια είσαι!»
«Να το κάνουμε αύριο σε παρακαλώ, να έχω μιλήσει με τον Μανώλη και στην τελική ανάλυση αν δεν μπορεί πάμε οι δυο μας».
«Με εσένα μόνο δεν πάω, οι κουβέντες θα γυρίζουν πάντα στο ίδιο ακριβώς σημείο, βαρέθηκα» είπε γυρνώντας στη θέση της. «Ας παραγγείλουμε μια πίτσα τουλάχιστον  κι ας ανοίξουμε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, η νύχτα μάλλον θα τραβήξει και οι αλήθειες κάποια στιγμή πρέπει να ειπωθούν» είπε, αναστέναξε και περίμενε όσο η Ανδριάνα έδινε την παραγγελία της. «Να πάρεις παραπάνω, στην Γαρυφαλλιά ξέρω ότι αρέσει πολύ κι άσε την Ολυμπία να γκρινιάζει. Η γιαγιά εδώ μέσα είμαι εγώ» είπε και άρχισε να παίζει νευρικά με τα δαχτυλίδια της.

Όταν η Ανδριάνα έκλεισε το τηλέφωνο, η Ρόζα κάλεσε τον κύριο Νικολάου.

«Σταύρο μου» ξεκίνησε να λέει και χαμογέλασε αυτάρεσκα «αύριο λέμε με την Ανδριάνα να μας βγάλατε οι άνδρες έξω, τι λες;»

Η ανιψιά της δεν ήθελε να ακούσει τη συζήτηση. Διακριτικά αποχώρησε από το σαλόνι, για να ‘’βοηθήσει’’ την Ολυμπία με τα πιάτα. Επέστρεψε όταν άκουσε τη θεία της να λέει ‘’ à tout à l’heure’,’ φέρνοντας το μπουκάλι με το κρασί και κρατώντας δυο κολονάτα ποτήρια στα χέρια της.

«Θα μπορούσες τουλάχιστον να χρησιμοποιήσεις έναν δίσκο» είπε η Ρόζα, με υποτιμητικό ύφος και σηκώνοντας και τα δυο φρύδια μαζί. Η Ανδριάνα απλώς χαμογέλασε.

Έμειναν για λίγο σιωπηλές παρατηρώντας τη φωτιά.

«Ο Μανώλης;»
«Τον έχω ενημερώσει ότι θα αργήσω».
«Νομίζω ότι έχω πεινάσει λίγο, εκτός αν η συζήτηση … Ωχ, άστο καλύτερα,  χαζομάρες λέω για να περάσει η ώρα».

Μετά από μισή περίπου ώρα, ίσως και παραπάνω το κουδούνι χτύπησε. Η Γαρυφαλλιά άνοιξε την πόρτα χωρίς να την ενδιαφέρει να κρύψει τη χαρά της. Η Ρόζα χαμογελούσε και η πίτσα σερβιρίστηκε στο ειδικό πλατό, συνοδευόμενη από τα χαρακτηριστικά μπλε πιάτα, τα μαχαιροπήρουνα και τις αντίστοιχες χαρτοπετσέτες.

«Τι είναι όλα αυτά;» ρώτησε η Ανδριάνα αν και ήξερε τη μανία της θείας της με την τελειότητα.

«Κουράστηκα για να μπορέσω να φτάσω μέχρι εδώ. Να αποτινάξω από πάνω μου τη ρετσινιά του ξώγαμου, να πάψω να ντρέπομαι για τα ανομήματα των άλλων και να πρέπει να δικαιολογήσω στον εαυτό μου πρώτα απ’ όλα κάθε τι που έγινε και στιγμάτισε τη ζωή μου».

«Τι λες;» ρώτησε η Ανδριάνα ξαφνιασμένη από το παραλήρημα της θείας της.

«Εσύ τι φαντάστηκες;» είπε η Ρόζα με έντονο ύφος.
«Δεν πρόλαβα να σκεφτώ».
«Σωστά» μονολόγησε κι έκοψε ένα μικρό κομμάτι από την πίτσα της, τυλίγοντας με το μαχαίρι το λιωμένο τυρί γύρω από την μπουκιά της. Τη σιωπή της, τη συνόδευσε με μια γουλιά κρασί. «Είναι υπέροχα τα αρώματά του» είπε και γυρόφερε το ποτήρι της, παρατηρώντας τις αντανακλάσεις της φωτιάς πάνω στο γυαλί.

Η Ανδριάνα από την άλλη πλευρά του μικρού τραπεζιού, καθόταν οκλαδόν πάνω στην πολυθρόνα, με το πιάτο ανάμεσα στα πόδια της και με το χέρι της ένα κομμάτι από την πίτσα της.

«Θα μπορούσες να τρως πιο κομψά» τη μάλωσε η θεία της.
«Ποτέ την πίτσα» είπε και συνέχισε αδιάφορη παρατηρώντας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το χορό της φλόγας μέσα στο τζάκι.

«Ρόζα, θέλω να σε ρωτήσω πως ένοιωθες όλα αυτά τα χρόνια; Τι συνέβαινε μέσα σου; Γιατί τόση άρνηση να γνωρίσεις τον πατέρα σου; Έστω και στα κρυφά!»
«Στα κρυφά» φώναξε και παράτησε τα μαχαιροπήρουνα τόσο άτσαλα, που ο γδούπος τους ακούστηκε εκκωφαντικός. «Στα κρυφά;» επανάλαβε «τι με πέρασες για κανένα τσόλι; το παιδί του ήμουν και δεν κατάλαβα, γιατί έπρεπε εγώ να ντρέπομαι και από πού κι ως που να καταδεχτώ να τον δω σαν να είμαι εγώ ο παρίας; Δεν κατάλαβες μου φαίνεται, ο Μάνθος ήταν ο κλέφτης της ζωής τόσο της μητέρας μου όσο και της δικιάς μου».
«Ησύχασε δεν ήθελα να …».
«Άκου Ανδριάνα, τον πατέρα μου, δεν θέλησα να τον δω ποτέ στη ζωή μου. Τι να δω, τι να του πω και τι να μου πει; Για να χαρώ ή να για νοιώσω την έλλειψη του και έλλειψη ως προς τι; Ακόμα κι αν εμφανιζόταν, ο τρόπος ήταν μόνο ένας. Να με αναγνωρίσει και να αποκτήσω ίσα δικαιώματα στη ζωή του, όπως θα είχαν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας του».
«Ξέρεις αν παντρεύτηκε;»
«Φυσικά και είχε παντρευτεί, είχαν βουίξει οι εφημερίδες της εποχής, τα αποκόμματα τα είχα βρει στα πράγματα της μάνας μου. Τον αγαπούσε μάλλον ακόμα και στη θέση της Ματίνας, στο πλευρό αυτού του αλήτη βρισκόταν μια άλλη γυναίκα. Νέα κοπέλα ήταν τότε η μητέρα μου, τι έφταιγε κι αυτή;»
«Πως ένοιωσες όταν ανακάλυψες την ταυτότητα του πατέρα σου;»
«Ζήλια, μια μεγάλη αθεράπευτη ζήλια. Έβλεπα την Ματίνα να πληρώνει με το αίμα των χεριών και της ψυχής της, την πίστη της στην αγάπη και στον έρωτα. Εκείνη ήταν το μεγαλύτερο θύμα, όχι εγώ. Το φαντάζεσαι τι πέρασε αυτή η γυναίκα; Όχι άσε δεν θέλω να μου απαντήσεις. Ούτε εσύ, ούτε εγώ αλλά και κανείς άλλος δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει τη μητέρα μου. Ήμουν όμως το πρωτότοκο παιδί του το οποίο το πέταξε σαν τσαλακωμένο σκουπίδι. Γιατί να μην ζηλέψω;

Πολλές φορές αναρωτιέμαι και παραμιλάω μόνη μου. Ήθελε πολλά άντερα για να κάνει στην εποχή της η μητέρα μου αυτά που έκανε. Ακόμα και ο παππούς σου ο Γιάννης που την βοηθούσε, στα κρυφά το έκανε. Προτίμησε να τον κατηγορήσει ο αδελφός του για κατάχρηση παρά να ομολογήσει την αλήθεια. Ολόκληρος άντρας και δεν είχε τα κότσια να του πει ‘’την κόρη σου βοηθάω παλιοτόμαρο, αυτή που πέταξες στο δρόμο’’ κι εσύ με ρωτάς τι ακριβώς; Τι συναισθήματα είχα για την οικογένειά μου, τόσο από τη μια όσο κι από την άλλη πλευρά και θέλεις να σου απαντήσω; Να λοιπόν …»

Στο σαλόνι ακούστηκε ένα δυνατό «φτου».

«Αυτά είναι τα συναισθήματά μου» είπε η Ρόζα που τώρα ρουθούνιζε από θυμό.

«Δεν θέλω να σε πληγώνω».
«Το ξέρω»
«Μα έχω ανάγκη να καταλάβω, να μάθω».

Η Ρόζα αναστέναξε.

«Ρώτα με» είπε.
«Πότε έμαθες την αλήθεια;»
«Μάλλον δεν την έκρυψε ποτέ η μητέρα μου».
«Δηλαδή;»

«Στο πιστοποιητικό γεννήσεώς μου έγραφε ‘’αγνώστου πατρός’’. Μπορείς να συμπεράνεις τι θα γινόταν στο σχολείο αν τα υπόλοιπα παιδιά μάθαιναν την αλήθεια που τελικά κάποια στιγμή την έμαθαν. Η μητέρα μου θεωρούσε ότι ήταν καλύτερο να προλαμβάνεις εσύ τα γεγονότα κι όχι αυτά εσένα κι αυτό έκανε. Έτσι λοιπόν αποφάσισε ότι δεν θα ζήσει ως κυνηγημένη. Δεν ξέρω γιατί δεν έγινα ο περίγελος του σχολείου, ίσως γιατί στην δική μου θέση βρισκόταν κι άλλα παιδιά. Ο παππούς σου ο Γιάννης, όσο και να τη βοηθούσε, χρήματα για να πάω σε ένα από τα καλά σχολεία, δεν έδινε ή δεν είχε. Από την άλλη, μπορεί να ήταν αυτό και το πιο σωστό τώρα που το σκέφτομαι. Ακόμα κι αν η ιστορία της Ματίνας για τον πεθαμένο μου πατέρα ίσχυε, εκείνη πως θα εμφανιζόταν μπροστά τους; Με τα σκασμένα από τη μπουγάδα χέρια; Φέρε λίγο στο νου σου τις άσπιλες και αμόλυντες κυρίες της εποχής. Το σούσουρο θα μας αποτέλειωνε κι αυτό θα ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί.

Η μητέρα μου διάλεξε μια διαδρομή που όσο δύσκολη κι αν ήταν, τουλάχιστον δεν υπήρχαν σκιές για τις οποίες έπρεπε να κρυβόμαστε. Μεγαλώναμε και ο πατέρας σου κι εγώ γνωρίζοντας πολύ καλά από πού κρατάει η σκούφια μας. Ο Παυλής ήταν ο πιο δυστυχισμένος απ’ όλους μας. Έζησε τα μεγάλα τζάκια και μετά βρέθηκε στα λασπόνερα. Αυτό είναι πιο δύσκολο από αυτά που γνώρισα εγώ. Βλέπεις δεν είχα μέτρο σύγκρισης κι έτσι ήταν όλα πιο εύκολα».

«Ο παππούς σου και η γιαγιά σου δεν έψαξαν να σας βρουν ούτε αυτοί;»

«Δεν τους είδα ποτέ μπροστά μου και δεν έμαθα κάτι γι’ αυτούς. Αν η μητέρα μου ήρθε σε επαφή μαζί τους, εμένα λέξη δεν μου είπε».

«Δεν είχες περιέργεια να τους γνωρίσεις;»

«Θα σου πω τα ίδια που είπα και για τον Μάνθο. Άχρηστοι άνθρωποι εφόσον φέρθηκαν έτσι στο ίδιο τους το παιδί. Ουδόλως με ενδιαφέρει αν η γιαγιά μου μπορούσε ή δεν μπορούσε. Την κόρη της έπρεπε να την υπερασπιστεί,  ας έφευγε μαζί της, ας γυρνούσε στη δική της οικογένεια. Όλοι γύρω τριγύρω ήταν τόσο πωρωμένοι με τους τίτλους και τα αξιώματα που τα έβαζαν πάνω και από το μοναχοπαίδι τους; Τι να σου πω, μπορεί να ήταν έτσι η εποχή, μα μέσα μου, βαθιά στην ψυχή μου δεν το πιστεύω. Ανάξιοι άνθρωποι, απάνθρωποι, άρα την απάντησή σου την πήρες. Τον Παναγή και την Τασία Παππά εγώ ούτε ζωγραφιστούς δεν ήθελα να τους δω. Απορίας άξιον μέχρι και σήμερα, πως ο παππούς σου ο Γιάννης βγήκε τόσο καλός άνθρωπος. Ίσως τα δικά του βάσανα  τον σφυρηλάτησαν διαφορετικά. Ποιος ξέρει…

Θυμάμαι, ότι στο Πολύγωνο, γύρω από εμάς, ζούσαν οικογένειες που τίτλους μπορεί να μην είχαν, ούτε και λίρες χρυσές, είχαν όμως καρδιά και ήταν μπεσαλήδες.

Εμένα παιδί μου στη ζωή μου, δεν μου έλειψε τίποτα. Ούτε αγάπη, μα ούτε και οι αγκαλιές. Στη φτώχια σημασία δεν έδινα, μέσα σε αυτή γεννήθηκα και σύγκριση με ένα αλλοτινό παρελθόν εγώ δεν είχα. Ζούσα την κάθε μέρα μου όπως εκείνη ξημέρωνε, με τα καλά και τα άσχημά της. Η ζωή όμως ήταν σαν να μου χρώσταγε κάτι και η καλή μου τύχη άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της, όταν έπιασα δουλειά στην κυρία Ασημακοπούλου. Τότε γνώρισα τον θείο σου και ολόκληρη την οικογένειά του».

«Ρόζα» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα μα η θεία της την διέκοψε.

«Ξέρω τι θα με ρωτήσεις» απάντησε και ήπιε λίγο από το κρασί της. «Δεν έκρυψα ποτέ την αλήθεια και από κανέναν που είχε άμεση σχέση η ζωή μου με την δική του».

«Εμείς όμως δεν είχαμε ιδέα».

«Εσείς Ανδριάνα μου δεν θα αποφασίζατε για την τύχη μου. Είσαστε το αποτέλεσμα της ζωής μου, κατάλαβες; Ο Γιωργής είχε τον πρώτο λόγο και το ερώτημα ήταν, αν ήθελε να βάλει στη ζωή του μια γυναίκα με τη δική μου ιστορία. Περγαμηνές δεν είχα και η ιστορία μου από μόνη της, ήταν δύσκολα αποδεκτή, πώς να το κάνουμε.  Έπειτα έπρεπε να μας δώσουν την ευχή τους και οι γονείς του. Η κυρία Ζωή και ο κύριος Σπύρος αγκάλιασαν την μητέρα μου κι εμένα με τρόπο που δεν φαντάζεσαι».

«Δηλαδή;»

«Όταν αρχίσαμε τα σούρτα-φέρτα με τον θείο σου, του είπα όλη την αλήθεια. Δεν ήθελα να αρχίσω να δένομαι με έναν άνθρωπο που θα αποφάσιζε να με κάνει στην άκρη γιατί δεν θα ήμουν αντάξιά του. Ο Γιωργής όμως με είχε αγαπήσει και ήταν αποφασισμένος ότι θα γινόμουν γυναίκα του, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Ο πειρασμός για να γλεντήσω τη ζωή μου μαζί του, καταλαβαίνεις τώρα, κοπέλα ήμουν κι εγώ και το αίμα μου έβραζε, ήταν μεγάλος. Η ζωή και τα ‘’λάθη’’ της μητέρας μου με είχαν τρομοκρατήσει. Η τιμή μου, κρυβόταν ανάμεσα στα πόδια μου» είπε και κούνησε το κεφάλι της. «Έτσι λοιπόν ρομαντικές στιγμές πάνω σε σακιά με πατάτες δεν ζήσαμε».

«Ρόζα θέλεις να πεις ότι ο θείος ο Γιωργής ήταν ο πρώτος σου;»

«Ναι και για την ακρίβεια μετά τον γάμο».

«Με τον δικό σου χαρακτήρα δεν θα το έβαζα με το νου μου».

«Τι να κάνουμε, ο κάθε ένας κουβαλάει τις λαβωματιές του. Τέλος πάντων, όταν ήρθε η ώρα να γίνει πιο επίσημη η όλη κατάσταση, ζήτησα να μιλήσω στην κυρία Ζωή και να είμαστε μόνες μας. Ντρεπόμουν τον κύριο Σπύρο.

Στον Γιωργή δεν άρεσε και πολύ κάτι τέτοιο, επιλογές όμως δεν του άφησα και η κυρία Ζωή ήξερα ότι με συμπαθούσε ήδη. Πορεύθηκα λιγάκι εκ του ασφαλούς για να λέμε την αλήθεια. Η συνάντηση είχε οριστεί μετά το κλείσιμο του μαγαζιού. Η κυρία Ζωή είχε κρίνει ότι καλύτερα θα ήταν να τα λέγαμε οι δυο μας μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Το δίκιο της το είχε κι εγώ ένοιωθα καλύτερα έτσι. Βλέπεις δεν ήμουν εξοικειωμένη και με τις βόλτες στα ζαχαροπλαστεία της καλής κοινωνίας. Όταν έφυγε ο κύριος Σπύρος με τον Γιωργή, μπήκα στο μαγαζί. Καθίσαμε η μια απέναντι από την άλλη. Η κυρία Ζωή από τη θέση της στο ταμείο δεν κούνησε. Στην αρχή ήμουν αμήχανη με διευκόλυνε όμως η ίδια.

‘’Ξέρω κάποια πράγματα για σένα, λίγα μου έχει πει η κυρία Ασημακοπούλου κι άλλα τόσο η γειτονιά’’. Αλήθεια δεν έλεγε, γιατί η γειτονιά της πλατείας Συντάγματος δεν ήξερε λέξη για εμένα, όμως η συζήτηση έπρεπε να αρχίσει και χωρίς περιστροφές το βράδυ εκείνο της είπα όλη την ιστορία της ζωή μου έτσι ακριβώς όπως την είχα ζήσει».

«Ήθελε τσαγανό αυτό» είπε η Ανδριάνα.

«Κοίτα, ήμουν αποφασισμένη ότι στη ζωή μου ή θα τα κέρδιζα όλα ή τίποτα. Το τίποτα βέβαια δεν ήξερα τι σήμαινε και ευτυχώς δεν έμαθα, όμως μια διαδρομή μόνο είχα διαλέξει. Να εξελιχθώ σε κάτι καλύτερο από αυτό που η μοίρα μου μέχρι εκείνη τη στιγμή μου είχε επιφυλάξει.

Η κυρία Ζωή με άκουσε με προσοχή πλέκοντας ταυτόχρονα μια ζακέτα. Θυμάμαι ακόμα τον ήχο από τις βελόνες της. Τα χέρια της δεν τα προλάβαινε η ματιά, σταματούσε μόνο για να μετρήσει τους πόντους, δυο-δυο με το δάχτυλο και η βελόνα άλλαζε μασχάλη.

‘’Εγώ κορίτσι μου δεν κρίνω τους ανθρώπους από τους τίτλους’’ είχε πει. ‘’Τη ζωή της μητέρας σου και τη δική σου δεν την έχουμε ζήσει, ούτε ο άνδρας μου ούτε κι εγώ. Για τον Γιωργή κι εμείς είχαμε άλλα όνειρα. Σπουδές, ένα γάμο που θα ήταν με μια κοπέλα της τάξης μας κι όλα αυτά τα αναμενόμενα. Ο ίδιος όμως διάλεξε άλλη ζωή κι εμείς θα την σεβαστούμε όπως οφείλουμε. Αυτό που προσεύχομαι είναι η γυναίκα που θα διαλέξει να τον αγαπάει και να τον φροντίζει. Τα υπόλοιπα θα της τα μάθω εγώ. Την Κυριακή θα σας περιμένουμε με την μητέρα σου και τον ξάδελφό σου σπίτι μας, να φάμε όλοι μαζί και για τα υπόλοιπα βλέπουμε’’ είχε πει κι εγώ είχα μείνει παγωμένη στη θέση μου να την κοιτάζω.

Εκείνο το βράδυ άργησα να γυρίσω σπίτι μου και πριν προλάβει η μητέρα μου να με αρπάξει από το μαλλί, έκατσα και της μίλησα για όλα.

‘’Θα παντρευτείς;’’ με είχε ρωτήσει.
‘’Δεν ξέρω μάνα, αν μας δώσουν τελικά την ευχή τους’’.
‘’Εσύ τον αγαπάς;’’
‘’Ναι αλλά όχι όπως εσύ τον Μάνθο, βλέπεις φοβάμαι λίγο’’.
‘’Καλά κάνεις’’ είχε απαντήσει και όλοι μαζί περιμέναμε να έρθει η μεγάλη μέρα. Η κάθε μία από εμάς έκανε τα δικά της σχέδια, ανομολόγητα όμως για να μην πληγωθούμε αν η ζωή τα έφερνε αλλιώς.

Την Κυριακή, η κυρία Ματίνα νομίζω ότι τους κέρδισε όλους με την αρχοντιά της. Είχε κρύψει τα χέρια της μέσα σε ένα ζευγάρι αραχνοΰφαντα γάντια που της είχε φέρει δώρο ο θείος της ο Γιάννης από την Αίγυπτο. Δεν τα έβγαλε ούτε την ώρα του φαγητού, ντρεπόταν. Αργότερα μου είχε εκμυστηρευτεί, ότι αρχικά δεν είχε καταλάβει που θα της χρησίμευε ένα τόσο όμορφο και λεπτεπίλεπτο δώρο. Να όμως που είχε έρθει η στιγμή να τα φορέσει για να κρύβουν τα σκασμένα από τις μπουγάδες χέρια της.

Η μητέρα μου είχε μεγαλώσει σε ένα αρχοντόσπιτο και η καταγωγή, θέλεις δεν θέλεις δεν κρύβεται. Οι κινήσεις της όλες αλλά και ο τρόπος που μιλούσε, έβαλαν στη θέση τους αυτά που οι λέξεις δεν μπορούσαν να πουν. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, η παρακατιανή της παρέας ήμουν εγώ!» είπε η Ρόζα και άρχισε να γελάει μόνη της. «Σκέψου το λίγο Ανδριάνα, η μητέρα μου και ο πατέρας σου κρατούσαν από τζάκι, εγώ μόνο είχα γεννηθεί στα λασπόνερα κι άλλο κόσμο δεν είχα γνωρίσει!

Για να μην μακρηγορώ άλλο πια, την ιστορία από εκεί και πέρα την ξέρεις. Η απόφασή μας να μην σας πούμε τίποτα ήταν γιατί θεωρούσαμε ότι δεν σας αφορούσε και δεν βλέπαμε που θα μπορούσε να σας ωφελήσει όλη αυτή η γνώση, τα αγόρια σίγουρα θα τα άφηνε αδιάφορα».

«Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι ακριβώς έτσι».

«Να μιλάς για λογαριασμό σου, τι φαντάζεσαι ότι θα άλλαζε στη ζωή του Γρηγόρη και του Σπύρου; Θα τους έπιανε ο πόνος να βρούνε τις χαμένες ρίζες τους; Για τα αγόρια είναι αλλιώς».

«Εγώ όμως θα ήθελα να γνωρίσω την οικογένεια της γιαγιάς μου αλλά και να έβλεπα το σπίτι της οδού Χανίων και η μνήμη του παππού μου του Γιάννη κάτι μου φέρνει γλυκό μέσα μου».

«Ειδικά για το σπίτι είναι εύκολο. Δεν θα βρεις ούτε κεραμίδι. Έπιανε ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο. Η είσοδος ήταν από την Χανίων και ακόμα και σήμερα, περικλείεται από τις οδούς Πατησίων, Χανίων, Ιωάννου Δροσοπούλου και Κεφαλληνίας. Ούτε εγώ δεν είμαι σε θέση να σου περιγράψω πως ήταν και ο πατέρας σου, μας έχει αφήσει χρόνους και καιρούς για να μας πει τι είχε ζήσει μέσα εκεί αλλά και η μητέρα σου, που το ψώνιο της με αυτό το σπίτι το είχε, ακολούθησε τον άντρα της στον άλλο κόσμο. Τι να σου κάνω;»

«Για την οικογένεια της γιαγιάς μου δεν ξέρεις τίποτα;»

Η Ρόζα ανασήκωσε τους ώμους της και κούνησε δεξιά κι αριστερά το κεφάλι της, με την μπούκλα να χοροπηδάει στο μέτωπό της.

«Δεν έχω ιδέα, το μόνο που ξέρω είναι αυτά που σου έχω ήδη πει».
«Ούτε καν το επώνυμο;»
«Τόσα τραπεζομάντηλα έχουμε με τα αρχικά της Α.Κ. και δεν θα το ξέρω; εσύ τι νομίζεις;»
«Τι λες θα ήταν εύκολο να βρω μια άκρη;»

«Αυτό το κομμάτι της πίτσας, κόψ’ το στη μέση σε παρακαλώ, έχει παγώσει και δεν θα μπορέσω να το φάω όλο».
«Να το πάρεις με το χέρι, έτσι τρώγεται η πίτσα».
«Αυτά τα αφήνω για εσάς» απάντησε η Ρόζα όση ώρα περίμενε να την σερβίρει η ανιψιά της. «Ανδριάνα να σε ρωτήσω. Αν βρεις την οικογένεια της γιαγιάς σου τι θα κάνεις ακριβώς;»

«Θα ήθελα να τους γνωρίσω, να μου μιλήσουν για την περιβόητη όμορφη Καίτη. Αν την γνώρισαν, να ακούσω την ιστορία από την δική της πλευρά, έτσι όπως η ίδια θα την έχει διηγηθεί ή έτσι όπως οι γλώσσες της εποχής θα την έχουν εξιστορήσει».

«Η γιαγιά σου πέθανε το 1965 και ο πατέρας σου που ήταν ο νεότερος της οικογένειας, πριν λίγα χρόνια. Ποιόν φαντάζεσαι ότι θα βρεις; Η αδελφή της γιαγιάς σου είχε πεθάνει λίγο μετά το γάμο της, άρα άμεσους συγγενείς δεν είχε αφήσει κι επιτέλους, άσε τον κόσμο στην ησυχία του. Την έννοια σου νομίζεις ότι έχουν;»

«Τι θέλεις να πεις;»

«Πες βρε παιδί μου ότι βρίσκεις τρίτα, τέταρτα ή έστω και πέμπτα ξαδέλφια, μεγαλύτερα ή λίγο μικρότερα από σένα, τι είναι αυτό που σας δένει μου λες;»

«Δεν ξέρω …»

«Ξεράδια πανάθεμά σε! Άκουσε τα για πρώτη και τελευταία φορά. Από την οικογένεια της γιαγιάς σου, κανείς δεν θέλησε να κρατήσει επαφές, όχι με εσένα αλλά με τον πατέρα σου».

«Γιατί;» ρώτησε έκπληκτη η Ανδριάνα.

«Αυτό δεν το ξέρω, εσύ τώρα τι θέλεις να ψάξεις να βρεις μου λες; Ούτε περιουσιακά στοιχεία δεν υπάρχουν πια δια να διεκδικήσεις, άρα;»

Η Ανδριάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι συμφωνώντας με τη θεία της.

«Βέβαια αν εσύ έχεις τέτοια ανάγκη να σου δώσω ό,τι στοιχείο έχω στη διάθεσή μου κι κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Μεγαλοδύναμος, τι να σου πω, μπορεί να είναι η μοίρα σου και το ριζικό σου αυτό, ποιος ξέρει;» είπε και της έδωσε το κουτί με τις φωτογραφίες.

«Τελικά» συνέχισε η Ανδριάνα «μου έχεις γεμίσει το σπίτι με φωτογραφίες από ανθρώπους που ούτε γνώρισα και ούτε ξέρω τι να τις κάνω».

«Αυτό είναι κάτι που θα το βρεις εσύ» είπε η Ρόζα και κοίταξε το ρολόι της. «Πήγαινε στη βιβλιοθήκη και φέρε μου εκείνο τον παλιό δερμάτινο τηλεφωνικό κατάλογο, άνοιξέ τον στο γράμμα κάπα και κάνε τον κόπο να φέρεις και τα γυαλιά μου».

Η Ανδριάνα τραγουδούσε

‘’Άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα
τις αναστολές σου πέτα
ζήτα, ήτα, θήτα, γιώτα
σβήσε αν ντρέπεσαι τα φώτα.
Κάπα, λάμδα, μι και νι
δώσ’ μου τώρα ένα φιλί
κι όταν φτάσουμε στο ωμέγα
θα χτυπήσει η αγάπη φλέβα’’

«Τι αμανέδες είναι αυτά που τραγουδάς;» γκρίνιαξε η Ρόζα και φόρεσε τα γυαλιά της. Κράτησε με προσοχή το δερμάτινο ξεφτισμένο ευρετήριο ψάχνοντας κάτι με ενδιαφέρον. Το δάχτυλό της σταμάτησε σε ένα σημείο.

«Το επώνυμο της γιαγιάς σου είναι αυτό» είπε και το έδειξε στην Ανδριάνα, «από εδώ και στο εξής κάνε κουμάντο μόνη σου» είπε και συνέχισε «αν δεν σε πειράζει, είναι αργά κι έχω κουραστεί, ας το διαλύσουμε να πούμε τώρα καληνύχτα κι αύριο κανόνισε να είσαι ντυμένη και περιποιημένη σαν κυρία κι όχι σαν σούργελο. Θέλω να περάσω καλά!».

«Στον Σπύρο και στον Γρηγόρη δεν θα πούμε τίποτα;»

«Σου είπα ότι θέλω να περάσω καλά κι όχι να συγχυστώ άλλη μια φορά από την αρχή. Καληνύχτα Ανδριάνα και σβήσε και τα φώτα του κήπου σε παρακαλώ» είπε καθώς η ανιψιά της την αγκάλιαζε και την έσφιγγε επάνω της.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο

agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here