«Είμαι υιοθετημένη» απάντησε η Κλειώ.

«Αυτό το ξέρω, γιατί υπέθεσες ότι μπορεί να είμαι εγώ η βιολογική σου μητέρα δεν κατάλαβα όμως.».

«Όταν πέθανε η Ειρήνη, η θετή μου μητέρα …» ξεκίνησε την αφήγησή της η Κλειώ και τα μάτια της βούρκωσαν, είπε κάτι για σένα, δεν μπόρεσα να καταλάβω εκείνη την ώρα τι ακριβώς έλεγε, ήμουν σε πανικό. Αργότερα, προσπαθώντας να συνδέσω τα γεγονότα, κατέληξα ότι εννοούσε εσένα κι έτσι έβαλα σκοπό της ζωής μου να σε βρω και να μπορέσω να σταθώ απέναντί σου και να σε ρωτήσω ‘’γιατί;’’».

«Άκου κορίτσι μου, η Λουκία, λίγο πριν κλείσεις τα δύο, είχε ήδη γνωρίσει έναν άλλο άντρα και καλά έκανε, ήταν πολύ νέα για να χαραμίσει τα νιάτα της. Ζώντας με την οικογένεια του πατέρα σου, η αλήθεια ήταν ότι καλά δεν περνούσε. Η γιαγιά σου η Χρύσα ήταν ομολογουμένως ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος και μετά το θάνατο του παιδιού της, η μόνη της παρηγοριά ήσουν εσύ. Τη μητέρα σου ποτέ δεν τη συγχώρεσε και κατά κάποιο τρόπο τη θεωρούσε υπεύθυνη για όλα τα δεινά της οικογένειά της και με κάθε ευκαιρία, την προσέβαλε».

«Γιατί με έδωσε; Αυτή δεν ήταν που έλεγε ότι θα με μεγάλωνε με κάθε τρόπο; Ξέρεις που βρίσκεται;» ρώτησε και η αγωνία ήταν χαραγμένη στα μάτια της.

«Ξέρω μόνο ότι παντρεύτηκε και έφυγε για τον Καναδά. Από τότε δεν άκουσε κανείς από εμάς νέα της και όσο ο καιρός περνούσε τα πρόσωπα και τα γεγονότα έπεφταν στη λήθη κι εμείς ξεχαστήκαμε μέσα στην καθημερινότητά μας».

«Και τότε πως έμαθες ότι υιοθετήθηκα;»

«Πόσο φαντάστηκες ότι έζησαν ο παππούς και η γιαγιά σου; Δεν άντεξαν, πρώτα έφυγε η γιαγιά σου και πριν προλάβει να περάσει μήνας έφυγε και ο παππούς σου με τα μυαλά του ήδη σαλεμένα. Το μόνο που εμείς μάθαμε ήταν, ότι οι συγγενείς του πατέρα σου, σε έδωσαν σε ένα ζευγάρι που πάσχιζε για χρόνια να κάνει παιδί αλλά δεν τα είχε καταφέρει. Είχαν σταθεί στην οικογένεια του πατέρα σου και σε είχαν από κοντά. Αυτά είναι κουβέντες της μητέρας μου. Εκείνη κρατούσε επαφές μαζί τους, η Ματίνα ήταν αυτή που ερχόταν να σε δει και έφερνε ό,τι έφτιαχνε με τα χέρια της αλλά και παιχνίδια που σας στέλναμε εμείς». Η Ρόζα ήδη ένιωθε άσχημα. Της ήταν δύσκολο να περιγράφει στην Κλειώ αυτά που ήξερε και ταυτοχρόνως ένα τσίμπημα για την αδιαφορία της το ένιωσε. Τι έπρεπε όμως να έχει κάνει; Ήταν πολύ μπερδεμένα όλα αυτά και η ίδια πολύ κουρασμένη. «Δεν είμαι η μητέρα σου παιδί μου κι αν αυτό σε κάνει να νιώσεις καλύτερα, ας κάνουμε κι ένα τεστ DNA για να ησυχάσει η ψυχή σου» είπε κι έγειρε το κεφάλι της μαλακά στο πλάι.

«Πάμε» είπε η Ανδριάνα, σκέπασε τη θεία της κι έπιασε την Κλειώ από τον αγκώνα, σπρώχνοντας την με ελαφριές κινήσεις έξω από το δωμάτιο της θείας της. ‘’Τι ιστορίες’’ σκέφτηκε μα το θυμό της δεν μπορούσε να τον κρύψει. Η Κλειώ θα της ξέκανε την Ρόζα; και τι να έκρυβε άραγε μέσα στο αρρωστημένο της μυαλό;

Οι δυο γυναίκες κατέβηκαν στον κάτω όροφο του σπιτιού αμίλητες.

«Τελικά όλα αυτά τα χρόνια ήσουν δίπλα μας μόνο και μόνο για να εκδικηθείς την Ρόζα;»

«Δεν θα το έλεγα έτσι ακριβώς …»

«Η θεία μου σε εμπιστεύτηκε, ήσουν πάντα το δεξί της χέρι, ξέρεις πράγματα για την εταιρία που ούτε εγώ η ίδια δεν γνωρίζω» είπε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της.

«Δεν ξέρεις πως είναι να ψάχνεις την οικογένειά σου, ούτε που περνάει από το μυαλό σου, ούτε τα συναισθήματα που με κατακλύζουν όταν σκέφτομαι τη γυναίκα που με έφερε στον κόσμο αλλά και την άλλη που με μεγάλωσε και στάθηκε δίπλα μου πραγματική μάνα».

«Τι θέλεις τελικά Κλειώ, τι ζητάς από εμάς;»

«Τις ρίζες μου, να βρω τα κομμάτια μου» είπε κι έφυγε αφήνοντας την πόρτα.

Κατέβαινε από το σπίτι στο λόφο και το μυαλό της έτρεχε στο παρελθόν.

 

Ήταν αρχές Οκτώβρη όταν είχε παρκάρει το μικρό της αυτοκίνητο,  έξω από το σπίτι της μητέρας της στο Παγκράτι στην οδό Δαμάρεως.

Είχε κλείσει τη μηχανή και κοιτούσε την είσοδο της πολυκατοικίας που μεγάλωσε.

‘’Τέλος εποχής’’ σκέφτηκε και ρίγη την έπιασε όταν συνειδητοποίησε ότι το σπίτι που μεγάλωσε, θα περνούσε σε άλλον ιδιοκτήτη. Αύριο, η μητέρα της, η κυρία Ειρήνη, η Ρηνούλα της, θα βρισκόταν στη μονάδα φροντίδας, δίπλα στη θάλασσα έχοντας στο πλάι της νοσηλευτές που τόσο τους είχε ανάγκη.

‘’Αυτό ήταν το λογικό’’ μουρμούρισε προσπαθώντας να πείσει τον ίδιο της τον εαυτό. Η υγεία της μητέρας της, μετά το θάνατο του πατέρα της τα τελευταία χρόνια, επιδεινωνόταν αργά αλλά σταθερά. Ήταν αδύνατον να μείνει μόνη, όλοι το καταλάβαιναν και η ίδια είχε προσπαθήσει να μεταπείσει τη μητέρα της και να δεχθεί να μείνει μαζί της. Μια γυναίκα εσωτερική για να την βοηθάει θα ήταν το καλύτερο. Της ήταν αδιανόητο αυτό που ήταν αναγκασμένη να κάνει, η κυρία Ειρήνη όμως ήταν ανένδοτη.

‘’Εσύ θα κάνεις τη ζωή σου κι εγώ τη δική μου’’ της είχε πει ‘’δεν σε μεγάλωσα για να σε βασανίσω στα στερνά μου’’.

Μα κι αυτό που ήταν αναγκασμένη να κάνει βάσανο δεν ήταν; Ένιωθε σαν να έθαβε με τα χέρια της ζωντανή την Ρηνούλα. Ήξερε ότι το κέντρο φροντίδας δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τον προθάλαμο του τέλους. Γιατί έπρεπε να αναγκαστεί να ζήσει και αυτό; Ήταν τόσο σκληρό!

Η Ειρήνη, από το σπίτι που έζησαν όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε σκοπό να το κουνήσει και από το μυαλό της Κλειώς δεν είχε περάσει ούτε για μια στιγμή τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν. Ήταν η ειδοποίηση από την τράπεζα που έφερε την αλήθεια στην επιφάνεια.

‘’Ο πατέρας μου είχε αφήσει ένα ικανοποιητικό ποσό για την εξόφληση των δανείων’’ είχε πει στον υπάλληλο της τράπεζας όταν συναντήθηκε μαζί του. Έτσι τουλάχιστον της είχε πει η μητέρα της. “Δεν είναι δυνατόν να μην έχουν πληρωθεί οι δόσεις”.

‘’Έχουμε προσπαθήσει πολλές φορές να έρθουμε σε επαφή με την μητέρα σας αλλά πάντα μας αγνοεί εδώ και τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Δυστυχώς τώρα το θέμα έχει φύγει από τα χέρια μας’’ της είχε απαντήσει όσο πιο ευγενικά μπορούσε, “το έχει αναλάβει το Νομικό Τμήμα κι εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι παραπάνω”. Ήταν σίγουρη ότι  κανένας υπάλληλος πλέον δεν ήταν διατεθειμένος να ασχοληθεί άλλο με το διαμέρισμα στο Παγκράτι. Τη δουλειά τους έκαναν.

Η Ειρήνη, μετά τον θάνατο του άντρα της, η αλήθεια ήταν ότι είχε δημιουργήσει πολλά χρέη σε ανακατασκευές στο σπίτι και αλλαγές στα έπιπλα. Η σύνταξη που έπαιρνε όλο και συρρικνωνόταν σε σχέση με τις τιμές που αυξάνονταν και το ληξιπρόθεσμο ποσό του δανείου, μαζί με τους τόκους, όσο και να ήθελε η Κλειώ να την βοηθήσει και να τα αναλάβει όλα, ήταν πέρα από τις δυνατότητές της και χωρίς να έχει άλλη επιλογή άφησε την τράπεζα να κατασχέσει το σπίτι τους.

Προσπάθησε να πείσει τη μητέρα της να ζήσουν μαζί αλλά η άρνηση της Ειρήνης κατά βάθος την διευκόλυνε στο να πάρει ταχύτερα την απόφαση που πήρε και αυτό που είχε ορκιστεί ήταν, ότι θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να ζήσει η μητέρα της το υπόλοιπο της ζωή της όσο πιο άνετα μπορούσε.

Μπορεί να ήταν και οι ενοχές που ένιωθε που την έκαναν να αγκαλιάζει με τόση τρυφερότητα την ‘’μητέρα’’ της;

Ντρεπόταν να παραδεχθεί ότι τα χρόνια των σπουδών της αλλά κι αργότερα όταν ξεκίνησε να εργάζεται στο εξωτερικό, όλο και λιγότερο θυμόταν να επισκεφθεί τους γονείς της και φρόντιζε να έρχεται στην Ελλάδα όλο και λιγότερο. Ξαφνικά, όταν οι ενοχές της έκαναν την εμφάνισή τους, χωρίς να υπάρχει εμφανής λόγος, τους έστελνε δώρα από είτε από παλαιοπωλεία, ειδικά βιβλία δερματόδετα που ήταν η αδυναμία του πατέρα της, ή ένα όμορφο μαντήλι που είχε δει σε κάποια βιτρίνα για την Ρηνούλα. ‘’Τύψεις’’ σκέφτηκε καθώς έστριβε στην οδό Κηφισίας αριστερά. Το μόνο που τώρα ήθελε ήταν να ακούσει μουσική και να πιει ένα δυνατό ουίσκι. Ο δρόμος της θα την οδηγούσε στο Κολωνάκι, στο γνωστό μπαρ.

Το αυτοκίνητο το άφησε στο πάρκινγκ της πλατείας και συνέχισε τη διαδρομή της με τα πόδια. Έσπρωξε την από ξύλο και γυαλί πόρτα και πήγε κατευθείαν στην μεγάλη μπάρα. Χωρίς να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά, έδωσε την παραγγελιά της και κάθισε σε ένα ψηλό σκαμπό. 

Στριφογύρισε το ποτήρι με το ποτό στο χέρι της και παρατήρησε το χρυσαφί του χρώμα.

Ντρεπόταν να εξομολογηθεί την ξέφρενη ζωή που είχε ζήσει με τους άνδρες. Σε ποιον να μιλούσε, φίλες δεν είχε. Τουλάχιστον όχι τόσο κοντά της όσο χρειαζόταν για να ανοίξει την καρδιά της. Η Ειρήνη την καταλάβαινε κι ας μην έλεγε κουβέντα, για το μόνο που ανησυχούσε ήταν ότι η κρίση της κόρης της σχετικά με τα αγόρια δεν ήταν καθόλου καλή. Το τέλειο παράδειγμα ήταν ο ξαφνικός γάμος της με τον Χάρη Χατζή που κράτησε δεν κράτησε τρεις μήνες.

Ο Χάρης ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος. Μέτοχος στην ασφαλιστική εταιρία που εργαζόταν τότε. Την είχε τυφλώσει, όχι το πάθος αλλά το γεγονός ότι κάποιος ήθελε να την κάνει γυναίκα του, ότι της είχε δοθεί η ευκαιρία να ανήκει κάπου ολοκληρωτικά. Η Κλειώ είχε μονίμως την ανάγκη για επιβεβαίωση κι αυτό που καθόλου δεν άντεχε ήταν οι αποχωρισμοί. Τρόμος της, η ιδέα και μόνο της εγκατάλειψης. Χώρισαν λίγο καιρό αργότερα όταν συνειδητοποίησαν ότι η καθημερινότητα δεν ήταν γι’ αυτούς, ήταν τόσο νέοι. Από το σπίτι είχε φύγει η Κλειώ, δεν άντεχε να καθίσει πίσω με τις μνήμες της. Άλλαξε διαμέρισμα και περιοχή λες κι έτσι θα γιάτρευε τα μέσα της.

 

Γέλασε με τον εαυτό της και έκανε νόημα στον μπάρμαν να της γεμίσει για δεύτερη φορά το ποτήρι. Ο νους της γύρισε πάλι στην Ειρήνη.


Φτάνοντας στον δεύτερο όροφο, ανοίγοντας την πόρτα του διαμερίσματος θυμάται ότι αυθόρμητα, φώναξε δυνατά ‘’μαμά’’ χωρίς όμως να πάρει απάντηση. Περίμενε λίγο αλλά και πάλι δεν άκουσε κάποιον θόρυβο.

Ίσως η Ρηνούλα να ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Η Κλειώ γνώριζε πολύ καλά ότι η μητέρα της δεν ήθελε να αφήσει το σπίτι της, όλο αυτό που της συνέβαινε ξεπερνούσε και τους χειρότερους εφιάλτες της.

Η Κλειώ είχε νιώσει ένα συνδυασμό οργής και ενοχών καθώς προχωρούσε προς το βάθος του διαμερίσματος πηγαίνοντας στο δωμάτιο της μητέρας της. Έπρεπε να την είχε πείσει χρόνια πριν να μετακομίσει σε ένα χώρο  κοντά στο δικό της σπίτι τουλάχιστον, για να μην χάσει η Ρηνούλα ούτε την αξιοπρέπειά της αλλά ούτε την ανεξαρτησία της. Θα της έκανε καλό αν είχε αλλάξει περιβάλλον τότε κι δεν θα έφτανε η κατάσταση σε αυτό το τραγικό σημείο.

Την βρήκε ξαπλωμένη στο μεγάλο της κρεβάτι. Όχι με τον τρόπο που συνήθιζε αλλά με τα σκεπάσματα τραβηγμένα μέχρι πάνω από το κεφάλι της. Κουκουλωμένη με έναν αλλόκοτο τρόπο.

‘’Μαμά κοιμάσαι;’’ Η καρδιά της Κλειώς έτρεμε. Η Ρηνούλα έδειχνε τόσο μικρή μέσα στα σκεπάσματά της. Η Κλειώ είχε τραβήξει μαλακά τα σεντόνια και είχε τρομάξει από το πόσο χλωμή έμοιαζε. Την παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα και παρατήρησε ότι η  μητέρα της ανέπνεε κανονικά.

‘’Ήρθες αγάπη μου’’ είπε η Ειρήνη. Η φωνή της ήταν αδύναμη αλλά τα λόγια της ακούστηκαν ολοκάθαρα. ‘’Μια χαρά μου φαίνεσαι’’.

Η Κλειώ ήθελε να φωνάξει και να κλάψει πολύ, όχι δεν τα πήγαινε καθόλου καλά, φοβόταν και το μόνο που ήθελε ήταν να κρυφτεί στην αγκαλιά της μητέρας της, να μπει στο κουκούλι της Ρηνούλας. Την κοιτούσε κι ένοιωθε τη μοναξιά να της σφίγγει τα σωθικά. ‘’Πως θα ήταν η ζωή της χωρίς την μητέρα της, πως θα ξημέρωνε η επόμενη μέρα στη ζωή της, πως θα τα έβγαζε πέρα η κυρία Ειρήνη μακριά από το σπίτι της;’’

‘’Είσαι τόσο όμορφη’’ της είχε πει η μητέρα της ‘’όπως η …’’ και η φωνή της έσβησε.

Η Κλειώ φώναζε και ταυτοχρόνως καλούσε το ασθενοφόρο. Τα μάτια της μητέρας της την κοιτούσαν με τρυφερότητα. ‘’Να πας να την βρεις’’ της είχε πει.
‘’Ποια;’’
‘’Την Ρόζα’’ της είχε απαντήσει και αμέσως μετά έπεσε σε κώμα.

«Να σας κεράσω ένα ποτό;» ρώτησε ευγενικά ο μπάρμαν την Κλειώ σκουπίζοντας με την λευκή πετσέτα του ένα ποτήρι.

Η γυναίκα ήταν σαν να προσγειώθηκε ξαφνικά στην πραγματικότητα.

«Τι είπατε; Όχι ευχαριστώ είναι ήδη αργά» απάντησε και ζήτησε τον λογαριασμό, πλήρωσε κι έφυγε επιστρέφοντας περπατώντας στο αυτοκίνητό της.

Το όνομα της Ρόζας είχε καρφωθεί στο κεφάλι της από τη στιγμή που η Ρηνούλα την είχε προτρέψει να την βρει και είχε πιστέψει ότι η γυναίκα αυτή ήταν η βιολογική της μητέρα. Τι μπλέξιμο πράγματι ήταν αυτό, πως θα την αντίκριζε από εδώ και στο εξής; Ήταν και η Ανδριάνα μέσα στη μέση που έμοιαζε να έχει καταλάβει το πραγματικό της σχέδιο.

Στόχος της ήταν να καταστρέψει την Ρόζα και να την δει να υποφέρει. Ποια μάνα εγκαταλείπει το παιδί της; Κάθε φορά που έβλεπε να συμβαίνουν αναποδιές στην οικογένεια και τα παιδιά της Ρόζας, η Κλειώ χαιρόταν τόσο, όσο ανθρώπινος νους δεν μπορούσε να συλλάβει. Μήπως όμως η Ρόζα δεν έλεγε την αλήθεια; Από την άλλη γιατί να της προτείνει να κάνουν τεστ DNA;

Όταν μπήκε στο σπίτι της το τηλέφωνο χτυπούσε αλλά δεν έδωσε σημασία. Έκλεισε και το κινητό της και με θλίψη συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε κανένας δικός της άνθρωπος να ενδιαφερθεί πραγματικά για εκείνη. Όλα αυτά τα χρόνια, το μοναδικό άτομο μετά το θάνατο της μητέρας της που ήταν πιο κοντά της ήταν η Ρόζα κι εκείνη πίστευε, ότι πίσω από αυτό το γλυκό μικροκαμωμένο πρόσωπο με την ατίθαση μπούκλα, κρυβόταν μια μέγαιρα. Πως έκανε τόσα λάθη μαζεμένα και ήταν πράγματι όλες οι σκέψεις της λάθος; κι από εδώ και στο εξής τι έπρεπε να κάνει;

Βυθίστηκε στο ζεστό νερό της μπανιέρας της και έσπαγε με το δάχτυλό της τις σαπουνόφουσκες που σχημάτιζε το αφρόλουτρο. Έπρεπε να μιλήσει στην Ανδριάνα και δεν υπήρχε λόγος για να το καθυστερήσει παραπάνω. Μια λύση της προκοπής θα έβρισκαν, ίσως η ανιψιά της Ρόζας της έδινε μια δεύτερη ευκαιρία. Πως όμως θα στεκόταν μπροστά της και θα της έλεγε ότι είχε βοηθήσει την Στέλλα και ότι γνώριζε την αλήθεια που η Ανδριάνα πάσχιζε να κρύψει από τον Σπύρο και την Ρόζα; Ήταν πολύ πιθανό να θεωρήσει ότι την εκβίαζε και άδικο δεν θα είχε, αυτό προσπάθησε να κάνει όλα αυτά τα χρόνια.

Σηκώθηκε τυλίγοντας το σώμα της με το καινούργιο της μπουρνούζι. Πως είχε περιπλέξει την ζωή της τόσο πολύ; Από πού έπρεπε να αρχίσει για να ξετυλίξει το γεμάτο κόμπους κουβάρι της; Η φωνή μέσα της, της έλεγε ‘’από το τηλέφωνο’’ κι αυτό αποφάσισε να κάνει.

Πέρασε πρώτα από την κουζίνα και γέμισε ένα μεγάλο ποτήρι με νερό. Προχώρησε στο σαλόνι και κοίταξε την ώρα στο ρολόι του κινητού της. Ήταν σχεδόν δέκα το βράδυ, νωρίς ή αργά για να μιλήσει με την Ανδριάνα; Κοίταξε τον χώρο γύρω της και χωρίς πολλές περιστροφές πάτησε την ταχεία κλήση. Η Κλειώ δεν φοβόταν να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις και τις αποφάσεις είχε μάθει να της παίρνει άμεσα. Το μυαλό της λειτουργούσε με χίλιες στροφές. Για εκείνη οι πολλές σκέψεις και οι υπερβολικές αναλύσεις ήταν χάσιμο χρόνου και δείγμα δειλίας και κάτι τέτοιο ούτε την χαρακτήριζε και ούτε θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της. Θα προλάβαινε εκείνη τις καταστάσεις. Η Ανδριάνα έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ εύθραυστη και εύκολη στον χειρισμό της, αν την έριχνε στο φιλότιμο θα την τουμπάριζε εύκολα κι έτσι την θέση της στην εταιρία δεν θα την έχανε. Ειδικά τώρα με την κυκλοφορία του πρώτου αρώματος της Ρόζας, το τελευταίο που της χρειαζόταν ήταν να απολυθεί. Θα ήταν καταστροφή για την καριέρα της!

«Ανδριάνα» είπε και δεν περίμενε απάντηση για να καταλάβει ότι ο θυμός δεν είχε καταλαγιάσει στην ανιψιά της Ρόζας. «Πριν πεις οτιδήποτε θα ήθελα να με ακούσεις».
«Τι άλλο μπορεί να θέλεις σήμερα Κλειώ;»
«Είναι ανάγκη να σε δω».
«Γιατί;»
«Υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρεις και καλό θα ήταν να μάθεις πριν παρθούν οι οριστικές αποφάσεις».
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς και δεν είμαι σίγουρη ότι με ενδιαφέρει να μάθω».
«Αύριο, θα σε παρακαλούσα να είσαι εγκαίρως στο γραφείο».
«Από πότε μου δίνεις διαταγές Κλειώ;»
«Δεν είναι διαταγή Ανδριάνα, χρειάζεται να μάθεις όλη την αλήθεια πριν φτάσουν στα αυτιά της θείας σου γεγονότα που θα σε εκθέσουν ανεπανόρθωτα».
«Εμένα γιατί; και δεν καταλαβαίνω το ύφος σου καθόλου. Με εκβιάζεις με κάτι ή μήπως με απειλείς;»
«Τίποτα απ’ όλα αυτά στο ορκίζομαι, σε παρακαλώ όμως αύριο να έρθεις στο γραφείο και θα σου εξηγήσω τα πάντα από κοντά» είπε και καληνύχτισε ευγενικά την Ανδριάνα.

 

«Ποιος ήταν τέτοια ώρα;» ρώτησε ο Μανώλης.
«Η Κλειώ» απάντησε σαστισμένη.
«Συμβαίνει κάτι στη Ρόζα;»
«Όχι»
«Τότε;»
«Αν σου πω ότι δεν κατάλαβα τι θα πεις;»
«Τι σου είπε;»
«Να πάω αύριο στο γραφείο για να μου εξηγήσει, μην ρωτήσεις τι, δεν ξέρω. Κάτι που αν το μάθει η Ρόζα θα εκτεθώ ανεπανόρθωτα» είπε.
«Θα πας».
«Βέβαια, τουλάχιστον να ακούσω τι έχει να μου πει».
«Την εμπιστεύεσαι;»
«Καθόλου».
«Τότε γιατί δεν της δίνεις την αποζημίωσή της να πάει από εκεί που ‘ρθε;»
«Γιατί δεν θέλω να αναστατώσω άλλο την Ρόζα. Θα πρέπει να της πω έναν λόγο τουλάχιστον».
«Το ότι μέχρι τώρα είχε για βοηθό μια γυναίκα που πίστευε ότι δεν ήταν μόνο η εργοδότριά της αλλά και η μητέρα της δεν φτάνει;»
«Όχι για την Ρόζα».
«Είναι βέβαιο ότι την πλησίασε και φρόντισε να σταθεί τόσα χρόνια κοντά της ψάχνοντας τουλάχιστον για εκδίκηση, διαφορετικά θα της το έλεγε από την αρχή. Έτσι δεν είναι;»
«Δεν ξέρω Μανώλη, το ίδιο πιστεύω κι εγώ, η Ρόζα όμως χωρίς αποδεικτικά στοιχεία στα χέρια της δεν κάνει τίποτα».
«Δεν σου κάνει εντύπωση ότι η θεία σου ήξερε ποια ήταν η μητέρα της; Άρα μήπως πρέπει να ρωτήσεις την Ρόζα πως στην ευχή συνέβη αυτό; Δεν μοιάζει και πολύ τυχαίο δεν νομίζεις;»

Η Ανδριάνα πάγωσε και πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα ίσως και λεπτά μέχρι να ανοίξει το στόμα της.

«Δεν το σκέφτηκα καθόλου αυτό».
«Μπορεί να κάνω λάθος» είπε ο Μανώλης ανασηκώνοντας του ώμους «αλλά όσο το σκέφτομαι τόσο πιστεύω ότι η Κλειώ δεν είναι αυτό που νομίζετε και η Ρόζα δεν είναι αμέτοχη μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση. Τι να σου πω, πρόσεχε πάντως» είπε και συνέχισε να δουλεύει χωμένος στα χαρτιά του.

 

 Αν η Αλέκα, η προσωπική βοηθός της Ρόζας την χρονιά εκείνη δεν είχε αποφασίσει να παραιτηθεί από τη θέση της για να παντρευτεί, η Κλειώ δεν θα μπορούσε να βρεθεί τόσο κοντά ώστε να κάνει την σωστή κίνηση, περνώντας όμως απαρατήρητη.

Είχε περάσει αρκετές φορές από την εταιρία για να αφήσει το βιογραφικό της. Η απάντηση που έπαιρνε από την Αλέκα ήταν πάντα η ίδια. ‘’Δεν ψάχνουμε για προσωπικό’’ έλεγε όσο πιο ευγενικά μπορούσε.

‘’Ξέρετε, θα ήθελα να σας ζητήσω μια προσωπική χάρη’’ είχε τολμήσει να πει ‘’να με ενημερώσετε αν κάτι αλλάξει, σας παρακαλώ πολύ’’.
‘’Γιατί δεν ψάχνετε και κάπου αλλού;’’
‘’Δουλειά έχω, για την ακρίβεια εργάζομαι σε μια μεγάλη ασφαλιστική εταιρία αλλά …’’
‘’Δεν  μπορώ να καταλάβω γιατί θέλετε τόσο να αφήσετε τη θέση σας για να έρθετε εδώ. Τι σχέση έχει μια πολυεθνική με τα δικά μας γραφεία, είναι σαν να συγκρίνουμε τάνκερ με καρφίτσα’’.
‘’Δεν έχετε δίκιο, το να εργάζεσαι δίπλα σε μια τόσο ευρηματική γυναίκα επιχειρηματία, είναι σαν να σπουδάζεις στο καλύτερο πανεπιστήμιο’’ είχε απαντήσει.
‘’Το πιστεύετε τώρα αυτό που λέτε;’’ την είχε ρωτήσει η Αλέκα γελώντας. Η γυναίκα θα πρέπει μάλλον να είναι τρελή είχε σκεφθεί να θέλει να αφήσει μια τόσο μεγάλη θέση.
‘’Την θαυμάζω, πιστεύετε ότι είναι κακό αυτό;’’

Ήταν η Αλέκα που είχε προτείνει την Κλειώ για την θέση της βοηθού της Ρόζας σαν ήρθε η ώρα να παραιτηθεί. Θα ήταν ανακούφιση για την ίδια αν η κοπέλα κέρδιζε την εργοδότριά της. Φαινόταν έξυπνη μα κανείς δεν ήξερε αν τελικά η χημεία των δυο γυναικών θα ταίριαζε και την Ρόζα εύκολη δεν την έλεγες.

Η αδρεναλίνη της Κλειώς είχε ανέβει στα ύψη από το τηλεφώνημα που είχε δεχθεί το πρωινό της περασμένης Δευτέρας από την Αλέκα κι από την στιγμή εκείνη δεν μπορούσε να ηρεμήσει.

Η σκέψη ότι επιτέλους θα συναντούσε την Ρόζα την τρομοκρατούσε. Τα συναισθήματά της συνεχώς άλλαζαν, οργή, θυμός, χαρά, φόβος, θλίψη και ανάγκη για εκδίκηση. Όλα μαζί είχαν στήσει μέσα της ένα γαϊτανάκι και να τώρα, που περίμενε στο σαλόνι της εταιρίας για να συναντηθεί μαζί της.

Αναρωτιόταν αν αυτό που την καθοδηγούσε ήταν πράγματι η οργή ή αν τελικά αυτό που κατά βάθος ζητούσε ήταν ένα ευτυχισμένο τέλος.

Αηδίες. Το τελευταίο πράγμα που πίστευε ότι  μπορούσε να συμβεί, ήταν ακριβώς αυτό, μια συγκινητική σκηνή ανάμεσα σε εκείνη και τη βιολογική της μητέρα και η ζωή κινηματογράφος δεν ήταν.

Κοίταξε το χώρο και παραδέχθηκε ότι η εταιρίας της Ρόζας ήταν μια πρώτης τάξεως επιχείρηση.

‘’Έλα σε περιμένει’’ της έδωσε το σύνθημα η Αλέκα ‘’θα σε δει τώρα’’.

Η Κλειώ θα θυμόταν για όλο το υπόλοιπο της ζωής της, την ζαλάδα που ένοιωσε την πρώτη φορά που συνάντησε την Ρόζα. Καθόταν πίσω από το γραφείο της, ατσαλάκωτη και χαμογελαστή.

‘’Κάθισε σε παρακαλώ’’ της είχε πει δείχνοντας την δερμάτινη πολυθρόνα και ευγενικά είχε ρωτήσει ‘’καφέ;’’
‘’Μόνο λίγο νερό’’ είχε απαντήσει.
‘’Η αλήθεια είναι ότι μας έρχεσαι με ένα βιογραφικό που ξεπερνάει τις δικές μας ανάγκες και θα ήθελα να σε ρωτήσω γιατί θέλεις να δουλέψεις μαζί μας;’’
‘’Γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι είσαστε μια επιχειρηματίας που έχετε να μου διδάξετε πολλά’’.
‘’Η θέση σας όμως είναι εξαιρετική’’.
‘’Ναι αλλά δεν υπάρχει περιθώριο εξέλιξης’’ της είχε απαντήσει κι έτσι κάπως είχε ξεκινήσει η συνεργασία τους με την Ρόζα να συμπληρώνει ‘’μου αρέσουν οι φιλόδοξοι άνθρωποι’’.

Η Κλειώ την είχε μελετήσει πολύ καλά. Ήξερε πως είχε φτάσει μέχρι εδώ, από τη φτώχια στην άνετη οικονομικά ζωή κι αυτό για την ώρα της έφτανε. Τα υπόλοιπα θα της τα μάθαινε η Αλέκα πριν φύγει με κάθε λεπτομέρεια. Θα το έκανε να φαίνεται κομμάτι των υποχρεώσεων μιας ιδανικής βοηθού. Τι πιο απλό;

‘’Αλήθεια’’, είχε αναρωτηθεί λίγο πριν φύγει από το γραφείο της Ρόζας, ‘’με σκέφτηκε ποτέ; Αναρωτήθηκε για την τύχη του παιδιού της ή όλα αυτά την άφηναν αδιάφορη;’’

 

Αυτό που σήμερα την απασχολούσε, ήταν πως θα τα εξηγούσε όλα αυτά στην Ανδριάνα. Τι μπλέξιμο ήταν αυτό και πως θα κατάφερνε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της οικογένειας ξανά; Με την Στέλλα τι θα έκανε; Πως θα την ξεφορτωνόταν από πάνω της; Κι όλα αυτά γιατί τελικά έβγαλε λάθος συμπεράσματα. Ίσως θα ήταν καλύτερα να παραιτηθεί, στην Ρόζα όμως τι θα έλεγαν;

Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Θα προσπαθούσε να κοιμηθεί αλλά ήξερε ότι δεν θα τα κατάφερνε. Πρώτη φορά στη ζωή της αισθάνθηκε να τρομάζει από τον ίδιο της τον εαυτό. Κανείς δεν θα την συγχωρούσε και η Ανδριάνα θα την πέταγε κι από το παράθυρο αν μπορούσε.

‘’Ίσως με φως της μέρας όλα μπουν στη θέση τους ξανά, με όποιο τρόπο’’ σκέφτηκε καθώς κλείδωνε την πόρτα του διαμερίσματός της. Μακάρι να ζούσε η Ρηνούλα, μπορεί να είχε μια καλή συμβουλή να της δώσει.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here