Κατεβαίνοντας η Ρόζα από τον πάνω όροφο, κρατώντας το κουτί με τις φωτογραφίες της γιαγιάς Καίτης, βρήκε την Ανδριάνα να κάθετε ακριβώς στο ίδιο σημείο που την είχε αφήσει, σκαρφαλωμένη στο μπράτσο του καναπέ να ατενίζει με ανέκφραστο βλέμμα το κενό.

«Νομίζω ότι ένα ζεστό ρόφημα θα ταίριαζε με την περίπτωση» είπε.
«Μήπως έχεις κονιάκ;» ρώτησε αφηρημένα η ανιψιά της.
«Θα τον κλάψουμε;»
«Νομίζω ότι χρειάζομαι κάτι δυνατό, το κεφάλι μου γυρίζει» απάντησε κρατώντας με τις παλάμες της τα μηνίγγια της.
«Άσε τις βλακείες …» ξεκίνησε να λέει η Ρόζα και μετά από μια μικρή παύση, φώναξε την Ολυμπία η οποία εμφανίστηκε σαν το αερικό.

«Φτιάξε μας σε παρακαλώ ένα ζεστό μαύρο τσάι και ρίξε μέσα λίγο κονιάκ, θα το χρειαστούμε» είπε και κάθισε ξανά στην μπερζέρα της «και κάτι πρόχειρο να βάλουμε στο στόμα μας» συμπλήρωσε και χτύπησε ανάλαφρα τα δάχτυλα πάνω στο κουτί με τις φωτογραφίες. «Τι θα γίνει Ανδριάνα εκεί θα καθίσεις;» ρώτησε την ανιψιά της και με μια κίνηση του χεριού της, έδειξε την απέναντί της πολυθρόνα. «Έλα» την παρότρυνε.

Η Ανδριάνα άκουσε τη θεία της και σωριάστηκε στη θέση της. Η Ρόζα χτύπησε με δύναμη την παλάμη της πάνω στο κουτί.

«Σύνελθε, δεν ήρθε δα η συντέλεια του κόσμου» είπε.
«Έρχεται η ζωή μου πάνω-κάτω κι εσύ μου λες …»
«Σιγά! Η δικιά σου ζωή δεν έχει πάθει απολύτως τίποτα, αλλοίμονο στην μάνα μου και στον πατέρα σου» είπε. «Δεν θέλεις να μάθεις τη συνέχεια;»

«Ναι, βέβαια, φυσικά» τραύλισε και μονομιάς ήρθε στην πραγματικότητα. «Ρόζα, δεν θα συγκρίνω τη ζωή μου με της Ματίνας και του Παυλή αλλά πώς να το κάνουμε, όλα αυτά μου έχουν χαλάσει τις σταθερές μου ή τέλος πάντων … δεν βρίσκω τις κατάλληλες λέξεις να σου εξηγήσω. Καταλαβαίνεις;»

«Φυσικά, μόνο που, για να λέμε την αλήθεια, ούτε στη δικιά σου μα ούτε και στη δικιά μου ζωή δεν αλλάζει τίποτα».
«Έτσι είναι αλλά με έχει πιάσει ένα πλάκωμα».
«Γιατί παρακαλώ;»
«Μέχρι πριν λίγα λεπτά ήσουν η αδελφή του πατέρα μου».
«Ε και;»
«Και τώρα …».
«Μπούρδες, αυτό που σε έχει μπλοκάρει είναι ότι σώνει και καλά εσύ πρέπει να κρεμάσεις ταμπέλες με τίτλους. Λες κι έχουν καμία σπουδαιότητα! Είμαι η Ρόζα και η δικιά μας σχέση δεν αλλάζει και το σημαντικό αυτή την στιγμή είναι αυτό. Τα δύσκολα, τα πέρασε ο πατέρας σου και η μητέρα μου, εμείς …»
«Εμείς τι;»
«Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε! Τα κάνεις όλα τραγικά και χάνεις την ουσία» είπε και χαμήλωσε αμέσως τον τόνο της φωνής της βλέποντας με την άκρη του ματιού της την Ολυμπία με την Γαρυφαλλιά να έρχονται στο σαλόνι σπρώχνοντας μαλακά το τρόλεϊ.

«Σας έχω φτιάξει το τσάι» ξεκίνησε να λέει η Ολυμπία και η Γαρυφαλλιά χαμογέλασε βλέποντας την Ανδριάνα.
«Να σας βάλω λίγη πίτα ή θα θέλατε κάτι άλλο;» ρώτησε κι έδειξε τα πιάτα που είχαν φτιάξει με την μητέρα της.
«Όχι γλυκό μου πλάσμα, θα τα φροντίσω εγώ» είπε η Ανδριάνα και της χάιδεψε το μάγουλο. «Σας ευχαριστώ πολύ και τις δυο σας» συμπλήρωσε.

Η Ολυμπία δεν χρειάστηκε να μιλήσει. Μια κίνηση έκανε μόνο με το κεφάλι της και οι δυο γυναίκες εξαφανίστηκαν κλείνοντας πίσω τους την πόρτα του σαλονιού.

«Αυτός είναι ο παππούς σου ο Γιάννης» είπε η Ρόζα και έβγαλε μια φωτογραφία προσεκτικά από το όμορφο κουτί της. «Ήταν πολύ όμορφος, έτσι τουλάχιστον έλεγε η μητέρα μου. Ψηλός, ευθυτενής, με τα ομορφότερα μάτια πράσινα μάτια που είχε δει».

«Τον είχε γνωρίσει η Ματίνα;»

«Ναι Ανδριάνα μου, τι ερώτηση είναι τώρα αυτή; Συνεχίζω. Ήταν από πολύ πλούσια οικογένεια κι αυτό που έλεγαν τότε, άρχοντες. Όλοι τους, ανήκαν στην υψηλή κοινωνία. Το εμπόριο του βαμβακιού το είχε αρχίσει ο πατέρας τους. Νομίζω ότι τον έλεγαν Βασίλη, μα δεν είμαι σίγουρη θα σε γελάσω».

«Πως βρέθηκαν στην Αίγυπτο;»

«Αυτό δεν ξέρω να στο απαντήσω και δυστυχώς είναι κι άλλα πολλά που δεν ξέρω. Άλλες εποχές τότε. Θυμάμαι μόνο ότι έλεγε η μητέρα μου αλλά μην νομίσεις, δεν έδειχνα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παιδί ήμουν κι εγώ τότε. Ο Παυλής με ένοιαζε κι αυτό που θέλαμε ήταν να μην στενοχωριέται. Τέλος πάντων …

Ο πατέρας σου μεγάλωνε με όλες τις τιμές και τις δόξες που μια τέτοια οικογένεια θα προσέφερε στο παιδί της. Το ενδιαφέρον και το πικάντικο όμως δεν είναι αυτό. Η ιστορία ξεκινάει ακόμα πιο πίσω, από την εποχή που ο παππούς σου ο Γιάννης ήταν νέο παλικάρι».

«Πόσο πιο πίσω δηλαδή; Ποια χρονολογία;»

«Ληξίαρχος δεν είμαι, μα αν αναλογιστείς ότι ο πατέρας σου γεννήθηκε το 1928, τότε αυτά θα ξεκίνησαν να συμβαίνουν γύρω στο 1920.

«Ας τα πιάσουμε όμως από την αρχή γιατί η αλήθεια είναι ότι θα μπερδευτούμε και οι δυο κι άσε τις ερωτήσεις για το τέλος γιατί μην νομίσεις, έχω να μιλήσω γι’ αυτή την ιστορία από τότε που ήμουν τόσο δα κορίτσι» είπε και ήπιε αργά-αργά δυο γουλιές από το τσάι της.

«Ο Γιάννης, ήταν ο νεαρότερος και ο ομορφότερος της οικογένειας. Καταλαβαίνεις ότι στα μεγάλα σαλόνια της εποχής, ήταν περιζήτητος γαμπρός. Όχι μόνο για την ομορφιά του αλλά για την περιουσία που είχε η οικογένειά του. Ο παππούς μου ο Παναγής, ήταν ο σοβαρός μεγάλος αδελφός. Αφοσιωμένος στην επιχείρηση και στην οικογένεια, τόσο στην πατρική μα και σε αυτή που έφτιαχνε με την γυναίκα του την Τασία. Ο παππούς σου, ήταν ο γλεντζές ο bon vivant.

Τέλος πάντων, σε έναν μεγάλο χορό, γνώρισε την …»

«Την γιαγιά μου την Καίτη!» είπε η Ανδριάνα, που τώρα κρεμόταν από τα χείλη της θείας της.

Η Ρόζα χαμογέλασε, έκλεισε τα μάτια και κούνησε μαλακά το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά με την μπούκλα να χοροπηδάει στο κούτελό της.

«Όχι» απάντησε «ο παππούς σου, εκείνο το βράδυ γνώρισε την αδελφή της Καίτης, την Ευθαλία».
«Είχε η γιαγιά μου αδελφή;»
«Στο τέλος οι ερωτήσεις είπαμε. Γνωρίστηκαν με την Ευθαλία και οι γλώσσες λένε ότι ερωτεύθηκαν ο ένας τον άλλο με την πρώτη ματιά. Ήταν ένας έρωτας πολύ μεγάλος, από αυτούς που γράφονται στα μυθιστορήματα, μα τι τα θες; Όλη η Αθήνα μιλούσε για αυτό το ζευγάρι και γρήγορα, πολύ γρήγορα παντρεύτηκαν.

Η Ευθαλία ήταν κόρη Δημάρχου ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Η οικογένειά της, μεγάλη και από τζάκι παλιό ήταν αντάξια με την οικογένεια του παππού σου κι έτσι όλοι ήταν ευχαριστημένοι.

Η νύφη ήταν τόσο όμορφη, λεπτεπίλεπτη και εύθραυστη που θύμιζε ηρωίδα του Francis Scott Fitzgerald. Στο γάμο τους όλοι είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό, τόση ομορφιά σε ζευγάρι κανείς δεν είχε ξαναδεί».

«Ποιό γάμο Ρόζα, ο παππούς μου ήταν παντρεμένος με την Καίτη, καλά δεν τα λέω ή θα με τρελάνεις;»

«Το κάθε πράγμα στην ώρα του» απάντησε η θεία της και της έδειξε το τσάι. «Κρυώνει» είπε και συνέχισε να πίνει με μικρές απολαυστικές γουλιές. «Αμέσως μετά τον γάμο, έκαναν ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη, έλειψαν καιρό, όπως ακριβώς το είχαν προγραμματίσει.

Η Ευθαλία, έλεγαν όσοι την ήξεραν, ότι ήταν ένα πλάσμα αγγελικό. Η καλοσύνη της ξεπερνούσε την ομορφιά της και η αφοσίωσή της στον άνδρα της και η αγάπη που του είχε, ξεπερνούσαν τη φαντασία αλλά και ο Γιάννης, μάτια για άλλη γυναίκα δεν είχε.

Όσο δεν είχαν παιδί, τον ακολουθούσε σε όλα του τα ταξίδια στην Αίγυπτο. Ο παππού σου, παρόλο που άνθρωπος δεν θα το πίστευε σύμφωνα με όσα μου είχε εξομολογηθεί η μητέρα μου, ήθελε να αποκτήσει παιδιά και όχι ένα ή δύο αλλά όσο περισσότερα μπορούσαν. Όμως η επιστήμη είχε άλλη άποψη … και επιτέλους Ανδριάνα κλείσε το στόμα σου!» διαμαρτυρήθηκε η Ρόζα και συνέχισε.

«Η Ευθαλία, δεν έπρεπε να κάνει παιδιά για κανέναν λόγο».
«Γιατί;» ρώτησε η Ανδριάνα μα η Ρόζα δεν της έδωσε σημασία.
«Σε αυτό το σημείο, η αλήθεια είναι ότι δεν τα ξέρω και πολύ καλά αλλά θα σου μεταφέρω ότι γνωρίζω. Η Ευθαλία είχε θέματα με την πίεσή της. Οι γιατροί λοιπόν της είχαν πει ότι αν έμενε έγκυος το πιο πιθανόν ήταν να πάθει εκλαμψία και να πεθάνει και η ίδια αλλά και το μωρό.

Η ίδια δεν άντεχε στη σκέψη ότι δεν θα έκαναν παιδί. Ο παππούς σου όμως δεν άκουγε κουβέντα. Μπροστά στην υγεία της δεν έβαζε κανέναν και τίποτα. Την απόφαση την πήρε χωρίς να το σκεφθεί δεύτερη φορά. Παιδί δεν θα έκαναν κι έτσι άρχισε να παίρνει προφυλάξεις. Η Ευθαλία όμως είχε πάρει κι εκείνη τη δική της απόφαση, παιδί θα έκανε κι ας πέθαινε, θα ήταν το δώρο της αγάπης της στον άνδρα της, η επισφράγιση του έρωτά τους, η συνέχειά τους».

«Τι λες τώρα Ρόζα; Τι προφυλάξεις μπορούσαν να πάρουν τότε;  Αναφερόμαστε στο 1920, σωστά;»
«Τις ίδιες που παίρνουν οι άνδρες και τώρα Ανδριάνα!»
«Δεν μπορείς να μιλάς σοβαρά!»
«Περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι. Η Ευθαλία όμως είχε άλλη άποψη. Χωρίς να πει λέξη σε κανέναν, έπαιρνε μια καρφίτσα και τρυπούσε τα προφυλακτικά του παππού σου.

Το κακό δεν άργησε να γίνει. Έμεινε έγκυος και για να το ρίξει, ούτε κουβέντα. Ό,τι και να έλεγε ο παππού σου, ό,τι κι αν έλεγαν οι γιατροί εκείνη θα χάριζε στον Γιάννη ένα παιδί κι ας πέθαινε».

«Μπορούσαν τότε να πάρουν το έμβρυο χωρίς να χρησιμοποιούν μαντζούνια;» ρώτησε η Ανδριάνα.

«Τους γιατρούς ρώτα, όχι εμένα. Βέβαια και μπορούσαν, από τα τέλη του 1800 νομίζω αλλά τις μεθόδους δεν τις γνωρίζω. Τελικά η Ευθαλία πέθανε και μαζί της πήρε και το μωρό. Εκλαμψία είπαν οι γιατροί και το πένθος που έπεσε στην οικογένεια μεγάλο, τόσο μεγάλο που ανθρώπινος νους δεν το χώραγε.

Ο παππούς σου ήθελε να βάλει τέλος στη ζωή του. Η μητέρα της Ευθαλίας και προγιαγιά σου, η Μαρία, σαλεμένη κι αυτή, ξόρκισε πάνω από το φέρετρο της κόρης της τον Γιάννη, να της ορκιστεί πόσο είχε αγαπήσει την κόρη της.

Τα χρόνια εκείνα, τους νεκρούς τους ξενύχταγαν στο σπίτι. Μαζεμένες όλες οι φαμίλιες πάνω από το άψυχο κορμί της Ευθαλίας και ο παππούς σου να μην την αφήνει μόνη της ούτε ένα δευτερόλεπτο. Να την αγκαλιάζει και να την φιλάει, να την παρακαλάει να του μιλήσει και να ξυπνήσει. Παραλογιζόταν. Μέσα στον πόνο του ούτε ήξερε τι έλεγε και η προγιαγιά σου η Μαρία, με το μυαλό να της το έχει κυριεύσει ο δαίμονας, μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της. Αυτόν τον γαμπρό έπρεπε να τον κρατήσει στον κόρφο της φαμελιά της. Χωρίς να ρωτήσει κανέναν, χωρίς να ντραπεί, χωρίς να σεβαστεί τη νεκρή της άταφη κόρη, εκείνη τη στιγμή που το κορμί ακόμα δεν είχε κρυώσει και πριν πάρουν την Ευθαλία για να την ψάλλουν, ανακοίνωσε τον αρραβώνα της δευτερότοκης κόρης της Αικατερίνης με τον παππού σου τον Γιάννη».

«Τι;»
«Αυτό που άκουσες».
«Ρόζα αυτά δεν γίνονται» είπε η Ανδριάνα και πετάχτηκε από τη θέση της. «Προπάππου δεν είχα; Δεν υπήρχε ένας άνθρωπος να της δώσει ένα χαστούκι να έρθει στα συγκαλά της;»
«Ο προπάππος σου ζούσε ο έρμος, μα κανείς δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση στην Μαρία με το σαλεμένο μυαλό και μην ξεχνάς, ότι τότε συνέβαιναν αυτά κι άλλα χειρότερα. Σαν πέρασε το κατάλληλο χρονικό διάστημα που η θρησκεία και η κοινωνία όριζαν, έγινε ο γάμος του Γιάννη και της Καίτης».
«Έγινε ο γάμος του Γιάννη και της Καίτης» επανάλαβε η Ανδριάνα.
«Που συνέβαιναν όλα αυτά;»
«Θέλεις και διεύθυνση τώρα; Στην οδό Χανίων, τότε το σπίτι τους ήταν ένα διώροφο αρχοντικό, ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο, μην φανταστείς κάτι λιγότερο».
«Κι από τα αρχοντικά πως βρεθήκαμε στους μαχαλάδες Ρόζα;» ρώτησε η Ανδριάνα έχοντας ζαρώσει τα φρύδια «και γιατί τελικά τον πατέρα μου τον μεγάλωσε η Ματίνα;»

«Οι γλώσσες της εποχής έλεγαν, ότι η Καίτη τον είχε ερωτευθεί τον Γιάννη και για τα μάτια του έκανε σαν τρελή. Ο Γιάννης όμως δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει την Ευθαλία και παρόλο που τον κυνήγαγε και του έστηνε παγίδες και καρτέρι, γυναικοδουλειά, αρώματα και κραγιόν στα πουκάμισά του, δεν βρήκε ποτέ. Ούτε κανείς ποτέ της είπε ότι γυρόφερνε με άλλες.

Ο παππούς σου δικαιώματα δεν έδωσε. Ακόμα κι αν αγαπούσε τον ποδόγυρο, κανείς δεν ήξερε τίποτα. Η ζήλια όμως της Καίτης ήταν ανυπόφορη, καθώς επίσης και οι απίστευτες σκηνές αλλά και τα παραμύθια της Χαλιμάς που του αράδιαζε για τις δήθεν αρρώστιες της».

«Η γιαγιά μου τα έκανε αυτά;»

«Ναι, η κυρία Καίτη είχε ειδικότητα στην υστερία. Βέβαια το νόμισμα έχει πάντα δυο όψεις. Ο παππούς σου ήθελε οικογένεια και παιδιά και η Καίτη μπορούσε να του τα προσφέρει όλα. Αφού γεννήθηκε ο πατέρας σου ο Παύλος, αν είχε κουκούτσι μυαλό στο κεφάλι της θα μπορούσε τον κρατήσει στη μια της χούφτα, αλλά δεν είχε βλέπεις».

«Δηλαδή τι;»

«Συνέχισε να κάνει στον παππού σου τη ζωή κόλαση. Σύμφωνα πάντα με τα λόγια της μητέρας μου, είχε και η κυρία Καίτη τα δίκια της, μυαλό δεν είχε μόνο και εξυπνάδα».

«Τι θέλεις να πεις;»

«Σκέψου Ανδριάνα να σε παντρεύουν με τον άνδρα της νεκρής σου αδελφής. Ο Γιάννης την Καίτη ούτε την ερωτεύθηκε, ούτε της ζήτησε ποτέ τίποτα. Απλώς την παντρεύτηκε όπως τον ξόρκισε η πεθερά του. Γι’ αυτόν ήταν σαν να είχε κάνει την ύστατη χάρη στη γυναίκα του. Πως θα σου φαινόταν αν ήξερες, ότι ο άνδρας που παντρεύτηκες  παραμένει ερωτευμένος με την πεθαμένη αδελφή σου; Εγώ μόνο που το σκέφτομαι ανατριχιάζω σύγκορμη και μην αρχίσεις τις γνωστές σου εξυπνάδες, εκείνη την εποχή επιλογές οι άνθρωποι δεν είχαν και πολύ περισσότερο οι γυναίκες».

«Ναι» είπε η Ανδριάνα χωρίς να δίνει μια συγκεκριμένη απάντηση. Χαμένα τα είχε.

«Έτσι λοιπόν, όταν ο πατέρας σου ήταν μικρός, πριν πάει σχολείο νομίζω, οι γονείς του χώρισαν.

Το χειρότερο απ’ όλα κι αυτό μου το είχε εκμυστηρευτεί ο ίδιος ο Παυλής, ήταν ότι δεν το έμαθε από τους γονείς του αλλά του το ξεφούρνισε ένας εργάτης που είχαν στο σπίτι».

«Δηλαδή πως;»

«Ο παππούς σου είχε φύγει από το σπίτι. Αυτό συνέβαινε συχνά-πυκνά εξαιτίας της εταιρίας που είχαν στο Ζαγαζίκ. Έτσι λοιπόν, αυτή η απουσία του Γιάννη από το σπίτι, δεν ήταν ούτε κάτι καινούργιο, ούτε κάτι σπάνιο στη  ζωή της οικογένειας. Κανείς δεν θα υποπτευόταν τίποτα.

Η γιαγιά σου ήταν νευρική και φώναζε σε όλους χωρίς λόγο. Πόσα όμως μπορούσε να καταλάβει ένα τόσο δα μικρό παιδί;

Έπαιζε στην αυλή όταν συναντήθηκε με τον εργάτη. Η μια κουβέντα έφερε την άλλη μέχρι που του είπε ‘’α ρε κούτσικο, τι σου φύλαγε κι εσένα η ζωή, να παρατήσει ο πατέρας σου τη μάνα σου’’. Ο Παυλής φώναξε ότι του έλεγε ψέματα, ότι ο πατέρας του έλειπε για δουλειά μα ο άνθρωπος αυτός συνέχισε να επιμένει. ‘’Να πας να ρωτήσεις τη μάνα σου που θα με βγάλεις εμένα ψεύτη, την παράτησε ο άρχοντας, να ‘ταν κι άλλη’’ είπε και ο Παυλής έτρεξε να βρει τη μητέρα του.

Κλάματα, αγκαλιές και η παραδοχή της αλήθειας. Ο Παυλής θα έμενε με την μητέρα του και ο πατέρας του ο Γιάννης, κάθε που θα επέστρεφε από την Αίγυπτο, θα έμενε στο σπίτι της οδού Χανίων με τον αδελφού του, του Παναγή που ήταν ήδη παντρεμένος με την Τασία και τη μητέρα μου. Η  Ματίνα τότε, αν τα υπολογίζω σωστά, θα πρέπει να ήταν λίγα χρόνια πριν γνωρίσει τον Μάνθο. Αν βάλεις ότι γεννήθηκε το 1920 και ο πατέρας σου το 1928 μάλλον έχω δίκιο».

«Ρόζα βάλε μου ένα κονιάκ γιατί νομίζω ότι θα αρχίσω να σαλεύω σήμερα».

«Εκεί είναι, βάλε μόνη σου» είπε και της έδειξε τον μεγάλο ασημένιο δίσκο με τα ποτά.

«Κυρία Ρόζα, είναι ο κύριος Νικολάου στο τηλέφωνο» είπε η Γαρυφαλλιά με τη χαρακτηριστική κοριτσίστικη φωνή της.

«Θα τον καλέσω αργότερα και πες του σε παρακαλώ ότι έχω μια σοβαρή συζήτηση» είπε και στράφηκε πάλι στην ανιψιά της.

«Για να καταλάβω, στο σπίτι της οδού Χανίων έμεινε ο πατέρας μου με την μητέρα του;»

«Όχι, το σπίτι αυτό ανήκε στην οικογένεια Παππά, σε εμάς δηλαδή. Ο Παυλής με την Καίτη έφυγαν και γύρισαν στο πατρικό σπίτι της μητέρας του, κάπου εκεί κοντά νομίζω, λίγα τετράγωνα παραπέρα».

«Και μετά;»

«Ο Γιάννης πηγαινοερχόταν συχνά στην Αίγυπτο. Είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Όπως έλεγε η μητέρα μου, ο μόνος λόγος για να έρχεται στην Ελλάδα ήταν το παιδί του. Ένοιωθε άσχημα να ενοχλεί τον αδελφό του, δεν ήθελε και πολλά-πολλά με την Τασία που μάλλον δεν συμπαθούσε αλλά δεν είχε σκοπό να παντρευτεί και τρίτη φορά. Αυτό το είχε ξεκόψει σε όλους. Σημασία πια είχαν ο Παυλής, η εταιρία και τα ατελείωτα ταξίδια.

Τα χρόνια περνούσαν, οι δουλειές με το βαμβάκι πήγαιναν εξαιρετικά μα ο Παυλής ήταν δυστυχισμένος ζώντας με την μητέρα του».

«Γιατί;»

«Ήταν πολύ δεμένος με τον πατέρα του. Γι’ αυτόν, ήταν ο κόσμος του όλος και η αποκοπή μαζί του, ξαφνική κι επώδυνη. Τι να εξηγήσεις σε ένα μικρό παιδί μου λες; Τώρα που είμαι μάνα και γιαγιά καταλαβαίνω, διαφορετικά δεν ξέρω αν θα τον ένοιωθα ποτέ.

Του έλειπε διαρκώς ο πατέρας του και η μητέρα του ήταν μονίμως άρρωστη ή παρίστανε την άρρωστη, κανείς δεν ξέρει.  Γυρνούσε ο μικρός σε ένα σπίτι που τα πάντα ήταν μουντά και οι κουρτίνες μονίμως κλειστές. Η γιαγιά η Καίτη έπασχε από πονοκεφάλους, αν και όσοι τη γνώριζαν, έλεγαν ότι με αυτόν τον τρόπο πάσχιζε να της δώσει κάποιος σημασία. Παρίστανε την εύθραυστη μα κατά βάθος ήταν μια δύστροπη και φιλάρεσκη γυναίκα. Όταν όμως αποφάσιζε να βγει από το σπίτι για να πάει στις χοροεσπερίδες, τα πεζοδρόμια έτρεμαν από την ομορφιά της.

Ο Γιάννης, κάθε που ερχόταν στην Ελλάδα, έφερνε μαζί του και όλο τον αέρα του κοσμοπολίτη. Πήγαινε τον Παυλή στα καλύτερα μέρη, ταξίδευαν παρέα και τριγυρνούσαν αδιάκοπα στην κοσμική Αθήνα. Οδηγούσε ο ίδιος ένα μεγάλο αυτοκίνητο από αυτά τα ξεσκέπαστα και σε καμία των περιπτώσεων δεν χρησιμοποιούσε αστική συγκοινωνία, λες και το ήξερε. Για όλους εμάς ήταν η χαρά του Θεού.

Ο Παυλής ήρθε η στιγμή που δεν άντεξε άλλο. Λίγο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, αγόρι πια, ζήτησε στον πατέρα του να ζήσουν μαζί. Τότε, τον ρόλο του πάτερ φαμίλια, τον έπαιξε ο παππούς μου Παναγής και οι χρυσές λίρες της οικογένειας Παππά.

‘’Εδώ θα μείνετε, μαζί με το παιδί’’ είχε πει και η κατάσταση τους είχε βολέψει όλους».

«Η Τασία λόγο δεν είχε να υποθέσω …».

«Σιγά μην είχε λόγο, από την άλλη βέβαια μην νομίσεις ότι ήταν καμία υποτακτική. Τη φαμελιά της στη μπουνιά της μέσα την κρατούσε. Δερβέναγας, έτσι νόμιζε τουλάχιστον, μέχρι που η μητέρα μου άλλαξε τα σχέδια όλων τους. Τους την έσκασε η Ματίνα και τους ντρόπιασε».

«Πόσο ήταν η μητέρα σου όταν σε γέννησε;»

«Αυτές τις λεπτομέρειες τότε δεν τις ρωτούσαμε αλλά νομίζω ότι πρέπει να ήταν γύρω στα δεκαέξι. Το χέρι μου να ορκιστώ όμως δεν το βάζω, όλα κι όλα».

«Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1928 εσύ;»

«Αδιάκριτη η ερώτησή σου Ανδριάνα, η ταυτότητα όμως γράφει 1936. Ικανοποιήθηκες;»

«Ώστε τελικά είχατε μόνο οκτώ χρόνια διαφορά;»

«Ναι αλλά τι σχέση έχει τώρα αυτό;»

«Καμία, απλώς ήθελα να πω κάτι γιατί τα έχω μπλέξει όλα μέσα στο κεφάλι μου. Αυτό δεν είναι ιστορία Ρόζα, σπαζοκεφαλιά είναι».

Η θεία της γέλασε.

«Είδες που η ζωή αποκτάει ενδιαφέρον;»
«Δεν θα το έλεγα έτσι. Είναι μεγάλη η σημερινή έκπληξη και όλα αυτά που έμαθα με κάνουν να νοιώθω μια στενοχώρια δεν σου κρύβω».
«Για ποιο λόγο;»

Η Ανδριάνα για λίγο δεν μίλησε, είχε τραβήξει τα μανίκια από το πουλόβερ της και είχε τυλιχθεί σαν κουβάρι παρατηρώντας τη φωτιά.

«Θα ήθελα να τους έχω γνωρίσει όλους αυτούς τους ανθρώπους».
«Δεν βγαίνει ηλικιακά κι αυτό το καταλαβαίνεις υποθέτω».
«Δεν θα μπορούσα να έχω γνωρίσει τον παππού και την γιαγιά μου; Κρίμα, θα είχα μια καλύτερη εικόνα για τη ζωή του πατέρα μου και τελικά για εμένα την ίδια. Ήταν αυτή η ατέρμονη σιωπή μέσα στην οποία έπεφτε. Μπορεί να τον έχω αδικήσει μα δεν το ήθελα, δεν πέρασε κι αυτός λίγα αλλά σε εμένα έχει αφήσει η σχέση μας μια πίκρα. Για όλους έτρεχε δεν λέω, εμένα όμως ήταν σαν να μην με αγάπησε ποτέ».

Η Ρόζα κούνησε το κεφάλι της.

«Δίκιο έχεις» είπε «αλλά η ζωή είχε αποφασίσει διαφορετικά. Ο παππούς σου ο Γιάννης σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα όταν ο πατέρας σου ήταν στο στρατό. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο παππού σου μπήκε σε λεωφορείο. Τα φοβόταν τα λεωφορεία πάντα, αν και κανείς δεν κατάλαβε το γιατί κι έτσι ζήτησε να καθίσει δίπλα στον οδηγό, εκεί που συνήθως ήταν η θέση του εισπράκτορα. Δεν ξέρω πως ακριβώς έγινε το ατύχημα, όμως ο μόνος που σκοτώθηκε ήταν ο παππούς σου. Εκσφενδονίστηκε από το μπροστινό παράθυρο. Ο Παυλής ήταν είκοσι τριών ετών, στρατιώτης και ο πατέρας του μόλις πενήντα. Ο διοικητής του, όταν τον φώναξε στο γραφείο του, δεν του εξήγησε ότι ο πατέρας του είχε ήδη σκοτωθεί. Του είπε ότι είχε τραυματιστεί.

Έφτασε ο πατέρας σου στο σπίτι της οδού Χανίων και είδε την νεκροφόρα. Μπήκε μέσα φωνάζοντας ‘’πατέρα’’ και τον είδε ξαπλωμένο μέσα στο … κατάλαβες τώρα, ούτε τη λέξη δεν θέλω να πω».

Η Ανδριάνα είχε παγώσει και προτίμησε τη σιωπή.

«Ξέρεις φαντάζομαι, ότι αυτό το ατύχημα ήταν η αιτία για να τα βρει η μητέρα σου ξανά με τον πατέρα σου. Είχαν χωρίσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί δεν της έγραφε έλεγε και του είχε θυμώσει. Βλακείες και πείσματα δηλαδή. Για την ίδια όμως αυτή ήταν η δικαιολογία της. Έλεγε πως ‘’αν με αγαπούσε πραγματικά θα μου έγραφε κάθε μέρα’’, έτσι ήθελε, έτσι έκανε».

«Αυτό το ξέρω, αλλά δεν της έδινα και πολύ σημασία».

«Καλά έκανες, η Αγγελική ήταν πάντα πολύ ερωτευμένη με τον Παυλή αλλά είχε ένα … πώς να το πω, ένα είδος εγωισμού και μπόλικη ωραιοπάθεια ας μου επιτραπεί και ‘σχώρα με εκεί που βρίσκονται και οι δυο τους».

«Σώπα και δεν σε πιστεύω» είπε η Ανδριάνα και γέλασαν ανιψιά και θεία ταυτόχρονα.

«Και η γιαγιά μου η Καίτη τι έγινε;»

Η Ρόζα κούνησε το κεφάλι της και έπαιξε για λίγο με τα δαχτυλίδια της. Η μπούκλα στο κεφάλι της χοροπήδησε για άλλη μια φορά.

«Η γιαγιά σου η Καίτη πέθανε ένα χρόνο αφού γεννήθηκες από καρκίνο της μήτρας. Δεν μπορεί να μην το ξέρεις αυτό, η μητέρα σου το έλεγε συχνά-πυκνά».

«Ήθελα μόνο να μάθω αν αυτό ήταν τελικά αλήθεια».

«Θα έλεγε ψέματα η Αγγελική; Μα είσαι με τα καλά σου; Όταν πέθανε η Καίτη, έτρεχα εγώ η ίδια τη μάνα σου στο νευρολόγο. Ντρεπόταν που δεν κατάφερε να τη συμπαθήσει ποτέ της, σε τέτοιο βαθμό δε, που ήθελε κάθε τρεις και λίγο να εξομολογείται και να τρέχει σε πνευματικούς. Για την ακρίβεια τη θεωρούσε μια ενοχλητική, γκρινιάρα ανακατώστρα, η οποία θα έκανε τα πάντα για να κερδίσει το ενδιαφέρον του κόσμου, ακόμα και να αρρωστήσει και στο ορκίζομαι ότι άδικο δεν είχε. Το μόνο που της αναγνώριζε ήταν η κοκεταρία της, το έμφυτο γούστο της, οι ντελικάτοι τρόποι της και η μαγειρική της. Η Αγγελική προσπάθησε να μοιάσει στην Καίτη σε πολλά πράγματα και πέρα από την κοκεταρία, ξεσήκωσε και όλες τις συνταγές της.

Ήταν και ο Παυλής που δεν άντεχε τη μητέρα του με τίποτα. Του έστελνε γράμματα κι εκείνος δεν τα άνοιγε. Ξέρεις γιατί; Γιατί του έγραφε μονίμως για αρρώστιες και γιατρούς. Όσο σιχάθηκε τους γιατρούς ο πατέρας σου άλλο τόσο τους λάτρεψε μετά το θάνατο της μητέρας του. Ίδιος έγινε με την Καίτη, νοσοκομείο για νοσοκομείο δεν άφησε».

«Αυτό το ξέρω από πρώτο χέρι και καλύτερα απ’ όλους σας! Ρόζα, όταν η μητέρα σου έμεινε έγκυος σε εσένα, είπες ότι ο πατέρας της την χτύπησε και την έδιωξε από το σπίτι. Ο πατέρας μου πως βρέθηκε μαζί σας;»

«Ο πατέρας σου και η μητέρα μου μεγάλωσαν μαζί, σαν πραγματικά αδέλφια. Όταν η Ματίνα έφυγε από το σπίτι, ο πρώτος άνθρωπος που τη στήριξε ήταν ο παππούς σου ο Γιάννης κι αυτό το έκανε στα κρυφά. Της έστελνε χρήματα και όλα αυτά τα κανόνιζε ο Παυλής με την καθοδήγηση του πατέρα του. Αυτό δεν το έμαθε ποτέ κανείς, σε έναν έλεγχο που έκανε κάποια στιγμή ο Παναγής, είδε ότι έλειπαν χρήματα από το ταμείο της εταιρίας και τα έριξε στον αδελφό του, ότι τα έτρωγε τάχα μου για να κάνει μεγάλη ζωή. Μπερδεμένες ιστορίες Ανδριάνα και άνθρωποι πληγωμένοι».

«Μα πόσο ήταν ο πατέρας μου τότε;»

«Οκτώ με εννιά αλλά μην συγκρίνεις την ηλικία του με τα σημερινά παιδιά. Όλα τους ήταν σκληραγωγημένα. Η ζωή τους ήταν τόσο διαφορετική» είπε, κούνησε το κεφάλι και συνέχισε «ξέρεις τι συνειδητοποίησα μόλις τώρα;»

«Τι;»

«Ο Παυλής ήταν οκτώ χρόνια μικρότερος από την μητέρα μου και εννιά χρόνια μεγαλύτερος από μένα.  Ήταν ο ενδιάμεσός μας κρίκος».

«Υπάρχουν φωτογραφίες Ρόζα; Έστω κάτι, για να ρίξω μια ματιά στα κλεφτά στις ρίζες μου;»

«Ότι υπάρχει είναι μέσα σε αυτό το κουτί, είπε και χτύπησε με την παλάμη της το καπάκι. Βλέπεις, μετά ήρθε ο πόλεμος και χάθηκαν όλα. Σπίτια, λίρες, επιχειρήσεις και βαμβάκια. Σβήστηκαν όλα από το χάρτη, καπνός έγιναν. Ποιόν έμελε να σώσει ντοκουμέντα με τον πόλεμο να μαίνεται πάνω από το κεφάλι του;  Έμειναν μόνο δυο σερβίτσια που έχω φυλαγμένα στο υπόγειο, δυο ή τρία λινά τραπεζομάντηλα των είκοσι τεσσάρων ατόμων και μια σειρά από ασημένια μαχαιροπήρουνα κι αυτά λειψά. Δυο σειρές κρυστάλλινα ποτήρια που τα μισά έχουν σπάσει και τα ασημένια τσαντάκια της γιαγιάς σου αλλά και το φιλντισένιο της καρνέ που σημείωνε τα ονόματα και τη σειρά των καβαλιέρων στους χορούς . Τι τα θες, να μένουν οι πορσελάνες και να φεύγουν οι άνθρωποι, αν το καλοσκεφθείς μάταια είναι όλα αυτά. Μάταια, μα δεν παύου να είναι τα προικιά σου και όποτε θέλεις τα παίρνεις».

«Γιατί όλα σε εμένα;»

«Γιατί είσαι το θηλυκό της οικογένειας Ανδριάνας. Που θέλεις να τα δώσω, στην Στέλλα κακή της η ώρα ή στην Δήμητρα που κακό χρόνο να έχει;»

Η Ανδριάνα δεν μίλησε για λίγη ώρα.

«Θα ήθελα να μάθω περισσότερα Ρόζα για την οικογένειά μου, για τη ζωή στο Ζαγαζίκ, για την οικογένεια της γιαγιάς μου της Καίτης».

Η Ρόζα έμεινε για λίγο σκαφτική.

«Ίσως θα έπρεπε να απευθυνθείς στο σύνδεσμο των Αιγυπτιωτών αλλά οι γονείς σου δεν ήταν Αιγυπτιώτες και να σε ρωτήσω κάτι, ακόμα κι αν βρεις μέρος από τη ρίζα της γιαγιάς σου τι θα τους πεις, τι θα κάνεις; Θα τρέξεις στην αγκαλιά τους σαν αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση;»

«Τι θες να πεις;»

«Οικογένεια Ανδριάνα είναι οι δικοί σου άνθρωποι, ακόμα κι αυτοί που εσύ επέλεξες για οικογένεια. Μην μπερδεύεσαι, κανείς δεν θα ασχοληθεί μαζί σου, παρά μόνο όσοι πραγματικά σε νοιάζονται» είπε και της έδωσε τη φωτογραφία της γιαγιάς Καίτης. «Εγώ γιατί δεν έψαξα να βρω κανέναν τους νομίζεις; Πιστεύεις ότι τα παιδιά του Μάνθου είναι αδέλφια μου;»

«Δεν είναι;»

«Έλα σε παρακαλώ Ανδριάνα!»

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο

agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here