Η Ανδριάνα γύριζε γύρω-γύρω στο σπίτι της κι ένιωθε το θυμό να φουντώνει μέσα της.

‘’Πότε τελειώνουν οι ιστορίες;’’ Αναρωτήθηκε και στάθηκε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη που είχε στο δωμάτιό της παρατηρώντας το είδωλό της. ‘’Ποτέ’’ μονολόγησε δυνατά, έκανε μεταβολή, φόρεσε το πιο άνετο φουστάνι της, ένα ζευγάρι ίσια παπούτσια κι έφυγε από το σπίτι βιαστικά.

Ο Σπύρος, η αδελφή της η Ναταλία, η Ρόζα, οι ανιψιές της κομμάτια της ψυχής της που την πονούσαν και ένιωθε ότι την κρατούσαν πίσω. Δέσμια των οικογενειακών της υποχρεώσεων. Μα εκείνη δεν είχε δημιουργήσει δική της φαμελιά, γιατί τους άφηνε να της στερούν τον αέρα που ανέπνεε;

Περπάτησε μέσα στην Αθήνα για να καταλήξει στον Εθνικό Κήπο και να καθίσει παρέα με τις πάπιες. Μόνο που τις έβλεπε να πλατσουρίζουν μέσα στη λίμνη, έφτιαχνε η διάθεσή της. Είχε δει τον Σπύρο πριν από λίγες ημέρες και η καρδιά της είχε κοπεί σε χίλια κομμάτια.

«Με έχεις ανησυχήσει» του είχε πει, «αισθάνομαι ότι έχεις κλειστεί στον εαυτό σου με τέτοιο τρόπο που είναι σαν να σε καταπίνει το σκοτάδι». Ο Σπύρος δεν το είχε αρνηθεί και η βραχνάδα στη φωνή του, την έκανε να καταλάβει ότι πλέον δεν πάλευε να κρυφτεί ούτε από τον ίδιο του τον εαυτό. «Τι συμβαίνει;» τον είχε ρωτήσει αν και ήξερε από πριν την απάντησή του.
«Δεν μπορώ να το παλέψω μόνος μου Ανδριάνα».
«Το ποτό;»
«Την μοναξιά, το ποτό, την απόρριψη από το παιδί μου» της είχε απαντήσει.
«Μήπως θέλεις να κάνεις μια καινούργια αρχή με την Στέλλα;» τον είχε ρωτήσει κι αμέσως μετά άκουσε το πικραμένο γέλιο του.
«Δεν θα άντεχα στο ίδιο δωμάτιο μαζί της ούτε για λίγες ώρες».
«Τότε;»
«Θέλω παρέα, έχω ανάγκη …» είχε ξεκινήσει να λέει και η Ανδριάνα μόλις είχε σταματήσει να τον ακούει.

Κάθε φορά, μετά από τις συναντήσεις που είχε με τον Σπύρο, ένιωθε τόσο έντονη στενοχώρια, σαν να καιγόταν η ρίζα της κοιλιάς της. Εκείνη την ημέρα όμως, έγινε ξαφνικά θεατής του έργου της ζωής της. Βολεύτηκε νοητά στη θέση του μεγάλου θεάτρου κι άρχισε να παρακολουθεί το έργο από την αρχή. Δύο λέξεις της ερχόταν στο στόμα, ‘’αχαριστία’’ κι ‘’αγνωμοσύνη’’.

Έστρεψε τα μάτια της στον ουρανό και προσπάθησε να δει, πέρα από τα σύννεφα, πιο μακριά από το ατελείωτο γαλάζιο, να μιλήσει με το δικό της Θεό και ντράπηκε όταν κατάλαβε ότι το μεγάλο δώρο της ζωής, όλοι τους το παραπετούσαν τόσο εύκολα, σαν να ήταν τσαλακωμένη σελίδα χαρτιού.

Συνέχιζε να κοιτάζει τις πάπιες και τον κόσμο που πηγαινοερχόταν κόβοντας δρόμο μέσα από τον Κήπο. Άλλοι βιαστικοί, άλλοι με χαμηλωμένο το κεφάλι και κάποιοι χαμογελώντας, στεκόταν για λίγο κοντά της στη λίμνη παρατηρώντας την νωχελική βόλτα που έκαναν οι πάπιες. Αναρωτήθηκε αν ήταν η  μόνη που ένοιωθε έτσι αλλά απάντηση δεν πήρε.

Έφερε στο νου της όλη της την οικογένεια και χωρίς να το θέλει, το μυαλό της πέταξε μακριά, στα καλοκαίρια στο νησί και στη συστάδα με τα ηλιοτρόπια.

‘’Αυτό είμαι’’ είπε η φωνή της μέσα της, ‘’ένα ηλιοτρόπιο’’ κι ένοιωσε την ανάγκη να το φωνάξει με χαρούμενη φωνή, δυνατά αλλά δεν το έκανε. Άφησε τη θέση της στο βραχάκι και με γρήγορο βήμα, βγήκε από την έξοδο προς την Λεωφόρο Αμαλίας. Αγόρασε μερικά κουλούρια Θεσσαλονίκης και πήγε κατευθείαν στην εταιρία. Μοίρασε τα κουλούρια στους συνεργάτες της και τους κοίταξε με τα μάτια της ψυχής. ‘’Ήταν άραγε χαρούμενοι άνθρωποι’’ αναρωτήθηκε καθώς έκλεινε την πόρτα του γραφείου της.

«Αναστασία» είπε, όταν η αρωματοποιός απάντησε στο τηλεφώνημά της «θα ήθελα να μιλήσουμε για την επόμενη σειρά αρωμάτων» κι έκλεισαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν το επόμενο ραντεβού τους.

Κάθισε στην μεγάλη δερμάτινη καρέκλα της και δεν άνοιξε τον υπολογιστή της. Έκλεισε μόνο τα μάτια και βολεύτηκε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στη θέση της κι αφέθηκε ελεύθερα στον τρελό χορό που είχαν στήσει τα συναισθήματα μέσα της, χωρίς ντροπή.

Την Ρόζα την αγαπούσε όσο αγάπησε τη μητέρα της. Ήταν ο φάρος της και ο οδηγός της. Από τα δυο της αγόρια δεν την ξεχώρισε ποτέ και ήταν αυτή που τις έδωσε τις ευκαιρίες στη ζωή της για να προχωρήσει μπροστά κάθε φορά που έπεφτε. Παραστάτης της στα εύκολα και στα δύσκολα και να τώρα, που καθόταν στο τιμόνι της νέας εταιρίας, δίνοντας της για άλλη μια φορά τη σκυτάλη. Η Ρόζα είχε την ικανότητα να κάνει τη ζωή τους άνω κάτω στο δευτερόλεπτο. Άλλες φορές γινόταν ενοχλητική, ή απαιτητική κι άλλες πάλι τρυφερή σαν βελούδο, μα ποτέ δεν άφησε κανέναν τους χωρίς να του απλώσει το χέρι.

Ο Γρηγόρης είχε αποφασίσει να ακολουθήσει τη δικιά του πορεία ζωής. Για ποιο λόγο καθόταν ακόμα με την Δήμητρα δεν μπορούσε να το καταλάβει αλλά δεν την ενδιέφερε πλέον. Τον αγαπούσε μα είχε διαλέξει μόνος του τη θέση του στη ζωή και ήταν πάντα έτοιμος να δώσει τις δικές του μάχες για να τα βγάλει πέρα. Απόμακρος, χαμογελαστός και πεισματάρης, μα πάντα θετικός και απών σε μακρινά ταξίδια.

Η κόρη του η Φαίδρα είχε υποταχθεί στη μοίρα της και αυτό που θα της ξημερωνόταν αργότερα θα ήταν δύσκολο και επώδυνο. Για την ώρα όμως, κανείς δεν μπορούσε να την πλησιάσει. ‘’Ο μουσικάντης’’ που έλεγε η Ρόζα, τους είχε κλείσει για τα καλά την πόρτα και όσο η Φαίδρα δεν ζητούσε την βοήθειά τους, την άφηναν στην ησυχία της. Ίσως να έκανε και τη ζωή που ήθελε. Ίσως…

Ο Σπύρος πάλι, κάθε που τον έφερνε στο μυαλό της, σκοτείνιαζε ο ουρανός της. Μετά απ’ όλα όσα είχαν γίνει δεν μπορούσε να κατηγορήσει την Ρόζα για την πορεία της ζωής του. Η μητέρα της, η κυρία Αγγελική, της είχε πει κάποτε σε έναν μικρό καυγά που είχαν μεταξύ τους, ‘’αυτά ξέραμε, αυτά κάναμε παιδί μου’’ και την είχε αποστομώσει. Το λάθος της θείας της ήταν ότι όσο πιο αδύναμο τον έβλεπε, τόσο περισσότερο τον βοηθούσε κι ορισμένες φορές, πριν προλάβει ο Σπύρος να κάνει τα δικά του μεγάλα λάθη, η Ρόζα ήταν ένα βήμα μπροστά για να προλάβει, να μη τον δει να πέφτει, να μην νιώσει ο Σπύρος την αδυναμία του, να μην ντροπιαστεί. Τελικά τι είχε καταφέρει; Ακριβώς το αντίθετο! Ο ξάδελφός της βασιζόταν στις πλάτες των υπολοίπων, όχι για να σταθεί πραγματικά στα πόδια του αλλά για να βρει ανούσιες δικαιολογίες για να συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο τη ζωή του. Ήταν απίστευτα εφευρετικός προκειμένου να μην ξεβολευτεί από τον φαύλο κύκλο που ο ίδιος είχε δημιουργήσει. Το  μεγάλο πρόβλημα της Ανδριάνας, δεν ήταν ο Σπύρος, ήταν ο ίδιος της ο εαυτός. Η ενοχική της πλευρά κι από εκείνο ακριβώς το σημείο, ξεκινούσε η μέχρι τώρα άρρηκτη σχέση τους. Ήταν ο θάνατος της μητέρας της, λίγα χρόνια πριν που την έκανε να έρθει αντιμέτωπη με την ώριμη πλευρά του εαυτού της, η μεγάλη βουτιά στην άβυσσο των σκοτεινών της συναισθημάτων που την οδήγησε στο φως και τα μπρουμυτίσματα της ζωής με τα ματωμένα γόνατα που την έκαναν να αποφασίσει να σταθεί στα δικά της πόδια και ποια διαδρομή θα ακολουθούσε τελικά.

Το πιο εύκολο ήταν να κρεμάσει τη ζωή της πάνω στους άλλους, όπως ακριβώς έκανε ο ξάδελφός της και το πιο δύσκολο να αναλάβει τα ινία της ζωής της, με οποιοδήποτε κόστος.

Ο Νικόλας της, το μικρό αυτό πλάσμα που του είχε τόσο μεγάλη αδυναμία, την είχε απογοητεύσει. Ολόκληρος άντρας πια, μα για τις δύσκολες στιγμές του πατέρα του δεν ήθελε να ξέρει. Δεν μπορούσε να τον αδικήσει, μα ούτε και να τον καταλάβει. Ο ανιψιός της κρυβόταν από τις κακοτοπιές της ζωής και προσπαθούσε να αποφύγει κάθε τι που του δημιουργούσε πόνο, λες και η ζωή παίζοντας μαζί της ‘’κρυφτό’’ θα τον άφηνε αλώβητο…

Τις ημέρες που πέρασαν, είχε μαζί του έναν μεγάλο καυγά, όπως και με την μητέρα του την Κατερίνα. Είχε ζητήσει να δει τον Νικόλα αλλά εκείνος είχε προτιμήσει να ακούσει ό,τι είχε να του πει από το τηλέφωνο. Του εξήγησε ότι ο Σπύρος δεν ήταν καλά, ότι είχε ανάγκη την οικογένειά του, τα παιδιά του, ότι χρειαζόταν ψυχολογική υποστήριξη. «Προτιμώ να μην ξέρω» της είχε απαντήσει και η Ανδριάνα του είχε φωνάξει όπως ποτέ άλλοτε στη ζωή της.

«Τους γονείς μου τους φρόντισα Νικόλα, δεν τους φόρτωσα στην πλάτη κανενός. Αν δεν σε ενδιαφέρει η ζωή του πατέρα σου, να σταθείς μπροστά του αντρίκια και να του το πεις. Δεν παίρνουμε από τους ανθρώπους τα καλά και τα συμφέροντα και ούτε τους πετάμε στον Καιάδα όταν αρρωσταίνουν. Κατάλαβες;» φώναζε μα ο Νικόλας δεν απαντούσε. «Αν είναι έτσι, τότε πες μου να μην σηκώσω ποτέ πια το τηλέφωνό μου όταν δω το όνομα της μητέρας σου ή το δικό σου ποτέ ξανά» είχε πει η Ανδριάνα. «Θα περιμένω την απάντησή σου» ήταν η τελευταία της κουβέντα πριν κλείσει το τηλέφωνο ξεφυσώντας σαν άγριο ζώο.

Ο Νικόλας ήταν ο ενήλικος γιός του Σπύρου. Αν συνέβαινε κάτι στον πατέρα του, ήταν εκείνος που θα έπαιρνε τις αποφάσεις για λογαριασμό του. Η Ανδριάνα, όταν συνειδητοποίησε πόσο κακό έκανε στον εαυτό της και ταυτοχρόνως στον ξάδελφό της, αναλαμβάνοντας το ρόλο της Ρόζας στη ζωή του Σπύρου, σταμάτησε και πήρε τις αποστάσεις της.

Εκείνο το βράδυ η Κατερίνα, της είχε τηλεφωνήσει για να της ζητήσει το λόγο που μίλησε και στενοχώρησε το παιδί της, λες και ο Νικόλας ήταν ανήλικος. Η Ανδριάνα είχε αρνηθεί να της μιλήσει.

«Τι συμβαίνει;» την είχε ρωτήσει ο Μανώλης.
«Ήρθε η ώρα να τραβήξει ο κάθε ένας τον δρόμο του και να αναλάβει τις ευθύνες του» είχε απαντήσει μα η καρδιά της ήταν βαριά σαν πέτρα κι αφού είπε ό,τι είχε να πει, αμέσως μετά άρχισε να κλαίει. Ο Μανώλης την κοιτούσε σαστισμένος, «υπάρχει κάτι που δεν κάνω;» την είχε ρωτήσει αλλά η Ανδριάνα είχε ψελλίσει ένα «όχι» και είχε αφήσει τον εαυτό της να κλάψει όπως …

«Όταν κατάλαβα ότι η μητέρα μου ξεκινούσε το ταξίδι του μυαλού χωρίς επιστροφή» άρχισε να εξηγεί στον Μανώλη, έκλαιγα ένα ολόκληρο απόγευμα όπως κάνω σήμερα.
«Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει με αυτό» είχε απαντήσει ο άνδρας και για λίγη ώρα μέσα στο σαλόνι του σπιτιού τους δεν ακουγόταν τίποτα, ούτε ο ήχος της ανάσας τους.

«Τόσα χρόνια, ήταν σαν να στέκομαι σε μια προβλήτα κι από ένα χονδρό σκοινί κρατούσα τη βάρκα που μέσα στεκόταν όρθιος ο Σπύρος. Σήμερα άφησα το σκοινί και βλέπω τη βάρκα να φεύγει μακριά χωρίς να μπορώ πια να κάνω τίποτα».
«Ανατρίχιασα» είπε χαμηλόφωνα ο Μανώλης και η Ανδριάνα, με πρησμένα από το κλάμα μάτια, έσφιξε μόνο τα χείλη της.
«Τώρα στη βάρκα του είναι ολομόναχος, αν θέλει να γυρίσει σε εμάς, θα πρέπει να πηδήξει και να έρθει κολυμπώντας».
«Δεν καταλαβαίνω τι λες».
«Η βάρκα που τον παίρνει μακριά μας, είναι το ποτό Μανώλη. Ο Σπύρος θα πρέπει να αποφασίσει, ή θα σώσει τον εαυτό του ή θα κάνει το ταξίδι που ο ίδιος επέλεξε. Ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό» είπε και μετά από λίγο προσέθεσε, «το χειρότερο απ’ όλα είναι, ότι τα σπασμένα θα τα πληρώσει η Μυρτώ».
«Τι εννοείς;»
«Φαντάζεσαι ότι δεν θα μάθει την αλήθεια;»
«Ποιος θα τολμήσει να της πει κάτι τέτοιο;»
«Εγώ».
«Δεν σοβαρολογείς!»
«Κι όμως».
«Τι φταίει η Μυρτώ μου λες; Γιατί πρέπει να μάθει ότι η μητέρα της προσπάθησε να αποπλανήσει τον Νικόλα;»
«Άπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ θεοῦ τῷ θεῷ».
«Και συ τι είσαι, Καίσαρας ή Θεός;»
«Αποφεύγοντας να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους γινόμαστε όλοι ένοχοι Μανώλη. Η Στέλλα χρησιμοποίησε, πλήγωσε και προσπαθεί καθημερινά να αποτελειώσει τον Σπύρο με κάθε τρόπο, ακόμα και τώρα που το διαζύγιο βγήκε, χρησιμοποιεί το ίδιο της το παιδί ως όπλο στραμμένο εναντίον του. Αλήθεια πες μου, αν μάθαινες αφού είχε πεθάνει ο πατέρας σου ότι τον είχες αδικήσει γιατί έτσι σου πιπίλησαν το κεφάλι πως θα ένιωθες;»
«Σου έχω πει να μην το κάνεις αυτό».
«Ποιο;»
«Δεν θέλω να με βάζεις στη θέση του απέναντι».
«Γιατί σε βγάζει από την σιγουριά της βολής σου. Απάντησέ μου όμως σε παρακαλώ, θα με βοηθήσεις να καταλάβω αν κάνω λάθος».
«Μα είναι ανήλικη».
«Όχι για πολύ».
«Ανδριάνα δεν σοβαρολογείς».
«Κρατάω στα χέρια μου την αλληλογραφία που είχα με τη μητέρα της, αν δεν με ακούσει θα αναγκαστώ να της την στείλω».
«Είναι σκληρό αυτό το καταλαβαίνεις;»
«Ναι αλλά σκεπτόμενη ως κόρη κι όχι ως ενοχική μητέρα, θα ήθελα να γνωρίζω την αλήθεια για την οικογένειά μου Μανώλη και μετά θα αποφάσιζα εγώ πως θα τα χειριζόμουν τα θέματα».
«Διαφωνώ».
«Αλήθεια; Και τι θα απαντήσεις στην Μυρτώ όταν θα μας ρωτήσει για άλλη μια φορά ‘’πως άλλαξε έτσι ο πατέρας μου όταν με πήρε η μητέρα μου και φύγαμε από το σπίτι’’ και γιατί επιλέγετε όλοι σας την σιωπή; Γιατί ρίχνεται τα σκουπίδια της ψυχής σας κάτω από χαλάκι της πόρτας μου λες;»
«Δεν θέλω να είμαι μπροστά».
«Δεν θα είσαι, θα περιμένω να κλείσει τα δεκαοκτώ, να έχει τελειώσει με τις εξετάσεις και θα το κάνω αμέσως μετά».
«Είναι το χειρότερο χτύπημα κάτω από τη μέση».
«Κάτω από τη μέση για ποιόν;»
«Για την Μυρτώ φυσικά, Ανδριάνα δεν θέλω να το κάνεις».
«Και θέλεις να ρίχνει το ανάθεμα στον πατέρα της για μια ολόκληρη ζωή; Εσύ τι θα επέλεγες αν ήσουν στη θέση της;»
«Το κάνεις πάλι».
«Ναι γιατί πρώτα έχω ρωτήσει τον εαυτό μου χιλιάδες φορές και η απάντηση είναι πάντα η ίδια».
«Μπορεί να μην θέλει να μάθει».
«Από εκεί και πέρα ας κάνει ό,τι αποφασίσει».
«Ότι θα καταστραφεί η σχέση της με την μητέρα της το σκέφτηκες».
«Δεν θα πάρω το μερίδιο των ενοχών που δεν μου ανήκει Μανώλη. Αυτό ας το σκεφτόταν η Στέλλα, δεν είναι δική μου δουλειά, ούτε έχω σκοπό να διαιωνίζω τα δικά της λάθη».
«Θα είναι δύσκολο, μπορεί να μην θελήσει να σου μιλήσει ποτέ πια στη ζωή της».
«Η απόφαση είναι ολοκληρωτικά δική μου» είχε απαντήσει το βράδυ εκείνο «και αναλαμβάνω όλη την ευθύνη».

Ίσως έφταιγε το φως του ήλιου αλλά η Ανδριάνα ένιωθε πιο δυνατή από κάθε άλλη φορά στη ζωή της. «Αλλαγές έρχονται και με το καλό να ορίσουν» σκεφτόταν. Κοίταξε το ρολόι της και είδε ότι η ώρα είχε περάσει. Κάλεσε ένα ταξί και ανέβηκε στο σπίτι στο λόφο. Βρήκε την Ρόζα να πίνει τον απογευματινό της καφέ κάτω από το μεγάλο πεύκο και μπροστά της είχε ένα μικρό μπολ γεμάτο από τα κουλουράκια της Ολυμπίας.

«Ποιος ούριος άνεμος σε έφερε μέχρι εδώ;» ρώτησε την ανιψιά της που ο τρόπος που της χαμογελούσε και μόνο έκανε την καρδιά της να φτερουγίζει από αγάπη.
«Μια αγκαλιά από ηλιοτρόπια» της απάντησε.
«Δεν τα βλέπω» είπε η μεγάλη γυναίκα κοιτάζοντας πότε δεξιά και πότε αριστερά.

Η Ανδριάνα γέλασε.

«Δεν τα έφερα μαζί μου. Θυμάσαι όταν ήμουν μικρή που μέναμε σε εκείνο το σπίτι στο νησί που τη μάντρα του την έβρεχε η θάλασσα;»
«Αν θυμάμαι λέει, τι υπέροχα χρόνια, τι ανεπανάληπτα καλοκαίρια».
«Θυμάσαι τη συστάδα από τα ηλιοτρόπια που ήταν φυτεμένα στον κήπο;»
«Τώρα που το λες …»
«Είναι μέρες που παρατηρώ το χάος που βασιλεύει μέσα μου και το σκοτάδι που μας έχει πνίξει όλους μαζί κι εκεί, που όλα μέσα στο μυαλό μου ήταν θολά, εμφανίστηκε ένα ψηλό με γερό κορμό ηλιοτρόπιο και ένοιωσα ότι αυτό το λουλούδι είμαι εγώ».

Η Ρόζα την κοίταξε ανήσυχη.

«Μην με κοιτάζεις έτσι δεν μου έχει σαλέψει».
«Δεν είμαι και πολύ σίγουρη γι’ αυτό» απάντησε η Ρόζα σκουπίζοντας με μικρές κινήσεις τα χείλη της και παίζοντας με τα δαχτυλίδια της.
«Μην ανησυχείς, θυμήθηκα το πόσο αγαπούσα αυτά τα λουλούδια. Την κίνηση που κάνουν ακολουθώντας τον ήλιο και γέμισε η ψυχή μου χαρά. Είπα ‘’αυτό είμαι’’ και ξαφνικά ένιωσα ξέγνοιαστη και δυνατή και το κεφάλι μου γέμισε απαντήσεις και αποφάσεις».
«Που πάει να πει;»
«Ότι θα ετοιμάσουμε μια καινούργια σειρά προϊόντων που θα μυρίζει καλοκαίρι και θα έχει για σήμα του το ηλιοτρόπιο».
«Για συνέχισε …»
«Η παρουσίασή τους θα ήθελα να γίνει στο νησί, δίπλα στη θάλασσα ή έστω με φόντο τη θάλασσα και εδώ θα σου ζητήσω μια χάρη».
«Σε ακούω».
«Δεν θέλω να χρηματοδοτήσεις αυτή τη σειρά των καλλυντικών».

Η Ρόζα δεν ήταν σίγουρη ότι άκουσε καλά.

«Τι είπες;»
«Δεν θέλω να με βοηθήσεις αυτή τη φορά» απάντησε η Ανδριάνα κρατώντας της τρυφερά το χέρι, «έχω την ανάγκη να τα καταφέρω μόνη μου» είπε και η Ρόζα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Καταλαβαίνω» της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά της, για άλλη μια φορά!

Έμειναν για λίγο έτσι σαν να έχουν γίνει οι δυο τους ένα σώμα. «Θα πρέπει να βρούμε ένα ξενοδοχείο που να το βρέχει η θάλασσα» είπε η μεγάλη γυναίκα και τα όνειρα με το άρωμα καλοκαιριού μόλις είχαν τρυπώσει στο κεφάλι τους και στο χαμόγελό τους.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here