«Αυτό είναι τρελό» φώναξε η Ανδριάνα και το φλιτζάνι χοροπήδησε απότομα στο πιατάκι που κρατούσε στα χέρια της.

Το ραντεβού τελικά, το είχαν κλείσει σε κεντρικό ξενοδοχείο στην Πλατεία Συντάγματος, ακολουθώντας την παλιά και αλάθητη συμβουλή της Ρόζας που πάντα έλεγε ότι ‘’και οι τοίχοι έχουν αυτιά και θέματα που δεν πρέπει να διαρρεύσουν καλό είναι να κουβεντιάζονται σε ουδέτερο έδαφος’’.  Ήταν αποφασισμένη να βάλει την Κλειώ στη θέση της και να την ξεφορτωθεί μια και καλή από τη ζωή της. Η εταιρία, ειδικά μετά την επερχόμενη κυκλοφορία του αρώματος θα έμπαινε σε μια νέα εποχή. Ούτε η θεία της δεν είχε ιδέα για το τι έκανε η ίδια όλο αυτό το χρονικό διάστημα που απέφευγε να απαντήσει στις ερωτήσεις της σχετικά με την δουλειά. Ο Μανώλης μόνο γνώριζε και ήταν αυτός που την είχε βοηθήσει. Μια χαρά την είχε στήσει την νέα μορφή της εταιρίας στο μυαλό της, δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά της. Αυτό που δεν είχε υπολογίσει όμως, ήταν το κομμάτι της αλήθειας με το οποίο θα ερχόταν αντιμέτωπη.

«Τι πάει να πει ξέρεις;» ρώτησε την Κλειώ.
«Για την ημέρα που έπιασες την Στέλλα στο σπίτι σου με τον Νικόλα».
«Δεν ξέρω καν τι μου λες».
«Ανδριάνα, τα ξέρω από πρώτο χέρι, το να προσπαθείς να παίξεις την ανίδεη είναι τουλάχιστον κουραστικό».
«Τι θέλεις ακριβώς Κλειώ;»
«Να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, για την ακρίβεια να τα τοποθετήσουμε σωστά».
«Με εκβιάζεις για κάτι;»
«Δεν θα το έθετα έτσι ακριβώς, θα ήτα λίγο άκομψο αυτό από πλευράς μου, δεν νομίζεις;»
«Συνεχίζεις όμως να μην μου λες …»
«Η Στέλλα μου τα έχει πει όλα» συνέχισε δαγκώνοντας ένα κομμάτι από το κέικ της.
«Περιμένω να ακούσω τι είναι αυτό το σημαντικό που είπε» απάντησε η Ανδριάνα ήρεμα, αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια. Για κανέναν λόγο δεν θα έπεφτε στην παγίδα να παραδεχθεί τι είχε συμβεί στο σπίτι της τότε. Το παραμικρό λάθος από πλευράς της θα ήταν μοιραίο.

Υπήρξε μια εκνευριστική παύση. Αν κάποιος παρατηρούσε από ένα διπλανό τραπέζι τις δυο γυναίκες, θα καταλάβαινε ότι μεταξύ τους είχαν κηρύξει ένα αδήλωτο πόλεμο.

«Θα πρέπει να είναι πολύ δύσκολο να ζεις με ένα τέτοιο μυστικό όλα αυτά τα χρόνια. Δεν θα ήθελα  με τίποτα να βρίσκομαι στη θέση σου, ειδικά όταν όλοι γνωρίζουμε ότι όποιος θέλει να τα πάει καλά με την Ρόζα, δεν πρέπει ποτέ να αγγίξει τα ‘’αγοράκια’’ της» είπε η Κλειώ κουνώντας το δάχτυλό της και περίμενε. Ήθελε να κάνει την Ανδριάνα να παραδεχθεί την αλήθεια και να μιλήσει, να πει ακόμα κι αυτά που η ίδια δεν ήξερε. Της ήταν δύσκολο να την εκβιάσει γιατί όλα αυτά τα χρόνια, της είχε φερθεί με τον καλύτερο τρόπο, τώρα όμως έπρεπε να διαφυλάξει τον εαυτό της και το μέλλον της και ναι, ήταν έτοιμη να κάνει ό,τι χρειαζόταν για να πετύχει το στόχο της.  Η ηθική δεν ήταν το φόρτε της και η επωνυμία ‘’Ρόζα’’ ήταν καιρός να περάσει στα δικά της χέρια, η γριά κάποτε θα πέθαινε τι στην ευχή το αθάνατο νερό είχε πιεί;

«Αλήθεια» συνέχισε τον μονόλογό της η Κλειώ, «πως άντεχες να κοιτάς τη θεία σου στα μάτια και ταυτοχρόνως να συνεχίζεις να κρύβεις τέτοιο μυστικό από τον Σπύρο; ήταν γυναίκα του η Στέλλα όταν προσπάθησε να κάνει τον Νικόλα, αχ πώς να το πω, στάσου τη βρήκα τη λέξη, όταν προσπάθησε να τον κάνει εραστή της. Ποτέ μου δεν κατάλαβα και θα ήθελα να μου πεις αν ξέρεις, τους ήθελε και τους δυο ή είχε ερωτευθεί τον πιτσιρικά;  τι να ερωτευθείς από ένα αμούστακο παιδί ποτέ μου δεν κατάλαβα και ο Νικόλας πως ένοιωθε τον ρώτησες ποτέ; Κι εσύ που υποτίθεται ότι νοιάζεσαι τόσο για τον ξάδελφό σου, πως και κατάφερες να κρατήσεις τέτοιο μυστικό; Σε βρώμικες ιστορίες μπλέχτηκες Ανδριάνα και τσάμπα μας παριστάνεις την ιδανική ανιψιά. Έχω μια απορία, δεν έχεις βάλει με το μυαλό σου ποτέ, ότι αυτό που ευθύνεται περισσότερο απ’ όλους για την κατάντια του Σπύρου είσαι εσύ και μόνο εσύ;»

Η Ανδριάνα ένοιωσε ήταν το αίμα της να παγώνει. Τα μηνίγγια της χτυπούσαν σαν τρελά κι αυτό που ήθελε ήταν να χαστουκίσει τόσο δυνατά τη γυναίκα, ώστε να της αφήσει ένα σημάδι, σαν αυτό που η Στέλλα είχε χαράξει μέσα της. Δεν υπήρχε λόγος να παίξει με την Κλειώ ένα λεκτικό πινγκ-πονγκ. Δεν θα έμπαινε στον κόπο να διακινδυνεύσει τη θέση της αραδιάζοντάς της δικαιολογίες και συναισθήματα. Η καλύτερη μέθοδος ήταν να μην παραδεχθεί ποτέ τίποτα, έτσι κι αλλιώς αποδείξεις δεν υπήρχαν εκτός από την ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε ανταλλάξει με την Στέλλα αλλά και πάλι δεν ανησυχούσε, το όνομα του Νικόλα δεν το είχε αναφέρει πουθενά.

Κανείς τους δεν κατάλαβε ότι αν είχε παραμείνει κοντά στον Σπύρο όλα τα χρόνια της ζωής της, για έναν λόγο το είχε κάνει κι αυτός ήταν ο Νικόλας.

«Τι θέλεις Κλειώ;»
«Με τη σιωπή σου ξέρεις απλώς επιβεβαιώνεις αυτά που η Στέλλα μου έχει πει».
«Σε ρώτησα τι ακριβώς θέλεις και απάντηση δεν έχω πάρει ακόμα» είπε κοιτώντας το μικρό χρυσό ρολόι που φορούσε στο χέρι της.
«Προσπαθείς να μιμηθείς σε τρόπους την Ρόζα και δεν έχεις καταλάβει το πόσο λίγη δείχνεις μπροστά της».

Η Ανδριάνα δεν απάντησε. Ήπιε με αργές κινήσεις την τελευταία γουλιά από τον καφέ της, σηκώθηκε,  έκανε μεταβολή και χωρίς να χαιρετήσει την Κλειώ έφυγε, πήγε στο ταμείο και πλήρωσε με την κάρτα της.

Τα βήματά της, την οδήγησαν κατευθείαν στο γραφείο. Κάθισε στη θέση της και τηλεφώνησε στον Μανώλη.

«Η Κλειώ τα ξέρει όλα» του είπε.
«Δηλαδή;» τη ρώτησε αφηρημένος και έμεινε έκπληκτος μπροστά στις αποκαλύψεις που του έκανε η Ανδριάνα. «Και τώρα τι σκοπεύεις να κάνεις;»
«Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρέπει να την βγάλω από τη μέση αλλά δεν ξέρω τον τρόπο» είπε δαγκώνοντας νευρικά το κάτω χείλος της.
«Η απόλυση θα δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα έτσι δεν είναι;»
«Η Κλειώ θέλει κάτι παραπάνω. Γιατί ποιο λόγο νομίζεις ότι πέρασε σε τέτοια αντεπίθεση; Επειδή της μίλησα απότομα, ή μήπως γιατί υπέθετε όλα αυτά τα χρόνια ότι ήταν κόρη της Ρόζας;»
«Σου φαίνεται απίθανο να έχει βάλει στόχο να διεκδικήσει αυτά που πιστεύει ότι της ανήκουν;»
«Θα είχε μια λογική αν ήταν παιδί της θείας μου αλλά δεν είναι άρα …»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Ότι θα χρειαστώ έναν καλό δικηγόρο που να μην έχει σχέση  με την οικογένεια» είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να περιμένει απάντηση.

 

Η Κλειώ πέρασε το κατώφλι του ορόφου και μπήκε στο γραφείο της Ανδριάνας χτυπώντας την πόρτα πίσω της με δύναμη. Τα τζάμια στα παράθυρα έτριξαν.

«Αν νομίζεις ότι θα με ξεφορτωθείς έτσι εύκολα σε έχουν γελάσει και δεν θα ήθελα ξέρεις, να είμαι εγώ αυτή που θα μεταφέρει τα άσχημα νέα στη θεία σου» ξεκίνησε να λέει αγνοώντας ότι η Ανδριάνα μόλις άκουσε τα τακούνια της στο διάδρομο, είχε πατήσει το πλήκτρο της μαγνητοφώνησης στο κινητό της.
«Κάθισε Κλειώ, σε περίμενα» είπε και ακούμπησε πίσω στην δερμάτινη πολυθρόνα της, μπλέκοντας τα δάχτυλα των χεριών της μεταξύ τους. «Ακόμα περιμένω να μου εξηγήσεις τι ακριβώς θέλεις».
«Δεν έχεις ακόμα απαντήσει τίποτα σε όλα αυτά που σου είπα».
Η Ανδριάνα ανασήκωσε απλώς τους ώμους. «Ξέρεις πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν θα το έκανα, δεν είναι στον χαρακτήρα μου και δεν έχω να πω τίποτα για φανταστικές ιστορίες που σου ξεφούρνισε η Στέλλα».
«Φανταστικές ιστορίες! Πως τολμάς να λες κάτι τέτοιο;» φώναξε.
«Έλα τώρα Κλειώ, γυναίκες είμαστε, ποια θα παραδεχόταν την απιστία της και ειδικά τον ερωτά της για το παιδί του άντρα της μου λες; και ειδικά στη βοηθό της πεθεράς της! Και πως σου πέρασε από το μυαλό ότι ο Νικόλας δεν θα το έλεγε στον πατέρα του; Ήταν η τέλεια ευκαιρία για να πάρει το αίμα του πίσω που η Στέλλα του διέλυσε το σπίτι κι αν δεν το έκανε εκείνος θα το έκανα εγώ ή ακόμα καλύτερα η μητέρα του η Κατερίνα γιατί σε κάποιον από όλους εμάς θα μιλούσε».
«Θέλεις να πεις ότι όλα αυτά είναι ιστορίες του μυαλού μου;»
«Δεν σκέφτηκα κάτι τέτοιο Κλειώ, εσύ είσαι μια έξυπνη γυναίκα και μην εξάπτεσαι σε παρακαλώ πολύ, δεν έχει νόημα».
«Τι προσπαθείς να μου πεις, γιατί τώρα δεν σε καταλαβαίνω εγώ» είπε η Κλειώ.
«Για λόγους που δεν ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω, η Στέλλα σου εκμυστηρεύθηκε μια πλασματική ιστορία που θίγει την ίδια και μπλέκει κι εμένα. Δεν μπορεί θα έχει απώτερο σκοπό αλλά δεν μπορώ να τον συλλάβω. Έτσι δεν είναι;»
«Δεν με πείθεις Ανδριάνα και σταμάτα να παριστάνεις κάτι που δεν είσαι».
«Δεν παριστάνω απολύτως τίποτα, περιμένω μόνο να ακούσω τι ακριβώς θέλεις Κλειώ, ακόμα δεν έχω καταλάβει».

Η Ανδριάνα δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η αποφυγή της να μπλέξει με την Κλειώ σε ένα παιχνίδι αψιμαχίας, έκαναν την βοηθό της Ρόζας να βγαίνει από τα ρούχα της. Είχαν αρχίσει να οδεύουν σε επικίνδυνα μονοπάτια.

«Πως μπόρεσες να το κάνεις αυτό στον Σπύρο, ίχνος ντροπής δεν σε βασανίζει εσένα; Η θεία σου βασίζεται σε εσένα και δεν ξέρει ότι μεγαλώνει στον κόρφο της ένα φίδι, αν ήξερε όμως;»
«Έχω ήδη κουραστεί να προσπαθώ να σε πείσω για την αλήθεια χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος. Γνωρίζεις, ότι ακόμα κι αν ήταν έτσι τα πράγματα, θέματα οικογενειακής φύσης δεν κουβεντιάζω με κανέναν Κλειώ και θα μου έκανες μεγάλη χάρη να μην ανακατεύεσαι».
«Αν δεν ήσουν εσύ και έπαυες να κάνεις όλες αυτές τις βλακείες που κουβαλάει μέσα του το στενό σου το κεφάλι, ο Σπύρος θα ήταν δικός μου τώρα».
«Ορίστε;»
«Θυμάσαι τον μεγάλο καυγά που είχαν με την Στέλλα πριν λίγα χρόνια; Όταν σου τηλεφώνησε μέσα από το αυτοκίνητο και σου είπε ότι φεύγει από το σπίτι για να μην χειροδικήσει πάνω της και  ξυπνήσουν την Μυρτώ, τότε που έμεινε στο ξενοδοχείο κοντά στο γραφείο του;»
«Ναι αλλά εσύ πως το ξέρεις και τι σχέση έχουν όλα αυτά μεταξύ τους;»
«Ο Σπύρος ήρθε σε εμένα και κοιμήθηκε μαζί μου, για την ακρίβεια Ανδριάνα όλο το βράδυ …»
«Μην συνεχίσεις δεν με ενδιαφέρει να μάθω τις επιδόσεις του ξαδέλφου μου, αν αυτό εννοείς».
«Και δεν έγινε ούτε μια αλλά ούτε δυο, συνεχίστηκε και πάντα έπεφτα πάνω στα εμπόδια των δικών σου χειρισμών και την λογική της οικογένειας».
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» απάντησε μουδιασμένα η Ανδριάνα μόνο που η Κλειώ δεν την άκουγε, βρισκόταν σε ένα ανελέητο παραλήρημα.

«Πόσα χρόνια είμαι δίπλα στη Ρόζα και την υπηρετώ ξέρεις;»
«Πολλά δεν θυμάμαι ακριβώς».
«Από την εποχή που η Στέλλα του διέλυε τον πρώτο γάμο. Ο Σπύρος ήταν πάντα ένας γοητευτικός άντρας κι όταν τον γνώρισα υπέθεσα, ότι θα μπορούσα να συνδεθώ μαζί του. Η θεία σου κατάλαβε αμέσως το ενδιαφέρον μου και με προειδοποίησε ότι  είναι παντρεμένος αλλά και με τρόπο έμμεσο με προειδοποιούσε ότι κινδύνευα να χάσω τη θέση μου».

«Με εμένα τι σχέση έχουν όλα αυτά;»
«Αν του έλεγες την αλήθεια εκείνο το απόγευμα που την έπιασες στο σπίτι σου να παρενοχλεί τον Νικόλα θα είχαμε γλυτώσει όλοι μας».
«Τι εννοείς Κλειώ;»
«Ο Σπύρος θα την είχε χωρίσει κι αν δεν μπορούσε ο ίδιος θα τα κανόνιζε η Ρόζα αυτά, παλιά της τέχνη κόσκινο και σήμερα θα ήμουν εγώ στο πλευρό του».
«Νομίζω ότι παραλογίζεσαι Κλειώ».
«Έβγαλες ψεύτρα την Στέλλα, μήπως τώρα θα βγάλεις κι εμένα;»
«Δεν έχω ιδέα για τι ακριβώς μιλάς και πολύ περισσότερο που πας να με μπλέξεις» απάντησε ψύχραιμα η Ανδριάνα.
«Λες ψέματα και το ξέρουμε πολύ καλά και οι δυο μας».
«Και πως κατάληξες σε αυτό το συμπέρασμα;» ρώτησε γέρνοντας το σώμα της προς το μέρος της Κλειώς, ακουμπώντας τα χέρια της πάνω στο γραφείο. «Περιμένω να σε ακούσω».
«Εσύ δεν είπες στην Στέλλα ότι το μυστικό αυτό θα το παίρνατε στον τάφο σας; Εσύ δεν τους έβαλες να ορκιστούν μαζί με τον Νικόλα;»
«Δεν έχω ιδέα για το τι μου λες και η αλήθεια είναι ότι έχω αρχίσει να κουράζομαι, λέμε τα ίδια και ίδια συνεχώς».
«Μην μου λες εμένα ότι κουράστηκες» ούρλιαξε και με μια κίνηση πέταξε όλα τα πράγματα που ήταν πάνω στο γραφείο της Ανδριάνας «η Στέλλα σε μια στιγμή αδυναμίας είπε όλη την αλήθεια».

Έξω από το γραφείο της Ανδριάνας είχε μαζευτεί κόσμος. Την πόρτα χτύπησε διακριτικά μια υπάλληλος και χωρίς να περιμένει απάντηση άνοιξε ρωτώντας «είσαστε καλά;»

«Μια χαρά» απάντησε η Ανδριάνα χαρίζοντας ένα από εκείνα τα λαμπερά χαμόγελά της χωρίς να καταφέρει να πείσει κανέναν. Τα πράγματα στο πάτωμα έδειχναν ότι στο γραφείο υπήρχε κάτι περισσότερο από μια απλή ένταση. «Κλείσε την πόρτα σε παρακαλώ, έχουμε να τελειώσουμε μια συζήτηση με την Κλειώ» είπε και κοίταξε την σπασμένη λάμπα «και στείλε κάποιον να καθαρίσει σε λίγο».

Τικ-τακ, τικ-τακ οι λεπτοδείκτες από το ρολόι του τοίχου έκαναν εκκωφαντικό θόρυβο.

«Θα σε καταστρέψω» φώναξε η Κλειώ αδιαφορώντας για ποιος μπορεί να την άκουγε.
«Τι θα έλεγες να κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα και να συνεχίσουμε σε λίγο; Νομίζω ότι τα πράγματα έχουν παρεκτραπεί σήμερα, να δώσουμε λίγο χρόνο στον εαυτό μας να πάρει μια ανάσα και να συνεχίσουμε αύριο» είπε η Ανδριάνα.
«Αύριο; Τολμάς και μου λες αύριο;»
«Ναι Κλειώ, γιατί κάνεις έτσι; Έχουμε κουραστεί και οι δυο μας αυτές τις ημέρες, νομίζω ότι ένα διάλειμμα θα μας έκανε καλό, να βάλουμε το μυαλό μας σε τάξη και να ξεκουραστούμε, τι λες;»
«Νομίζεις ότι είμαι τρελή έτσι δεν είναι;»
«Δεν θα τολμούσα να σκεφτώ κάτι τέτοιο μετά από τόσα χρόνια γνωριμίας, ας σοβαρευτούμε!»
«Και τι θα τελειώσουμε αύριο;»
«Κοίτα, είμαι πάρα πολύ κουρασμένη και θα ήθελα να σε ακούσω μέχρι τέλους, όλα όμως έγιναν πολύ γρήγορα και σήμερα έχω ένα σωρό ραντεβού και υποχρεώσεις τις οποίες πρέπει να τελειώσω».
«Δεν λες αλήθεια».
«Μα πως είναι δυνατόν να σκέφτεσαι κάτι τέτοιο για μένα;»
«Γιατί δεν πατάς στην εταιρία εδώ και καιρό».
«Έρχομαι όταν υπάρχει λόγος να είμαι παρούσα Κλειώ, έχουμε εσένα εδώ, εσύ είσαι ο αρχηγός μέσα εδώ μην το ξεχνάς, τόσο για την Ρόζα όσο και για μένα».
«Εσύ» είπε η Κλειώ και τα μάτια της γυάλιζαν επικίνδυνα «εσύ που σπαταλάς το χρόνο όλων μας και κάθεσαι σπίτι σου και εισπράττεις τα δικά μας μεροκάματα;»
«Δεν είναι καθόλου έτσι και θα το καταλάβεις σε λίγο καιρό».
«Με εκβιάζεις;»
«Εγώ; Γιατί να το κάνω αυτό;»
«Τι θα καταλάβω σε λίγο καιρό μου λες;»

Η Ανδριάνα αναστέναξε. Είχε ήδη κουραστεί να προσπαθεί να αποφύγει τις απειλές της Κλειώς και να πασχίζει να καταλάβει πως ήταν δυνατόν η βοηθός τους να έχει μάθει την ιστορία της Στέλλας και του Νικόλα. Από την άλλη πλευρά, αν όλα αυτά τα χρόνια η Κλειώ πίστευε ότι ήταν κόρη της Ρόζας, τότε πως είχε ερωτευθεί και ξαπλώσει στο ίδιο κρεβάτι με τον Σπύρο; Θεωρητικά ήταν ο αδελφός της κι αν ο Σπύρος είχε πράγματι μια ανάλαφρη περιπέτεια μαζί της, αυτό περιέπλεκε ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Ήταν όλα τόσο  μπερδεμένα για το απλοϊκό μυαλό της Ανδριάνας που για ένα πράγμα ήταν σίγουρη. Αυτή η ιστορία που ξεδιπλωνόταν μπροστά της, δεν ήταν γεμάτη μόνο με ίντριγκα αλλά απέναντί της στεκόταν ένα διαταραγμένο και εκδικητικό πλάσμα.  Ένοιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται.

Με γρήγορες σκέψεις προσπαθούσε να συναρμολογήσει το παζλ της Κλειώς, έλειπαν όμως κομμάτια. Πως η θεία της γνώριζε ότι είχε προσλάβει την κόρη της Λουκίας και τόσα χρόνια γιατί δεν είχε πει κουβέντα τουλάχιστον στην ίδια; μήπως τελικά τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι και τέλος πάντων, η Στέλλα από πού και ως που μιλούσε με την βοηθός τους και ήταν κάτι που είχε τελειώσει ή μήπως συνεχιζόταν μέχρι σήμερα και πως η Κλειώ δέχθηκε να κοιμηθεί με τον Σπύρο, τον υποτιθέμενο αδελφό της;

Αυτές οι ιστορίες δεν ήταν για την Ανδριάνα, η ίδια είχε αποφασίσει να ζήσει μια ζωή ήρεμη και τώρα βρισκόταν στη δύνη μιας σαπουνόπερας. Τι άλλο θα της ξημερωνόταν;

«Θα μου απαντήσεις επιτέλους;» φώναξε η Κλειώ χτυπώντας το χέρι της πάνω στο γραφείο της Ανδριάνας.
«Βγάζουμε το πρώτο μας άρωμα κι αν όλα πάνε καλά θα συνεχίσουμε με κρέμα σώματος και σαπούνι, είναι δυνατόν η θεία μου να καταφέρει να τα φτιάξει αυτά μόνη της χωρίς τη δική μας βοήθεια; Είναι δυνατόν να φαντάζεσαι ότι εγώ η ίδια μπορώ να κάνω έστω ένα βήμα χωρίς να σε έχω δίπλα μου;»
«Τα εννοείς αυτά που λες;» ρώτησε και η φωνή της γλύκανε απότομα.
«Τι φαντάστηκες Κλειώ και για ποιο λόγο;»

Η πόρτα χτύπησε ξανά και μια γυναίκα μπήκε για να μαζέψει τα σπασμένα αντικείμενα από το πάτωμα.

«Όχι τώρα παρακαλώ, δεν έχουμε ακόμα τελειώσει» είπε όσο πιο ευγενικά μπορούσε η Ανδριάνα και περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα του γραφείου της. «Περιμένω να μου εξηγήσεις Κλειώ».
«Αυτή η ιστορία με την μητέρα μου …»
«Ναι, τι σχέση έχει αυτό με εσένα και εμένα;»
«Υπέθεσα ότι θα ήθελες να με διώξεις».
«Να σε απολύσω εννοείς;»
«Ναι, ακριβώς αυτό».
«Για μια παρεξήγηση; Λίγο τραβηγμένο το βρίσκω».
«Η θεία σου όμως;»
«Μετά από τόσα χρόνια, δεν δικαιούσαι να έχεις ούτε τόσες ανασφάλειες, ούτε τέτοιες σκέψεις. Για εμένα να το καταπιώ, για την Ρόζα όμως; Την αδικείς λίγο, εσύ τι λες;»
«Ναι μάλλον, συγγνώμη» είπε κι άρχισε να τραβάει τα δάχτυλα του χεριού της ένα-ένα κάνοντας αυτό τον ανατριχιαστικό ήχο.

Η Ανδριάνα κοίταξε το ρολόι της.

«Με αυτά και με εκείνα η ώρα πέρασε, τι θα έλεγες να σου κάνω το τραπέζι με χειροποίητη πίτσα, φρέσκια σαλάτα και λίγο δροσερό λευκό κρασί;»
«Σοβαρολογείς;»
«Φυσικά» απάντησε η Ανδριάνα, πήρε το κινητό της με προσοχή και χωρίς να κλείσει την λειτουργία της μαγνητοφώνησης,  το έβαλε στην τσάντα της. «Πάμε» είπε, φόρεσαν και οι δυο τα παλτό τους κι έφυγαν από την εταιρία.

Στην διαδρομή χάζευαν τις βιτρίνες στην οδό Ερμού και με παρότρυνση της Ανδριάνας μπήκαν σε καταστήματα καλλυντικών για να δοκιμάσουν αρώματα και κρέμες. «Είναι καλό να ξέρουμε πως τα πηγαίνει ο ανταγωνισμός» είχε πει στην Κλειώ η οποία αγόρασε ένα μικρό μπουκαλάκι με άρωμα το οποίο όταν το είδε την κοίταξε έκπληκτη. «Σε είχα για λίγο πιο μοντέρνα» της είπε αν και συμφώνησε ότι το σανδαλόξυλο μάλλον θα της πήγαινε.
«Δεν είναι αυτό» ξεκίνησε να λέει η Κλειώ «το φορούσε η μητέρα μου και το αγοράζω που και που έτσι για να μην ξεχνάω την μυρωδιά της».
«Τρυφερό μου πλάσμα εσύ» ψιθύρισε η Ανδριάνα νοιώθοντας ένα κύμα αηδίας να την τυλίγει. Μέχρι πότε θα άντεχε να παίζει θέατρο δεν ήξερε.

Κάθισαν έξω στον χειμωνιάτικο ήλιο χωρίς να βγάλουν τα πανωφόρια τους. Την παραγγελία την έδωσε η Ανδριάνα αφού πρώτα ζήτησε να τους φέρουν ένα μπουκάλι λευκό παγωμένο κρασί. Χαμογέλασε. «Έχεις έρθει άλλη φορά εδώ;» ρώτησε την Κλειώ.
«Όχι».
«Είδες πόσο κοντά στο γραφείο είναι; Πολλές φορές έρχομαι μόνη για να καθαρίσει το κεφάλι μου. Μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο να περνάει. Τους παρατηρώ και προσπαθώ να μαντέψω μετά την ιστορία τους. Είναι ένα παιχνίδι που έπαιζα από μικρή» έλεγε στην Κλειώ «έτσι δεν ένοιωθα ποτέ μόνη».

Πρώτα τους έφεραν το κρασί μαζί με λίγα κριτσίνια και αμέσως μετά τη σαλάτα.

«Είναι πολύ νόστιμη» ξεκίνησε να λέει η Κλειώ, ειδικά η παρμεζάνα κομμένη σε ολόκληρα κομμάτια μου αρέσει πάρα πολύ. Η Ανδριάνα την παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού της, είχε το σχέδιό της. Πριν προλάβει να αδειάσει το ποτήρι της Κλειώς, της το γέμιζε πάλι ενώ η ίδια ίσα που έβρεχε τα χείλη της με μερικές σταγόνες από το κρασί. Δεν έπινε για να μπορεί να έχει τον έλεγχο.  Σήμερα δεν θα έκανε κανένα λάθος.

Οι τόνοι είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να πέφτουν. Όταν η Κλειώ μπήγε για λίγο μέσα στο εστιατόριο, η Ανδριάνα έστειλε ένα γρήγορο μήνυμα στον Μανώλη για να μην ανησυχεί. ‘’Το τηλέφωνο είναι κλειστό, είμαι με την Κλειώ, στο γνωστό μας στέκι, τα υπόλοιπα θα σου τα πω στο σπίτι. Αν αργήσω περισσότερο από τις δέκα, έλα να με βρεις’’ του έγραψε.

Η πίτσα, φρεσκοψημένη και κομμένη σωστά, χωρίς περιττές γαρνιτούρες, έφτασε στο τραπέζι τους.
«Μοσχομυρίζει» είπε η Ανδριάνα και μισοέκλεισε τα μάτια.
«Να σε σερβίρω;» ρώτησε η Κλειώ
«Δύο κομμάτια παρακαλώ» απάντησε, «δεν μπορώ να αντισταθώ ποτέ σε μια λαχταριστή πίτσα» είπε παιχνιδιάρικα και γέμισε το ποτήρι της Κλειώς από την αρχή.

Μόλις κατάλαβε ότι η γλώσσα της γυναίκας είχε βαρύνει και οι τόνοι είχαν πέσει, έκανε την ερώτηση κλειδί.

«Κλειώ, σήμερα όλη την ημέρα με απασχολεί αυτό που είπες για την Στέλλα. Ειλικρινά δεν έχω καταλάβει τι έχει γίνει».
«Υπονοείς ότι μου έχει πει παραμύθια;»
«Αν μου εξηγήσεις τότε θα καταλάβω και να είσαι σίγουρη ότι θα σου πω όλη την αλήθεια».

Η Κλειώ άρχισε να εξιστορεί όλα τα γεγονότα που η Ανδριάνα είχε ζήσει μέσα στο ίδιο της το σπίτι πριν τόσα χρόνια. Δεν της είπε τίποτα που δεν ήξερε ήδη, μα η ανακατωσούρα που ένοιωσε ήταν ακριβώς η ίδια όπως τότε. Η Κλειώ μιλούσε ακατάπαυστα και η καρδιά της Ανδριάνας χτυπούσε σαν τρελή στη θύμηση των γεγονότων και μόνο.

«Να σε ρωτήσω» τη διέκοψε η Ανδριάνα «πιστεύεις ότι όλα αυτά που σου έχει εκμυστηρευτεί η Στέλλα ήταν αλήθεια;»
«Τι θέλεις να πεις;»
«Ποια γυναίκα παραδέχεται ότι προσπάθησε να απατήσει τον άνδρα της με τον ανήλικο γιό του; Αυτό δεν το σκέφτηκες Κλειώ;»
«Υπονοείς ότι τα έχει σκαρφιστεί κι αν ναι για ποιόν λόγο;»
«Αυτό θα το ανακαλύψουμε παρέα αν και μόλις μου πέρασε μια σκέψη από το μυαλό».

Η Ανδριάνα θα έπαιρνε την Κλειώ με το μέρος της. Αυτό ήταν το πρώτο μέρος του σχεδίου της.

«Για συνέχισε» την παρότρυνε η γυναίκα με φωνή που έδειχνε ένταση.
«Θα πρέπει να αναρωτηθείς ποιος ήταν ο λόγος που την έκαναν να σου πει ό,τι σου είπε. Δεν ήσουν φίλη της, θα μπορούσες να τα μεταφέρεις όλα στην Ρόζα και τότε θα έχανε τη γη κάτω από τα πόδια της, σωστά;»
«Έτσι όπως τα λες …»
«Έβαλε κι εμένα στο άρρωστο παιχνίδι της έτσι δεν είναι;»
«Ναι»
«Άρα σε χρησιμοποίησε Κλειώ και ειλικρινά δεν είσαι από τις γυναίκες εκείνες που θα μπορούσε κανείς να τις βάλει στο τσεπάκι του, το σκέφτηκες ποτέ σου αυτό;»
«Η Στέλλα χρησιμοποίησε εμένα; Γιατί;»
«Ναι, χωρίς να το θέλεις, έγινες Δούρειος Ίππος στα χέρια της για να καταστρέψει εμένα. Αν με έβγαζε από την μέση, θα μπορούσε πιο άνετα να απλώσει τα πλοκάμια της στην εταιρία. Βλέπεις, όταν η Ρόζα μίλησε με τα παιδιά της και της ξεκαθάρισαν ότι κανείς από τους δυο τους δεν ενδιαφερόταν να συμμετάσχει την εταιρία, τότε έγινε μια συμφωνία να περάσει στο μέλλον σε εμένα».
«Δηλαδή η εταιρία σου ανήκει;»
«Όχι ακόμα Κλειώ ησύχασε …».
«Είναι παράλογα αυτά που λες, δεν βγάζουν νόημα. Αν δεν έγιναν έτσι όπως η Στέλλα μου τα είπε, τότε πράγματι κινδύνευε από να τα πω στην Ρόζα και τότε θα χαλούσε ο γάμος της. Ποιο το όφελος δεν καταλαβαίνω».
«Κοίτα, σου πέταξε ένα παραμύθι το οποίο εκτός από την ίδια, έφερνε σε δυσάρεστη θέση κι εμένα. Καταλαβαίνεις ότι αν κάτι τέτοιο ίσχυε, η Ρόζα θα με πέταγε από την ζωή της ακόμα κι αν πέθαινε από στενοχώρια την επόμενη στιγμή. Μάνα είναι, θα κοίταζε να διαφυλάξει την οικογένειά της και καλά θα έκανε και μαζί με εμένα θα την πλήρωνε και ο Νικόλας άρα θα είχε χτυπήσει με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια και η Στέλλα θα γινόταν εκείνη το δεξί χέρι της Ρόζας  και θα προόριζε την Μυρτώ να αναλάβει μεγαλώνοντας τα ινία».
«Γιατί είναι σίγουρο ότι η Μυρτώ θα ήθελε να έρθει στην εταιρία και τέλος πάντων η Στέλλα εργάζεται στην τράπεζα, στην διοίκηση δεν είναι;»
«Ναι στην στατιστική υπηρεσία».
«Τότε γιατί να θέλει την εταιρία της θείας σου;»
«Γιατί κινδυνεύει από απόλυση Κλειώ και είναι καλύτερα να έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εξασφάλιση κατάλαβες; Είναι γνωστό ότι η Στέλλα κυνηγάει τη μυρωδιά του χρήματος και το τελευταίο που περίμενε ήταν ότι η εταιρία θα περνούσε στα δικά μου χέρια. Μετά από αυτό, η ίδια δεν θα είχε πλέον κανένα όφελος».
«Και σε εμένα γιατί ήρθε να τα πει;»
«Γιατί είχε καταλάβει προφανώς ότι σου άρεσε ο Σπύρος, κρύβονται αυτά ανάμεσα σε γυναίκες; το καταλαβαίνουμε στο βλέμμα μας».
«Και τι πέτυχε με αυτό τελικά;»
«Να σε πάρει με το μέρος της και να σε στρέψει εναντίον μου. Σου μίλησε άλλη φορά μετά το διαζύγιο;»
«Όχι αλλά …»
«Αν ήταν πραγματική σου φίλη δεν θα σε άφηνε Κλειώ, έτσι δεν είναι;»
«Υποθέτω πως ναι».
«Έτσι κάνει η Στέλλα, χρησιμοποιεί τους ανθρώπους και μετά τους πετάει σαν στημένη λεμονόκουπα δεν είναι καινούργιο, όλοι το ξέρουμε και προφανώς αυτό θα έγινε λίγο καιρό πριν τον μεγάλο καυγά με τον Σπύρο».
«Πως είναι δυνατόν να το ξέρεις αυτό;»
«Δεν το ξέρω, το υποθέτω γιατί την γνωρίζω καλά».
«Εγώ όμως έχω μπερδευτεί τώρα. Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο;»
«Σου έκανε πάσα τον άντρα της, προφανώς είχε ήδη τελειώσει μέσα της αυτός ο γάμος και θα ήταν πιο εύκολο να κατηγορήσει τον Σπύρο για απιστία, στο παιδί τους τουλάχιστον και να διεκδικήσει μεγαλύτερη διατροφή. Τέλος πάντων, τώρα που τα ξεκαθαρίσαμε κάνε μου μια χάρη σε παρακαλώ, ας συγκεντρωθούμε στην εταιρία γιατί την Ρόζα δεν την βλέπω πολύ καλά. Έχει κουραστεί και μόνο εσύ κι εγώ μπορούμε να τελειοποιήσουμε αυτό το σχέδιο με τα αρώματα».

Πριν προλάβει η Κλειώ να απαντήσει η Ανδριάνα συνέχισε.

«Μια τελευταία ερώτηση, συνεχίζουμε οι δυο μας την εταιρία ή όχι;»
«Θέλω να γίνω συνέταιρος».
«Αυτά θα τα δουν οι δικηγόροι όταν θα έρθει η ώρα. Είμαστε μαζί ναι ή όχι;»
«Ναι» απάντησε η Κλειώ κι ένα τρεμουλιαστό χαμόγελο με ένα πετάρισμα του ματιού της ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της.

 

Ο Μανώλης άκουγε την Ανδριάνα να του εξιστορεί όσο είχε ζήσει από το πρωί με το στόμα ανοιχτό.

«Η γυναίκα δεν είναι στα καλά της».
«Αυτό είναι το προφανές, το πώς η Ρόζα ήξερε ότι είναι η κόρη της Λουκίας μου λες;» ρωτούσε η Ανδριάνα.
«Υποθέτεις ότι …»
«Υποψιάζομαι πια τους πάντες, ακόμα και την Ρόζα και ειλικρινά δεν ξέρω τι μου γίνεται. Σκέψου μόνο να είναι αδέλφια τα αγόρια με την Κλειώ, καταλαβαίνεις τι έχει συμβεί;»
«Πως θα ανακαλύψεις την αλήθεια, ξέρεις;»
«Δεν έχω ιδέα, θα πρέπει όλα να γίνουν με μεγάλη μυστικότητα, μόνο αυτό σκέφτομαι και το πόσο κουρασμένη νιώθω».
«Για την εταιρία στην Αμερική είπες τίποτα;»
«Είσαι με τα καλά σου; Κουβέντα δεν έχω πει σε κανέναν, ούτε η Ρόζα δεν ξέρει και δεν υπάρχει λόγος να ξέρει, τουλάχιστον για την ώρα» απάντησε η Ανδριάνα και ο Μανώλης κούνησε το κεφάλι του.
«Έχουμε πολύ δουλειά μπροστά μας» της είπε και την αγκάλιασε.

 

Την ίδια ώρα, ένα μαύρο αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες πάρκαρε δίπλα από το μικρό κόκκινο της Στέλλας. Ο οδηγός, φορώντας μια κουκούλα έσπασε τα παράθυρα με κάτι που έμοιαζε με λοστό αφού πρώτα το χάραξε από όλες τις πλευρές με ένα μαχαίρι. Ήταν αργά και το σκοτάδι κατάπιε την φιγούρα για να την προστατέψει από τον ήλιο που θα εμφανιζόταν αργότερα.  Την άλλη ημέρα κανείς δεν ήξερε να πει τίποτα για το μικρό κόκκινο αυτοκίνητο.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here