Δεκέμβριος

Τα Χριστούγεννα του 1987, με βρήκαν με την τσέπη πιο γεμάτη. Τη χαρά μου, την επισκίαζε μόνο ο ανεκπλήρωτος έρωτάς μου.

«Πήρα αύξηση» είπα στις δυο φίλες μου.
«Πότε πρόλαβες;» ρώτησε η Έλενα.
«Μπράβο» συμπλήρωσε η Ιωάννα.

«Ο κύριος Γεωργόπουλος» ξεκίνησα τη διήγησή μου, «πιστεύει ότι έχω αγαπήσει τη δουλειά μου με πάθος. Κούνια που τον κούναγε αλλά αυτό δεν του το είπα».
«Δηλαδή;» ρώτησαν και οι δυο μαζί.
«Με φώναξε στο γραφείο του και με το γλοιώδες ύφος του είπε, ‘’αυτό, είναι ένα δείγμα αναγνώρισης για την αφοσίωσή σου στην εταιρία’’ και μου έδωσε το φάκελο της μισθοδοσίας».
«Κι εσύ τι του απάντησες;»
«Ευχαριστώ πολύ και χαίρεται. Μα τι ερώτηση είναι αυτή;» είπα απευθυνόμενη στην Έλενα και συνέχισα. «Αναγνώριση, αφοσίωση και πράσινα άλογα. Αν δεν ήταν ο Δημήτρης …»
«Τι θα έκανες;» ρώτησε η Ιωάννα.

Ανασήκωσα τους ώμους καθώς έπαιζα με τη μακαρονάδα στο πιάτο μου.

«Ξυπνάω στις πεντέμισι το πρωί, ξεκινάω να δουλεύω στις οκτώ και δεν φεύγω από το γραφείο ποτέ, πριν τις εννέα το βράδυ χωρίς να πληρώνομαι υπερωρίες κι όλα αυτά γιατί στο διπλανό γραφείο είναι ο Δημήτρης. Δεν νομίζω ότι θα ακολουθούσα αυτό το ωράριο, ούτε θα προσπαθούσα να ξεπερνάω τον εαυτό μου καθημερινά αν δεν ήταν εκείνος εκεί».
«Ναι αλλά τη δουλειά την έχεις ανάγκη. Όλες δηλαδή για τον ίδιο λόγο δουλεύουμε» είπε η Ιωάννα.
«Μόνο που οι υπόλοιποι υπάλληλοι φεύγουν στην ώρα τους, τα στελέχη έχουν κάνει άλλες συμφωνίες» απάντησα με νόημα.
«Εσύ δέχθηκες να μένεις παραπάνω» συνέχισε η Ιωάννα.
«Μερικές φορές, μου είχε πει ο κύριος Γεωργόπουλος, όχι κάθε μέρα. Εγώ κάθομαι και χωρίς να είναι αναγκαίο. Βρίσκω αφορμές για να γίνομαι ολοένα και πιο απαραίτητη» απάντησα.
«Που πάει να πει;» ρώτησε η Έλενα.
«Πήρα αύξηση, εξαιτίας ενός ανεκπλήρωτου έρωτα» είπα και σήκωσα το ποτήρι μου ψηλά. «Σήμερα κερνάω εγώ» συμπλήρωσα και συνεχίσαμε να μιλάμε  και να γελάμε μέχρι που ξημέρωσε.

Την επόμενη ημέρα, νόμιζα ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να μάθω για τη ζωή του Δημήτρη.

Διασχίζοντας το κέντρο των Αθηνών, οι βιτρίνες των καταστημάτων ήταν γιορτινά στολισμένες. Κοιτούσα έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου του Δημήτρη, χαμογελώντας. Ήταν πάντα τόσο λαμπερές αυτές ημέρες. Ο κόσμος πηγαινοερχόταν χωρίς να διστάζει να σταματήσει έξω από τις βιτρίνες. Η ζωή έτρεχε με τη δικιά της ταχύτητα κι εμείς, για άλλη μια φορά επιστρέφαμε από το γραφείο μας, χωρίς να μιλάμε, με συντροφιά το μονότονο βουητό της μηχανής  και την μελαγχολική φωνή του Jacque Brel να τραγουδάει Ne me quitte pas. Το σίγουρο ήταν, ότι ούτε κι εγώ ήθελα να αφήσω τον Δημήτρη. Τι αστεία που ήμουν, δεν ήθελα να αφήσω αυτόν που δεν είχα, άλλο πάλι και τούτο!

«Που θα πας για τις γιορτές;» ρώτησε σπάζοντας τη σιωπή του.

Το μυαλό μου αναποδογύρισε, ήταν η πρώτη φορά που με ρωτούσε κάτι πιο προσωπικό.

‘’Τώρα είναι η ευκαιρία» φώναξε η Μουχρίτσα μέσα μου «να μάθεις τα πάντα γι’ αυτόν. Ρώτα, τι κάθεσαι σαν τη χαζή; Έχει οικογένεια; Είναι παντρεμένος; Που θα πάει; Παιδιά έχει; Τίποτα δεν ξέρεις, ένα μήνα σε γυρίζει κάθε βράδυ σπίτι σου κι εσύ δεν βγάζεις άχνα. Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι και πολύ ευγενικό όλο αυτό. Μόνο ένα ξερό ευχαριστώ λες όταν κατεβαίνεις από το αυτοκίνητο. Κι αυτός όμως βρε παιδί μου, δύσκολος άνθρωπος, κουβέντα δεν λέει, σαν επτασφράγιστο μυστικό την έχει τη ζωή του. Λες να μην είναι αυτό που δείχνει; Μήπως να το ξανασκεφτούμε;’’

«Στο νησί» απάντησα και η γλώσσα μου λύθηκε. Μίλησα για το έθιμο της Χριστοκουλούρας, το σπίτι μας, το κτήμα, τα πελώρια δένδρα και τα λουλούδια της μητέρας μου. Για τις γάτες που συνήθιζαν να κρύβονται στα χόρτα, τον μελαγχολικό ήχο της βροχής πάνω στα τζάμια που έμοιαζε με το κλάμα του ουρανού …»
«Δεν έχεις δίκιο!» είχε απαντήσει «εμένα μου αρέσει η βροχή και ο χειμώνας».
«… για την μυρωδιά του κύματος και τον παφλασμό της θάλασσας, το σκούρο πράσινο του κάμπου και την απεραντοσύνη του πελάγους. Για το τρίξιμο των ξύλων στο φουντωμένο τζάκι και το βαθύ πορτοκαλί του ηλιοβασιλέματος, για το …»
«Σε ζηλεύω».
«Έλα μαζί μου» αποκρίθηκα με ενθουσιασμό «έλα και φέρε όποιον θες».
«Δεν μπορώ» απάντησε μονολεκτικά και κλείστηκε για άλλη μια φορά στον εαυτό του.

‘’Κουκούτσι μυαλό δεν έχεις στο κεφάλι σου;’’ Φώναζε η Μουχρίτσα.
«Γιατί παρακαλώ;»

‘’Έτσι γίνονται αυτά; Άντε το είπαμε, άντε και ήρθαμε;’’
«Να τον παρασύρω στη ζωή μου ήθελα …»

‘’Να τον κάνεις τι; Διευθυντή πράμα, να τον παρασύρει στη ζωή της λέει! Τον ήξερες κι από χθες;’’
«Ωχ άσε με κι εσύ, σαν τη μάνα μου κάνεις».

‘’Ναι, να τα μάθει η κυρία Αγγελική να σε κάνει με τα κρεμμυδάκια’’.

Η αλήθεια ήταν, ότι σαν σκέφτηκα το ύφος της μητέρας μου έτσι και της έλεγα τι είχα ξεστομίσει, με έπιασε νευρικό γέλιο

‘’Ξέρεις τι θα ήθελα; Να σου ερχόταν με αυτή που του τηλεφωνεί κάθε μεσημέρι, να δω που θα πήγαινες να κρυφτείς. Και δεν μου λες, αν ερχόταν ζευγαρωμένος, που θα τους έβαζες να κοιμηθούν;’’
«Στον ξενώνα βέβαια»

‘’Και θα τους φίλευες κάθε πρωί, μεσημέρι και βράδυ, όπως προστάζει το πρωτόκολλο της κυρίας Αγγελικής. Για σκέψου βρε παιδάκι μου κάτι πράγματα! Εδώ μιλάμε για μεγάλη δόση ανωτερότητας τελικά, ή μήπως να πούμε βλακείας;’’
«Ωχ, σώπα κι εσύ επιτέλους!» είπα και σαν σκέφτηκα τον Δημήτρη ζευγαρωμένο, το γέλιο κόπηκε μαχαίρι.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

«Σας ορκίζομαι ότι ξέχασα τον Δημήτρη μόλις αντίκρισα τις καμπύλες του νησιού μου. Τον θυμήθηκα, όταν επέστρεψα στην Αθήνα» διηγούμουν στις φίλες μου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
«Γιατί;» ρώταγε η Ιωάννα μην μπορώντας να κρύψει το γέλιο της μαζί με την απορία της.
«Τι ρωτάς;» μουρμούριζε η Έλενα «γιατί δεν είναι με τα καλά της, τόσες φορές σας το έχω πει».

Τις κοιτούσα με αγάπη. Ήταν οι δυο καλύτερες μου φίλες κι εγώ εκείνη τη στιγμή καλοδεχόμουν την καινούργια χρονιά με μια ευχή ‘’να πραγματοποιήσει όλα μου τα όνειρα’’.

«Καλή χρονιά» φώναξα και σηκώσαμε και οι τρεις μας τα ποτήρια ψηλά, να τα δει το νιόφερτο 1988 και να μην μας ξεχάσει.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

1988 – 24 ετών

Ένα μπουκέτο γιασεμιά

Συναντηθήκαμε οι τρεις μας όπως πάντα μπροστά από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Έμπαινε η άνοιξη κι εμείς θέλαμε να δούμε την πόλη να ομορφαίνει. Τα στενά της Πλάκας, δυο βήματα απόσταση ήταν.

«Στου μπάρμπα-Γιάννη για μεζεδάκια» πρότεινε η Έλενα.

Κατεβήκαμε τη Βουλής και στρίψαμε δεξιά στην Ερμού. Κατηφορίζαμε χαζεύοντας τις βιτρίνες και σημειώναμε που θα ξοδέψουμε τον επόμενο μισθό μας. Στην Ευαγγελιστρίας στρίψαμε αριστερά, περάσαμε μπροστά από την Μητρόπολη και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τα σκαλιά της Μνησικλέους.

Ο ήχος της πόλης είχε αρχίσει να απομακρύνεται κι εμείς, αφήσαμε το μυαλό μας να μας πετάξει μακριά. Η κάθε μια είχε το δικό της ταξίδι και προορισμό. Τα βήματα έγιναν νωχελικά, τα μάγουλα αναψοκοκκίνισαν και σαν φτάσαμε στην αυλή του μπάρμπα-Γιάννη, η φωνή του ακούστηκε χαρούμενη.

«Το καλύτερο τραπέζι για τις κοπέλες μας» είπε και μας έκανε νόημα να καθίσουμε.

«Κομμένες οι δίαιτες» είπε η Έλενα που μονίμως πάσχιζε με τα κιλά της κι αυτή αλλά κι εμείς. «Σήμερα θα το ευχαριστηθούμε» συνέχισε.

Η Ιωάννα ήθελε ψωμί ψημένο στα κάρβουνα, με λάδι, σκόρδο και λίγο κρασί. Η Έλενα τηγανιτά μεζεδάκια κι εγώ οτιδήποτε συνόδευε την σάλτσα ροκφόρ.

Το ανοιξιάτικο γλυκόβραδο, το κρασί, η μυρωδιά από το φρεσκοποτισμένο χώμα και η κουβέντα άναψε.

«Τον θες ή δεν τον θες» ρώτησε η Έλενα.
«Τι με ρωτάς τώρα! Φυσικά και τον θέλω».
«Να τον βγάλεις από το μυαλό σου, αν του άρεσες κάτι θα είχε κάνει μέχρι τώρα».
«Αυτό να μην το ξαναπείς» διαμαρτυρήθηκα.
«Και γιατί παρακαλώ; Αλήθεια δεν λέω;»
«Σταματήστε και οι δυο» είπε η Ιωάννα προσπαθώντας να κατευνάσει τα πνεύματα. «Δεν ντρέπεστε να φωνάζετε έτσι;»
«Μα να μου λέει να τον ξεχάσω;»
«Αφού δεν καταλαβαίνεις, εγώ σου φταίω;» συνέχισε η Έλενα.
«Τι δεν καταλαβαίνω δηλαδή;» ρώτησα ενοχλημένη.
«Τον θες ή δεν τον θες σε ρωτάω ξανά!»
«Τον θέλω».
«Τότε κάνε κάτι, γιατί ειλικρινά σε βαρέθηκα» είπε η Έλενα.

Για λίγο δεν μίλησε καμία από τις τρείς μας.

«Και τι να κάνω δηλαδή;»
«Ζήτησέ του να βγείτε ένα βράδυ έξω» συνέχισε και τώρα τα γαλανά της μάτια είχαν γίνει σαν παγωμένα κρύσταλλα.
«Να του ζητήσω να βγούμε; Εγώ;»
«Ναι».
«Έχεις τρελαθεί τελείως; Δεν μπορώ!»
«Η κυρία από εδώ δεν μπορεί, μπορούσε όμως να τον καλέσει για τα Χριστούγεννα στο νησί. Καταλαβαίνεις για ποιο λόγο σου λέω ότι δεν είναι στα καλά της;» είπε απευθυνόμενη στην Ιωάννα.
«Γίνε γυναίκα» είπε η Ιωάννα και χωρίς να το καταλάβει, μέσα σε αυτές τις δυο λέξεις έκλεισε το νόημα του φόβου μου όλου.

Ποιος μπορούσε να μου εξηγήσει τι πάει να πει ‘’γίνε γυναίκα’’;

‘’… γίνε τρυφερή’’ ψιθύριζε με αβεβαιότητα η Μουχρίτσα.
«Στο χώρο του γραφείου θα γίνω τρυφερή;»

‘’να είσαι λίγο πιο γλυκιά;’’
«Θα μου κρεμάσουν κουδούνια …»

‘’κάτσε και κλαίγε τότε!’’
«Αυτό θα κάνω» αποφάσισα και η ιστορία θα τελείωνε εκεί. Έτσι τουλάχιστον νόμιζα. Τότε.

Το επόμενο πρωινό, ο Δημήτρης με συνάντησε στο διάδρομο να τσακώνομαι με τον κύριο Γεωργόπουλο.

«Γιατί φωνάζεις στο κορίτσι;» τον ρώτησε και το τικ στη μύτη του έγινε πιο έντονο.
«Έτσι είμαι εγώ, φωνάζω και στη γυναίκα μου» απάντησε αγενώς ο κύριος Γεωργόπουλος.

Ο Δημήτρης τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, σούφρωσε νευρικά λίγο περισσότερο τη μύτη και του γύρισε την πλάτη. Τον είδα ξανά το μεσημέρι που ήρθε στο γραφείο μου.

«Θα λείψω για λίγο» είπε και χωρίς δεύτερη κουβέντα εξαφανίστηκε. Χώθηκα στα χαρτιά μου, στους αριθμούς,  στους στατιστικούς πίνακες και στα σχεδιαγράμματα.

Δεν είχα καταλάβει πως είχε περάσει η ώρα, ούτε είχα κοιτάξει το ρολόι στον τοίχο. Ειδικά αυτό, ήταν μια συνήθεια που την είχα ξεχάσει εδώ και καιρό. Το κεφάλι μου πρέπει να κόντευε να μπει μέσα στην οθόνη του υπολογιστή μου όταν άκουσα έναν ελαφρύ θόρυβο δίπλα μου. Ξαφνιάστηκα κι αναπήδησα στη θέση μου.

Ένα μπουκέτο με γιασεμιά τυλιγμένα μέσα σε λίγο αλουμινόχαρτο ήταν ακουμπισμένα στο πλάι του γραφείου μου. Σήκωσα τα μάτια μου και είδα τον Δημήτρη, να εξαφανίζετε στην ησυχία της κουζίνας.

‘’Σου έφερε λουλούδια’’ χοροπηδούσε η Μουχρίτσα μέσα μου.
«Το καλό που σου θέλω, εσύ να σωπάσεις».

‘’Να τον ευχαριστήσεις, για σένα τα έφερε’’.

Ακολούθησα τον Δημήτρη με τα γιασεμιά στα χέρια.

«Τι να τα κάνω αυτά;» ρώτησα με φωνή αβέβαιη.
«…»
«Να τα βάλω στο γραφείο σου;»
«…»
«Να τα κρατήσω εγώ;» ρωτούσα προσπαθώντας να αποσπάσω μια απάντηση, κάτι που να με κάνει να καταλάβω.

«Να τα φας» απάντησε ο Δημήτρης και η μαγεία πέταξε από το ανοιχτό παράθυρο. Μονομιάς κατέβασα τα μάτια, τη Μουχρίτσα την έπιασε απελπισία και ο Δημήτρης εκείνο το βράδυ έφυγε χωρίς να με πάρει μαζί του, ούτε μέχρι το κέντρο των Αθηνών.

Στην Έλενα δεν τόλμησα να πω κουβέντα. Η φίλη μου είχε συνωμοτήσει κρυφά με την Μουχρίτσα και οι δυο τους με ευκολία με μάλωναν. Στη διαδρομή με το τρίτο στη σειρά λεωφορείο σκεφτόμουν ότι ‘’ο έρωτας τελικά δημιουργεί ένα σωρό ανασφάλειες. Τρέμει η καρδιά και χάνονται στο δρόμο τους οι λέξεις. Κρύβονται κάτω από την γλώσσα και μπερδεύονται με το σάλιο κι όταν φανερωθούν στην άκρη των χειλιών ακούγονται σαν άναρθρες κραυγές. Δείχνεις μικρή, χαζή, ανούσια κι όλα μοιάζουν σαν ασπρόμαυρη μελαγχολική φωτογραφία, μέχρι να αναστηθείς με ένα φιλί και μια αγκαλιά …»

‘’Δεν μας παρατάς με το μελόδραμά σου’’ γκρίνιαξε η Μουχρίτσα.

Δεν απάντησα, μόνο έφερα για άλλη μια φορά τη μορφή του Δημήτρη στο νου μου, τα γιασεμιά, την αβέβαιη αντίδραση μου και με φασκέλωσα.

Συνάντησα την Ιωάννα στο Χαλάνδρι. Της διηγήθηκα τα γεγονότα με κάθε λεπτομέρεια πίνοντας από ένα ποτήρι λευκό κρασί. Με κοίταξε στα μάτια, σταυροκοπήθηκε και το μόνο που βρήκε να πει ήταν «τι να σου πω;» και σήκωσε και τα δυο χέρια της ψηλά.

Λίγο μετά την άκουσα να ψιθυρίζει «τόση βλακεία μαζεμένη ξεπερνάει κι εμένα» είπε και λούφαξα αλλάζοντας θέμα κουβέντας.

Πριν πέσω για ύπνο εκείνο το βράδυ, ένα πράγμα σκεφτόμουν.

‘’Ήμουν ερωτευμένη όπως δεν είχα ερωτευθεί ποτέ μέχρι τότε. Ο Δημήτρης ήταν τόσο τέλειος, τόσο υπέροχος και τόσο άπιαστο όνειρο, φυσικό δεν ήταν να τα χάνω; Γιατί δεν με καταλάβαιναν; Δεν είχαν ερωτευθεί με αυτό τον τρόπο ή μήπως …’’

Η πρόταση δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί μέσα στο κεφάλι μου γιατί χάθηκε στη μακαριότητα του νεανικού μου ύπνου. Τα δύσκολα θα ερχόταν αργότερα, μα τότε ακόμα βρισκόμουν στην αρχή.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Στη Σκάλα

Με γυρόφερνε και μου άρεσε. Έκανε την τσαχπινιά μου να ανθίζει, με μεταμόρφωνε σε γυναίκα, ο έρωτας που τον έλεγαν Δημήτρη.

Με πέτυχε για άλλη μια φορά στο διάδρομο.

«Δεν θα μπορέσω να σε γυρίσω στο σπίτι σήμερα, κανονίσαμε με τον κύριο Γεωργόπουλο να παίξουμε τένις» είπε, έχοντας μια συστολή στη φωνή του.

Απογοητεύτηκα.

«Δεν πειράζει» απάντησα «να περάσεις όμορφα και να κοιτάξεις να τον κερδίσεις».

Κούνησε το κεφάλι καταφατικά, άνοιξε το στόμα του κάτι να πει, έκανε μεταβολή κι έφυγε. Με τα χέρια γεμάτα φακέλους και τη Μουχρίτσα να φωνάζει ‘’τι; Τι ήθελε να πει;’’ Τον πήρα στο κατόπι.

«Έλα, πες μου γιατί σταμάτησες;»
«…» και το σούφρωμα της μύτης του γινόταν όλο και πιο έντονο.
«Πες μου σε παρακαλώ!»
«Σκεφτόμουν» απάντησε μα δίστασε. «Σκεφτόμουν» συνέχισε «αν ήθελες κι εσύ …»
«Κι εγώ τι;»
«Να έρθεις»
«Να έρθω στο γήπεδο;»
«Αν θέλεις δηλαδή, μετά θα σε γυρίσω σπίτι σου» είπε και κατέβασε τα μάτια. Γέλασα με την αμηχανία του, κοκκίνισε από την άβολη θέση που ήρθε και πριν προλάβει να πετάξει μακριά η ευκαιρία, φώναξα «ναι, θέλω» και όλα έγιναν πιο φωτεινά.
«Στις τέσσερεις στο αυτοκίνητο» είπε και εξαφανίστηκε από την σκάλα, στον αποκάτω όροφο.

Η Μουχρίτσα έκανε τούμπες από τη χαρά της και φώναζε ‘’το κλείσαμε το πρώτο μας ραντεβού σου λέω, το κλείσαμε’’ και ήταν σαν να χτυπάει ευτυχισμένη, παλαμάκια. Πως ήταν δυνατόν να δουλέψω με τόσο σαματά μέσα στο κεφάλι μου; Οι ώρες, δεν έλεγαν να περάσουν, έμεναν κολλημένες στο παρόν κι εγώ ήθελα απεγνωσμένα να φτάσει το απόγευμα. ‘’Τέσσερεις στο αυτοκίνητο’’ είχε πει ο Δημήτρης . Κοίταξα το ρολόι του τοίχου για πρώτη φορά κι αυτό που ήθελα ήταν να κλωτσήσω την ώρα να περάσει, μα ο λεπτοδείκτης έμοιαζε να μου βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα και ήταν σαν να λέει ‘’καλά είμαι εδώ’’ και λεπτό δεν άλλαζε.

Στις τέσσερεις πια τα πάντα είχα περιέργως ησυχάσει. Έριξα τα πράγματά μου στην τσάντα όσο πιο γρήγορα μπορούσα κι έφτασα στον ανελκυστήρα σχεδόν πετώντας. Πατούσα παρατεταμένα το κουμπί με τη λαχτάρα του πρώτου ραντεβού κι ας ήξερα ότι δεν ήταν έτσι ακριβώς. Το ασανσέρ κόλλησε δυο ορόφους παρακάτω.

‘’Από τη σκάλα’’ φώναξε συνωμοτικά η Μουχρίτσα κι άρχισα να τρέχω. Μετρούσα σκαλί, σκαλί το δρόμο που θα με έφερνε πιο κοντά στον Δημήτρη.

«Που πας εσύ καλπάζοντας;» με ρώτησε ειρωνικά ο κύριος Γεωργόπουλος, στριφογυρίζοντας τη ρακέτα του τένις ανάμεσα στα παχουλά του χέρια. «Φαντάζομαι όχι στο γήπεδο του τένις, έτσι δεν είναι;»
«Γιατί;» ψέλλισα.
«Γιατί είναι ανδρική υπόθεση, ανάμεσα σε διευθυντές μόνο, κατάλαβες;» είπε μιλώντας σιγανά, σαν φίδι, «εσύ δεν έχεις καμιά δουλειά».
«…» το σάλιο είχε ήδη στεγνώσει στο στόμα μου και η απορία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου.
«Άντε, καλό απόγευμα, θα σε δω αύριο» είπε και το βλέμμα του πετούσε σαϊτιές ικανοποίησης.

Κάθισα στα σκαλοπάτια, ανάμεσα στους δυο ορόφους κι αφέθηκα στην απελπισία και στο βουβό μου κλάμα, με τα δάκρυα να σχηματίζουν ρυάκι στα μάγουλά μου.

‘’Ο Δημήτρης’’ ούρλιαζε η Μουχρίτσα μα δεν την άκουγα. Πόσο ήθελα να έρθει να με πάρει από το χέρι, να μου πει να μην δίνω σημασία σε αυτό το γλοιώδες υποκείμενο, να τον αποκαλέσει τρελό ή όπως αλλιώς ήθελε αλλά αυτό δεν έγινε. Από την άλλη, ποιος ήξερε  τι ήθελε να ακούσει ο Δημήτρης όση ώρα με περίμενε στημένος στο αυτοκίνητο;

Με τα μάτια στεγνά και την ψυχή να με πλακώνει σαν μολύβι, ανέβαινα το ίδιο απόγευμα τα  σκαλοπάτια του σπιτιού της Ιωάννας.

«Γιατί δεν πήγες να του πεις ότι ακυρώνεται; Γιατί τον άφησες να περιμένει στο αυτοκίνητο; Είσαι με τα καλά σου;» ρωτούσε εκνευρισμένη κι εγώ λέξεις δεν είχα για να απαντήσω. Σκεφτόμουν το απειλητικό χαμόγελο του κυρίου Γεωργόπουλου και την ρακέτα που στριφογυρνούσε νευρικά ανάμεσα στα χέρια του, την απειλή στα μάτια του, τις ανασφάλειές μου, το ραντεβού που δεν ήταν ακριβώς ραντεβού, τη θέση μου στην εταιρία. Δεν ήξερα ούτε που πατούσα, ούτε που βρισκόμουν. Το μόνο που ένοιωθα ήταν ένα απύθμενο μίσος για τον κύριο Γεωργόπουλο και όχι για τις δικές μου ανασφάλειες και φοβίες.

«Ίσως έχανα τη θέση μου» είπα λίγο αργότερα.
«Ίσως να μην έχανες τίποτα, ίσως να κέρδιζες τον Δημήτρη τελικά. Ποιος ξέρει;»

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Τα μάτια του Δημήτρη το επόμενο πρωινό, είχαν γίνει κοφτερά σαν μαχαίρια και το χαριτωμένο σούφρωμα της μύτης του είχε εξαφανιστεί.

«Τι να σου πω;» γρύλλισε κι ευχήθηκα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί.

Κοπάνησε την πόρτα του γραφείου του και βυθίστηκε στη σιωπή του. Ο κύριος Γεωργόπουλος από την άλλη, όλη την ημέρα ήταν μέσα στις γλύκες και τα καλοπιάσματα.

«Να ψοφήσεις» ευχήθηκα και η Μουχρίτσα είχε γίνει έξω φρενών.

‘’Να του τα πεις όλα’’ γκρίνιαξε.
«Εύκολο το έχεις εσύ, τι να πω μου λες;»

‘’Την αλήθεια, τι άλλο;’’
«Ότι με έπιασαν τα κλάματα στη μέση της σκάλας και δεν μπόρεσα να πάω στο αυτοκίνητο;»
‘’Είσαι με τα καλά σου; Για αυτόν τον κακοχρονισμένο τον κύριο Γεωργόπουλο θα του πεις μόνο, το κλάμα ήρθε μετά, αν δεν μιλήσεις το φταίξιμο όλο θα είναι δικό σου, κατάλαβες;’’

Το μεσημέρι δεν άντεξα άλλο την απόκοσμη σιωπή του. Ο Δημήτρης συμπεριφερόταν σαν να μην υπήρχα καν στο χώρο.

«Θα ήθελα να σου εξηγήσω για χθες, μπορούμε να γυρίσουμε παρέα σε παρακαλώ;»
«Γιατί, υπάρχει δικαιολογία για την συμπεριφορά σου;»
«Σε παρακαλώ»
«Εντάξει» είχε απαντήσει και να, που η ώρα ήταν περασμένες εννιά και από τη θέση του συνοδηγού, ανοιγόκλεινα νευρικά το παράθυρο και μπούκωνα τα μάγουλά μου με καραμέλες.

«Θα συνεχίσεις να κάνεις σαν κακομαθημένο ή θα μιλήσεις;» ρώτησε θυμωμένος.

Να μιλήσω, μια κουβέντα ήταν. Θα έπρεπε να του πω τα γεγονότα αλλά και για πιο λόγο δεν κατάφερα να φτάσω μέχρι το αυτοκίνητό του για να του εξηγήσω. Γιατί δεν κατάφερα να φτάσω μέχρι εκεί; Γιατί έκλαιγα. Γιατί όμως έκλαιγα; Γιατί ήμουν ερωτευμένη. Αυτό να το πω δεν μπορούσα, έτσι είπα τη μισή αλήθεια κι όταν τα πράγματα τα λες μισά έρχονται και σε εκδικούνται από μόνα τους.

«Μπούρδες» απάντησε ο Δημήτρης «με έστησες για ένα τσουβάλι μπούρδες» φώναξε. Τον εαυτό μου δεν τον υπερασπίστηκα μόνο κατέβασα ντροπιασμένη το κεφάλι. Ήξερα ότι είχε δίκιο, έπρεπε να πάω και να τον ειδοποιήσω κι ας τα έβρισκε εκείνος με τον κύριο Γεωργόπουλο. Τουλάχιστον τώρα δεν θα ήταν δικό μου το λάθος και δεν θα υπέθετε ότι τον έστησα χωρίς λόγο.

Με άφησε στο σπίτι πετώντας μου ένα ξερό «γεια» και γκαζώνοντας το αυτοκίνητό του.

Με τα χέρια να κρατάνε την τσάντα σαν τσουβάλι, κοιτούσα τον Δημήτρη να χάνεται πίσω από την πρώτη στροφή του δρόμου.

«Και τώρα;» ρώτησα τη Μουχρίτσα μου.
‘’Τώρα; φτου κι από την αρχή» μουρμούρισε.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Η σημαία της ανακωχής σηκώθηκε μέρες μετά όταν βρήκα στο γραφείο μου μια μεγάλη σοκολάτα να με περιμένει. Κοίταξα προς το μέρος του Δημήτρη και τον είδα να μου χαμογελάει. Του έκανα νόημα και ανταπόδωσα.

Τη δοκίμασα περισσότερο για να τον ευχαριστήσω. Τα γλυκά δεν ήταν ποτέ η αδυναμία μου.

«Καλή;» με ρώτησε.
«Η καλύτερη, ευχαριστώ» απάντησα γλύφοντας το δάχτυλό μου.
«Θα σε γυρίσω εγώ το βράδυ ή μήπως …»
«Εσύ» απάντησα χωρίς να περιμένω να τελειώσει την φράση του.

Τη διαδρομή της επιστροφής που κάναμε παρέα, την είχαμε διακόψει μετά την παρέμβαση του κυρίου Γεωργόπουλου. Σήμερα όμως όλα έδειχναν να αλλάζουν και να παίρνουν πάλι τη γνωστή τους μορφή.

Ενστικτωδώς άρχισα να καταλαβαίνω ότι ο Δημήτρης ένοιωθε κάτι παραπάνω από συναδελφικό ενδιαφέρον, κανένας από τους δυο μας όμως δεν έκανε το πρώτο βήμα.

Φθινοπωρινό βραδάκι Παρασκευής. Για έναν περίεργο λόγο, τα πιο σπουδαία πράγματα συνέβαιναν στη ζωή μου ημέρα Παρασκευή, είτε για να μου κόβει τη φόρα το Σαββατοκύριακο, είτε για να με λυτρώνει.

Εγκλωβισμένοι στην κίνηση του Καρέα, ανάμεσα σε κόρνες και εκνευρισμένους οδηγούς, σιγοτραγουδούσα αμέριμνη UB40.

Red, red wine, stay close to me
Don’t let me be alone
It’s tearing apart my blue heart

«Έχεις δουλειά;» με ρώτησε ο Δημήτρης κόβοντας το τραγούδι μου στη μέση.
«Όχι γιατί;»
«Θέλω να πάω στην Αγία Παρασκευή, έρχεσαι για παρέα;»
«Έρχομαι» απάντησα χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά.

Φτάνοντας στη διασταύρωση, στρίψαμε δεξιά στη Μεσογείων.

Βολεύτηκα καλύτερα στο κάθισμα του συνοδηγού και συνέχισα να τραγουδάω. Κάτι πήγαινε να αλλάξει μεταξύ μας, «ας είναι για καλό» ευχήθηκα και για κακή μου τύχη θυμήθηκα τα λόγια της Ιωάννας. ‘’Γίνε γυναίκα’’ είχε πει, ‘’γίνε γυναίκα’’ συμφώνησε και η Μουχρίτσα κι ένοιωσα να μου κόβονται τα γόνατα.

«Πως γίνεται αυτό;» αναρωτήθηκα από την αρχή κι ένοιωσα το σώμα μου να δένεται κόμπος.  «Πανάθεμά σε μάνα» αναλογίστηκα «εσύ κυρία με ήθελες κι εγώ αγγούρι κατάντησα και να ‘μαι τώρα εδώ, με τον έρωτα να κάθεται δίπλα μου, να μην ξέρω ούτε τι πρέπει να πω, ούτε τι πρέπει να κάνω».

Στην Αγία Παρασκευή αγόρασε κάτι από ένα κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Το τραγούδι των UB40 το είχα ήδη ξεχάσει κι άφησα τι σιωπή να με τυλίξει. Καθώς γυρίζαμε, ένοιωθα τα χιλιόμετρα να τρέχουν και να ξεφεύγουν κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου και με έπιανε απελπισία μέσα στην ατέρμονη σιωπή που μας τύλιγε.

Σε λίγο θα φτάναμε πάλι στα μοναχικά μας σπίτια. Για τον Δημήτρη σίγουρη δεν μπορούσα να είμαι για εμένα όμως …

«Θα κατέβω εδώ» είπα μόλις φτάσαμε στην Κηφισίας.
«Είσαι καλά;» ρώτησε ανήσυχος σουφρώνοντας νευρικά τη μύτη του.
«Μια χαρά» απάντησα «θα κατέβω όμως εδώ» είπα και πριν προλάβει να αντιδράσει, πήδηξα σχεδόν από το αυτοκίνητο. Τον άκουσα μόνο να αναρωτιέται δυνατά «γιατί;» και οι κόρνες των οδηγών δεν τον άφησαν να κάνει την παραμικρή κίνηση. Δικαιολογίες!

‘’Αυτό ήταν το τέλος σου’’ μονολόγησε η Μουχρίτσα.

Το βράδυ εκείνο τηλεφώνησα στις δυο μου φίλες.

«Κερνάω ό,τι θέλετε, μόνο μην με ρωτήσετε τίποτα» τους είπα.
«Ραντεβού στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη στις εννιά» είπαν.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο

agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here