«Ήμουν τυχερή» εξιστορούσε η Ρόζα στην Ανδριάνα χωρίς να κάνει την παραμικρή προσπάθεια να κρύψει την ταραχή της. «Η Ολυμπία είχε ξυπνήσει κι αν την ρωτήσεις ακόμα και τώρα, δεν ξέρει ούτε εκείνη να σου πει για ποιο λόγο  άνοιξε τα μάτια της. Κοιτούσε το σκοτάδι κι ένοιωθε μια αδιόρατη ανησυχία. ‘’Θεώρησα ότι είχα δει όνειρο που δεν το θυμόμουν’’, μας είπε. Αμέσως μετά όμως, άκουσε έναν θόρυβο. Το μυαλό της δεν πήγε στο κακό, υπέθεσε ότι η Γαρυφαλλιά θα είχε σηκωθεί για να διαβάσει, όπως άλλωστε το συνηθίζει. Σηκώθηκε να δει αν θέλει το παιδί της κάτι κι άκουσε φασαρία στο δωμάτιό μου. Το ένστικτό της μας έσωσε. Έσπρωξε μαλακά την πόρτα και είδε μέσα την Κλειώ να προσπαθεί να με πνίξει με το μαξιλάρι και Ανδριάνα μου δεν θα το πιστέψεις αλλά όλα έγιναν όπως τα βλέπουμε στις ταινίες και δεν τα πιστεύουμε. Πήρε το βάζο με τα λουλούδια που ήταν έξω από το δωμάτιο και της το έσκασε στο κεφάλι. Μόλις η Κλειώ σωριάστηκε στο πάτωμα, κάθισε επάνω της και μου φώναζε να τηλεφωνήσω στην αστυνομία και να της δώσω μερικά από τα μεταξωτά μου μαντίλια. Πως βρήκα τη δύναμη και σηκώθηκα, δεν το ξέρω. Την έδεσε χειροπόδαρα σαν αρνί. Αυτό δεν ήταν περιπέτεια, εφιάλτης ήταν κι ακόμα δεν έχω συνέλθει».

«Τι λες τώρα Ρόζα;»

«Δεν λες ευτυχώς που δεν έπαθε καμία ζημιά η Κλειώ, να τρέχουμε και να μην φτάνουμε. Μερικά καρούμπαλα μόνο απ’ ότι μου είπαν. Δεν ξέρω καθόλου από αυτά αλλά πως θα αποδεικνύαμε ότι ήταν αυτοάμυνα ή όπως αλλιώς το λένε. Έχω τρομάξει τόσο πολύ που τι να σου πω, θέλω να κρυφτώ μέσα στη ντουλάπα και να μην βγω έξω ποτέ πια. Και μην φανταστείς, τα σπασμένα θα τα πλήρωνε όλα η Ολυμπία, γιατί ήταν εκείνη σήκωσε το χέρι επάνω της. Εγώ βλέπεις ήμουν το θύμα! Κοίτα να δεις πράγματα στα καλά καθούμενα, εικόνα θα φτιάξω στην Ολυμπία και πάλι λίγο θα είναι».

«Θέλεις να έρθω στην Αθήνα; κλείνω εισιτήριο με το πλοίο και θα είμαι εκεί σήμερα το βράδυ».

«Βέβαια και θέλω αλλά είναι παράλογο να παρατήσεις άλλη μια φορά όσα κάνεις για μένα, περισσότερο έχω ανάγκη να μιλήσω γιατί εδώ που τα λέμε δεν κινδυνεύει κανείς μας πια. Δεν μπήκαν στο σπίτι κλέφτες, η Κλειώ με την αναθεματισμένη την αρρώστια της ήταν και μην αρχίσεις κι εσύ τον εξάψαλμο γιατί δεν αντέχω άλλο. Με έχουν στήσει στον τοίχο τα δυο αγόρια και τους ακομπανιάρει και ο Σταύρος και με κατσαδιάζουν συνέχεια. Ανάσα δεν έχω πάρει και η Ολυμπία κουνάει καταφατικά το κεφάλι της σαν να λέει ‘’καλά της τα λέτε’’ και είμαι σίγουρη ότι κατά βάθος το χαίρεται.

Η Ανδριάνα άρχισε να γελάει.

«Εγώ σου λέω το κακό που με βρήκε κι εσύ γελάς;»

«Με το ύφος σου βέβαια, όχι με τα γεγονότα. Υποθέτω ότι θα κάθεσαι φρόνιμα και δεν θα βγάζεις άχνα από το στόμα σου».

«Και τι να πω; Το καλό πήγα να κάνω, που να φανταστώ τι θα με έβρισκε; Πρέπει να απολογηθώ και από πάνω; Κι εδώ που τα λέμε γιατί να απολογηθώ εγώ κι όχι το νοσοκομείο; Δικιά τους ευθύνη ήταν, αν με είχε σκοτώσει τελικά, όλοι σας θα ζητούσατε τα σπασμένα από τους υπεύθυνους και θα έχαναν και τη θέση τους μερικοί-μερικοί μόνο από τον ντόρο που θα γινόταν στα κανάλια. Όχι πες δίκιο δεν έχω; Δίκιο έχω, τότε γιατί τα βάλατε όλοι σας μαζί με εμένα, μου λες;»

«Φοβάσαι».

«Φυσικά και φοβάμαι άκου τι λέει, μα περισσότερο αναστατώνομαι κάθε που τα φέρνω στο μυαλό μου τους αστυνομικούς, τις ερωτήσεις που μου έκαναν και ξέρεις, δεν ήμουν σε θέση να απαντήσω και δεν σου είπα και το άλλο …»

«Έγινε και κάτι άλλο;» ρώτησε ανήσυχη η Ανδριάνα.

«Όχι βέβαια αλλά μου κουβάλησαν και τον γιατρό τον κύριο Δεβλέτογλου να με εξετάσει. Σήμερα δε, θέλουν να με πάνε στο νοσοκομείο για να μου κάνουν όλες τις εξετάσεις, να με δουν καλύτερα κι εμένα μου έχει ανέβει η πίεση από το φόβο κι έχω να δώσω και κατάθεση. Είναι για την ηλικία μου όλα αυτά τα πράγματα;»

«Και μετά μου λες να μην έρθω, είσαι με τα καλά σου;»
«Έχουμε και δουλειά να κάνουμε Ανδριάνα, δεν θα διαλύσουμε την εταιρία για την δική μου περιπέτεια. Ολόκληρη επίδειξη ετοιμάζουμε».
«Ρόζα μεταξύ μας μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς. Ξέρεις πολύ καλά ότι μια τέτοια εκδήλωση δεν μπορεί να γίνει στο νησί, όχι τώρα τουλάχιστον. Καταλαβαίνεις πολύ καλά γιατί ήρθα».
«…»
«Γιατί δεν απαντάς;»
«Το ξέρω, τι φαντάστηκες ότι περίμενα εσένα να μου το πεις;»
«Άρα μπαίνω στο βαπόρι κι έρχομαι».
«Δεν θέλω αγάπη μου, αλήθεια σου λέω».
«Γιατί;»
«Θέλω να τελειώσεις αυτό που άρχισες. Τη Μεγαλόχαρη παρακαλούσα να σου δώσει τη δύναμη να γυρίσεις πίσω και να ξεμπερδεύεις μια και καλή με τα κομμάτια της ζωής σου που σε πονάνε. Δεν ήταν ζωή αυτή που έκανες. Η μισή σου καρδιά αφημένη στο παρελθόν και η άλλη μισή να μην μπορεί να ζήσει το τώρα, το σήμερα. Δεν σου άξιζε και τα χρόνια περνούσαν κι έφευγαν».
«Νομίζω ότι μόνο και μόνο που πάτησα το πόδι μου στο λιμάνι κι έφτασα μέχρι εδώ, φτάνει και περισσεύει».
«Άκου να δεις τι θα κάνουμε, θα αφήσουμε να περάσει και η σημερινή ημέρα και θα το κουβεντιάσουμε αύριο με το καλό. Μέχρι να φτάσεις θα έχει βραδιάσει, εσύ θα είσαι κουρασμένη κι εγώ θα κοιμάμαι μάλλον του καλού καιρού. Θα πιώ κι ένα ρόφημα με βαλεριάνα άρα νόημα δεν έχει. Αυτό που με ανησυχεί και φοβάμαι είναι η αντίδραση της Ολυμπίας».
«Τι εννοείς;»
«Τι να σου πω βρε παιδάκι μου, δεν ήταν λίγο αυτό που συνέβη χθες το βράδυ. Κατά βάθος το βρίσκω πολύ λογικό να έχει τρομάξει και να θελήσει να το βάλει στα πόδια, είναι μάνα και την καταλαβαίνω, πρώτα θα κοιτάξει να είναι καλά η Γαρυφαλλιά, να μην κινδυνεύει αλλά αν την χάσω τι θα κάνω; Πως θα ζήσω εδώ πάνω σαν τον κούκο ολομόναχη; Και ποια κοπέλα να φέρω στο σπίτι μου από την αρχή, δεν εμπιστεύομαι κι εύκολα ανθρώπους, με την Ολυμπία δέσαμε για μένα είναι η ψυχοκόρη μου κι αυτή η μικρή η Γαρυφαλλιά, βάλσαμο στην ψυχή μου. Η καρδιά της είναι σαν ανοιξιάτικο λουλούδι».
«Δεν νομίζω ότι μπορείς να κρύβεσαι πίσω από το δάχτυλό σου αλλά ούτε και επιτρέπεται, γιατί δεν την ρωτάς ευθέως;»
«Δεν θέλω να ακούσω την απάντηση Ανδριάνα».
«Έχεις άλλη επιλογή;»
«Φαντάζομαι πως όχι, άσε και θα το σκεφτώ ξανά αύριο. Σήμερα έχω ένα σωρό τρεχάματα και θα σε κλείσω γιατί πρέπει να ετοιμαστώ».
«Η Γαρυφαλλιά πως είναι;»
«Τι να σου πω μήπως ξέρω; Υποθέτω τρομαγμένη θα είναι όπως όλοι μας».
«Η Κλειώ πως μπήκε μέσα;»
«Τι ερώτηση είναι τώρα αυτή; Με τα κλειδιά που της είχα δώσει».
«Καλά βρε Ρόζα, μετά από όλα όσα έγιναν πριν το χθεσινό περιστατικό, γνωρίζοντας τη διαταραχή της Κλειώς πλέον κι εσύ μου λες ότι δεν σκέφτηκες να αλλάξεις κλειδαριές;»
«Ωχου, έχουν γίνει τόσα πολλά που ειλικρινά δεν μου πέρασε από το μυαλό. Λάθος μου το ξέρω αλλά έγινε και τώρα τίποτα δεν μπορώ να κάνω για να το αλλάξω».
«Την Κλειώ που την έχουν;»
«Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω. Αν κατάλαβα καλά θα την βάλουν σε ίδρυμα. Άσε με ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω κι όλα αυτά γιατί παρακαλώ, γιατί την παράτησε η μητέρα της!»
«Μην υπερβάλλουμε, αλλοίμονο αν κάθε παιδί που υιοθετήθηκε έχει τέτοιες αντιδράσεις. Αυτά μόνο οι γιατροί ξέρουν να τα απαντήσουν κι εμείς καλό θα ήταν να μην πέφτουμε στην παγίδα των λανθασμένων συμπερασμάτων. Γίναμε όλοι ειδικοί, τρομάρα μου».
«Δίκιο έχεις αλλά πρέπει να φύγω. Η μόνη χάρη που θέλω είναι να απαντάς στο τηλέφωνο, να ακούσω τη φωνή σου γιατί με ηρεμεί κι αν χρειαστώ κάτι άλλο θα σε ενημερώσω. Εντάξει αγάπη μου;»
«Μείνε ήσυχη» απάντησε η Ανδριάνα και πήρε αμέσως τηλέφωνο τον Σπύρο αλλά και τον Γρηγόρη. Στην επικοινωνία που είχε μαζί τους δεν της είπαν κάτι διαφορετικό και η αλήθεια ήταν ότι η ώρα δεν ήταν κατάλληλη για περισσότερες κουβέντες.

Αμέσως μετά κάλεσε την Ολυμπία.

«Πως είσαι;» την ρώτησε χωρίς περιστροφές.
«Ήταν πολύ άγριο αυτό που ζήσαμε. Τι να σου πω, η θεία σου είναι ώρες και φορές που νομίζω ότι δεν θα πεθάνει ποτέ, ούτε καν από την τρομάρα της. Αυτή τη χρονιά η μια περιπέτεια έρχεται μετά την άλλη».
«Ναι αλλά δεν απαντάς στο ερώτημά μου».
«Πως θέλεις να είμαι; Ακόμα δεν ξέρω τι μου γίνεται και το μόνο που με νοιάζει είναι να είναι η μικρή καλά. Τρόμαξε κι αυτή, αγριεύτηκε».
«Είναι μαζί σου τώρα;»
«Όχι, πήγε σχολείο, θα κουτουλάει από τη νύστα πάνω στο θρανίο αλλά καλύτερα να είναι με τα άλλα παιδιά, να εκτονωθεί, να μιλήσει, να παίξει. Να νιώσει ότι η ζωή κυλάει φυσιολογικά, να μην τα κάνουμε χειρότερα χωρίς λόγο. Έχει να δώσει και εξετάσεις μην ξεχνάς».
«Θα πας μαζί με την Ρόζα στο νοσοκομείο;»
«Βέβαια, τι φαντάζεσαι ότι τα αγόρια της είναι σε θέση να δώσουν πληροφορίες για την υγεία της ή ξέρουν τι φάρμακα παίρνει νομίζεις; Αυτά μόνο εσύ κι εγώ τα γνωρίζουμε, αυτοί οι δυο είναι πάρε τον έναν και χτύπα τον άλλον».
«Θέλεις να έρθω στην Αθήνα;»
«Δεν θα λείψεις για το υπόλοιπο της ζωής σου. Ας ηρεμήσουμε γιατί τα νεύρα όλων μας είναι τεντωμένα. Κάποιος πρέπει να κρατήσει την ψυχραιμία του».
«Ολυμπία να σε ρωτήσω κάτι;»
«Φοβάσαι  μήπως πάρω τη μικρή και φύγω έτσι δεν είναι;»
«Ναι».
«Να σου πω κάτι, όλα έχουν περάσει από το μυαλό μου και απόφαση ακόμα δεν έχω πάρει. Το πρώτο που με νοιάζει είναι η ασφάλεια της κόρης μου και η ψυχική της υγεία. Όσο κρατάνε μακριά μας την Κλειώ δεν έχω να φοβάμαι για τίποτα αλλά όλα γυρνάνε ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι μου. Τώρα πρέπει να φροντίσω τη θεία σου, μην ξεχνάς ότι είναι το ψωμί που τρώμε κι εμείς στην πατρίδα μας μάθαμε να αντέχουμε στις κακοτοπιές» απάντησε πριν τελειώσουν την συνομιλία τους.

Η Ανδριάνα μάζεψε με μηχανικές κινήσεις τα μαλλιά της ψηλά χρησιμοποιώντας το λαστιχάκι που φορούσε σαν βραχιόλι στο αριστερό της χέρι. Πήγε στο μπάνιο, έριξε όσο περισσότερο ζεστό νερό μπορούσε πάνω της, έτριψε το σώμα της γερά με σαπούνι λες και πάσχιζε να καθαρίσει με αυτό τον τρόπο, αυτά που μόλις είχε ακούσει. Να τα βγάλει από πάνω της, να ξεπλύνει τη βρωμιά και το άρρωστο μυαλό της Κλειώς που την οδήγησε σε αυτή την πράξη. ‘’Κι αν η Ρόζα είχε πεθάνει;’’ Σκέφτηκε κι έκλεισε σαν μικρό παιδί τα μάτια της σφιχτά και με δύναμη. ‘’Όχι έτσι, δεν της άξιζε’’ μονολόγησε.

«Ξύπνα υπναρού, η Μελίσα σε περιμένει να πιείτε καφέ» φώναζε ο Αλέξης.
«Ντύνομαι κι έρχομαι» απάντησε η Ανδριάνα νιώθοντας αρκετά προβληματισμένη.

 

Η Μελίσα, στο πίσω μέρος της αυλής που έβλεπε στις λεμονιές και στη μεγάλη αμυγδαλιά,  χάιδευε το λυκόσκυλο που μόλις είδε την Ανδριάνα έτρεξε για χάδια καταπάνω της. Σηκώθηκε στα πίσω του πόδια κι ακούμπησε τα μπροστινά πάνω στους ώμους της. Την κοίταξε καλά-καλά στα μάτια έχοντας το μεγάλο του στόμα ανοιχτό και τα αυτιά του όρθια. Ήταν λες και χαμογελούσε.

«Τι θέλεις;» τον ρώτησε με την ήρεμη φωνή της κι άρχισε να του χαϊδεύει το κεφάλι. «Τι θέλεις τρυφερό μου γαϊδουράκι;» και πριν προλάβει να ξεφύγει από το αγκάλιασμά του, της έγλυψε το πρόσωπο με την καυτή του γλώσσα».
«Κρίμα η κρέμα προσώπου» είπε η Ανδριάνα σκουπίζοντας με την ανάστροφη του χεριού της το πρόσωπό της και κρατώντας αγκαλιά τον μεγάλο σκύλο. «Θέλεις να χορέψουμε;» τον ρώτησε κι άρχισε να παριστάνει την ντάμα του σε ένα χορό χαράς κι αγάπης ανάμεσα στις φουντωμένες λεμονιές.
«Μαξ, κάτω» έδωσε εντολή η Μελίσα αλλά ο σκύλος δεν έκρυβε την απρόσμενη χαρά του βλέποντας την Ανδριάνα. Την ήξερε από την πρώτη ημέρα που είχε ανοίξει τα μάτια του και είχαν αγαπηθεί κεραυνοβόλα.
«Βλέπεις τι κάνεις;» είπε γελώντας ο Αλέξης «εμείς του μαθαίνουμε τρόπους κι έρχεσαι εσύ και τα ξεχνάει όλα».
«Μα είμαστε ερωτευμένοι» απάντησε δίνοντας ένα μεγάλο φιλί στο κούτελο του Μαξ.
«Εδώ» επέμεινε η Μελίσα και το ζώο υπάκουσε κουνώντας χαρούμενο την ουρά του.
«Ξεκουράστηκες;» ρώτησε την Ανδριάνα η φίλη της καθώς της γέμιζε την κούπα με ζεστό καφέ.
«Δεν έχετε ιδέα τι άκουσαν τα αυτιά μου με το που ξύπνησα» είπε πίνοντας την πρώτη γουλιά της ημέρας και πριν προλάβει ο ξάδελφός της και η Μελίσα να απαντήσουν, τους μετέφερε τα νέα της Ρόζας χωρίς να παραλείψει τίποτα και αφήνοντας το ζευγάρι με το στόμα ανοιχτό.

«Θα φύγεις για την Αθήνα;» ρώτησε ο Αλέξης.
«Ακόμα δεν πρόλαβα να σε δω» διαμαρτυρήθηκε η Μελίσα.

Η Ανδριάνα κούνησε και τα δυο της χέρια στον αέρα κάνοντάς του νόημα να σταματήσουν.

«Σωπάστε» είπε  και δάγκωσε ένα κομμάτι από το σταφιδόψωμο που είχε φέρει ο ξάδελφός της από το φούρνο στην πόλη του νησιού. «Για την ώρα δεν υπάρχει λόγος να φύγω, ακόμα δεν πρόλαβα να πατήσω το πόδι μου στην προβλήτα του λιμανιού και τα προβλήματα σταματημό δεν έχουν. Εμείς θα κάνουμε το πρόγραμμά μας».
«Ωραία» φώναξε με μια φωνή το ζευγάρι και η Μελίσα χτύπησε με χαρά τα χέρια της. «Έχουμε τόσα να πούμε και τόσα να κάνουμε. Μου έχεις λείψει και κάθε φορά που πηγαίνω στην παραλία και βλέπω το σπίτι, σφίγγετε η καρδιά μου. Είναι σαν να έχω χάσει την αδελφή μου».
«Ας την αφήσουμε να πάρει μια ανάσα και να μας πει τι θέλει» πρότεινε ο Αλέξης.
«Νομίζετε ότι ξέρω τι μου γίνεται;»
«Ωραία ας ξεκινήσουμε από τα ευχάριστα, να μιλήσουμε για την παρουσίαση των αρωμάτων. Πως σκέφτεσαι να γίνει;» ρώτησε η Μελίσα. «Δώσε μου ιδέες κι εγώ θα σου φτιάξω όλη την εικονογράφηση». Ήταν η ζωγράφος της οικογένειας.
«Ωραία ιδέα, αυτό δεν το είχα σκεφθεί» απάντησε και αμέσως μετά έξυσε το κεφάλι της αφηρημένη. «Εσείς τι πρόγραμμα έχετε; Δεν θέλω να σας κουράσω με τα δικά μου, αρκετά μέχρι εδώ» είπε και είδε τον Αλέξη να σηκώνετε όρθιος. Ο Μαξ τον ακολούθησε.
«Σας δίνω ένα τέταρτο να ετοιμαστείτε γιατί φεύγουμε για το βουνό» είπε ο ξάδελφός της.
«Άσε μας να τα πούμε λίγο» γκρίνιαξε η Μελίσα.
«Όλο το βράδυ θα μιλάτε, πάω στοίχημα ό,τι θέλετε, τώρα έχει βόλτα» είπε και κουβέντα δεύτερη δεν σήκωνε.

Μπήκαν όλοι μαζί στο τετρακίνητο αυτοκίνητο και ο Μαξ έπιασε πρώτος απ’ όλους την θέση του με ένα σάλτο. Καθόταν πάντα πίσω από το κάθισμα του οδηγού σαν φύλακας προστάτης. Η Ανδριάνα άρχισε να αισθάνεται σιγά-σιγά πιο ήρεμη και τα μάγουλά της να ροδίζουν από τον φρέσκο αέρα της εξοχής. Το αγαπούσε το σπίτι με τις λεμονιές και την μεγάλη πισίνα. Πόσες παιδικές τρέλες είχαν κάνει εκεί με τον Αλέξη και την παρέα τους; Για πόσους έρωτες είχαν ξενυχτήσει μετρώντας τα αστέρια και μιλώντας μέχρι που το χάραμα τους έβρισκε κατάκοπους; Και μετά, σπουδές, δουλειές, προβλήματα, στενοχώριες και χαρές, ένα διαζύγιο και η γνωριμία με την Μελίσα λίγα χρόνια αργότερα. Τα καλά και τα δύσκολα τα ζούσαν παρέα στην πίσω αυλή με τις λεμονιές και τις βόλτες με τις μηχανές αλλά και τα αυτοκίνητα.

Ο Αλέξης και η Ανδριάνα τα ήθελαν όλα να τα ζουν στο έπακρο. ‘’Γιατί κουράζομαι να σας βάλω μυαλό;’’ αναρωτιόταν η Μελίσα, που τους έβλεπε να κάνουν σαν μικρά παιδιά και γελούσε με το γάργαρο γέλιο της, ‘’μια οικογένεια είσαστε!’’ έλεγε.

Αυτό που συνέβαινε σε κάθε εξόρμησή τους, ήταν ότι ο Αλέξης δεν προτιμούσε οπωσδήποτε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Δοκίμαζε πάντα τις δυνατότητες του αυτοκινήτου του και οδηγούσε ανάμεσα σε λιόδεντρα και κακοτράχαλους γκρεμούς. Το θέμα δεν ήταν η βόλτα αλλά η ανακάλυψη απάτητων διαδρομών. Η Ανδριάνα είχε συνηθίσει, ήταν πολλοί μικροί όταν είχαν ξεκινήσει αυτό το παιχνίδι, των μικρών εξερευνητών με τα ματωμένα γόνατα. Η Μελίσα όμως την πρώτη φορά που βρέθηκαν να κατεβαίνουν την πλαγιά του βουνού ανάμεσα από τα πεύκα και από την πλευρά εκείνη που δρόμος δεν είχε χαραχτεί ποτέ, οι σταγόνες του κρύου ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στο όμορφο πρόσωπό της. Τώρα, χρόνια μετά, ήταν εκείνη που είχε μάθει να οδηγεί σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.

Χαϊδεύοντας το κεφάλι του Μαξ, η Ανδριάνα είχε απλωθεί στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και κοίταζε τα αγαπημένα της λιόδεντρα και τα αμπέλια. Τα χαμηλά σπίτια με τα όμορφα χρώματα και τις κεραμοσκεπές. Όταν ο δρόμος άρχισε να ανηφορίζει ήξερε ότι θα έφταναν στο σημείο που μόνο πεύκα θα έβλεπαν και το απέραντο γαλάζιο του Ιονίου που θα αντάμωνε στο βάθος με την Αδριατική. Άνοιξε το παράθυρο και πήρε βαθιές αναπνοές.

Ο αέρας πότε μύριζε κοπριά και πότε καμένα χόρτα. Αγαπημένες μυρωδιές και η εικόνα των ψηλοκάπουλων αγέρωχων μαύρων αλόγων με το γυαλιστερό τρίχωμα. Διασταύρωση αγγλοαραβικής φυλής από την εποχή του Μεσοπολέμου. Τα κοιτούσε με θαυμασμό και ποτέ της δεν βαριόταν να τα παρατηρεί. Είχαν πάνω τους τόση αρχοντιά που δεν μπορούσε παρά μόνο να τα καμαρώνει. Ήταν τόσο όμορφα που σχεδόν άγγιζαν την αυθάδεια.

Η φύση την αποζημίωνε και γαλήνευε την καρδιά της. Δεμάτια από σανό, ξύλα στοιβαγμένα σε σωρούς, μαντρότοιχους που τους έφτιαχναν από την αρχή μετά το τέλος της εποχής των βροχών. Χαιρετούρες με αγνώστους και οι εικόνες να εναλλάσσονται η μια μετά την άλλη. Το παρελθόν να εμφανίζεται στο παρόν και χαμογελαστά ταξιδεμένα πρόσωπα που ‘’έλειπαν’’ ερχόταν κι έφευγαν φευγαλέα στο μυαλό της.  Αναστέναξε κι αμέσως μετά θυμήθηκε τον παππού της και γλυκάθηκαν τα μέσα της.

«Είσαι καλά;» ρώτησε ο Αλέξης κοιτώντας την φευγαλέα.
«Μια χαρά απάντησε» και αμέσως μετά άρχισε να γελάει.
«Τι σου ήρθε;» συνέχισε ο ξάδελφός της μα η Ανδριάνα δεν έλεγε να σταματήσει.

«Θυμήθηκα τον πατέρα σου την πρώτη φορά που μας τσάκωσε με το πορτοκαλί pony, το θυμάσαι αυτό το αυτοκίνητο;»
«Εννοείται, με αυτό κάναμε τις πρώτες μας αταξίες».
«Μελίσα, οδηγούσε ο Αλέξης και χοροπηδάγαμε ανάμεσα στα λιόδεντρα, ευτυχώς στο δρόμο δεν βγαίναμε στην αρχή τουλάχιστον. Γύρισε ο πατέρας του από την δουλειά και μας τσάκωσε. Εμένα μου είχαν κοπεί τα γόνατα, σκεφτόμουν ότι ο θείος μου θα αντιδρούσε όπως ο πατέρας μου, θα μας έβαζε τις φωνές και θα σήκωνε τον κόσμο στον αέρα όμως είχα κάνει λάθος!»
«Δηλαδή;» ρώτησε η Μελίσα.
«Μας κοίταξε συνοφρυωμένος και κούνησε υποτιμητικά το κεφάλι του λέγοντας ‘’μα βρε παιδιά’’ και μας προσπέρασε χωρίς να πει τίποτα άλλο. Εγώ δεν ήξερα που να πάω να κρυφτώ, ο Αλέξης πάτησε για άλλη μια φορά το γκάζι και το χοροπηδητό στο ανισόπεδο λιοστάσι άρχισε από την αρχή. Αλέξη, θέλω να πάμε να τους δω, μου έχουν λείψει πολύ».
«Σε περιμένουν έτσι κι αλλιώς, τι περίμενε ότι θα γλύτωνες;» απάντησε και άφησε για άλλη μια φορά την άσφαλτο για να κόψει δρόμο μέσα από το βουνό. Είχαν ανέβει ήδη ψηλά.

Σταμάτησαν, κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και δεν μίλησε κανείς τους. Ο αέρας σφύριζε και η Ανδριάνα ένιωσε να ανατριχιάζει. Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της και περπάτησε μέχρι την άκρη του γκρεμού. Η θέα της έκοβε την ανάσα όσες φορές κι αν την έβλεπε. Πεύκα να μπαίνουν μέχρι μέσα στη θάλασσα και το μαχαίρι του Θεού, είχε κόψει κάθετα τα βράχια για να απλωθεί το Ιόνιο με όλη του τη μεγαλοπρέπεια σαν καθρέφτης του ουρανού. Τι μπορούσες να πεις μπροστά σε τόση ομορφιά; Ήταν η σιωπή που μέσα στην απεραντοσύνη της έκρυβε όλη τη μαγεία των χρωμάτων της άγριας φύσης. Κάθισαν σταυροπόδι κατάχαμα, καταγής και ήταν σαν μια αόρατη κλωστή να τους έδεσε μεταξύ τους μέσα σε εκείνο το ‘’κάδρο’’ που κανένας ζωγράφος δεν θα μπορούσε να αποτυπώσει. Κομμένες ανάσες και στήθια γεμάτα οξυγόνο και η αναζωογονητική δύναμη της θάλασσας. Στιγμή που χαράχτηκε μέσα τους και ο χρόνος δεν θα μπορούσε ποτέ να σβήσει. Κανείς τους δεν ήξερε πόση ώρα έμειναν ακίνητοι. Ήταν ο Μαξ που άρχισε να τους σπρώχνει με τη μουσούδα του σαν να τους λέει ‘’άντε πάμε, βαρέθηκα’’ και σηκώθηκαν και οι τρεις τους τινάζοντας τα ρούχα τους από τα χώματα και τη σκόνη.

Παραπέρα ήταν μια ταβέρνα, γνωστή περισσότερο στους ντόπιους. Ζυμωτό ψωμί, φρέσκο τυρί πριν μπει για ένα χρόνο στο λάδι, ζεστά χόρτα του βουνού και κρασί του τόπου τους. Βερντέα με το αξεπέραστο κεχριμπαρί χρώμα.

«Τι θα φάτε;» ρώτησε το χαμογελαστό κορίτσι.
«Αυγά ή πολπέτες (κεφτέδες) με πατάτες. Έχετε;»
«Φυσικά»
«Φέρε κι από τα δυο, μόνο που τα αυγά να είναι …»
«Ξέρω από το κοτέτσι. Εννοείται!» είπε το κορίτσι κι έφυγε βιαστικά για να εξυπηρετήσει και τους υπόλοιπους πελάτες.
«Τελικά τι αποφάσισες;» ρώτησε η Μελίσα.
«Δεν θέλω να πάω από το σπίτι» απάντησε πολύ σοβαρά η Ανδριάνα.
«Μάλιστα» είπε η φίλη της. Ήταν η απάντηση που έδινε πάντα όταν δεν ήξερε τι να απαντήσει.
«Δεν έχει νόημα, δεν μου ανήκει και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να με κάνει χαρούμενη πια. Τι νόημα έχει να ξεροσταλιάζω έξω από μια σφαλιστή με μάνταλο καγκελόπορτα σαν αδέσποτο ζώο μου λες;»
«Ειλικρινά δεν ξέρω τι να σου απαντήσω».
«Το σκέφτηκα πολύ, ξανά και ξανά και θυμήθηκα τι διαδρομή του παππού μου του Νικόλα. Γεννήθηκε στον Πισινώντα …»
«Που;»
«Παντοκράτορα το λένε τώρα, έφυγε μόλις τελείωσε το σχολείο για να σπουδάσει. Το μερτικό του στην περιουσία που ήταν από την άλλη πλευρά του νησιού, του το απαλλοτρίωσε όμως το κράτος. Χάνει η οικογένεια πρώτα το πατρικό σπίτι στους σεισμούς και γίνεται σκόνη και αποκαΐδια. Στη συνέχεια ζει για δεύτερη φορά την απώλεια του σπιτιού, για να φτάσει λίγο πριν πεθάνει να αγοράσει το οικόπεδο κοντά στη θάλασσα. Από την εποχή της απαλλοτρίωσης μέχρι την αγορά του κτήματος πόσα χρόνια μεσολάβησαν; Κανείς δεν ξέρει από εμάς, ούτε ο Αλέξης ούτε κι εγώ. Αυτό που θυμάμαι όμως είναι να έρχεται στο νησί με την γιαγιά Φερενίκη όσο πιο συχνά μπορούσαν και μαζί τους κι εγώ ο κολαούζος. Γελούσαν, τραγουδούσαν και κοιτούσαν μόνο μπροστά. Μαζί ανεβαίναμε στο χωριό που γεννήθηκε για να κάνουμε την βόλτα μας και φεύγαμε ξανά αφού σταματούσε πρώτα εκεί που κάποτε ήταν το πατρικό του. Δεν μπορεί, ένα δάκρυ θα ανάβλυζε από μέσα του μόνο που ο παππούς Νικόλας αφού πρώτα περνούσε να χαιρετίσει τα παιδικά του χρόνια αμέσως μετά είχε μια έννοια. Να ζήσει! Ποια είμαι λοιπόν εγώ που θα λυπάμαι τον εαυτό μου καθημερινά για τις αποφάσεις που εγώ πήρα, μου λες;

Δικιά μου ήταν η απόφαση και τώρα που είμαι εδώ λέω ‘’και καλά που έκανα’’ και να, σήμερα πίνουμε το κρασί μας και απολαμβάνουμε την μοναδική θέα του νησιού μας που για άλλους είναι όνειρο ζωής να καταφέρουν να έρθουν έστω για μια βδομάδα μόνο. Ζούμε τη ζωή μας όπως ακριβώς μας αξίζει. Στην υγειά μας λοιπόν και πάμε για άλλα, καινούργια, φρέσκα και με τη δικιά μας σφραγίδα. Φτάνει το πένθος».

«Δόξα το Θεό, έβαλες επιτέλους μυαλό» είπε ο Αλέξης. «Το σπίτι μου είναι σπίτι σου. Με αυτό τον τρόπο μας μεγάλωσαν οι παππούδες μας, με τον ίδιο και οι γονείς μας, εμείς αυτή την συνήθεια γιατί να την αλλάξουμε μου λες;» είπε και σήκωσε ψηλά το ποτήρι του. «Όλο το νησί σπίτι μας είναι έτσι κι αλλιώς».

Η Μελίσα έπαιζε νευρικά με μια μπουκιά από το ψωμί της.

«Με την Ναταλία τι θα κάνεις;»
«Απολύτως τίποτα».
«Δεν σε στενοχωρεί η κατάσταση;»
«Μπορεί και να μην το πιστέψεις αλλά όχι. Βαρέθηκα να στενοχωριέμαι, να φοβάμαι και να ανησυχώ. Θέλω μόνο να περάσω καλά και να ευχαριστηθεί η ψυχή μου όλα τα όμορφα που συμβαίνουν γύρω μας».
«Έχεις αλλάξει ή μου φαίνεται;»
«Δεν ξέρω αν το έχω καταφέρει αλλά το προσπαθώ συνειδητά. Είναι τόσο όμορφη η ζωή που μόνο όποιος θέλει να δει το ίδιο έργο με εμένα χωράει στη ζωή μου κι εδώ βάζω τελεία και πίνω κάνοντας μια ευχή ‘’ας ζήσουμε’’».

«Ο Μανώλης τι κάνει;» ρώτησε ο Αλέξης κόβοντας μια μπουκιά από το ζυμωτό ψωμί.
Η Ανδριάνα γέλασε. «Θέλει να με πνίξει που ήρθα μόνη μου αλλά αυτό ήταν κάτι που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου έτσι κι αλλιώς. Την επόμενη φορά θα έρθουμε παρέα. Ξέρεις, κάθε τόσο αναρωτιέται μήπως φτιάξουμε ένα μικρό σπίτι εδώ».
«Κι εσύ τι του λες;»
«Ότι είναι τρελός. Δεν θέλω να ακούσω άλλη φορά τις λέξεις σπίτι, υποχρέωση, ανακατασκευή. Τίποτα απ’ όλα αυτά. Θέλω μόνο να ζήσω ελεύθερη την κάθε στιγμή, χωρίς δεσμεύσεις γιατί τίποτα δεν είναι δεδομένο απ’ ότι κατάλαβα μέχρι σήμερα» είπε κι ένοιωσε για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια ότι επιτέλους είχε γυρίσει σπίτι της.

Το τηλέφωνο στην τσάντα της χτύπησε.

«Πως περνάει το κορίτσι μου;» ρώτησε ο Μανώλης.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here