Ο γιατρός είχε καλέσει την Ανδριάνα στο τηλέφωνο αργά το απόγευμα.

«Δυστυχώς τα πράγματα περιπλέκονται» της είχε πει και κανόνισαν να βρεθούν στο νοσοκομείο την επόμενη ημέρα το μεσημέρι.

Η Ρόζα καθόταν σκεφτική και σιωπηλή δίπλα στην Ανδριάνα και το πρόσωπό της είχε μια ασυνήθιστη έκφραση.

«Κυρία Παππά» ακούστηκε η φωνή της γραμματέως και οι δυο γυναίκες σηκώθηκαν και ακολούθησαν το νέο κορίτσι με το λυγερό κορμί. «Ο γιατρός θα σας δει αμέσως» τους είπε και τους άνοιξε την πόρτα του γραφείου του. Περίμενε λίγο μέχρι να καθίσουν οι δυο γυναίκες, έκανε μεταβολή κι έκλεισε την πόρτα πίσω της μαλακά.

«Να σας συστήσω τη θεία μου κι εργοδότρια της Κλειώς» είπε η Ανδριάνα.
«Η ασθενής μας θα χρειαστεί αρκετή βοήθεια» ξεκίνησε να λέει ο νευρολόγος με την ήρεμη φωνή του.
«Τι εννοείτε, θα σας παρακαλούσα να μιλήσουμε ανοιχτά γιατί εμείς οι δυο» είπε η Ρόζα κάνοντας μια κίνηση με το χέρι της «είμαστε τα πιο κοντινά άτομα της Κλειώς».
«Με έχει ενημερώσει η ανιψιά σας, είσαστε σίγουρη ότι δεν έχει κάποιους συγγενείς;»
«Σίγουρη δεν μπορώ να είμαι για τίποτα, δυστυχώς, ξέρω μόνο ένα κομμάτι της ζωής της. Ήταν υιοθετημένη αλλά αυτό δεν νομίζω ότι έχει καμία σημασία. Που να φανταστώ μέσα από τόσα χρόνια συνεργασίας που είχαμε, ότι θα φτάναμε σε αυτό εδώ το σημείο; Είναι πικρό».
«Η Κλειώ» άρχισε να εξηγεί ο γιατρός, «θα χρειαστεί φαρμακευτική αγωγή την οποία θα πρέπει να την παίρνει ανελλιπώς. Αυτό όμως είναι αδύνατον γιατί δεν μπορεί να αντιληφθεί την κατάστασή της και φυσικά δεν αποδέχεται την πραγματικότητα. Να σας ενημερώσω, ότι ορισμένες φορές φωνάζει, πως οι νοσοκόμες ανήκουν σε αυτή την οργάνωση που θέλει να της κάνει κακό».

Ήταν τελείως διαφορετικά να της λέει τα νέα η Ανδριάνα κι άλλο πράγμα να έχει απέναντί της τον γιατρό. Η Ρόζα ένιωθε υπεύθυνη γι’ αυτό το πλάσμα, τόσα χρόνια δίπλα της, είχαν περάσει όλες τις χαρές κι όλες τις φουρτούνες μαζί.

«Ακούστε τι θα κάνουμε, θα αναλάβουμε εμείς την Κλειώ» είπε με αποφασιστικότητα η Ρόζα. Η Ανδριάνα δεν είχε καμία αμφιβολία ότι σε αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα θα κατέληγαν. Η θεία της μπροστά στα μεγάλα γεγονότα δεν γονάτιζε, δεν δίσταζε και δεν το έβαζε στα πόδια.

«Αν χρειαστεί να υπογράψετε έγγραφα που αφορούν την υγεία της δεν θα μπορέσετε να το κάνετε επειδή είσαστε μόνο η εργοδότριά της. Είναι ευαίσθητα δεδομένα όλα αυτά».
«Ευαίσθητα δεδομένα και πράσινα άλογα» είπε η Ρόζα και τα μάγουλά της έγιναν μονομιάς κατακόκκινα, «και τι θέλετε να κάνουμε γιατρέ, να αφήσουμε αυτή τη γυναίκα στο έλεος του Θεού, των γιατρών και των δημόσιων ιδρυμάτων; Άνθρωπος είναι».
«Δεν είναι μόνο αυτό» απάντησε ο γιατρός και ήταν σαν να συναινούσε με το ύφος του στην απόφαση της Ρόζας.
«Το οικονομικό θα το αναλάβω εγώ» απάντησε.

Ο γιατρός τέντωσε την πλάτη του στιγμιαία κι έσκυψε το σώμα του προς τα μπροστά σαν να ήθελε να αγκαλιάσει με την κίνηση του κορμιού του την Ρόζα.

«Ελπίζουμε ότι τα πράγματα θα πάρουν μια καλύτερη τροπή, ότι θα μπορέσουμε να την βοηθήσουμε, όμως αν δεν γίνει αυτό θα χρειαστούμε την απόφαση του εισαγγελέα» είπε και το «αποκλείεται» που ξεστόμισε η Ρόζα, μαζί με την παλάμη της που έσκασε με δύναμη πάνω στο γραφείο, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους μονομιάς.

«Για οτιδήποτε χρειαστεί θα υπογράφω εγώ. Εσείς δεν χρειάζεται να παραδεχθείτε ποτέ ότι γνωρίζετε την αλήθεια. Θα μπορούσα να είμαι η θεία της, η αδελφή της μητέρας της, θα μου ζητούσατε να αποδείξω την οικογενειακή μας σχέση; Η Κλειώ θα νοσηλευθεί για όσο χρονικό διάστημα χρειάζεται, το καταλάβατε;» ρώτησε «και αναφέρομαι σε όλους σας».
«Κυρία Παππά έχετε σκεφθεί τι θα γίνει όταν θα χρειαστεί να βγει από το νοσοκομείο; Θα πρέπει να έχει κάποιον να επιβλέπει ότι παίρνει την φαρμακευτική της αγωγή, άρα δεν μπορεί να μείνει μόνη της. Τι θα κάνετε τότε;»
«Και τώρα τι μπορώ να κάνω, να σας αφήσω να την κλείσετε στο δημόσιο ψυχιατρείο και να την εγκαταλείψω σαν να μην συμβαίνει απολύτως τίποτα; Θα περάσετε όλοι σας πρώτα πάνω από το πτώμα μου. Γιατρέ και μήνυση να μου κάνετε φυλακή δεν θα πάω. Έχω περάσει τα ογδόντα προ πολλού και τέλος πάντων ποιος θα θελήσει να τιμωρήσει μια μεγάλη γυναίκα που βοήθησε έναν άρρωστο άνθρωπο;» ρώτησε και σηκώθηκε βάζοντας δύναμη στα χέρια καθώς κρατήθηκε από την άκρη του γραφείου του γιατρού.

Η Ανδριάνα τον κοίταξε και είπε «είμαστε όλοι συνένοχοι, μην το κουράζετε άλλο» και έδωσε το χέρι της στο γιατρό κάνοντας μια θερμή χειραψία.

«Δεν ξέρω αν θα μπορούμε να ερχόμαστε καθημερινά, θα μιλάμε απαραιτήτως όμως στο τηλέφωνο όταν τελειώνετε με την βάρδιά σας» είπε η Ρόζα. Ο γιατρός είχε σηκωθεί από τη θέση του και την βοηθούσε να φορέσει την κάπα της. Τον ευχαρίστησε  και του χάρισε το πιο γλυκό της χαμόγελο καθώς στεκόταν όρθια με την πλάτη ίσια, μέχρι ο γιατρός να της ανοίξει την πόρτα.

«Περιμένω νέα σας» είπε, χαιρέτισε με ένα νεύμα του κεφαλιού την βοηθό του, κράτησε αγκαζέ την Ανδριάνα κι έφυγαν για λίγο αμίλητες.
«Πάμε στην Κηφισιά να πιούμε έναν καφέ γιατί νομίζω ότι θα σκάσω, μπορείς;» ρώτησε την ανιψιά της. Η Ανδριάνα δεν είχε την παραμικρή όρεξη για βόλτες αλλά αυτό που μόλις είχε κάνει η θεία της ήταν τόσο μεγαλειώδες που χατίρι δεν της χάλασε.

 

Το μόνο που ακουγόταν στο τραπέζι τους, μέσα στο ζαχαροπλαστείο του Βάρσου ήταν ο ήχος που έκανε το κουτάλι, καθώς ανακάτευε μάλλον αφηρημένα η Ανδριάνα τον καφέ της.

«Δεν έχεις βάλει ζάχαρη, γιατί τον ζαλίζεις έτσι;»
«Έχω κόψει τη ζάχαρη εδώ και καιρό».
«Τι συμβαίνει, λέγε».
«Ήταν τεράστιο αυτό που έκανες σήμερα το έχεις καταλάβει;»
«Υπερβολές! Ανθρώπινο θα έλεγα και εδώ που τα λέμε, το αυτονόητο».
«Σωστά, ανθρώπινο αλλά εγώ δεν θέλω …»

Η Ρόζα τέντωσε την πλάτη της όσο περισσότερο μπορούσε. Ήταν σαν να έπαιρνε θέση μάχης.

«Δεν κατάλαβα τι εννοείς» είπε, σηκώνοντας τα φρύδια της αλλά το μόνο που ακούστηκε ήταν το κουταλάκι του καφέ που την εκνεύριζε όλο και περισσότερο. «Κάτι είπα Ανδριάνα».
«Κουράστηκα Ρόζα».
«Μάλιστα, από τι ακριβώς μου λες;»
«Δεν ζω τη δικιά μου ζωή, ζω την δικιά σας».
«Γίνε πιο συγκεκριμένη» είπε και σήκωσε για άλλη μια φορά και τα δυο της φρύδια ψηλά.
«Δεν θέλω να ακουστώ αχάριστη …»
«Άσε τους προλόγους και πάμε κατευθείαν στο ψητό Ανδριάνα».
«Τόσα χρόνια τρέχω πίσω από τον Σπύρο, ακούω για την Στέλλα, έκανα αυτό που έπρεπε με τους γονείς μου και ειλικρινά δεν μετανιώνω για τίποτα αλλά Ρόζα, αν τώρα αναλάβουμε και την Κλειώ, πως θα τα βγάλουμε πέρα μου λες;»
«Δεν ζήτησα την βοήθειά σου Ανδριάνα».
«Όλα τα κάναμε μαζί, για την ακρίβεια εσύ άνοιγες τον δρόμο κι εγώ ακολουθούσα …».
«Έχεις κάποιο παράπονο;»
«Όχι, από κανέναν σας και ειδικά από εσένα. Όμως κάθε μέρα που περνάει, ανεβάζεις τον πήχη όλο και πιο ψηλά και ειδικά τώρα δεν είμαι σε θέση να σε ακολουθήσω άλλο και συνάμα δεν θέλω».
«Ωραία, τι προτείνεις;»
«Πριν περάσουμε σε αυτό που σκέφτομαι θέλω να καταλάβεις ότι μόνο εσύ μπορείς να βοηθήσεις οικονομικά την Κλειώ. Κανένας από εμάς δεν έχει την δική σου άνεση».
«Το ξέρω Ανδριάνα, πες μου τι σκέφτεσαι μόνο σε παρακαλώ και μην το κουράζεις παραπάνω».
«Να βρούμε κάποιον από την οικογένειά της».
«Ποια οικογένεια; Αφού δεν έχει κανέναν στον κόσμο, τι λες τώρα;»
«Από την οικογένεια της μητέρας της ή έστω του πατέρα της, είναι δυνατόν να μην υπάρχει κανείς;»
«Δεν έχω ιδέα πια και δεν γνωρίζω ούτε αν ζει η βιολογική της μητέρα. Τι μου ζητάς να κάνω δεν καταλαβαίνω».
«Να ψάξουμε να βρούμε κάποιον».
«Πως; Μήπως θέλεις να γίνουμε νούμερο και να τρέχουμε στα κανάλια; Φαντάστηκες ότι θα κάνω αυτά που κοροϊδεύω ή μήπως νομίζεις ότι αν υπήρχε κάποιος που ήξερε την αλήθεια δεν θα την είχε πλησιάσει; Ακόμα όμως κι έτσι να έχει γίνει, εμείς δεν το ξέρουμε».
«Δεν θέλω να φροντίσω άλλους Ρόζα, θέλω να ζήσω τη ζωή μου, να ασχοληθώ με τον εαυτό μου επιτέλους, με τη σχέση μου, τη δουλειά μου, τα όνειρά μου. Θέλω να ταξιδέψω, να πάω όσο πιο μακριά μπορώ, να δω τον κόσμο. Πάντα κάτι συμβαίνει και τα αφήνω όλα πίσω και ο χρόνος περνάει και μετράω με αγωνία τα χρόνια που λιγοστεύουν και είναι κι αυτά τα μικρά όνειρα που έκανα αλλά δεν πρόλαβα να ζήσω γιατί τα άφηνα πάντα πίσω μου, για κάποιον άλλον, για κάτι που είχε μεγαλύτερη σημασία από μένα».
«Φοβάσαι έτσι δεν είναι;»
«Πες το κι έτσι» είπε η Ανδριάνα και ανασήκωσε τους ώμους «αλλά σεβάσου αυτό που σου λέω, δεν αντέχω άλλες ευθύνες, μπάφιασα πια».
«Αυτό το καταλαβαίνω και το σέβομαι αλλά την Κλειώ να την αφήσω σε τρελάδικο μόνη της, αυτό να το ξεχάσεις».
«Αν … αν …» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα μα οι λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα της. Κατάπιε το λιγοστό της σάλιο και ήπιε μονορούφι το ποτήρι με το νερό που είχε δίπλα της. Η θεία της άπλωσε το ζαρωμένο χέρι της κι άρχισε να την χαϊδεύει.
«Δεν έχεις περάσει κι εσύ λίγα» είπε και κούνησε το κεφάλι της με κατανόηση. «Μην φοβάσαι τις λέξεις αγάπη μου, ξέρω τι θέλεις να πεις, πως αν πεθάνω τι θα γίνει με την Κλειώ, έτσι δεν είναι;»

Η Ανδριάνα δεν ήταν ότι δεν τολμούσε να απαντήσει. Δεν ήθελε καν να σκέφτεται ότι η μέρα αυτή κάποια στιγμή θα ερχόταν, όχι όσο ακόμα ο πόνος των ανθρώπων που είχε χάσει έκαναν την καρδιά της να νιώθει σαν σουρωτήρι κι έτσι συνέχιζε να ανακατεύει με το κουτάλι τον άδειο πάτο του φλιτζανιού της λέγοντας ένα ξερό «ναι».

«Νομίζω πως προτρέχουμε. Αυτό που νιώθω να κάνω είναι να την βοηθήσω. Δεν μπορώ να φανταστώ καν ότι είναι δυνατόν να την αφήσουμε στο έλεος του Θεού. Ας δούμε και τι θα μας πουν οι γιατροί. Ποιος ξέρει μπορεί να είναι μια κρίση».
«Θα ήθελες να ψάξουμε στον Καναδά για την Λουκία;» είπε δειλά η Ανδριάνα.

Η Ρόζα γέλασε.

«Σου μοιάζει άνθρωπος που γύρισε ποτέ να κοιτάξει πίσω της το παιδί που έκανε;» είπε με αποστροφή.
«Δεν ξέρεις με ποιο τρόπο της τα έφερε κι εκείνης η ζωή».
«Ούτε ξέρω μα δεν θέλω και να μάθω. Αν η Λουκία ζει, θα είναι αρκετά μεγαλύτερη από εμένα. Φαντάζεσαι ότι θα κάνει καλό στην Κλειώ ή ακόμα και στην ίδια να συναντηθούν τώρα; Να βρει τη μάνα της και πριν προλάβει να την χαρεί να την χάσει; Κι αν η Λουκία δεν θέλει να την γνωρίσει; Αν πάσχει από άνοια; Υπάρχουν τόσοι πολλοί ανασταλτικοί παράγοντες για την ψυχική υγεία της Κλειώς που δεν θα συμφωνήσω ότι είναι καλή ιδέα».
«Δεν ξέρω, μπορεί να έχεις δίκιο, σου λέω μόνο ό,τι μου κατεβαίνει στο κεφάλι».
«Μήπως ξέρω κι εγώ νομίζεις; Τον πατέρα μου σκέφτηκα και την άρνησή μου να τον συναντήσω και ξέρεις κάτι, δεν το μετάνιωσα ποτέ αλλά για τον κάθε ένα από εμάς είναι διαφορετικά».
«Η Κλειώ όμως έψαχνε να βρει την πραγματική της μητέρα».
«Πραγματική μητέρα είναι αυτή που σε μεγαλώνει Ανδριάνα κι όχι αυτή που σε παραπετάει, έλα σύνελθε και η Λουκία, μέσα στην ατυχία της και στο δράμα της, βρήκε ένα σωρό καλά στο δρόμο της. Την κυρία Χρύσα που όσο δεν άντεχε την ‘’νύφη’’ της, άλλο τόσο δεν μπόρεσε να παραπετάξει το παιδί του νεκρού της γιού. Τον άντρα που βρήκε και παντρεύτηκε κι εγκατέλειψε το παιδί της. Τα σκέφτομαι όλα αυτά και φουντώνω».
«Τελικά το έχεις αποφασίσει έτσι;»
«Κάτσε βρε παιδάκι μου και θα δούμε. Ένα βήμα τη φορά, έχεις δίκιο η ευθύνη είναι τεράστια αλλά κι από την άλλη να κάνω τι; Να την αφήσω να πάει σαν το σκυλί στο αμπέλι;»
«Να πληρώσουμε; Κουράστηκα και θέλω να γυρίσω σπίτι να με βρει εκεί ο Μανώλης όταν γυρίσει» είπε και φόρεσε το παλτό της. «Σήμερα κερνάω εγώ».
«Γιατί παρακαλώ;» ρώτησε η Ρόζα μα απάντηση δεν πήρε. Έπρεπε λίγο να περιμένει.

Βγήκαν έξω από το ζαχαροπλαστείο του Βάρσου και ήταν αναζωογονητικός ο κρύος αέρας που τις φύσηξε το πρόσωπο.

«Ο Μανώλης και η Πηνελόπη κατέθεσαν αίτηση συναινετικού διαζυγίου» είπε η Ανδριάνα προχωρώντας προς το αυτοκίνητο.
«Τι λες τώρα;» ακούστηκε δυνατά η φωνή της Ρόζας «και το λες σαν να μην συμβαίνει τίποτα;»
«Και τι ήθελες να κάνω, να φωνάξω τη φιλαρμονική;»
«Στο λαιμό μου καθόταν όλη αυτή η κατάσταση και του Μανώλη του την είχα στημένη στη γωνία» είπε η Ρόζα «Τελικά φέρθηκε σαν άντρας! Είναι μεγάλο και χαρούμενο γεγονός για τη ζωή σας και ναι, ήθελα να το μάθω λίγο διαφορετικά, να μου το ανακοίνωνες με χαρά».
«Εσύ θα μπορούσες να διοργανώσεις κι ολόκληρη δεξίωση, ικανή σε έχω».
«Υπερβολές! Χάρηκες όμως έτσι δεν είναι;»
«Θα σου πω ό,τι είπα ακριβώς και στον Μανώλη, ‘’δεν μπορούσα να αφήσω τον εαυτό μου να ονειρευθεί μαζί του, δεν ήταν ούτε το αγόρι μου, ούτε ο άντρας μου, ήταν ο άντρας μιας άλλης γυναίκας, έστω και στα χαρτιά’’, ρούχο δανικό δηλαδή».
«Ανατρίχιασα έτσι όπως το είπες».
«Αυτή όμως είναι η αλήθεια και τώρα θέλω να ξεκαθαρίσω μέσα μου, αν θέλω πράγματι να είμαι μαζί του».
«Τι λες παιδί μου;»
«Την αλήθεια» απάντησε η Ανδριάνα.
«Τι εννοείς ‘’να ξεκαθαρίσεις’’; Δεν ξέρεις γιατί είσαι μαζί με τον Μανώλη;»
«Έχω την εντύπωση ότι δεν αποφασίσαμε με την καρδιά μας για την πορεία της σχέσης αυτής. Είναι σαν να μπήκαν όλα στον αυτόματο πιλότο, δεν ξέρω μπορεί να λέω βλακείες. Κάθε μέρα είχαμε να αντιμετωπίσουμε σωρούς από προβλήματα που δεν ήταν δικά μας».
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα, λόγω τιμής».
«Εσύ με τον θείο Γιωργή, πως αποφασίσατε να παντρευτείτε;»
«Τι συγκρίνεις τώρα, τι συνέβαινε και πως νιώθαμε έναν αιώνα πριν;»
«Πες το κι έτσι».
«Δεν έχω να πω απολύτως τίποτα. Νομίζω ότι είσαι πολύ ταραγμένη με τα τελευταία γεγονότα και βρίσκεσαι σε σύγχυση. Θα σου πρότεινα να πάρεις λίγο τις αποστάσεις σου, από εμένα, την Κλειώ, τον Σπύρο και να επικεντρωθείς στον εαυτό σου και στον άντρα που έχεις δίπλα σου κι αν μπορείτε να πάτε λίγες μέρες διακοπές. Θα σας έκανε καλό. Το ξέρω ότι τις περισσότερες φορές είναι δύσκολο. Η ζωή βρε παιδάκι μου μοιάζει σαν ένα κουβάρι γεμάτο κόμπους, από πού να το πιάσεις και από πού να αρχίσεις, μόνο που οι κόμποι δεν λύνονται όλοι μαζί, ένας-ένας. Γι’ αυτό σου λέω, αυτές τις ημέρες ασχολήσου με την δουλειά σου, τη ζωή σου και τον Μανώλη. Την Κλειώ την αναλαμβάνω εγώ με την Ολυμπία κι αυτό αν χρειαστεί» είπε και κούμπωσε το παλτό της καθώς έφταναν στην κορυφή του λόφου. «Φύγε τώρα και πήγαινε να αναπνεύσεις όσο περισσότερο οξυγόνο μπορείς και κοίτα να διασκεδάσεις» είπε κουδουνίζοντας τα κλειδιά της στο χέρι. «Δες σε παρακαλώ αύριο τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που είχα κάνει για το προσωπικό, υπάρχουν ή τα έχουμε ακυρώσει και μίλα με τον ασφαλιστή μας σε παρακαλώ».
«Το έχω ήδη σημειώσει στην ατζέντα μου, μην ανησυχείς».
«Και το θέμα με την αλλαγή της εταιρίας, ίσως να μην χρειαστεί να το κάνουμε, να μιλήσουμε με τον δικηγόρο πρώτα. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα μάλλον θα ξεμπλέξουμε γρήγορα με τους εκβιασμούς της Κλειώς».
«Το μυαλό σου δεν σταματάει με τίποτα Ρόζα. Φτάνει για σήμερα σε παρακαλώ».
«Μιλάμε το πρωί» είπε και της κούνησε το χέρι μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο.

 

Όταν ο Μανώλης γύρισε το βράδυ στο σπίτι, βρήκε την Ανδριάνα να κάθετε στο σαλόνι, έχοντας ανάψει αρωματικά κεριά και να ακούει Nina Simone. Την είχε μάθει πια αρκετά καλά, η μουσική τζαζ την συνόδευε πάντα στα ταξίδια που έκανε με το νου της και ήταν η διέξοδός της μέσα από αυτά που τη βασάνιζαν.

Έσκυψε και τη φίλησε.

«Ήταν δύσκολη η μέρα να υποθέσω» είπε καθώς άφηνε τον χαρτοφύλακά του και έβγαζε το παλτό του.

Η Ανδριάνα χαμογέλασε.

«Δεν μου απαντάς αγάπη μου όμως».
«Είμαι πολύ κουρασμένη …»
«Μην κουνηθείς από τη θέση σου, θα κάνω ένα μπάνιο και θα τα ετοιμάσω όλα εγώ».
«Δεν εννοώ αυτό».
«Τότε;»
«Κουράστηκα με τα συνεχή προβλήματα. Η Ρόζα, η εταιρία, η Κλειώ, το διαζύγιο, η Πηνελόπη, ο Σπύρος, τα ανίψια μου, ο γιός σου και οι μέρες Μανώλη περνάνε κι εμείς δεν ζούμε. Πάμε πέρα-δώθε όπως κυλάει το ποτάμι κι εγώ θέλω να ζήσω» είπε χτυπώντας με τα δάχτυλά της το στέρνο της.

Ο άντρας την κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του. «Δώσε μου δυο λεπτά» της είπε και μπήκε στο μπάνιο. Το νερό ακούστηκε να τρέχει με ορμή και μετά από λίγο βγήκε τυλιγμένος με το μπουρνούζι του. «Εσύ μείνε εδώ και μην κουνηθείς, πες ότι στο ζητώ σαν χάρη» και πριν προλάβει η Ανδριάνα να αντιδράσει, ο Μανώλης εξαφανίστηκε κι εμφανίστηκε λίγη ώρα μετά κρατώντας έναν δίσκο στα χέρια με ό,τι βρήκε στο ψυγείο τους κι ένα μπουκάλι λευκό παγωμένο κρασί.

«Μάλλον σε έχω παραμελήσει τελευταία» της είπε γεμίζοντας τα ποτήρια τους.
«Δεν είναι αυτό Μανώλη, κάθε πρωί που ξυπνάμε αντί να απολαμβάνουμε τη ζωή μας, νιώθω ότι ξεκινάει μια καθημερινή μάχη επίλυσης προβλημάτων. Όλο τα ίδια και τα ίδια, απλώς οι τίτλοι των προβλημάτων αλλάζουν και δεν θέλω να είμαι άδικη γιατί έχουμε την υγειά μας και τελικά τα βγάζουμε πέρα, μόνο που αυτό το τελευταίο μου φαίνεται πλέον λίγο».
«Τι εννοείς;»
«Δεν θέλω απλώς να τα ‘’βγάζουμε πέρα’’ θέλω να ζήσουμε. Πότε πήγαμε ταξίδι τελευταία φορά θυμάσαι;»
«Μην είσαι άδικη τόσα ταξίδια έχουμε κάνει».
«Μανώλη μιλάω σοβαρά, εμείς οι δυο το τελευταίο ξέγνοιαστο ταξίδι που κάναμε πότε ήταν;»

Σιωπή και το βουητό της πόλης μαζί με τον ήχο του ποτηριού που ακουμπούσε μαλακά ο Μανώλης στο τραπέζι.

«Αυτό ακριβώς εννοώ» είπε ήρεμα η Ανδριάνα. «Κυνηγάμε διαρκώς την ουρά μας και στο τέλος θα πάψουμε να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλο».
«Υπονοείς κάτι;»
«Δεν υπονοώ, μιλάω ξεκάθαρα και λέω ότι μας παίρνει σιγά-σιγά η μπάλα και δεν θέλω».
«Με τρομάζεις».
«Δεν σκέφτομαι να φύγω από αυτή τη σχέση Μανώλη, το μόνο που χρειάζομαι είναι περισσότερο δημιουργικό χρόνο μαζί σου. Οι σχέσεις διαλύονται από την ρουτίνα και την καθημερινότητα, αργά-αργά σαν να στάζει από πάνω τους δηλητήριο».
«Μα είμαστε μαζί καθημερινά και προσπαθούμε να φτιάξουμε μια καινούργια ζωή» διαμαρτυρήθηκε.
«Δεν εννοώ αυτό. Μαζί είμαστε το βράδυ που γυρίζεις σπίτι. Άλλες φορές μιλάμε, άλλες δεν έχουμε όρεξη και βλέπουμε μια ταινία και το πρωί τρέχουμε πάλι σαν τους τρελούς. Ούτε τα Σαββατοκύριακα δεν σταματάμε, δεν έχουμε ενδιαφέροντα πέρα από τη δουλειά κι αυτό με σκοτώνει».
«Ανδριάνα εμένα χόμπι μου είναι η δουλειά μου, το ήξερες αυτό».
«Βέβαια, η δουλειά και μια έξοδος με τους φίλους».
«Βρίσκεις κάτι κακό σε αυτό;»
«Βλέπω μια ζωή που δεν ζούμε Μανώλη κι αυτό που με τρομάζει περισσότερο είναι η ημέρα που θα φτάσουμε σε μια ηλικία και δεν θα μπορούμε πια να κάνουμε αυτά που κάποτε ονειρευτήκαμε και ξεχάσαμε να τα ζήσουμε».
«Λίγο μελοδραματική σε βρίσκω απόψε» είπε ενοχλημένος.
«Πες μου τι κυνηγάς και θα σου πω κι εγώ μετά για να καταλάβουμε αν αξίζει τον κόπο».
«Να δημιουργήσουμε μια πιο άνετη ζωή μωρό μου και μετά είναι και οι εκκρεμότητες του παρελθόντος που πρέπει κάποτε να τελειώσουν».
«Δηλαδή;»
«Σήμερα δεν είναι η κατάλληλη ημέρα για να σου πω».
«Επειδή θέλω να ζήσω τη ζωή  μου καλύτερα;»
«Πες το κι έτσι».
«Μανώλη τι συμβαίνει;»
«Εσύ πες μου τι συμβαίνει γιατί ειλικρινά δεν καταλαβαίνω».

«Ωραία» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα και έκλεισε την μουσική. «Θέλω να φύγουμε ένα ταξίδι οι δυο μας και να πάμε στην Φλωρεντία».
«Συγκεκριμένα εκεί;»
«Ναι, είχα δώσει όρκο τιμής την πρώτη φορά που πήγα ότι θα γυρίσω με τον άντρα της ζωής μου και θα περπατήσω ξανά μέσα στα καλντερίμια της παλιάς πόλης. Άσε που θέλω να επισκεφθώ το σπίτι του Μιχαήλ-Άγγελου στην Τοσκάνη».
«Αν δεν έχει πουληθεί τελικά».
«Δεν το έχω επισκεφθεί, θα στενοχωρηθώ αν δεν τα καταφέρουμε. Να πιούμε ένα ποτό στην Πιάτσα ντέλλα Σινιορία, να πάμε στην πινακοθήκη του Ουφίτσι, το ξέρεις ότι φιλοξενεί τα περισσότερα έργα τέχνης στον κόσμο; να μας τρυπήσει τα ρουθούνια ο Άρνος ποταμός και να περπατήσουμε στο Πόντε Βέκιο, στους κήπους Μπόμπολι και Μπαρντίνι. Να τρώμε πίτσες και μακαρονάδες, να πίνουμε κρασί κιάντι, να νοικιάσουμε ένα μικρό αυτοκινητάκι και να γυρίσουμε όλη την Τοσκάνη. Σε παρακαλώ …».

«Το χειρότερο για έναν άντρα είναι να του ζητάει η γυναίκα του κάτι κι εκείνος να μην μπορεί να της το προσφέρει» είπε λυπημένος.
«Γιατί το λες αυτό;»
«Εσύ μου άνοιξες την πόρτα του σπιτιού σου και μου είπες, ‘’ό,τι είναι δικό μου εδώ μέσα είναι και δικό σου’’ και δεν με ρώτησες τίποτα, ούτε μου έβαλες το μαχαίρι στο λαιμό. Μην νομίζεις ότι μπορώ να τα ξεχάσω όλα αυτά».
«Όμως υπάρχει ένα ‘’αλλά’’ κρυμμένο μέσα σε όλα αυτά, σωστά;»
«Δεν γίνεται να κάνουμε αυτό το ταξίδι την συγκεκριμένη χρονική στιγμή».
«Λίγο αργότερα ίσως;»
«Νομίζεις ότι εγώ δεν θέλω; Την σκούφια μου πετάω για ταξίδια κι όχι μόνο για την Ιταλία».
«Αλλά;»
«Πρέπει να στηρίξω οικονομικά την Πηνελόπη, έτσι μόνο δέχθηκε να υπογράψει για το διαζύγιο».
«Τι λες Μανώλη;»
«Δεν μπορώ να αφήσω τον Αχιλλέα να αναλάβει τις υποχρεώσεις της. Είναι πνιγμένη στα χρέη μέχρι εκεί που δεν φαντάζεσαι κι αυτός ξεκινάει τη ζωή του τώρα, δεν θα του φορτώσω στην πλάτη του την μητέρα του».

Στο δωμάτιο έπεσε σιωπή.

«Τι εννοείς ακριβώς όταν λες ότι είναι πνιγμένη στα χρέη;»
«Της κόβουν το νερό και το ρεύμα από στιγμή σε στιγμή. Κάνει διακανονισμούς τους οποίους δεν μπορεί να καλύψει, όχι βέβαια ότι τα πήγε και ποτέ καλά με τις οικονομικές της υποχρεώσεις, αυτό όμως δεν μπορεί να το φορτωθεί ο γιός μας. Ζητάει δανικά και φεσώνει κανονικά τον κόσμο κι έρχονται και τα ζητάνε σε εμένα».
«Κι εμείς;» ρώτησε η Ανδριάνα κι αμέσως δαγκώθηκε. «Δεν έπρεπε να το πω αυτό, καταλαβαίνω ότι το παιδί σου είναι πάνω από όλους κι από όλα» είπε αλλά αυτό δεν έκανε τον θυμό της να καταλαγιάσει περισσότερο. Σηκώθηκε όρθια κι έκατσε στο πρεβάζι του παραθύρου.
«Θύμωσες;» ρώτησε ο Μανώλης.
«Δεν έχω λόγο να θυμώσω και δεν μπορείς εσύ να πληρώσεις τα δικά μου σπασμένα».
«Θέλω να είμαστε καλά μαζί Ανδριάνα και να μπορέσουμε να κάνουμε όλα αυτά που ονειρευτήκαμε, απλώς πρέπει να κάνουμε λίγο καιρό υπομονή ακόμα» είπε φανερά στενοχωρημένος και η Ανδριάνα το μόνο που έκανε ήταν να κουνήσει το κεφάλι λέγοντας «καταλαβαίνω» και η αλήθεια ήταν ότι καταλάβαινε και δεν τον αδικούσε, μα μέσα της ένιωθε ένα κενό που όλο και μεγάλωνε και το βάραινε ο εκκωφαντικός ήχος της ψυχικής σιωπής.

«Γιατί δεν μιλάς;» τη ρώτησε μετά από λίγο ο Μανώλης.
«Έχω ανάγκη να φύγω και να αλλάξω παραστάσεις, να δω καινούργιους ανθρώπους, να περπατήσω σε διαφορετικούς δρόμους, νοιώθω ότι με βαρέθηκα, εμένα και τη ζωή μου ολόκληρη» είπε και ζωγράφισε στο τζάμι του παραθύρου μια καρδιά, συνήθειο που είχε από παιδί.

«Ανδριάνα …» ξεκίνησε να λέει ο Μανώλης μα από τα μάτια της έτρεχαν βουβά δάκρυα.
«Δεν αντέχω άλλο να κάνω ‘’πίσω’’ αγάπη μου, όλη μου τη ζωή κάνω αυτό ακριβώς το πράγμα, στέκομαι στο περιθώριο της ζωής μου και δίνω το προβάδισμα σε κάποιους άλλους και δεν μπορώ αλλά και δεν θέλω να ζω άλλο έτσι».
«Άρα να υποθέσω ότι φεύγεις για Φλωρεντία;»
«Για Φλωρεντία μόνη μου όχι αλλά ένα ταξίδι μέχρι το νησί μου θα ήθελα να το κάνω κι εκεί θα πάω μόνη μου. Έχω να κλείσω τους δικούς μου προσωπικούς μου κύκλους και να αποτινάξω από πάνω μου τα βαρίδια που τα άφησα κι έγιναν τσιμεντόλιθοι και με κρατούν δέσμια των αποφάσεών μου».
«Δεν θέλω να σε αφήσω μόνη σου αγάπη μου».
«Δεν ήσουν στη ζωή μου τότε Μανώλη. Δεν γνώρισες, δεν είδες και δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις τι έζησα, τι αγάπησα και τι έχασα. Αυτό το ταξίδι θα το κάνω μόνη μου, το οφείλω στον εαυτό μου» είπε η Ανδριάνα κι άφησε τον Μανώλη με γεύση πικρή στο στόμα, για πρώτη φορά ίσως.
«Θα γυρίσεις σε εμένα; θα έρθεις πίσω;» τη ρώτησε και περίμενε την απάντησή της.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here