Η Ανδριάνα δεν ένιωθε καλά. Την πονούσε αφόρητα το κεφάλι της κι ένιωθε ένα τσούξιμο στη μύτη. ‘’Ωχ’’ μονολόγησε και αναστέναξε, αναλογιζόμενη ότι η κούραση των τελευταίων ημερών την προειδοποιούσε ότι είχε έρθει η ώρα να φροντίσει τον εαυτό της.

‘’Πόσες μαζεμένες πληροφορίες αλήθεια’’ σκέφτηκε καθώς  έπινε δυο παυσίπονα χάπια για τον πονοκέφαλο. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας προσπαθώντας να βάλει το μυαλό της σε τάξη. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου όμως, την έφερε στην πραγματικότητα. Κοίταξε την οθόνη του κινητού της, ‘’Σπύρος’’ έγραφε και το έσπρωξε ενοχλημένη στο πλάι.

Δεν μπορούσε άλλο να ασχολείται με τα προβλήματά του, ούτε να ακούει τα παράπονά του. Άρχισε να νιώθει σαν ηφαίστειο που βράζει. Είχε θυμό, μεγάλο θυμό αλλά καταλάβαινε ότι ο τελευταίος που έφταιγε ήταν ο Σπύρος, με τον εαυτό της τα είχε βάλει και με τον κόπο που έκανε καθημερινά να χτίζει τα καινούργια της όρια. Το πιο δύσκολο δεν ήταν οι αποφάσεις που πλέον είχε πάρει αλλά η τήρησή τους. Όφειλε στον ίδιο της τον εαυτό να μένει σαν βράχος αμετακίνητος. Θα τα κατάφερνε;

Το τηλέφωνο άρχισε πάλι να χτυπάει, σημασία όμως δεν έδωσε και όσο κατάφερνε και τηρούσε αυτή τη στάση, το αίσθημα ικανοποίησης που ένοιωθε ήταν μεγάλο,  μέχρι που λίγο μετά, άρχισαν να έρχονται μηνύματα από τον Σπύρο με διαφορά μισής ώρας το ένα με το άλλο, ακριβώς μισής ώρας όμως, αλήθεια τώρα, πόσο ενοχλητικός μπορούσε να γίνει ένας άνθρωπος, πόσο;

«Πάρε με» είχε γράψει στο πρώτο. Μα τι αναίδεια, ούτε μια τυπική έστω ερώτηση ‘’είσαι καλά;’’. Είχε δώσει πολύ χώρο στη ζωή της για να την θεωρούν όλοι δεδομένη. Η Ανδριάνα ξεφυσώντας το θυμό της, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Δεν είχε σκοπό όμως να ενδώσει. ‘’Άσε τους να κουρεύονται’’ σκέφτηκε.
«Έχεις mail τη ρωτούσε στο δεύτερο μήνυμα ο ξάδελφός της. Μα φυσικά είχε mail, τόσες και τόσες φορές είχαν ανταλλάξει έγγραφα μεταξύ τους, γιατί δεν σεβόταν την στιγμή της; Γιατί δεν της έγγραφε ένα σωστό και ολοκληρωμένο μήνυμα για το αυτονόητο που συνέβαινε; Για να την κάνει να του δώσει σημασία; Πόσο παιδιάστικα ήταν όλα αυτά.
«Βγήκε η απόφαση» συνέχισε να γράφει ο Σπύρος και η Ανδριάνα δεν απάντησε.

Άφησε το κινητό στην κουζίνα, έκλεισε την πόρτα και πήγε κατευθείαν στο γραφείο της. Ας χτυπιόταν ο Σπύρος όσο ήθελε, αυτό που μέχρι πρότινος υποψιαζόταν ήταν πλέον γεγονός. Το πολυπόθητο διαζύγιο είχε βγει αλλά δεν την ενδιέφερε γιατί για ένα πράγμα ήταν σίγουρη, ότι ο αγαπημένος της Σπύρος θα έβρισκε μια καινούργια αιτία για να μην ευχαριστημένος. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι για να έχει νόημα η ζωή του, έπρεπε να είναι βουτηγμένος στον  πόνος και το πρόβλημα. Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του και με λάθος τρόπο, για να βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο των γεγονότων. Ήταν σαν να λέει ‘’οι προβολείς όλοι πάνω μου’’, έτσι χωρίς λόγο γιατί ήταν ένας από τους κακομαθημένους γιούς της Ρόζας. Στην οθόνη υπολογιστή της μόλις εμφανίστηκε το mail που της είχε στείλει ο ξάδελφός της με την απόφαση του διαζυγίου. Κοίταξε το ρολόι, ώρα τέσσερις και τέταρτο. Μια ώρα είχε περάσει από το πρώτο αναπάντητο τηλεφώνημά του και σεβασμός κανένας. Μέχρι το απόγευμα η Ανδριάνα δεν θα έδινε σημεία ζωής και την απόφασή της αυτή την τήρησε.

Άνοιξε το mail της για να διαβάσει την απόφαση του δικαστηρίου. Ήθελε περισσότερο να βεβαιωθεί ότι αυτά που σκεφτόταν ήταν τα σωστά. Τις δέκα οκτώ σελίδες των πρακτικών της ημέρας εκείνης, προσπάθησε να μην τις διαβάσει μα δεν τα κατάφερε. Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της για άλλη μια φορά και όχι αδίκως.

Η ανιψιά της, η Μυρτώ, την ημέρα της εκδίκασης του διαζυγίου,  ήθελε να παραβρεθεί στην αίθουσα. Η Στέλλα όμως της το είχε απαγορεύσει. Αυτά η Ανδριάνα τα είχε μάθει εκ των υστέρων. Τι δουλειά είχε ένα παιδί να παρευρίσκετε σε μια τόσο επώδυνη διαδικασία;  Η Μυρτώ είχε διαμαρτυρηθεί έντονα και στους δυο γονείς της αλλά η Ανδριάνα δεν της είχε δώσει σημασία. Η εφηβεία έχει τα δικά της μονοπάτια πώς να το κάνουμε, είχε σκεφθεί. Σήμερα όμως διαβάζοντας ολόκληρο το πρακτικό και φέρνοντας στη μνήμη της κομμάτι-κομμάτι τα γεγονότα, κατάλαβε την αλήθεια που είχε κρυφτεί πίσω από τις λέξεις.  Το σχέδιο ήταν η δικηγόρος να στηρίξει το κατηγορητήριο χρησιμοποιώντας την Μυρτώ ως θύμα του πατέρα της και να την εμφανίσει ως ψυχικά άρρωστη. Υποτίθεται ότι η μικρή έπαιρνε φάρμακα που της έδινε ψυχίατρος για να αντιμετωπίσει την κατάσταση στο σπίτι της.

Η Στέλλα ζητούσε πάνω-κάτω χίλια ευρώ παραπάνω από αυτά που ο νόμος όριζε σε αυτές τις περιπτώσεις. Ο Σπύρος το ήξερε κι από την πρώτη στιγμή κρατούσε όλες τις αποδείξεις για τα χρήματα που έστελνε στην Στέλλα. Καμία πράξη δεν έγινε χωρίς τα νόμιμα έγγραφα.

Σηκώθηκε και βημάτιζε στο δωμάτιο νευρικά. Δεν ήξερε ποια λέξη να χρησιμοποιήσει για να περιγράψει την Στέλλα. Ήταν κακιά, διεστραμμένη, νοσηρή; Τι στην ευχή μυαλό δεν είχε; Αν τα πρακτικά έπεφταν στα χέρια της ανιψιάς της και διάβαζε αυτά που ισχυρίστηκε η δικηγόρος της μητέρας της, θα ερχόταν στη μικρή τρέλα. Που να μάθαινε και τα υπόλοιπα το κορίτσι …

Άνοιξε το αρχείο της απόφασης και πήγε κατευθείαν στην τελευταία σελίδα.

Για τους λόγους αυτούς, έγγραφε με  έντονα κεφαλαία γράμματα, το δικαστήριο κηρύσσει  απαράδεκτη τη συζήτηση των αιτημάτων της ανταγωγής, δηλαδή της Στέλλας και μέσα στις επόμενες παραγράφους, περιέγραφε όλα αυτά τα παράλογα που είχε ζητήσει και το δικαστήριο απέρριψε. Μόνο τα προσωπικά της αντικείμενα θα έπαιρνε, όπως ήταν το σωστό και η απόφαση τελείωνε με την επίσημη λύση του γάμου.

Είχε μια μεγάλη και έντονη επιθυμία, να διαλύσει την ύπαρξη της Στέλλας και να βάλει την Μυρτώ απέναντί της και να την εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια αυτά που η ίδια είχε ζήσει και να δείξει στη μικρή όλη την αλληλογραφία που είχε φυλαγμένη με τη μητέρα της. ‘’Έχω το δικαίωμα;’’ αναρωτήθηκε κι απάντηση δεν πήρε. Το στομάχι της σφίχτηκε σε έναν άσχημο κόμπο και κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε, προσπαθώντας να αποφύγει τις ίδιες της τις σκέψεις.

Ένας ανεμοστρόβιλος είχε γίνει η ζωή της. Όσο κι αν η Ρόζα δεν το καταλάβαινε ή παρίστανε ότι δεν καταλαβαίνει, την ίδια την πείραζε που η αγαπημένη της θεία δεν ήταν τελικά η αδελφή του πατέρα της. Ένας σεισμός εσωτερικός είχε γίνει και είχαν έρθει τα πάνω-κάτω, σαν να της είχαν κλέψει μέρος της ζωής της ένοιωθε κι ας ήξερε ότι δίκιο δεν είχε.

«Ρόζα» είπε όταν άκουσε τη φωνή της από την άλλη πλευρά της γραμμής. «Πως είσαι;»
«Λίγο κουρασμένη αλλά καλά».
«Έρχομαι» είπε και χωρίς να το σκεφθεί ούτε λεπτό παραπάνω, έτσι όπως ήταν με τη φόρμα και τα αθλητικά παπούτσια μπήκε στο αυτοκίνητό της, άνοιξε το παράθυρο και οδήγησε μέχρι το σπίτι στο λόφο.

Είδε το μεγάλο ψηλό πεύκο, την είσοδο με τις καμάρες και την καμινάδα να αχνίζει. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά και στάθηκε έξω από την κεντρική είσοδο. Η Ρόζα είχε κρεμάσει μια μπρούτζινη κουδούνα σε μια βαριά αλυσίδα και στην εσοχή από την καμινάδα, είχε βάλει ένα πήλινο δοχείο γεμάτο με λουλούδια. Το αγαπούσε αυτό το σπίτι με τον υπέροχο κήπο.

Την άνοιξη, οι ασημένιες λεύκες θρόιζαν και οι φτελιές, που τα φορτωμένα τους κλαδιά έγερναν κι ακουμπούσαν μέχρι τη γη, γινόταν η μαγική της κρυψώνα. Εκεί είχε πάρει το πρώτο της κλεφτό φιλί, εκεί έκανε παρέα με τους ήρωες των βιβλίων της και κλεινόταν στον εαυτό της και λίγα βήματα παρακάτω, η μεγάλη συκιά που την είχε φιλοξενήσει φορές αμέτρητες στον γερό κορμό της για να μαζέψει σύκα το μήνα του Αυγούστου.

Ένοιωσε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά. Όσο θα ζούσε η Ρόζα, όλα θα ήταν ανθισμένα και περιποιημένα και οι αυλές, οι μπρος και πίσω, γεμάτες από τριανταφυλλιές και βουκαμβίλιες θα ήταν έτοιμες  να δεχθούν τους φιλοξενούμενούς της. Η Ρόζα της, ο κόσμος της όλος.

Μπήκε από την πόρτα της κουζίνας. Η μυρωδιά του ραγού της τρύπησε τα ρουθούνια.

«Περιμένετε κόσμο;» ρώτησε την Ολυμπία που ξαφνιάστηκε όταν την είδε κι αναπήδησε τρομαγμένη.
«Θα έρθουν τα αγόρια το βραδάκι νομίζω, να σου φτιάξω έναν ωραίο ελληνικό με σπόρους από κάρδαμο;»
«Άκου τι λέει, χάνω τέτοια ευκαιρία!» είπε και μπήκε μέσα στο μεγάλο σπίτι. «Η θεία μου που είναι;»
«Στο δωμάτιό της» φώναξε η Ολυμπία.

Ανέβηκε την μεγάλη ξύλινη γυριστή σκάλα και στο κεφαλόσκαλο έστριψε δεξιά. Μπήκε κατευθείαν στο δωμάτιο της Ρόζας και την βρήκε μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι της να διαβάζει ένα μάτσο από χαρτιά. Χωρίς να της πει κουβέντα, ξάπλωσε δίπλα της, κόλλησε επάνω της και μύρισε το άρωμά της.

«Πάρε με αγκαλιά» της ζήτησε.
«Θα πιαστεί το χέρι μου, άσε να σου χαϊδέψω τα μαλλιά» απάντησε η Ρόζα «τι έπαθες μου λες;»
«Δεν ξέρω, θέλω να με αγκαλιάσεις δυνατά».
«Γιατί, έκανες καμιά αταξία πάλι;»
«Όχι αλλά να …»

Η Ρόζα περίμενε να τελειώσει η Ανδριάνα τη φράση της, μόνο που τα δευτερόλεπτα περνούσαν μέσα στη σιωπή.

«Δεν άλλαξε τίποτα ξέρεις» είπε η Ρόζα διαισθανόμενη την ψυχολογική κατάσταση της ανιψιάς της.
«Είσαι σίγουρη;» ρώτησε σαν μικρό παιδί.

Η θεία της ανασηκώθηκε, έβγαλε τα γυαλιά από τα μάτια της και την κοίταξε γελώντας.

«Δεν κάνουν οι βαθμοί και οι τίτλοι την συγγένεια, η καρδιά την κάνει Ανδριάνα» είπε και την χάιδεψε όπως ακριβώς της είχε ζήτησε «και για να έχουμε καλό ερώτημα τι δουλειά έχεις με τη φόρμα πάνω στο κρεβάτι μου, θα με κάνεις να αλλάξω σεντόνια;»
«Τι έπρεπε να φοράω μου λες;»
«Ξέρεις ότι δεν θέλω να ακουμπάτε το κρεβάτι μου».
«Θέλω τόσο πολύ να ξαναγίνω μικρή και να με κρατήσεις στα χέρια σου …»
«Δεν είμαστε με τα καλά μας, ολόκληρες γυναίκες να παιδιαρίζουμε».
«Μου έπεσαν πολλά μαζί και έχει ταρακουνηθεί η γη κάτω από τα πόδια μου».
«Τόσες ευαισθησίες μαζεμένες δεν τις περίμενα» είπε η Ρόζα. «Μήπως συμβαίνει κάτι με τον Μανώλη;»

Η Ανδριάνα ανασηκώθηκε από το κρεβάτι της θείας της και η Ρόζα γούρλωσε τα μάτια.

«Ούτε τα παπούτσια της δεν είχες βγάλει; Ξάπλωσες στο κρεβάτι μου έτσι; Σήκω πάνω γρήγορα Ανδριάνα γιατί θα βάλω τις φωνές».
«Δεν ακούμπησαν τα πόδια μου πουθενά».
«Άνοιξε την ντουλάπα και βγάλε καινούργια σεντόνια και παπλωματοθήκη».
«Δεν κυλιόμουν στις λάσπες ξέρεις …»
«Άσε τα λόγια και κάνε αυτό που σου είπα. Μπα!»
«Ο Μανώλης πήγε σε δικηγόρο, έβαλε μπροστά το διαζύγιο» είπε αδιάφορα η Ανδριάνα.

Η Ρόζα κάθισε στην βιεννέζικη καρέκλα που ήταν δίπλα στο μεγάλο παράθυρο του δωματίου της και συνήθως ακουμπούσε πρόχειρα τα ρούχα της.

«Τι;» ρώτησε και τα μάγουλά της κοκκίνισαν. «Πότε έγινε αυτό;»
«Χθες το απόγευμα».
«Και γιατί δεν μου είπες τίποτα;» είπε με τη χαρούμενη φωνή της.
«Γιατί δεν το ήξερα».
«Τι πάει να πει δεν το ήξερες;»
«Ο Μανώλης έχει πολλά πράγματα στο μυαλό του».
«Δικαιολογίες».
«Δεν κατάλαβες, έχει πολλά πράγματα που θέλει να κάνει, για τον εαυτό του, για μένα αλλά έχει ένα μια κακή συνήθεια, του αρέσει πρώτα να τα ολοκληρώνει και μετά να μιλάει για αυτά».
«Να ήξερες παιδί μου πόσο χαρούμενη με έκανες, να ήξερες».
«Ρόζα, δεν θα αλλάξει και πολύ η ζωή μου ξέρεις».
«Πως! μην το λες αυτό. Οι άνθρωποι πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι, όποιος χωρίζει οφείλει να βάλει και την τελεία του. Αυτά τα ανακατεμένα εγώ ούτε τα καταλαβαίνω, μα ούτε και τα εγκρίνω και να σου πω και κάτι; Από εδώ και στο εξής μπορείτε να κάνετε ό,τι σας φωτίσει το κεφάλι σας και να ζήσετε με τον τρόπο που εσείς ορίζετε, όχι όμως να είναι ζευγάρι με την Πηνελόπη στα χαρτιά και στη ζωή με εσένα. Αυτά είναι κουβάρι γεμάτο κόμπους. Το ένα ποδάρι στα σίγουρα και το άλλο στο όπου λάχει. Μπράβο του το αγόρι μου, μπράβο του» είπε και διόρθωσε την Ανδριάνα που έστρωνε το κρεβάτι της θείας της από την αρχή. «Έλα εδώ να σε φιλήσω» είπε και είχε ανοίξει τα χέρια της σε μια μεγάλη αγκαλιά.

«Ρόζα, κάτι μυρίζει διαφορετικά επάνω σου» είπε η Ανδριάνα.
«Πως σου φαίνεται αυτή η μυρωδιά;»
«Δεν είναι το δικό μας άρωμα, σωστά;»
«Ποιος σου το είπε αυτό;» αποκρίθηκε η Ρόζα σηκώνοντας και τα δυο της φρύδια ψηλά.
«Τι γίνεται εδώ μου λες;»
«Θέλω τις επόμενες ημέρες να σου γνωρίσω μια κοπέλα».
«Ποια είναι αυτή;»
«Η ιδιοκτήτρια της αρωματοποιίας».
«Καλά καλά δεν συνήλθες από την έκρηξη κι εσύ μου ετοιμάζεις …»
«Ετοιμάζω καινούργια αρώματα».
«Είσαι με τα καλά σου;»
«Έτσι δεν έκανα πάντα, τι σε έπιασε τώρα;»
«Λίγο να ξεκουραστείς δεν βλάπτει κι άσε που θέλω να κουβεντιάσουμε μερικά πράγματα».
«Σαν τι;»
«Για την Κλειώ».
«Ένα, ένα μην βιάζεσαι» είπε και έστρεψε το κεφάλι της ακούγοντας την Ολυμπία να ανεβαίνει τη σκάλα και να φτάνει στο δωμάτιο κρατώντας ένα δίσκο με μια μεγάλη κούπα αχνιστό καφέ κι λίγο από το κέϊκ πορτοκάλι που είχε φτιάξει».
«Συγγνώμη για την καθυστέρηση αλλά ήθελα να σας το σερβίρω φρέσκο αν και είναι ακόμα λίγο ζεστό» είπε η γυναίκα στην Ανδριάνα χαμογελώντας.
«Άφησέ τα στο γραφείο μου σε παρακαλώ πολύ και φτιάξε μου κι εμένα έναν μεγάλο καφέ».
«Με κάρδαμο;»

Η Ρόζα δοκίμασε μια μικρή γουλιά από τον καφέ της Ανδριάνας και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Ακριβώς σαν κι αυτόν» είπε κι έκανε νόημα στην ανιψιά της να την ακολουθήσει. «Ολυμπία, μάζεψε αν μπορείς τα κλινοσκεπάσματα από εκεί που τα άφησε η Ανδριάνα, δέχτηκα επίθεση αγκαλιάς και  … κατάλαβες τώρα» είπε και βγήκε από το δωμάτιο κρατώντας το μεγάλο φάκελο στα χέρια της.

Στο γραφείο, η Ρόζα συνέχισε να κοιτάζει τα χαρτιά της περιμένοντας μέχρι η Ολυμπία να της φέρει τον καφέ της.
«Μην μας διακόψει κανείς» ζήτησε «και κλείσε την πόρτα καθώς θα φεύγεις» είπε στη γυναίκα ευγενικά. «Λοιπόν Ανδριάνα άκου, θα βγάλουμε μικρές ποσότητες από διάφορα αρώματα».
«Γίνε πιο συγκεκριμένη γιατί αυτό ακούγεται σαν απομίμηση».
«Ρόζα και απομίμηση μαζί δεν πάνε κι αυτό το γνωρίζεις. Λοιπόν» είπε κλείνοντας το φάκελο και σταυρώνοντας τα χέρια της πάνω στο μαρκετερί γραφείο της. «Η Αναστασία Βελλή, είναι η ιδιοκτήτρια της μικρής αρωματοποιίας» ξεκίνησε να λέει γυρνώντας ταυτόχρονα τα δαχτυλίδια της. «Είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί της …»
«Ρόζα ξέρει κανείς άλλος πέρα από εσένα και από μένα για το νέο βήμα της εταιρίας;»
«Η Κλειώ» απάντησε η θεία της μισοκλείνοντας τα μάτια της. «Γιατί με ρωτάς;»
«Πρέπει να μάθεις ορισμένα πράγματα» άρχισε να λέει η Ανδριάνα διστακτικά.
«Δηλαδή;»
«Πρέπει να απομακρύνουμε την Κλειώ από την εταιρία, δεν ξέρω πως θα το κάνουμε αλλά η γυναίκα δεν είναι με τα καλά της».
«Τι εννοείς;» ρώτησε κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό από τις πληροφορίες που έμαθε από την Ανδριάνα. «Δεν μπορεί να συμβαίνουν αυτά» φώναξε «πίστευε ότι είναι κόρη μου και ταυτοχρόνως ζευγάρωνε με τον Σπύρο; Τι αρρώστια είναι αυτή που έβαλα μέσα στο σπιτικό μου; Κι όλα αυτά γιατί παρακαλώ; Για να μην διώξω από την εταιρία την κόρη της Λουκίας που υποχρέωση δεν της είχα; Δεν θα τρελαθώ εγώ να το ξέρεις αλλά τόση μαζεμένη βρωμιά γύρω μου δεν την αντέχω κι έτσι αυτό δεν θα το αφήσουμε».
«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Ανδριάνα και η θεία της χωρίς να χάσει χρόνο έδωσε την απάντηση που έπρεπε «την υπόθεση θα την αναλάβει δικηγόρος γιατί εγώ μπορώ να την πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια» είπε και η ατίθαση τούφα της χοροπήδησε για άλλη μια φορά στο κούτελό της. «Πάμε παρακάτω τώρα» είπε και ήπιε μονορούφι το ποτήρι με το νερό της.

«Ρόζα πριν συνεχίσουμε με τα αρώματα, θέλω να ξεκαθαρίσουμε κάτι ανάμεσά μας γιατί δεν νοιώθω άνετα να σου κρύβω τι σκέψεις μου».
«Για λέγε».
«Η ιστορία με την Κλειώ, κάτι δεν μου κολλάει και με έχει κάνει να έχω αμφιβολίες μέχρι και για σένα την ίδια».
«Δεν μιλάς σοβαρά φαντάζομαι» είπε με το αυστηρό της ύφος η Ρόζα αλλά η σιωπή της Ανδριάνας και τα κατεβασμένα μάτια της ανιψιάς της, την έκαναν να καταλάβει ότι της μιλούσε με ειλικρίνεια.

«Ξέρεις Ανδριάνα καμιά φορά οι ιστορίες είναι τόσο απλές που δύσκολα γίνονται πιστευτές» ξεκίνησε να λέει η Ρόζα και χωρίς να περιμένει την οποιαδήποτε αντίδραση από την ανιψιά της συνέχισε. «Όταν η Αλέκα παραιτήθηκε, ήρθα σε δύσκολη θέση γιατί ήταν μια καλή υπάλληλος. Στις εταιρίες όμως αυτά συμβαίνουν. Η Κλειώ όταν εμφανίστηκε μπροστά μου, ούτε μου είπε, ούτε κατάλαβα, ούτε υποψιάστηκα ότι ήταν η κόρη της Λουκίας. Να είσαι όμως σίγουρη για κάτι, ακόμα και να το μάθαινα εκείνη τη στιγμή δεν θα άλλαζε κάτι στην απόφασή μου. Θεώρησα ότι είχα να κάνω με μια εξαιρετική γυναίκα και η αλήθεια ήταν ότι τα προσόντα της ξεπερνούσαν κατά πολύ αυτά της Αλέκας καθώς επίσης και τις τότε ανάγκες της εταιρίας.

Αν ερχόταν και μου έλεγε ‘’ξέρετε είμαι η κόρη της Λουκίας’’ και δεν είχε τα κατάλληλα εφόδια που για την εταιρία μας ήταν προϋπόθεση, δεν θα την προσλάμβανα. Για εμένα οι γνωριμίες δεν έπαιξαν ποτέ σοβαρό λόγο ή αιτία για να πάρω σημαντικές αποφάσεις. Ο άνθρωπος και οι γνώσεις του μετρούσαν. Είχα να διευθύνω όχι μόνο κουμπιά και κλωστές και κουβαρίστρες αλλά και τις τύχες των οικογενειών των υπαλλήλων μας κι εκεί εκπτώσεις δεν θα έκανα ποτέ. Πάνω απ’ όλα όμως, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, όφειλα στον εαυτό μου να πετύχω, να μου αποδείξω ότι αξίζω. Σε εμένα και σε κανέναν άλλον και αξιώθηκα να το ζήσω κι αυτό.

Το γεγονός ότι η Κλειώ ήταν υιοθετημένη και κόρη της Λουκίας, το αγνοούσα, μέχρι που εντελώς τυχαία πριν από αρκετά χρόνια μας το εξομολογήθηκε τάχα μου τυχαία και με πονηρά γελάκια, στο θείο σου και σε εμένα η απίστευτη κυρία Ρεμούνδου, κουτσομπόλα γνωστή και μη εξαιρετέα. Εσύ μπορεί να μην την γνώρισες, στο κύκλο μας όμως ήταν γνωστό ότι πάντα μεγαλοπιανόταν, μόνο που η καταγωγή της ήταν από τα δικά μου μέρη κι εγώ δεν ήμουν από φάρα ευγενών όπως η μητέρα μου και της έκοψα τη φόρα γυρνώντας την πλάτη μου και λέγοντας, ‘’αυτά δεν μας ενδιαφέρουν’’. Οι κακοπροαίρετοι  και κουτοπόνηροι άνθρωποι πάντα με ενοχλούσαν.

Τι τα θες όμως, το σπόρο της αμφιβολίας τον φύτεψε μέσα μου κι άρχισα να ψάχνω αλλά δεν έβρισκα τίποτα και δεν ήξερα και που να ψάξω, έτσι προσέλαβα ιδιωτικό ντεντέκτιβ».

«Δεν το πιστεύω ότι το έκανες αυτό!»

«Εννοείται Ανδριάνα ότι το έκανα, αφού το ξέρεις, είναι να μην μου μπει κάτι στο κεφάλι. Μετά υπήρχε και κάτι άλλο, δεν ήξερα που και πώς να ψάξω. Το πιο εύκολο για μένα ήταν να την βάλω κάτω και να της τα πω έξω από τα δόντια και στην αρχή είχα αποφασίσει να το κάνω, μετά όμως σκέφτηκα τι δικαιολογία θα έβρισκα να πω, αν η Κλειώ δεν ήταν η κόρη της Λουκίας, αν η κυρία Ρεμούνδου έλεγε βλακείες και έθιγα μια οικογένεια, για σκέψου το κι αυτό και τέλος ότι ναι, θα μπορούσε να είναι υιοθετημένη και να μην το ξέρει. Το πιο σίγουρο και ασφαλές ήταν να προσλάβω έναν ειδικό κι αυτό έκανα».

«Και τελικά;» ρώτησε η Ανδριάνα γεμάτη περιέργεια.

«Η Κλειώ ήταν και είναι πράγματι η κόρη της Λουκίας. Αυτό που δεν έμαθα ποτέ μου ήταν αν η ίδια το γνώριζε. Για την θετή της μητέρα μιλούσε με τα καλύτερα λόγια, έτσι υπέθεσα ότι δεν ξέρει τίποτα και αποφασίσαμε από κοινού με τον θείο σου να μην πούμε κουβέντα. Στη δουλειά της ήταν άψογη και δεν είχαμε κανένα απολύτως παράπονο, πέρα από τα φυσιολογικά κι ανθρώπινα που συμβαίνουν σε κάθε εργασιακό χώρο».

«Όμως τελικά ήξερε».

«Ήξερε και το κατάλαβα την ημέρα της έκρηξης και από τότε δεν μπορώ να ησυχάσω. Έμεινε δίπλα μου όλα αυτά τα χρόνια πιστεύοντας ότι είμαι η μητέρα της, άρα το μόνο που ήθελε ήταν να με εκδικηθεί. Είναι ένα θηλυκό που μπορεί να ανθίσει μέσα από τις χειρότερες πτυχές του ανθρώπινου νου. Μακάρι να εξαφανιζόταν, μακάρι να γινόταν ένα θαύμα και να έφευγε από τη ζωή μας, τόσο γρήγορα και ξαφνικά όπως ακριβώς εμφανίστηκε» είπε η Ρόζα και συνέχισε «καταλαβαίνεις ότι ανησυχώ για την εταιρία, για σένα και για τα αγόρια επίσης. Αυτή μπορεί να μας τινάξει όλους στον αέρα και δεν γνωρίζω ούτε ένα συγγενή της που να μπορώ να του μιλήσω αλλά και να μπορούσα τι ακριβώς να έλεγα μου λες;»

«Νομίζω ότι ο κύριος Σταματόπουλος θα βρει λύση».

«Άκου Ανδριάνα όσο καλός δικηγόρος κι αν είναι έχει πλέον μεγαλώσει τόσο που θα μου επιτρέψεις να έχω τις αμφιβολίες μου. Θα βρούμε και κάποιον άλλον για εναλλακτική λύση. Λάθη πάνω στο έργο μιας ολόκληρης ζωής δεν θα επιστρέψω να συμβούν, κατάλαβες;»

Η Ανδριάνα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και ρούφηξε μια γουλιά από τον καφέ της.

«Προχωράμε» είπε η Ρόζα και κοντοστάθηκε. «Μήπως έχεις άλλες απορίες σχετικά με την Κλειώ; Υπάρχει κάποια αμφισβήτηση, γιατί αν έχετε αμφιβολίες και υποψίες, να κάνουμε εκείνο το τεστ να ξεμπερδεύουμε μια και καλή».

«Όχι Ρόζα, καταλαβαίνω πότε προσπαθείς κάτι να μας κρύψεις» απάντησε σοβαρά η Ανδριάνα.

«Παραγνωριστήκαμε» είπε η θεία της κι άνοιξε τον μεγάλο πορτοκαλί φάκελο που κρατούσε στα χέρια της. «Πριν συνεχίσουμε με τα αρώματα και τις κρέμες σώματος, να σου πω ότι η Κλειώ από εδώ και στο εξής δεν θα ξέρει τίποτα. Στο γραφείο θα πηγαίνεις καθημερινά για να την έχεις από κοντά και θα της αποσπάσεις την προσοχή δίνοντάς της αρμοδιότητες για την κυκλοφορία του πρώτου αρώματός μας. Ας επενδύσουμε σε αυτό προκειμένου να την ξεφορτωθούμε μια και καλή».

«Δεν θα υποψιαστεί κάτι αν με βλέπει καθημερινά εκεί;»

«Εννοείται, απλώς θα της ζητάς να σε βοηθήσει και να σε κατατοπίσει. Θα την κάνεις να νοιώσει σπουδαία και μόλις βγάλουμε άκρη θα δούμε, αν κι έχω ήδη κάτι κατά νου».

«Είμαι περίεργη».

«Όταν έρθει η ώρα του θα το πούμε κι αυτό, τώρα πάμε στα σοβαρά.

Λοιπόν, η αρωματοποιία που σου έλεγα δημιουργήθηκε περίπου το 1960. Ήταν και παρέμεινε ένα μικρό εργοστάσιο, ψάχνοντας με την Κλειώ πέσαμε πάνω στην Αναστασία που η αλήθεια είναι ότι παλεύει να αναστήσει αυτό που κάποτε έφτιαξαν οι γονείς της.  Μιλώντας μαζί της έμαθα πέντε βασικά πράγματα για τον τρόπο παραγωγής των αρωμάτων και ειδικά για τις νότες».

«Νότες;»

«Έτσι λέγονται, υπάρχει η οσφρητική πυραμίδα. Πάρε και διάβασε, εμείς θα μάθουμε αυτά που μας χρειάζονται για να μπορέσουμε να τα επικοινωνήσουμε με τον κόσμο μας. Τον τρόπο δημιουργίας θα τον βρει ο χημικός και η Αναστασία και την προώθηση ο Μανώλης. Ο κάθε ένας από εμάς στο πόστο του.  Βγάζεις τον φάκελο φωτοτυπία, κρατάς το αντίγραφο και μου τον επιστρέφεις χωρίς να τον δει η Κλειώ» είπε η Ρόζα η οποία κοιτούσε την ανιψιά της μπερδεμένη. «Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε βλέποντας τα χαρτιά να απλώνονται στο πάτωμα το ένα δίπλα στο άλλο.

«Τα βγάζω φωτογραφία με το κινητό» απάντησε η Ανδριάνα «έτσι δεν θα έχεις κανέναν λόγο να ανησυχείς».
«Και πως θα τα τυπώσεις;»
«Άστο Ρόζα, αυτά θα τα φτιάξω εγώ μην ασχολείσαι».
«Λες και βλέπω ταινία του James Bond νιώθω».
«Αυτό ακριβώς κάνουμε» της απάντησε και μόλις τελείωσε την δουλειά της τα έστειλε όλα στον υπολογιστή της.
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» γκρίνιαξε η Ρόζα.
«Δεν πειράζει, είναι όλα ασφαλή. Πες μου τώρα, αυτό που μυρίζω επάνω σου τι ακριβώς είναι;»
«Ένα άρωμα για γυναίκες της ηλικίας μου και είναι λίγο πιο βαρύ από αυτό που φοράω. Βρισκόμαστε ακόμα σε δοκιμαστικό στάδιο, μην πεις τίποτα γιατί ξέρω ότι εσύ αγαπάς τα φρουτώδη και τα πιο ελαφριά αλλά μην ξεχνάς ότι ο κάθε ένας από εμάς έχει το άρωμά του και πρέπει να μας κάνει να νοιώθουμε μοναδικοί».
«Έχω ξεσηκωθεί το ξέρεις;»
«Φαίνεται στα μάτια σου» είπε και σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της. «Πες μου και τα υπόλοιπα νέα που σε έφεραν άρον-άρον πάνω στο λόφο».

«Βγήκε το διαζύγιο του Σπύρου».
«Το ξέρω, θα έρθουν το βράδυ με τον Γρηγόρη να φάμε ραγού και να συζητήσουμε τις απαιτήσεις που συνεχίζει να έχει η Στέλλα» απάντησε βαριεστημένα.
«Αφού βγήκε η απόφαση, ποιες απαιτήσεις;»
«Τότε δεν τα ξέρεις όλα, θα κάνει έφεση, δεν μίλησες με τον Σπύρο;»
«Όχι».
«Γιατί;»
«Δεν είχα διάθεση».
«Μην προσπαθήσεις να δικαιολογηθείς, σε καταλαβαίνω από πρώτο χέρι κι ας είναι γιός μου».
«Ότι η Μυρτώ μένει με τον παππού της το ξέρεις;»
«Τι έκανε λέει;»
«Δεν ξέρω όλες τις λεπτομέρειες αλλά θα σου πω τι μου είπε η ίδια. Έχει φύγει από το σπίτι της Στέλλας γιατί θέλει ένα χώρο για να μπορέσει να συγκεντρωθεί για να διαβάσει με την ησυχία της. Συγκεκριμένα μου έγραψε ‘’με τον παππού έχω ένα πρόγραμμα. Θα ξυπνήσω το πρωί και θα μου έχει έτοιμο το πρωινό που πρέπει να φάω, δεν με αφήνει να χαζεύω, κάθε μεσημέρι μαγειρεύει και έχω φρέσκο φαγητό και με τον τρόπο αυτό έχω απομακρυνθεί από κάθε τι που μου διασπά την προσοχή’’».
«Κι εσύ τι της απάντησες;»
«Ότι έκανε άριστα κι ότι ο παππούς της ήταν η ιδανική περίπτωση για να την βοηθήσει σχετικά με το σχολείο της. Ρόζα, μην στενοχωριέσαι, φαίνεται ότι κάνει την προσπάθειά της, ας της σταθούμε με όποιο τρόπο μπορούμε».
«Το έχουμε χάσει το παιδί Ανδριάνα, είναι σαν να μην ανήκει καν στην οικογένειά μας και ίσως φταίμε όλοι γι’ αυτό, βλέπεις δεν μεγάλωσε κοντά μας όπως ο Νικόλας».
«Ας σταματήσουμε αυτή τη σύγκριση ανάμεσα στα δυο παιδιά, προέρχονται κι από διαφορετικές μητέρες, γεννήθηκαν άλλη εποχή, ας μην το ξεχνάμε. Το κάθε ένα από αυτά ακολουθεί τη δική του διαδρομή, εγώ για την Μυρτώ εύχομαι να βρει τον δρόμο της και να φύγει μακριά από την επιρροή και του Σπύρου αλλά και της Στέλλας. Να καθαρίσει το κεφάλι της, να δει τη ζωή με άλλα μάτια».

Η Ρόζα είχε κατεβάσει λυπημένη το κεφάλι.

«Βλέπεις το πεύκο και το ξύλινο παγκάκι; Εκεί την κρατούσα από το μικροσκοπικό της χέρι και τη βοηθούσα να περπατήσει όταν ξεκίνησε να κάνει τα πρώτα της βήματα. Να σταθεί στα πόδια της και τώρα, ούτε τι κάνει δεν ξέρω. Μάλλον θα πρέπει να συστηθούμε από την αρχή όταν τελειώσει με το σχολείο. Τώρα δεν έχω σκοπό να την επιβαρύνω και ποιος ξέρει, ίσως να θελήσει να φτιάξουμε παρέα ένα άρωμα που θα είναι μόνο δικό της. Τι λες;» ρώτησε και το πρόσωπό της φωτίστηκε.
«Αναρωτιέμαι, πότε θα κάνεις ένα διάλειμμα, μια παύση έστω!»
«Μόνο όταν πεθάνω Ανδριάνα, μόνο τότε. Σιγά μην γίνω συνταξιούχος με ρόμπα και παντόφλες. Εγώ είμαι η Ρόζα και απ’ ότι φαίνεται δεν με έχετε μάθει καλά. Ευτυχώς!».

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

«Της είπες τίποτα για το ηλεκτρονικό κατάστημα;» ρωτούσε ο Μανώλης το ίδιο βράδυ την Ανδριάνα.
«Όχι βέβαια».
«Γιατί;»
«Θέλω να δω πως θα εξελιχθούν όλα αυτά, για την ώρα όλα είναι στα προσχέδια».
«Την εμπιστεύεσαι;»
«Περισσότερο απ’ όσο μπορείς να φανταστείς» είπε και κοίταξε τους περαστικούς στο δρόμο.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Η Στέλλα χτυπούσε τα κουδούνια των σπιτιών της γειτονιάς της ψάχνοντας απεγνωσμένα να βρει μια κάμερα που να είχε καταγράψει την καταστροφή του μικρού κόκκινου αυτοκινήτου της.

Το μυαλό της την οδηγούσε σε λανθασμένη διαδρομή. Το διαζύγιο είχε βγει την ημέρα των γενεθλίων της Κατερίνας, της πρώτης γυναίκας του Σπύρου. Θα έτριβε τα χέρια της από τη χαρά της. Μεγαλύτερο δώρο δεν θα μπορούσε κανείς να της κάνει σήμερα, της Κατερίνας, που δεν είχε ιδέα.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here