«Δεν πάω πουθενά» απάντησε η Ανδριάνα με σταθερή φωνή.
«Δεν κατάλαβα;» είπε η Ρόζα.
«Αυτό που άκουσες, αυτή τη φορά δεν θα περάσει το δικό σου» συνέχισε η γυναίκα κρατώντας ήρεμο τόνο στη φωνή της.
«Αυτό παραπάει …»

Στο σαλόνι, η ένταση στον αέρα ήταν φανερή. Η Ρόζα τον εκνευρισμό της δεν τον έκρυβε, η Ανδριάνα όμως ήταν αποφασισμένη ότι τούτη τη φορά, θα ακουγόταν ο δικός της λόγος.

«Ρόζα» είπε κι έκανε μια στιγμιαία παύση. Πήρε βαθειά ανάσα και συνέχισε «μέχρι σήμερα ακολουθούσα τις προσταγές και τις επιθυμίες σου …»
«Προσταγές και επιθυμίες, τι είναι αυτά που λες; δεν ντρέπεσαι;»

Η κουβέντα θα έπαιρνε άσχημη τροπή αν δεν γινόταν κάτι άμεσα.

«Αν σήμερα φύγω από αυτό το δωμάτιο, δεν θα γυρίσω πίσω και θα σε παρακαλούσα, πριν σηκώσεις την παντιέρα σου και αρχίσεις να την ανεμίζεις, να αναλογιστείς ότι έτσι, δεν σου έχω μιλήσει ποτέ».
«Τι θέλεις να πεις;»
«Ξέρεις, δεν μπορεί να γίνονται τα πράγματα πάντα όπως εσύ κρίνεις» είπε και κάθισε πάλι στην μπερζέρα δίπλα στη θεία της.
«Δεν μπορώ να το καταπιώ αυτό που έκανες, με γεμίζει αποστροφή».
«Ειλικρινά τώρα, ας σοβαρευτούμε κι ας κουβεντιάσουμε πολιτισμένα. Δεν ζούμε στον Μεσαίωνα».
«Άκου Ανδριάνα, στη ζωή μου έχω συγχωρέσει πολλά. Αυτά που κατάλαβα αλλά κι αυτά που δεν κατάλαβα. Δέχτηκα προσβολές από τις νυφαδιές μου, είδα τους γιούς μου να κατατροπώνονται, ο κάθε ένας με τον δικό του τρόπο, οι εγγόνες μου να ξεκόβουν την επαφή μαζί μου και συνειδητοποίησα ότι πέρα από τα λάθη των άλλων, κάτι δεν έκανα κι εγώ καλά. Μέχρι εδώ, όλα αυτά, μαζί και με τα δικά μου σφάλματα, μου άρεσε δεν μου άρεσε επιλογή δεν είχα. Τα κατάπια. Αυτό όμως που μόλις μου ξεφούρνισες με βγάζει από τα ρούχα μου, δεν μπορώ να το δεχτώ, αρνούμαι, δεν θέλω» φώναξε και συνέχισε «δεν θέλω» για να σταματήσει αμέσως μετά, στρέφοντας το πρόσωπό της προς το μέρος της φωτιάς.

Το τρίξιμο των ξύλων ακουγόταν μόνο και οι φυλλωσιές των δέντρων από το φύσημα του αέρα. Η Ανδριάνα ένοιωσε να κρυώνει.

«Είναι μεγάλη λέξη το ‘’δεν θέλω’’» είπε. «Πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι φαντάζεσαι, ξέρεις πόσα πράγματα δεν ήθελα Ρόζα; πόσα αναγκάστηκα να ζήσω και όλοι εσείς γύρω μου, γνωρίζατε δεν ήταν ότι γινόταν εν αγνοία σας;»
«Τι θέλεις να πεις;»
«Αργότερα αυτά, τώρα θα μιλήσουμε για την εγκυμοσύνη και θα μου εξηγήσεις γιατί κάνεις σαν τρελή».
«Γιατί αυτό λέγεται δολοφονία» φώναξε και χτύπησε το μπράτσο της πολυθρόνας της με τέτοια δύναμη που η παλάμη της κοκκίνισε και την έτριψε μαλακά με το άλλο της χέρι.

Η Ανδριάνα δάγκωσε το πάνω χείλος της για να μην γελάσει.

«Νομίζεις ότι δεν κατάλαβα; γελάς έτσι;»
«Ρόζα σταμάτα. Δολοφονείς έναν άνθρωπο, αυτό δεν πρόλαβε καλά-καλά να γίνει έμβρυο και στην τελική ανάλυση για τη ζωή μου και το σώμα μου αποφασίζω μόνο εγώ. Μα τι κουβεντιάζουμε;» αναρωτήθηκε δυνατά, έχοντας ανεβάσει τον τόνο της φωνής της. «Και μην μου πεις σε παρακαλώ πολύ για θέματα θρησκείας …»
«Όχι δεν θα σου πω, η πίστη εδώ δουλειά δεν έχει» την διέκοψε η θεία της κουνώντας το κεφάλι «και μην νομίσεις, ούτε εγώ η ίδια δεν ξέρω τι πιστεύω. Το θέμα όμως είναι αλλού, δεν υπάρχει τίποτα πιο ιερό από ένα παιδί, κατάλαβες; Από ένα οποιοδήποτε παιδί».

Η Ανδριάνα καταλάβαινε ότι άκρη μαζί της δεν θα έβγαζε.

«Δεν θα αρχίσουμε τώρα αυτή την ιστορία» ξεκίνησε να λέει.
«Ιστορία; είναι ένα παιδί ‘’ιστορία’’;» ρώτησε εκνευρισμένη.
«Ρόζα τα πράγματα τα βλέπουμε από άλλο πρίσμα, το καταλαβαίνεις δεν το καταλαβαίνεις, η αλήθεια είναι αυτή. Ούτε μπορώ να σου κάνω κήρυγμα από την μια αλλά δεν δέχομαι να μου κάνεις εσύ από την άλλη».
«Τι να σου πω, λόγια δεν έχω».
«Ήταν ένα ατύχημα».

Η Ρόζα, ακούγοντας την τελευταία φράση της ανιψιάς της, βγήκε από τα ρούχα της και με όση δύναμη είχε, σηκώθηκε από την πολυθρόνα.

«Ατύχημα είναι να σου έρθει η γλάστρα στο κεφάλι, όχι ένα παιδί» φώναξε κουνώντας τα χέρια της.
«Θα καθίσεις να ακούσεις;» είπε η Ανδριάνα.
«Τι να ακούσω μου λες;»
«Ήταν ένα βράδυ που δεν θα έπρεπε να συμβεί ό,τι συνέβη».
«Να μην άνοιγες τα πόδια σου» απάντησε η θεία της.
«Ρόζα!»
«Άκου να σου πω, υπάρχουν πράγματα και καταστάσεις που ξεπερνούν τα όριά μου κι αυτό δεν θέλω να το κουβεντιάσω. Το έκανες πάει και τελείωσε, αυτά τα μοντέρνα εγώ δεν τα καταλαβαίνω και δεν θέλω κιόλας».
«Και τι περίμενες να κάνω;»
«Να το μεγάλωνες Ανδριάνα, ο προορισμός του ανθρώπου είναι αυτός, τόσες και τόσες γυναίκες τα μεγάλωσαν μόνες τους, εσύ δεν μπορούσες που είχες κι εμάς; Τριάντα εννέα ετών ήσουν, τι σκεφτόσουν πανάθεμά σε;»
«Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο απ’ όλα, είναι ότι όλοι σας υποθέτετε πως το παραμύθι τελειώνει ‘’με το ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα’’ μόνο που εδώ καλύτερα δεν θα ζούσε αυτό το πλάσμα».
«Στεγνώνει το στόμα μου με αυτά που λες και μου γυρνάει το στομάχι ανάποδα».
«Ο πατέρας ήταν παντρεμένος».
«Όλο και το χειροτερεύεις».
«Δεν το ήξερα όμως».
«Πως γίνεται αυτό;» ρώτησε απορημένη η Ρόζα.
«Εμφανίστηκε στη ζωή μου ως χωρισμένος».
«Και δεν κατάλαβες τίποτα θέλεις να μου πεις. Γίνονται αυτά σήμερα; δεν είμαι σίγουρη ότι σε πιστεύω Ανδριάνα. Μπορεί να σε βολεύει να λες ψέματα στον ίδιο σου τον εαυτό» είπε η Ρόζα και το βλέμμα της είχε σκοτεινιάσει.
«Άκουσέ με τουλάχιστον» φώναξε η ανιψιά της και τα πράγματα ησύχασαν για λίγο.

«Έχω ανάγκη από ένα φλιτζάνι καφέ» είπε η Ρόζα και πήγε μέχρι την κουζίνα. Η Ολυμπία σιωπηλή, μετά από λίγο, εμφανίστηκε στο σαλόνι κι άφησε τις κούπες τους γεμάτες στο μικρό μαρκετερί τραπέζι. Ακούμπησε τα παξιμαδάκια με γλυκάνισο και μια κανάτα με δροσερό νερό χωρίς να πει κουβέντα και το κεφάλι δεν το σήκωσε. Είχε γίνει σχεδόν αόρατη.

«Αν θέλετε κάτι με φωνάζετε» ψέλλισε και εξαφανίστηκε σαν τη σκιά.

«Τον Κώστα …»
«Ποιόν;»
«Τον Κώστα τον γνώρισα μέσα από την παρέα που είχα εκείνη την εποχή. Φίλος φίλων, καταλαβαίνεις τώρα, κουβαλούσε όλες τις απαραίτητες περγαμηνές».
«Που πάει να πει;» ρώτησε η θεία της.
«Έδειξε ενδιαφέρον από την αρχή, μα εμένα δεν μου άρεσε και πολύ». Η Ανδριάνα τις ερωτήσεις δεν τις άκουγε, την ιστορία της ήθελε να διηγηθεί.
«Το ποδάρι όμως ανοιχτό το είχες, έτσι;»
«Ειλικρινά αν δεν σταματήσεις θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα» απάντησε και η Ρόζα έκανε μια κίνηση, σαν να έβαζε στο στόμα της φερμουάρ. Πήρε ένα παξιμαδάκι, τον καφέ της κι έμεινε αμίλητη.

«Τέλος πάντων, βγήκαμε με την κοινή μας παρέα πολλές φορές μέχρι να κάνει την πρώτη κίνηση. Η Μαίρη, με διαβεβαίωνε ότι είχε χωρίσει και έμενε σε ένα σπίτι στην Κηφισιά. Την τύφλα της δεν ήξερε κι αυτή. Όλοι είχαμε πέσει στην ίδια παγίδα.

Η πρώην γυναίκα του δεν εμφανιζόταν ποτέ και μέχρι τότε είχε ήδη δύο κόρες. Πριν ενδώσω, είχα πεισθεί ήδη ότι αφού μπορούσε και έλειπε ολόκληρα Σαββατοκύριακα χωρίς να τον ενοχλήσει κανείς, τότε η Μαίρη και η υπόλοιπη παρέα είχαν δίκιο. Η ιστορία όμως δεν ήταν έτσι».

«Δηλαδή;»

«Έπρεπε να ακούσω το ένστικτό μου από την αρχή» είπε η Ανδριάνα κουνώντας το κεφάλι, η Ρόζα όμως δεν μίλησε, παρατηρούσε το καϊμάκι από τον καφέ της με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

«Στην αρχή ήταν μια ξέγνοιαστη κατάσταση. Βόλτες, φλερτ και ο Κώστας να προσπαθεί να ξεπεράσει τον εαυτό του κάθε φορά που συναντιόμαστε. Η αλήθεια ήταν, ότι σε μερικά σημεία έμοιαζε νερόβραστος και πώς να στο πω, γλυκανάλατος αλλά από την άλλη πλευρά πήγαινε καιρός που είχα να νοιώσω κάτι για έναν άντρα.

Δεν ήταν ο έρωτας της ζωής μου, ούτε καν έρωτας δεν ήταν. Την ώρα μου περνούσα μαζί του και παραμύθιαζα τον εαυτό μου ότι κάτι τρέχει. Υπήρχε στην αυλή μου ένα αρσενικό που μου έδινε σημασία».

«Τόση ανάγκη είχες πια για επιβεβαίωση;» ρώτησε η Ρόζα παίζοντας νευρικά με τα δαχτυλίδια της.

«Να ζευγαρώσω ήθελα, τόσο κακό ήταν;»

«Καλά μέχρι εδώ, τέτοιου είδους βλακείες έχουμε κάνει όλοι μας κι εσύ δεν είχες να λογοδοτήσεις πουθενά, παντρεμένη δεν ήσουν, οικογένεια δεν είχες, ξόδευες τον εαυτό σου όπως σου λάχαινε. Προφυλάξεις γιατί δεν έπαιρνες;» ρώτησε η Ρόζα χτυπώντας με το δάχτυλό της το ξύλινο τραπέζι.

«Έπαιρνα και με το παραπάνω, ένα βράδυ όμως, επιστρέφοντας από ένα γλέντι πρωινές ώρες, ξεχάστηκα και τότε έγινε ότι έγινε και βρέθηκα στη θέση που βρέθηκα».

Η Ρόζα πάλι δεν μίλησε.

«Ήταν τέλη Νοεμβρίου, θα έφευγα για το γάμο της ξαδέλφης μου στο νησί όταν κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν το πίστευα ότι υπήρχε περίπτωση με μια φορά να έχω μείνει έγκυος. Πήρα ένα τεστ από το φαρμακείο και με το που το έκανα έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Βγήκε θετικό πριν προλάβει να περάσει ένα λεπτό. Έκανα και δεύτερο και τρίτο και όταν πια βεβαιώθηκα, έμεινα ξάγρυπνη μέχρι την άλλη ημέρα που έφτασα αεροπορικός στο νησί.

Ο γάμος έγινε, το Σαββατοκύριακο πέρασε και μέσα στο αεροπλάνο επιστρέφοντας στην Αθήνα, ήξερα πια τι ήθελα».

«Για πες» είπε η Ρόζα.

«Δεν ένοιωθα έτοιμη να γίνω μητέρα, για την ακρίβεια δεν ένοιωθα τίποτα πέρα από ένα τεράστιο μούδιασμα και ένα βάρος που ήθελα να ξεφορτωθώ».

«Δεν πέρασε ούτε μια στιγμή από το μυαλό σου ότι μπορεί να γινόσουν ευτυχισμένη;» τη ρώτησε η θεία της, μα η Ανδριάνα έμοιαζε να μην ακούει.

«Όταν μπήκα στο σπίτι, τηλεφώνησα αμέσως στον Κώστα και του ζήτησα να συναντηθούμε. Ήρθε πιστεύοντας ότι θέλω να τον χωρίσω.

Του έδειξα το τεστ που είχα φυλάξει κι έχασε το χρώμα από τα μάγουλά του. ‘’Θα το κρατήσουμε, τα παιδιά ανήκουν στη μητέρα τους’’ είπε και τότε τον ρώτησα ποιο θα ήταν το επώνυμο του παιδιού.

‘’Το δικό μου βέβαια’’ είχε απαντήσει μα στην επόμενη ερώτηση κόμπιασε.
‘’Τις αδελφές του θα τις γνωρίσει;’’ τον ρώτησα και τότε άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου μια αλήθεια που ούτε φανταζόμουν και ταυτοχρόνως δεν ήθελα να ξέρω.

Ο Κώστας δεν είχε χωρίσει, όλα αυτά που έλεγε για το σπίτι στην Κηφισιά, στο οποίο παρεμπιπτόντως εγώ δεν είχα πάει ποτέ, ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Για την ακρίβεια, το σπίτι υπήρχε για να πηγαίνει όσες ‘’φιλεναδίτσες’’ δεν είχαν δικό τους κι έτσι απέφευγε τα ξενοδοχεία. Η βρώμικη ιστορία του λοιπόν είχε γερές βάσεις. Ποια δεν θα πίστευε έναν άνδρα που μπορούσε να κοιμάται ανά πάσα στιγμή μαζί της, να ταξιδεύει και να την υποδέχεται στο δικό του διαμέρισμα; για πες Ρόζα μου;»

«Τα έχω χάσει» ψιθύρισε η θεία της.

«Έτσι τα έχασα κι εγώ όταν παραδέχθηκε ότι με τη γυναίκα του δεν είχαν χωρίσει μεν, το παιδί όμως το ήθελε δε.

Ο άνθρωπος αυτός ήθελε κρέμασμα, ούτε καν γκιλοτίνα! Έφυγα τον παράτησα και κλείστηκα για μια εβδομάδα στο σπίτι μου για να μπορέσω να πάρω τις οριστικές μου αποφάσεις.

Ήταν ξεκάθαρο ότι αν έφερνα αυτό το παιδί στον κόσμο, ο Κώστας θα το έβλεπε στα κρυφά κι αν το έβλεπε, μόνο που εγώ αυτό δεν το άντεχα. Ποτέ μου δεν ένοιωσα Ρόζα αυτό που όλες εσείς λέτε βιολογικό ρολόι, ούτε αναρωτήθηκα αν θα γίνω μητέρα. Έλεγα όμως, ότι αν έκανα ένα παιδί, θα ήταν η επισφράγιση μιας σωστής σχέσης. Να το θέλουμε και οι δυο κι όχι να ντρέπομαι για τον πατέρα του, ούτε να κρύβω το ίδιο λες και ήταν ‘’η ντροπή’’.

Κάποια στιγμή το πλάσμα αυτό θα ρωτούσε, ‘’ποιος είναι ο μπαμπάς μου’’ κι εγώ δεν θα ήξερα τι να απαντήσω, το καταλαβαίνεις; Συνειδητοποιούσα ότι θα το μεγάλωνα παρέα με τους ψυχολόγους και δεν μπορούσα να το διαχειριστώ».

«Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα περνούσε από το κεφάλι σου αν πραγματικά το ήθελες Ανδριάνα.    Όταν μπορείς και λες ‘’ήταν ένα ατύχημα’’ τότε όλα τα υπόλοιπα είναι απλές δικαιολογίες.

Μου ζητάς να σε καταλάβω και σε ρωτάω να καταλάβω τι; Ότι ο Κώστας ήταν ένας αλήτης και μπαγαπόντης; και θεωρείς ότι αυτό φτάνει σαν δικαιολογία; Όχι αγάπη μου, τίποτα από όλα αυτά δεν δικαιολογούν την πράξη σου. Η αλήθεια είναι ότι εσύ δεν το ήθελες και όλα τα υπόλοιπα τα ακούω βερεσέ. Δεν χρειαζόταν καν να το αναγνωρίσει, μα ούτε αυτό το σκέφτηκες.

Στην τελική ανάλυση οικογένεια είχες και έχεις, θα το μεγαλώναμε όλοι μαζί» είπε η Ρόζα έχοντας μια πικρή έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της.

«Με ποιόν θα το μεγάλωνα το παιδί Ρόζα, με τον αδελφό σου και την μητέρα μου; Ξέρεις πολύ καλά ότι ο πατέρας μου δεν άντεχε ούτε εμένα και η κυρία Αγγελική δεν θα ήξερε πώς να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και ειδικά στον κλειστό κύκλο του νησιού».

«Σταμάτα Ανδριάνα, δεν το ήθελες, τελεία και παύλα. Τελικά ίσως έκανες και το πιο σωστό για το ίδιο το παιδί, προκειμένου να μεγαλώνει ανάμεσα σε ανθρώπους που εκ προοιμίου τρέφουν τέτοια συναισθήματα, παρόλο που δεν το πιστεύω. Αν το είχες κρατήσει στην αγκαλιά σου θα ήταν όλα διαφορετικά. Μπερδεμένες και αηδιαστικές καταστάσεις είναι όλα αυτά που μου φέρνουν λύπη. Σας λυπάμαι Ανδριάνα, δεν έχετε πραγματικά συναισθήματα ανθρωπιάς κι αγάπης μέσα σας και δεν ξέρετε τι σας γίνετε κι όλα αυτά, τα έχετε βαφτίσει με λέξεις βαρύγδουπες, ‘’λογική’’, ‘’ενσυναίσθηση’’, ‘’υπευθυνότητα’’.  Μπούρδες δηλαδή και υπεκφυγή ευθυνών.

Αναγνωρίζω πάνω σου τον αδελφό μου κι αυτό ομολογουμένως, είναι κάτι που δεν το είχα καταλάβει όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι κι εκείνος, την ουρά του έξω από κάθε τι που τον ζόριζε ήξερε να την βγάζει πρώτος απ’ όλους» είπε η Ρόζα κουνώντας το κεφάλι.

Η Ανδριάνα γέλασε και με μάτια κοφτερά σαν το μαχαίρι γύρισε και την κοίταξε.

«Δεν μου αρέσει να με συγκρίνεις με τον πατέρα μου;»
«Γιατί; Το αίμα του Παυλή μέσα σου δεν κυλάει;»
«Ναι αλλά δεν είμαι η ίδια» φώναξε η Ανδριάνα «κι αυτές τις συγκρίσεις δεν τις μπορώ».
«Κοίτα …»
«Όχι, ήρθε η ώρα να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους» συνέχισε η Ανδριάνα σε έντονο τόνο. «Είναι πολλές φορές που έχω νοιώσει ότι πρέπει να απολογηθώ για λογαριασμό του πατέρα μου, λες και το όνομά μου σας κάνει να ανατριχιάζετε.

Ο θείος Γιωργής αναρωτιόταν ‘’πως είναι δυνατόν να οδηγώ τόσο καλά’’ και ξέρεις γιατί; γιατί ο πατέρας μου έτρεχε με το αυτοκίνητο του και στο μυαλό όλων σας, ήταν χαραγμένο ότι το ίδια θα έκανα κι εγώ. Κανείς δεν σκέφτηκε όμως ότι μπορεί να συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο κι ας ήταν εξαιρετικός οδηγός τελικά».

«Δεν χρειάζεται να φωνάζεις».

«Φωνάζω γιατί υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που δεν καταλαβαίνω. Που κανείς δεν μου εξήγησε και κανείς δεν αναρωτήθηκε πως νοιώθω, ούτε καν η μητέρα μου».

«Όλα κι όλα, δεν έχεις δίκιο για την Αγγελική, ήταν τρυφερή και σκληρή συνάμα αλλά δεν μπορείς να έχεις παράπονο. Για σένα θα έδινε την ίδια της την ζωή, το ίδιο και ο παππούς και η γιαγιά σου. Απαράμιλλη η αδυναμία που σου είχαν κι αυτό ήταν κάτι που ο αδελφός μου δεν το άντεχε, ειδικά η μητέρα σου έπρεπε να είχε μάτια μόνο γι’ αυτόν. Σε ζήλευε πανάθεμά τον» είπε η Ρόζα και την κοίταξε στα μάτια δαγκώνοντας ταυτόχρονα νευρικά τα χείλια της.

«Εσένα περίμενα να μου πεις νομίζεις; Απλώς δεν καταλαβαίνω πως είναι δυνατόν ένας πατέρας να νοιώθει έτσι για το παιδί του. Με βγάζει από τα ρούχα μου όλο αυτό και παρόλο που έχει πεθάνει, μέσα μου, πολύ μέσα μου, δεν τον έχω συγχωρέσει».

«Το ξέρω και ίσως να ήταν όλη αυτή η σχέση σου μαζί του, που σε οδήγησε σε αυτές τις αποφάσεις που πήρες για τη ζωή σου» μονολόγησε η Ρόζα «ακόμα και για το παιδί».

«Ποτέ δεν κατάλαβα πως είναι δυνατόν, δυο αδέλφια να έχουν τόσο μεγάλη διαφορά στη νοοτροπία».

«Για εμένα και τον πατέρα σου λες;»
«Για ποιόν άλλον!»
«Καλά, αυτό δεν λέει τίποτα. Ο Γρηγόρης με τον Σπύρο σε τι μοιάζουν μου λες; Λες και βγήκαν από άλλη κοιλιά» απάντησε η Ρόζα.
«Έτσι ακριβώς νοιώθω κι εγώ για τον πατέρα μου κι εσένα. Ρωτούσα τη μητέρα μου και μου έλεγε για τα δύσκολα παιδικά σας χρόνια κι όποτε προσπάθησα να ανοίξω συζήτηση μαζί του, απαντούσε ‘’άστα τώρα αυτά’’ κι έπιανε την τράπουλα από την αρχή. Είχαν ξεθωριάσει οι ντάμες και οι ρηγάδες από τις πασιέντζες και έμενε αμίλητος με τις ώρες. Δύσκολος άνθρωπος μα όχι κακός.

Αναρωτιόμουν αν έφταιγε η μητέρα μου σε αυτό, από την άλλη πάλι η Αγγελική έκανε ότι περνούσε από το χέρι της για να τον έχει ευχαριστημένο και πολλές φορές εις βάρος μου. Δεν ξέρω ποιανού τα καπρίτσια ήταν πιο μεγάλα, της μάνας ή του πατέρα. Ορισμένες φορές νοιώθω ότι μεγάλωσα σε μια οικογένεια που δεν κατάλαβα τι πραγματικά συνέβαινε. Ευτυχώς που είχα για απάγκιο την αγκαλιά του παππού Νικόλα και της γιαγιά Φερενίκης. Ευτυχώς!»

Η Ρόζα δεν απάντησε, το μυαλό της έμοιαζε να ταξιδεύει.

«Με ακούς ή κοιμήθηκες;»
«Να σε ρωτήσω κάτι, τι ξέρεις για τα παιδικά μας χρόνια, τι σου έχουν πει;»
«Ποιοι να μου πουν;»
«Ο πατέρας σου και η μητέρα σου, άκου ερώτηση!»

Η Ανδριάνα σήκωσε τους ώμους.

«Η αλήθεια είναι ότι τα περισσότερα τα ξέρω από σένα αλλά μην νομίζεις, τα έχω λίγο μπερδεμένα στο κεφάλι μου. Κανείς σας δεν έλεγε πολλά κι όποτε ρωτούσα κάτι παραπάνω η απάντηση ήταν η ίδια ‘’άστα τώρα αυτά’’ κι εγώ τα άφηνα. Είχα για στήριγμα τον παππού και την γιαγιά και αμέσως μετά τις ξεχνούσα τις απορίες μου, μέχρι που έφτασα στην εφηβεία και τότε κατάλαβα ότι ο πατέρας μου δεν ήθελε καθόλου κουβέντες για την οικογένειά σας.

Ρώτησα τότε την μητέρα μου αλλά μην νομίσεις, απαντήσεις πολλές δεν πήρα, τα γνωστά δηλαδή».

«Γίνε πιο συγκεκριμένη σε παρακαλώ».
«Τι σου ήρθε τώρα βρε Ρόζα μου;»
«Για να σε ρωτάω θα έχω το λόγο μου».

Η Ανδριάνα ξεφύσησε και έτριψε με την παλάμη το κούτελό της.

«Ότι γεννηθήκατε στους μαχαλάδες, εκεί που σήμερα είναι το Πολύγωνο και η γιαγιά Ματίνα έμεινε χήρα από νωρίς. Για να σας μεγαλώσει έπλενε ρούχα και ο πατέρας σας είχε πεθάνει από καρκίνο».

«Αυτή Ανδριάνα είναι η δικιά μου ιστορία, όχι του πατέρα σου. Ο Παυλής, δεν ήταν αδελφός μου».
«Ορίστε;»
«Αυτό που άκουσες, ο πατέρας σου ήταν ο πρώτος μου ξάδελφος».
«Τι εννοείς Ρόζα;» ρώτησε η Ανδριάνα και το στήθος της ανεβοκατέβαινε μέσα από τη μπλούζα της.
«Ο Παυλής …»
«Σταμάτα με αυτά τα Παυλής και Γιωργής, με έχεις τρελάνει σήμερα!»
«Όλα κι όλα! Τον θείο σου τον φώναζε η μητέρα του Γιωργή, τώρα σχετικά με τον πατέρα σου έχεις δίκιο, Παύλο τον έλεγαν».
«Τι εννοείς όταν λες … Νομίζω ότι τα έχω χαμένα σήμερα, τι είπες Ρόζα μου, ότι ο πατέρας μου κι εσύ δεν είσαστε αδέλφια;»
«Ακριβώς αυτό».
«Και τόσα χρόνια γιατί όλο αυτό το, το, το … δεν ξέρω και πώς να το πω! Εσύ πάντως είσαι θεία μου, σωστά; και ο Γρηγόρης με τον Σπύρο ξαδέλφια μου. Αυτό δεν άλλαξε, έτσι δεν είναι;» ρωτούσε και τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα από τις αποκαλύψεις.
«Ησύχασε, όλα αυτά δεν άλλαξαν, είμαστε η οικογένειά σου, απλώς στην πραγματικότητα τα αγόρια δεν είναι πρώτα αλλά δεύτερα ξαδέλφια σου και στην μεταξύ σας σχέση, αυτό σημασία καμία δεν έχει».
«Τα αγόρια το ξέρουν;»
«Όχι, ο θείος σου μόνο ήξερε και όσο ο πατέρας σου σιωπούσε, δεν μιλάγαμε κι εμείς. Για εμένα ειδικά, καμία διαφορά δεν είχε, μαζί του μεγάλωσα, όσο τον αγαπούσα από παιδί, το ίδιο συνέχιζα να τον αγαπάω και μετά αλλά δεν είναι μόνο αυτό …» είπε η Ρόζα και κόμπιασε.

Η Ανδριάνα την κοίταξε έντρομη.

«Έχει κι άλλο;» ρώτησε και ξεροκατάπιε.
«Πριν σου εξηγήσω πρέπει να σου ζητήσω μια συγγνώμη σχετικά με το παιδί» απάντησε η Ρόζα.
«Γιατί;»
«Γιατί έχω να σου εκμυστηρευθώ δυο διαφορετικές ιστορίες».
«Δεν είμαι παιδί του πατέρα και της μητέρας μου;»
«Ανδριάνα σταμάτα τις βλακείες σε παρακαλώ» είπε η Ρόζα και ίσιωσε τη φούστα της. «Θα σε παρακαλούσα να γεμίσεις τα ποτήρια μας με νερό και να πας να κλείσεις όλες τις πόρτες και να πεις στην Ολυμπία να μην μας ενοχλήσει κανείς και για κανένα λόγο».
«Δεν μπορώ».
«Τι λες τώρα;»
«Δεν μπορώ να κουνηθώ» διαμαρτυρήθηκε η Ανδριάνα.
«Τώρα Ανδριάνα» είπε η Ρόζα με το γνωστό ύφος της και έκλεισε τα μάτια ξαπλώνοντας για λίγο την πλάτη της στην πολυθρόνα.

«Η Ολυμπία έχει φτιάξει χορτόπιτα και θα μας την φέρει σε λίγο» είπε μουδιασμένα η Ανδριάνα δείχνοντας με το δάχτυλό της την κουζίνα.

Οι δυο γυναίκες περίμεναν μέχρι να τακτοποιήσει η γυναίκα τα πιάτα και να εξαφανιστεί κλείνοντας πίσω της τήν πόρτα.

«Λοιπόν» ξεκίνησε να λέει η Ρόζα. «Εγώ πατέρα δεν γνώρισα κι όχι γιατί πέθανε από καρκίνο αλλά γιατί εγκατέλειψε τη μητέρα μου όταν έμεινε έγκυος σε εμένα, γι’ αυτό σε πήρα από τα μούτρα» είπε και το μόνο που μπόρεσε να ξεστομίσει η Ανδριάνα ήταν ένα επιφώνημα και να μείνει με το στόμα ανοιχτό.

«Δηλαδή θέλεις να πεις …» ξεκίνησε να λέει μα η θεία της τη διέκοψε.

«Ακριβώς αυτό, είμαι το νόθο παιδί της μητέρας μου» απάντησε η Ρόζα.

«Τι έγινε;» ρώτησε η Ανδριάνα που ένοιωθε ότι της είχαν τραβήξει τη γη κάτω από τα πόδια.

«Η μητέρα μου δεν ήταν πάντα μια φτωχή γυναίκα. Η οικογένειά της, που δεν τη γνώρισα βέβαια, ήταν μια συνηθισμένη αστική οικογένεια. Ο πατέρας σου κι εγώ, είμαστε δυο αδελφών παιδιά, πρωτοξάδελφα δηλαδή, μόνο που η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια» είπε και με την άκρη του ματιού της κοίταξε την ανιψιά της.

«Η μητέρα μου λοιπόν, ερωτεύθηκε ένα όμορφο φέρελπι νέο της  εποχής. Εκείνος ήταν από μεγάλο τζάκι, η δικιά μας οικογένεια μπροστά τους υστερούσε κοινωνικά. Τέλος πάντων, από εδώ την είχε από εκεί την είχε ο Μάνθος, ο έρωτας, τα λόγια που μια γυναίκα θέλει να ακούσει, οι υποσχέσεις και η κάψα του κορμιού που ζητούσε απεγνωσμένα ικανοποίηση, δεν άργησαν να κάνουν την κυρία Ματίνα να υποταχθεί στο κάλεσμα της φύσης.

Καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά συνέβαιναν στα κρυφά και σε μέρη που σήμερα η περιγραφή τους και μόνο θα μας έφερνε τουλάχιστον ένα κρυφό γέλιο στην άκρη των χειλιών μας.

Θέλω να σου παρουσιαστώ εκ νέου» είπε η Ρόζα και σηκώθηκε όρθια. «Είμαι η κόρη της Ματίνας και του Μάνθου και η σύλληψή μου έγινε πάνω σε ένα σακί από πατάτες στην αποθήκη του πατρικού σπιτιού της μητέρας μου» είπε και υποκλίθηκε μπροστά στην ανιψιά της.

«Δεν μπορεί να τα ζω εγώ αυτά» μονολόγησε η Ανδριάνα.

«Εσύ δεν ζεις τίποτα, άλλοι τα έζησαν όλα» είπε η Ρόζα και κάθισε πάλι στην πολυθρόνα της.

«Και τι έγινε; Ο πατέρας σου, η οικογένειά του;» ρώτησε έχοντας γίνει σαν ένα μικρό κουλούρι ακουμπισμένο πάνω στο μαξιλάρι της πολυθρόνας.

Η Ρόζα γέλασε, με ένα βαθύ ειρωνικό γέλιο.

«Όταν ο Μάνθος έμαθε την αλήθεια, χωρίς πολλά λόγια και περιττές δικαιολογίες, ζήτησε από την μητέρα μου να ρίξει το παιδί, δηλαδή εμένα. Η κυρία Ματίνα αρνήθηκε κατηγορηματικά. Για την ακρίβεια δεν της πέρασε ούτε μια στιγμή από το μυαλό της, το παιδί της θα γεννιόταν πάση θυσία.

Λίγες ημέρες μετά βρήκε το κουράγιο και το είπε στους γονείς της. Την χτύπησε ο πατέρας της και την έδιωξε από το σπίτι και από τότε δεν γύρισε ποτέ της πίσω».

«Τι λες Ρόζα, αυτά δεν μπορεί να έχουν συμβεί …»

«Υποθέτεις τώρα ότι σε έχω γεμίσει με φούμαρα, αμ δε θα σου κάνω τη χάρη. Η πραγματική ιστορία της μητέρας μου είναι αυτή κι έχω κάθε λόγο να είμαι περήφανη για λογαριασμό της».

«Η γιαγιά σου τι έκανε;»

«Δεν έχω ιδέα, ξέρω μόνο ότι την έλεγαν Τασία και τον παππού μου Παναγή, έμπορος βαμβακιού ήταν και την επιχείρηση την είχαν συνεταιρικά με τον πατέρα του Παύλου, τον Γιάννη. Πολλά λεφτά, τι τα θες, η εταιρία ήταν στημένη στο Ζαγαζίκ της Αιγύπτου».

«Νομίζω ότι δεν νοιώθω καλά» είπε η Ανδριάνα κάνοντας αέρα με το χέρι της. Τα μάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα.

«Που να ακούσεις και την ιστορία του πατέρα σου» συνέχισε η Ρόζα.

«Μια-μια για να χωρέσουν στο κεφάλι μου. Άνοιξε ένα παράθυρο σε παρακαλώ» είπε και σηκώθηκε από τη θέση της βηματίζοντας πάνω-κάτω στο μεγάλο σαλόνι χωρίς σταματημό. «Δηλαδή η Ματίνα ήταν η κόρη της Τασίας και του Παναγή».
«Ναι».
«Ο Παναγής ήταν αδελφός του Γιάννη και είχαν μαζί εταιρία βαμβακιού στο Ζαγαζίκ της Αιγύπτου. Σωστά;» ρωτούσε η Ανδριάνα μετρώντας τις ερωτήσεις με τα δάχτυλά της.
«Ολόσωστα!»
«Και ο Γιάννης, ήταν ο παππούς μου από την μεριά του πατέρα μου;»
«Έτσι ακριβώς!»
«Και την γιαγιά μου πως την έλεγαν;»
«Καίτη».
«Και πότε έγιναν όλα αυτά μου λες;»
«Γύρω στο 1920» απάντησε η Ρόζα και σηκώθηκε.
«Που πας;»
«Να σου φέρω φωτογραφίες της γιαγιάς σου της Καίτης, η ομορφιά της ήταν παροιμιώδης».
«Μάλλον θα λιποθυμήσω» είπε η Ανδριάνα και καβάλησε το μπράτσο του καναπέ.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο

agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here