Υπήρχε ένας κίνδυνος σαν μαύρο σύννεφο που σκέπαζε το κεφάλι τους αλλά τον αγνοούσαν κι έτσι, η ζωή όλων τους, κυλούσε στους γνωστούς φαινομενικά ρυθμούς της.

Στο σπίτι πάνω στο λόφο, το μόνο που είχε αλλάξει, ήταν ότι η Ρόζα είχε βρει τον παλιό της δραστήριο αλλά κι εύθυμο εαυτό. Αυτό θα απαντούσε η Ολυμπία σε όποιον την ρωτούσε και θα προσέθετε, ότι η κυρία της περνούσε περισσότερο χρόνο μιλώντας στο τηλέφωνο και διαβάζοντας στοίβες από χαρτιά αντί για βιβλία όπως συνήθιζε  παρόλο που είχε αρχίσει κι αυτά να τα βρίσκει ανούσια. ‘’Μυθιστόρημα είναι η ίδια η ζωή, μόνο που το καταλαβαίνεις αυτό αργότερα’’ συνήθιζε να λέει και μετά συμπλήρωνε ,‘’Ολυμπία αν θέλεις να μορφώσεις το παιδί σου, να το στείλεις μακριά, να ταξιδέψει στον κόσμο όλο, να ανοίξει το μυαλό του’’.

Τα βράδια, ο κύριος Νικολάου, ερχόταν συνήθως νωρίς και περνούσαν με την Ρόζα τον χρόνο τους κουβεντιάζοντας και τρώγοντας κάτι ελαφρύ στη μικρή μαρκετερί ροτόντα, κοντά στο τζάκι του σαλονιού. Άλλες φορές πάλι κανόνιζαν δείπνο με φίλους στο κέντρο της πόλης. Η κυρία Ρόζα είχε μεγάλη αδυναμία στα εστιατόρια των πολυτελών ξενοδοχείων αν κι από όσο μπορούσε η Ολυμπία να καταλάβει, το ίδιο απολάμβανε τα μικρά, γραφικά ταβερνάκια όταν άνοιγε ο καιρός. Την ενοχλούσε ο συνωστισμός και η μυρωδιά της τσίκνας, ενώ ο φρέσκος αέρας και η ζεστασιά του ήλιου πάντα της θύμιζαν ότι η ζωή ξεκινούσε από την αρχή κάθε άνοιξη.

Η Γαρυφαλλιά διάβαζε με στόχο να μπει στο πανεπιστήμιο. Το είχε ορκιστεί στον εαυτό της, στην καλή της τύχη αλλά και στην κυρία Ρόζα, που όχι μόνο δεν της στερούσε τίποτα αλλά είχε καταφέρει και την ενσωματώσει στην οικογένειά της σαν να ήταν το τέταρτό της εγγόνι. ‘’Ποιος ξέρει, μαζί της  μπορεί να έχω καλύτερη τύχη’’ είχε εξομολογηθεί στην Ολυμπία που έτριβε τα ασημικά τόσο, ώστε ‘’να μην λάμπουν υπερβολικά και στραβωθούμε βρε παιδάκι μου, να είναι καθαρά και να μην ξεχνάς ποτέ, ότι η πατίνα του χρόνου προσθέτει άλλη αίγλη’’ της έλεγε.

«Και τώρα δηλαδή εσύ θα βγάλεις άρωμα;» είχε ρωτήσει ο κύριος Νικολάου εντυπωσιασμένος ένα βράδυ που τους σερβίριζε το βραδινό τους.
«Καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι αδύνατο Σταύρο μου, συνεργασία κάνω με μια μικρή μεν αλλά ανερχόμενη αρωματοποιία, δοκιμασμένη και παλιά στο χώρο».
«Τι να ρωτήσω τώρα εγώ, μήπως ξέρω τίποτα από αρώματα;»
«Δεν χρειάζεται να περνάμε την ώρα μας μιλώντας για δουλειές, έχουμε τη ζωή μας που τρέχει».
«Η δικιά σου τρέχει, η δικιά μου μένει στάσιμη» είχε απαντήσει κατσούφικα ο κύριος Νικολάου, μα η Ολυμπία δεν ήξερε τι είχε ειπωθεί μετά γιατί είχε φύγει από το σαλόνι και τους είχε αφήσει μόνους, ούτε όμως και την ενδιέφερε. Για εκείνη αυτό που μετρούσε ήταν ότι στην κόρη της η ζωή τα έφερνε με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποζημιώνει και την ίδια μαζί της. Χαλάλι ότι πέρασε, μακάρι κι άλλα κορίτσια να είχαν την τύχη της Γαρυφαλλιάς σκεφτόταν και έπεφτε με τα μούτρα στη δουλειά και με την ψυχή ήρεμη και καθαρή σαν κρύσταλλο.

 

Ο Γρηγόρης με την Δήμητρα συνέχιζαν τη ζωή τους με τον τρόπο που μόνο εκείνοι ήξεραν και καταλάβαιναν. Η Ρόζα δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω μετά από τον τελευταίο της διαπληκτισμό με τη νύφη της και για το χατίρι κανενός την πόρτα του σπιτιού της δεν άνοιξε ποτέ πια. Μάθαινε ότι η Δήμητρα και ο Βαγγέλης συνέχιζαν την παράνομη σχέση τους κι αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν γιατί ο γιός της έμενε ακόμα μαζί της. Τώρα που η Φαίδρα είχε παντρευτεί, δεν είχε καμία απολύτως δικαιολογία για να μη χωρίζει και την τελευταία φορά που είχαν έρθει τα δυο της αγόρια για να δειπνίσουν παρέα, με αφορμή το διαζύγιο του Σπύρου με την Στέλλα, ο Γρηγόρης μιλούσε με σεβασμό για την Δήμητρα αποκαλώντας την ‘’η κυρία μου’’. Το αίμα είχε ανέβει στο κεφάλι της Ρόζας μα μιλιά δεν έβγαλε. ‘’Εκτός από βλάκας να δεις ότι ακόμα την αγαπάει’’ είχε πει κρυφά στην Ολυμπία εκείνο το βράδυ γιατί αν δεν μιλούσε σε κάποιον θα έσκαγε. ‘’Τι να σας πω, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου’’ της είχε απαντήσει, αν και συμφωνούσε μαζί της κι όσο θυμόταν το ρεζιλίκι που είχε υποστεί η κυρία Ρόζα στο γάμο της Φαίδρας, να βλέπει το γιο της να μοιράζεται το ίδιο τραπέζι με την Δήμητρα, τον εραστή της και την γυναίκα του , ούτε να θυμάται τη ματιά της δεν ήθελε. Καλά έκανε και της είχε κλείσει την πόρτα, τώρα που η Γαρυφαλλιά έμενε μαζί τους, τέτοια παραδείγματα δεν χρειαζόταν. Αυτή η ιστορία με τα αρώματα όμως, ήταν μια καλή ευκαιρία για να επηρεαστεί η κόρη της ως προς τις σπουδές της. Μέσα σε αυτό το σπίτι υπήρχε έτοιμη μαγιά και η Ανδριάνα θα τη βοηθούσε τη μικρή, ήταν καλός άνθρωπος, αυτό το ήξερε από πρώτο χέρι. Ποιος ξέρει, ίσως τελικά ήταν το τυχερό της αστέρι αυτή η οικογένεια. Θα μιλούσε με την Γαρυφαλλιά αργότερα. Ίσως τα καλοκαίρια να μπορούσε να εργαστεί στην εταιρία, να μάθαινε σιγά-σιγά …

 

Η Φαίδρα από την άλλη, θυμόταν να τηλεφωνήσει στη γιαγιά της, μόνο για να ανακοινώσει όλο χαρά ότι ο Κωνσταντίνος θα έπαιζε με την κιθάρα του πότε εδώ και πότε εκεί.
«Να είσαστε καλά να περάσετε όμορφα» απαντούσε η Ρόζα ευγενικά.
«Γιαγιά μου δεν θα έρθεις;» ρωτούσε η εγγονή της με την ψεύτικη μελιστάλαχτη φωνή της, αυτή που δήλωνε ότι ήθελε να της κάνουν άλλο ένα χατίρι. Το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι της Ρόζας και η απάντησή της ήταν από αυτές που δεύτερη κουβέντα δεν σήκωνε.
«Να έρθω στο Μέγαρο το καταλαβαίνω, στα κλαμπ όμως τι δουλειά έχω μεγάλη γυναίκα, σοβαρέψου Φαίδρα» έλεγε.
«Θα το πεις στους υπόλοιπους;»
«Υπόλοιπους; Δεν σε καταλαβαίνω!»
«Την υπόλοιπη οικογένεια γιαγιά».
«Η οικογένεια, δεν περνάει ποτέ στα υπόλοιπα Φαίδρα, εκτός κι αν έχουμε εκλογές! Αν θέλεις να τους προσκαλέσεις αυτό είναι δικιά σου δουλειά».
«Υπάρχει εισιτήριο όμως …»
«Ενημέρωσε εσύ τον κόσμο κι ας κάνει ο κάθε ένας ό,τι θέλει. Μια συμβουλή πάντως θα σου δώσω, δουλειές με φίλους και οικογένεια δεν κάνουμε και δεν τους θυμόμαστε κάθε που μας συμφέρει, κατάλαβες; Αν αξίζει ας μας το αποδείξει μόνος του, παρ’ όλα αυτά μπορείς να ενημερώσεις όποιον θέλεις αλλά χωρίς να επιμένεις».
«Αυτά συνήθως τα έκανε η μαμά».
«Εμένα μην με ανακατεύετε καθώς επίσης και τους δικούς μου γνωστούς κι εσείς ας κάνετε ό,τι θέλετε» απαντούσε η Ρόζα και η σύγχυση δεν την άφηνε να ησυχάσει για τις επόμενες ημέρες.

«Δεν το ήξερα ότι θα ζητάμε και δωρεές δεξιά κι αριστερά» έλεγε με την χαρακτηριστική θυμωμένη της φωνή και το θέμα θα έληγε εκεί αλλά η ίδια είχε ενημερώσει τους αρμόδιους, ότι διαφημιστικά του Κωνσταντίνου δεν θα κολλούσαν και τους έβγαζε κι από τη δύσκολη θέση η ίδια. «Να πάνε να τα μοιράσουν στα καφέ της γειτονιάς τους» έλεγε και κουβέντα δεύτερη δεν σήκωνε.

Η Δήμητρα, έπαιρνε τις αφίσες του Κωνσταντίνου και πήγαινε και τις κολλούσε όπου έβρισκε και γινόταν πάντα κολλιτσίδα στους γνωστούς της Ρόζας και καθόλου δεν την ενδιέφεραν τα κοροϊδευτικά χαμόγελα αν πίσω από την πλάτη της. Εκείνη αυτό που ήθελε θα το πετύχαινε, τώρα όμως που η Ρόζα της είχε κλείσει την πόρτα κι επιστροφή δεν είχε, δεν μπορούσε να βασιστεί στις γνωριμίες της πεθεράς της, όσο θράσος κι αν είχε. Το αποτέλεσμα ήταν, ότι ένα μέρος των εσόδων του Κωνσταντίνου είχε μειωθεί άρα και της κόρης της και το χειρότερο απ’ όλα για την Δήμητρα ήταν να βάζει το χέρι στην τσέπη της που ήταν γεμάτο από καβούρια. Με την Ρόζα έπρεπε να τα βρει, από την αρχή και με κάθε τρόπο, για όφελος της Φαίδρας και τη δική της ησυχία.

 

Ο Σπύρος πάλευε πάντα από κάτι να συνέλθει.  Όταν συνειδητοποίησε ότι η Στέλλα το μόνο που ήθελε ήταν να μην χωρίσουν για να περιέλθουν στα χέρια της τα περιουσιακά του στοιχεία, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βγει άμεσα το διαζύγιο. Μέρα-νύχτα τρωγόταν με αυτό και ζούσε μέσα σε πλασματικούς εφιάλτες, λες και κινδύνευαν τα ανύπαρκτα καράβια του να βουλιάξουν. Στη συνέχεια, όταν το διαζύγιο επιτέλους βγήκε, τον είχε πιάσει μελαγχολία κι ένιωθε μοναξιά και περνούσε τις νύχτες του με το να αναπολεί τις όμορφες ημέρες των πρώτων χρόνων του δεύτερου γάμου του. Τώρα, είχε γίνει για άλλη μια φορά ο σκόρος του εαυτού του. Τρωγόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ ψάχνοντας για το επόμενο ταίρι του αλλά ακόμα κι αυτό, το έκανε με λάθος τρόπο. Είχε αρχίσει να γκρινιάζει και για την έφεση που θα έκανε η Στέλλα, μα βρήκε την πόρτα κλειστή τόσο από την Ανδριάνα όσο κι από τη μητέρα του. Για την Ρόζα, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχε σημασία. Αυτό που έκανε την ψυχή της να μαραζώνει, ήταν ότι ζούσε τη ζωή του σαν μουρτζούφλης κι ας είχε όλα τα καλά στα πόδια του. Αχαριστία, μεμψιμοιρία κι αγνωμοσύνη, έτσι τον είχε μεγαλώσει η ίδια; Δεν καταλάβαινε ότι κατέστρεφε τη ζωή του χωρίς να υπάρχει λόγος; Πολλές σκέψεις είχαν περάσει από το κεφάλι της, μα πάντα κατέληγε σε μια. Ώριμος άνδρας ήταν, η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως αυτό αποδείκνυε, ας έκανε επιτέλους ό,τι νόμιζε καλύτερο για τον εαυτό του. Είχε έρθει η ώρα να πληρώσει το τίμημα των πράξεών του ο ίδιος και σε αυτό αμφιβολία δεν υπήρχε. Η Ρόζα ήξερε, ότι θα έπρεπε να τον έχει πετάξει με τις ‘’κλωτσιές’’ από το σπίτι πολύ νωρίς, όταν πήρε χαμπάρι ότι η αδυναμία είναι μια μορφή βολής, μα δεν μπορούσε. Η καρδιά της δεν το άντεχε κι ας γνώριζε ότι κάνει λάθος.

Η Μυρτώ είχε φύγει από το σπίτι της μητέρας της κι έμενε με τον παππού της για να μπορεί να διαβάζει ανεμπόδιστη και η Στέλλα έβραζε στο ζουμί της ειδικά μετά τη χθεσινή, τυχαία συνάντηση που είχε με την Ανδριάνα και τον Μανώλη.

Ήταν μεσημέρι όταν οι τρεις τους συναντήθηκαν εντελώς τυχαία στο σιντριβάνι της Πλατείας Συντάγματος. Η Ανδριάνα με τον Μανώλη κρατούσαν ο ένας τον άλλον αγκαλιά και προχωρούσαν αμέριμνοι ανάμεσα στον κόσμο. Με την άκρη του ματιού της είχε δει το εκτυφλωτικό χρώμα των μαλλιών της Στέλλας και τις τούφες της να ανεμίζουν με αναίδεια έτσι όπως βάδιζε. Η Ανδριάνα κατάλαβε εκείνη τη στιγμή ότι θα την αναγνώριζε ακόμα κι αν ήταν ένας κόκκος σκόνης μέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος. Στον Μανώλη δεν είπε τίποτα. Ο άντρας την τραβούσε από το χέρι ρωτώντας ‘’γιατί σταμάτησες’’ χωρίς να περιμένει απάντηση ‘’κι έλα πάμε να σε κεράσω ένα ωραίο καφέ’’.

Οι ματιές των δυο γυναικών είχαν διασταυρωθεί σαν βέλη. Η Στέλλα, ακίνητη κοιτούσε πότε την Ανδριάνα και πότε τον Μανώλη. Το ζευγάρι είχε περάσει ακριβώς από μπροστά της γελώντας και συνεχίζοντας αγκαλιασμένοι την πορεία τους και χωρίς κανείς να της δώσει σημασία ή έστω να την χαιρετήσει με ένα νεύμα του κεφαλιού του. Ο Μανώλης από άγνοια, η Ανδριάνα γιατί η παρουσία αυτής της γυναίκας, έκαναν το στομάχι της να γυρίζει.

«Μόλις πριν λίγο περάσαμε μπροστά από την Στέλλα».
«Που;» ρώτησε ο Μανώλης γυρνώντας το κεφάλι του πότε δεξιά και πότε αριστερά.
«Στο σιντριβάνι».
«Και δεν μου είπες τίποτα;»
«Τι θα άλλαζε;»
«Τίποτα αλλά η τόσο μεγάλη ψυχραιμία σου με εντυπωσιάζει».
«Γιατί εσύ θα έκανες κάτι διαφορετικό;»
«Όχι βέβαια αλλά πάντα σκέφτομαι την Μυρτώ, πατέρας είμαι».
«Εγώ πάλι όχι κι ας είναι ανιψιά μου».
«Η ίδια δεν σου μίλησε ή έστω δεν έκανε κάποια κίνηση;»
«Κοντοστάθηκε αλλά μάλλον τα έχασε. Δεν το περίμενε».
«Τα γραφεία όλων μας απέχουν το ένα από το άλλο μόνο μερικά τετράγωνα, φυσικό είναι να κουτουλήσουμε ο ένας πάνω στον άλλο. Κάποια στιγμή θα γινόταν κι αυτό».
«Μανώλη δεν με ενδιαφέρει. Η Στέλλα ακόμα παραπονιέται ότι δεν της στέλνω μήνυμα για χρόνια πολλά, τι άλλο να σου πω; Η βλακεία της με ξεπερνάει».

Όταν το φανάρι άναψε πράσινο για τους πεζούς, συνέχισαν την πορεία τους.

Η Στέλλα μπαίνοντας στην είσοδο του μετρό, σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα αποδείκνυε ότι η καταστροφή του αυτοκινήτου της, ήταν μέρος της εκδίκησης του Σπύρου ή ίσως της Ανδριάνας την οποία τη θεωρούσε και πιο πιθανή ένοχο και με περισσότερο τσαγανό. Ο Σπύρος δεν θα τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο, δεν είχε τα κότσια άλλωστε, η άλλη όμως δεν της είχε συγχωρέσει την ιστορία με τον Νικόλα και είχε καταλάβει τις προθέσεις της. Ναι, η Ανδριάνα φαινόταν να είναι η μόνη υπεύθυνη για αυτό που ζούσε τώρα. Την έφεση, έπρεπε να την βασίσει πάνω σε αυτό το συμβάν όταν όλα τα προηγούμενα το δικαστήριο τα είχε απορρίψει αλλά μέχρι στιγμής στοιχεία δεν είχε. Ήθελε τόσο να αποδείξει στην κόρη της αλλά και στο δικαστήριο τον ποταπό χαρακτήρα αυτής της γυναίκας ανεξάρτητα με το ερώτημα της Μυρτώς ποια ήταν τελικά η Ανδριάνα και η δικηγόρος την πίεζε να βρει στοιχεία. Πώς να παραδεχόταν ότι όλα τα στοιχεία τα κρατούσε στα χέρια της η ξαδέλφη του Σπύρου; Ήταν εκείνη η καταραμένη αλληλογραφία που είχαν ανταλλάξει. Έπρεπε να μην είχε απαντήσει ποτέ. Δεν ήταν καμία άσχετη πανάθεμά την αλλά την τσάκωσε απροετοίμαστη και η σύγχυση παρέα με τον πανικό, την έκαναν να κάνει το δεύτερο μοιραίο λάθος της ζωής της και θα ήταν πράγματι μοιραίο έτσι και η Μυρτώ μάθαινε όλα τα γεγονότα. Μόνη της είχε παραδεχθεί την αλήθεια και τώρα τι είχε καταφέρει τελικά; Να μπορούν να στραφούν όλοι εναντίον της και να έχουν δίκιο και θεωρούσε και τον εαυτό της έξυπνο, τρομάρα της. Στο δικαστήριο, η Ανδριάνα έμμεσα την έκανε να καταλάβει ότι αν χρειαζόταν θα εμφάνιζε τα πάντα, όμως είχε πει στο δικαστή ‘’δεν είναι της παρούσης’’ γιατί η Ανδριάνα ήξερε ότι τα πρακτικά θα έφταναν στα χέρια του Σπύρου. Αν όμως την ζόριζαν, ήταν σίγουρη ότι θα τα εμφάνιζε. Το μπαλαντέρ τον κρατούσε στο χέρι της. Πως ήταν δυνατόν να έχει κάνει τόσα λάθη μαζεμένα και το χειρότερο απ’ όλα ήταν, ότι υπήρχαν και μάρτυρες τους οποίους τους κατονόμαζε μέσα στα mail της. Ποιο δικαστήριο θα αμφισβητούσε μια καταξιωμένη ψυχολόγο και τη μαρτυρία της; Έτσι κι εμφανιζόταν η Βέρα, θα έχανε την Μυρτώ μια για πάντα.

Το μετρό προχωρούσε, σταματούσε στις στάσεις, οι πόρτες ανοιγόκλειναν και κόσμος έμπαινε κι έβγαινε και η Στέλλα, στριμωγμένη ανάμεσα σε κορμιά, δεν μπορούσε να σταματήσει τις σκέψεις που γυρνούσαν στο μυαλό της σαν σβούρα. Μπορούσε άραγε να στηρίξει την έφεσή της πάνω στο πρόβλημα του Σπύρου με το αλκοόλ και πως θα το έκανε αυτό; Η αλήθεια ήταν ότι δεν την είχε χτυπήσει ποτέ του. Το μόνο που είχε κάνει σε έναν έντονο καυγά ήταν να την σπρώξει. Μελανιές δεν είχε, ούτε εκδορές, ούτε έστω μια ιατρική γνωμάτευση που να μπορούσε να αποδείξει τα λεγόμενά της. Η αδελφή της, μετά από πίεση του δικαστή, χωρίς να το καταλάβει είχε πει την αλήθεια και τα λόγια της, δυστυχώς δεν μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς της για βιαιοπραγία.

Τον Σπύρο δεν ήθελε να τον βγάλει από την μέση, έπρεπε να ζει και να πληρώνει για την Μυρτώ. Κάποια στιγμή η Ρόζα θα πέθαινε, τι στην ευχή κορακοζώητη ήταν κι αυτό το σπίτι τι θα το έκαναν; Ποιος απ’ όλους θα το έπαιρνε; Η μόνη λύση ήταν να πουληθεί και να καρπωθούν τα χρήματα τα αγόρια. Το τι θα έκανε ο Γρηγόρης με το μερτικό του δεν την ενδιέφερε, η Μυρτώ όμως θα μπορούσε να ξεζουμίσει τον πατέρα της για τα καλά άρα έπρεπε να σκεφθεί έξυπνα γιατί στη μέση υπήρχε και ο Νικόλας άρα για την κόρη της ψίχουλα θα έμεναν. Δεν τα είχε κάνει καλά, τώρα το καταλάβαινε αλλά ήταν αργά, εκτός αν κατάφερνε να βγάλει την Ανδριάνα από τη μέση. Αλήθεια, μέχρι που έπρεπε να φτάσει για να πετύχει τους στόχους της; Ένα ήταν σίγουρο, ο Σπύρος χωρίς την Ρόζα και την Ανδριάνα δύσκολα θα τα έφερνε βόλτα.

Το μετρό έφτασε στη στάση που κατέβαινε πάντα η Στέλλα. Συνήθως πάρκαρε το αυτοκίνητό της κάπου εκεί κοντά, τώρα όμως ήταν υποχρεωμένη να πάρει ταξί για να φτάσει σπίτι της. Ποιος το φανταζόταν ότι αυτό το ευγενικό και θεωρητικά άβουλο κορίτσι που είχε γνωρίσει κάποτε, θα είχε το μυαλό να την παγιδεύσει με τέτοιο τρόπο και το χειρότερο απ’ όλα ήταν η μόνιμη απειλή που υπήρχε πάνω από το κεφάλι της. ‘’Αν πληγώσεις την οικογένειά μου, τότε ο πατριός σου και χρηματοδότης σου αλλά δυστυχώς και η Μυρτώ θα μάθουν όλη την αλήθεια’’ είχε γράψει και ήξερε ότι το εννοούσε. Καθώς ο καιρός τα χρόνια περνούσαν, έβλεπε μέρα με την μέρα το νέο πρόσωπο της Ανδριάνας και δεν πίστεψε ποτέ της ότι μπορούσε να κρύβει μέσα της τόση δύναμη και αντοχή.

 

Η Κλειώ βημάτιζε νευρικά μέσα στο γραφείο. Οι σκέψεις διαδέχονταν η μια την άλλη και πάλευε να βάλει το μυαλό της σε τάξη. Είχε θυμώσει τόσο πολύ με την Στέλλα κι αν δεν ήταν η Ανδριάνα να της ανοίξει τα μάτια δεν θα καταλάβαινε το βρώμικο παιχνίδι που της είχε παίξει. Αυτό το παλιοθήλυκο την είχε χρησιμοποιήσει κερδίζοντας την εμπιστοσύνη της μόνο και μόνο για να μπορέσει να πετύχει τα σχέδιά της. Απίστευτο πως είχε πέσει στην παγίδα της. Το αίμα της έβραζε για να την εκδικηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να το θυμάται για το υπόλοιπο της ζωής της και ταυτοχρόνως να μην μπορεί να πει κουβέντα. Πως θα το κατάφερνε όμως αυτό; Πως θα ξεφτίλιζε την Στέλλα.

Έφερε μια βόλτα μέσα στο χώρο και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Θα ερχόταν σήμερα η Ανδριάνα στο γραφείο; Ήθελε να την βλέπει εκεί, αυτή η απομάκρυνσή της τόσο καιρό, την έκανε κι ένοιωθε άβολα. Είχαν κάνει μια συμφωνία οι δυο τους, θα την τηρούσε ή όχι; Έπιασε το κολιέ της και καθώς έπαιζε με τις χάντρες του, σκεφτόταν τις επόμενες κινήσεις της.

‘’Τελικά’’ μονολόγησε ‘’οι εχθροί είναι δυο’’ και τα τακούνια της Ανδριάνας ακούστηκαν στην είσοδο του γραφείου. Η Κλειώ μέτρησε μέχρι το δέκα και η πόρτα της άνοιξε.

«Στις ομορφιές σου είσαι σήμερα» της είπε η Ανδριάνα.
«Δεν πας πίσω» απάντησε όσο πιο γλυκά μπορούσε.
«Λοιπόν ξέρεις, είχα μια ιδέα που μάλλον θα συμφωνήσεις».
«Να πω να μας φέρουν φρέσκο καφέ;» ρώτησε η Κλειώ.
«Καλή ιδέα μόνο που να γεμίσουν την καφετιέρα, όχι μόνο δυο φλιτζάνια» είπε καθώς άνοιγε την τσάντα της και έβγαζε ένα μεγάλο φάκελο.
«Αυτή η μανία σου με τον καφέ …»
«Έχουμε να κουβεντιάσουμε αρκετά σήμερα» είπε και συνέχισε «θα σε περιμένω στο γραφείο μου, έλα όταν είσαι έτοιμη» είπε και προχώρησε μπροστά με βήμα σταθερό και χωρίς να βιάζεται. Η Κλειώ δεν έπρεπε να καταλάβει τίποτα.

Λίγα ώρα μετά, ενώ η Ανδριάνα είχε τακτοποιηθεί στο γραφείο της. Η πόρτα άνοιξε και η βοηθός της Ρόζας μπήκε μέσα κρατώντας στα χέρια της το μεγάλο δίσκο με την κανάτα γεμάτη καφέ, τις δυο μεγάλες κούπες κι ένα μπολ με βουτήματα.

«Ακούμπησέ τα στο γραφείο των συσκέψεων» είπε και πήγε κοντά της. «Δεν σε έχω ρωτήσει ποτέ» συνέχισε «πως τον πίνεις τον καφέ σου;»
Η Κλειώ τα έχασε «σκέτο» είπε και η έκπληξη ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της καθώς έβλεπε την Ανδριάνα να την σερβίρει.
«Κάτσε κάτω Κλειώ» είπε και χαμογέλασε. «Σκεφτόμουν την κουβέντα μας και πήρα μερικές αποφάσεις τις οποίες θέλω να κουβεντιάσω πρώτα μαζί σου».
«Δηλαδή;» ρώτησε ανήσυχη η Κλειώ.
«Νομίζω ότι για αρκετά χρόνια παρέμεινες βοηθός της θείας μου, ήρθε η ώρα να το αλλάξουμε δεν νομίζεις;»
«Τι εννοείς Ανδριάνα;»
«Προαγωγή, πως σου φαίνεται;»
«Γίνε πιο συγκεκριμένη σε παρακαλώ» είπε και ξεροκατάπιε από την αγωνία της. Η αλήθεια ήταν, ότι μέσα της υπήρχε ο κρυμμένος φόβος της απόλυσης, όμως τώρα τα πράγματα έπαιρναν άλλη τροπή.
«Κοίταξε» συνέχισε να λέει η Ανδριάνα «οι άνθρωποι πρέπει να εξελισσόμαστε κι εμείς οι δυο κάναμε μια συμφωνία, θυμάσαι;»

Η αλήθεια ήταν ότι το κρασί που είχαν πιεί την προηγούμενη φορά της είχε θολώσει λίγο το μυαλό και η μνήμη της δεν την βοηθούσε αλλά δεν θα άφηνε την Ανδριάνα να το καταλάβει.

«Φυσικά και θυμάμαι, προτιμώ όμως να σε ακούσω» απάντησε και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της, σταυρώνοντας τις όμορφες γάμπες της.
«Δεν θέλω να είσαι πλέον βοηθός της Ρόζας».
«Ναι, αλλά δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς μου ζητάς».
«Θέλω να είμαστε ισότιμες εδώ μέσα».
«Και πως θα γίνει αυτό;»
«Στην Ρόζα θα μιλήσω εγώ, ήδη έχουμε κάνει μια πρώτη συζήτηση και δεν την βρήκα καθόλου αρνητική, πριν όμως ολοκληρώσω την κουβέντα μαζί της, χρειάζομαι τη δικιά σου συγκατάθεση».
«Εξαρτάται από το τι θα μου ζητήσεις».
«Κλειώ, ας μην παίζουμε άλλο. Για την κυκλοφορία αυτού του αρώματος έχεις δουλέψει σκληρά, η εταιρία περνάει σε μια καινούργια εποχή και χρειαζόμαστε μοντέρνα μυαλά, είσαι μαζί μου ναι ή όχι;»
«Φαντάζεσαι ότι η Ρόζα πράγματι θα επιτρέψει  κάτι τέτοιο;»
«Είναι μονόδρομος αυτό Κλειώ, χωρίς εμάς τις δυο και τον Μανώλη στην προώθηση του προϊόντος με κουβαρίστρες και καρφίτσες μπροστά δεν θα πάμε. Στάσιμες θα μείνουμε, κατάλαβες; Η Ρόζα μέχρι εδώ τα έχει πάει περίφημα, παρακάτω όμως τι θα γίνει;»
«Και το επόμενο μας βήμα ποιο είναι;»
«Να προσλάβεις μια καινούργια βοηθό».
«Και να χάσω τη δουλειά μου; Δεν μου τα λες καλά».
«Η καινούργια θέση έχει απαιτήσεις, αν δεν θέλεις να έρθεις μαζί μου, τότε θα αναγκαστώ να προσλάβω κάποια άλλη στη θέση σου και μείνε εκεί που είσαι. Στην τελική ανάλυση μπορεί να έχεις δίκιο, μια νέα γυναίκα με περισσότερες σπουδές και περισσότερα όνειρα ίσως είναι τελικά αυτό που μας χρειάζεται» είπε η Ανδριάνα «χρειαζόμαστε μια διευθύντρια για την προώθηση των προϊόντων, θα το κοιτάξω και θα σε ενημερώσω» είπε κι έκανε να σηκωθεί από τη θέση της.
«Θα φέρεις ένα νέο κορίτσι να με διατάζει;»
«Από εσένα εξαρτάται Κλειώ, σου προτείνω να ανέβεις στην ιεραρχία και μου κάνεις νερά. Άλλα κουβεντιάσαμε, άρα τι περιμένεις να αφήσω την εταιρία να βουλιάξει;»
«Θέλω συμβόλαιο».
«Βλέπεις πολλές ταινίες υποθέτω» είπε ειρωνικά και μιλώντας σχεδόν σαν την θεία της. «Δεν είμαστε πολυεθνική εταιρία, για ποια συμβόλαια μιλάμε; Υπάρχει η πρόσληψη σου και θα αλλάξουμε την ιδιότητά σου, αυτά είναι έξω από τις δικές μου αρμοδιότητες. Το λογιστήριο ξέρει ακριβώς τι να κάνει» είπε και προχώρησε στη θέση της. «Δεν μου αρέσει όπως εξελίσσεται η συζήτηση, περίμενα να υπάρχει μεγαλύτερος ενθουσιασμός από πλευράς σου».
«Σύμφωνοι αλλά θέλω κάτι που να επιβεβαιώνει αυτά που λέμε».
«Ας μιλήσουν οι δικηγόροι μας μεταξύ τους».
«Δικηγόροι;»
«Τι πιο επίσημο από αυτό;»
«Τα περιπλέκεις πολύ τα πράγματα Ανδριάνα».

Η επιθυμία που είχε η ανιψιά της Ρόζας ήταν να της στρίψει το λαιμό μέχρι να ακούσει τον χαρακτηριστικό ήχο που θα έκανε αν έσπαγε. Αντί αυτού είπε, «είπαμε να κάνουμε κάτι μαζί Κλειώ, να εμπιστευτούμε η μια την άλλη κι εσύ μου φέρεσαι λες και προσπαθώ να σου κάνω κακό. Δεν είμαι εγώ ο εχθρός σου ξέρεις».

Στο χώρο του γραφείου υπήρξαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής. Οι δυο γυναίκες κοιτούσαν η μια την άλλη και οι σκέψεις είχαν στήσει χορό στο κεφάλι τους.

«Εντάξει έχεις δίκιο» ξεκίνησε να λέει η Κλειώ «δεν είναι όμως παράλογο να έχω κι εγώ τις ανασφάλειές μου, ούτε να θέλω να εξασφαλίσω την δουλειά μου».
«Έχεις καταλάβει ότι αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι παραπάνω ούτε εσύ μα ούτε κι εγώ; Η εταιρία ανήκει στη Ρόζα και μόνο σε αυτή και σου δίνεται μια ευκαιρία, ή την κρατάς ή την πετάς. Αποφάσισε».
«Και πως θα ξέρω Ανδριάνα ότι τα πλάνα δεν θα αλλάξουν;»
«Εγγυήσεις δεν υπάρχουν. Ολόκληροι κολοσσοί στο παγκόσμιο στερέωμα κι έχουν καταποντιστεί κι εσύ τι μου ζητάς ακριβώς γιατί δεν κατάλαβα».
«Θέλω να γίνω μέτοχος».
«Σε αυτή την εταιρία δεν υπάρχει περίπτωση Κλειώ, μέτοχος σημαίνει ότι αναλαμβάνει όχι μόνο τα οφέλη αλλά και τις υποχρεώσεις κι εσύ, όπως κι εγώ δεν μπορούμε ούτε να αγοράσουμε μερίδια, ούτε να εκβιάσουμε την Ρόζα έμμεσα ή άμεσα και μην ξεχνάς και το κυριότερο, ο Σπύρος θα μας τυλίξει και τις δυο σε μια κόλλα χαρτί. Δικηγόρος είναι …».
«Σε αυτή την εταιρία είπες. Τι εννοείς δηλαδή;»
«Ότι αν κάνεις λίγο καιρό υπομονή θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε τη δικιά μας, το μόνο που σου ζητάω είναι ψήφος εμπιστοσύνης, έτσι κι αλλιώς έχεις πρόσβαση σε όλα τα τμήματα, ανά πάσα στιγμή γνωρίζεις τι ακριβώς γίνεται. Μετά μην ξεχνάς ότι έχεις περισσότερες συμπάθειες μέσα εδώ από εμένα».
«Γιατί το λες αυτό;»
«Γιατί είσαι ένας από αυτούς, δεν είσαι η ανιψιά της Ρόζας, δεν σου χαρίστηκε τίποτα. Ό,τι και να γίνει η ομάδα αυτή εσένα θα ακολουθεί πάντα Κλειώ, το κατάλαβες; Θα είσαι η γυναίκα της διπλανής τους πόρτας και θα μπορείς να τους εμπνέεις, θα έχεις την ευκαιρία να τους κάνεις να ονειρεύονται, να θέλουν να γίνουν σαν και σένα».

 

Κουρασμένη και με τους κύκλους να είναι έντονοι κάτω από τα μάτια της, η Ανδριάνα οδηγούσε στο λόφο. Η Ρόζα την περίμενε στο γραφείο του πάνω ορόφου μαζί με τον κύριο Χαράλαμπο Αντωνίου.

«Έλα σε περιμένουν» είπε η Γαρυφαλλιά καθώς της έπαιρνε το παλτό της και το πήγαινε στο βεστιάριο.

«Ζητώ συγγνώμη άργησα» είπε η Ανδριάνα ανοίγοντας την πόρτα.
«Κάθισε γιατί δεν έχουμε χρόνο» της είπε η θεία της και της έσπρωξε το συμβόλαιο που είχε ήδη συντάξει ο κύριος Αντωνίου για να υπογράψει. «Εντάξει με την Κλειώ;» ρώτησε αν και ήταν σίγουρη ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα και χωρίς να περιμένει απάντηση είπε «ο κύριος Αντωνίου είναι ο καινούργιος μας δικηγόρος».
«Χάρης παρακαλώ» είπε ευγενικά ο νέος άνδρας και αντάλλαξαν την πρώτη τους χειραψία.

Η Ανδριάνα σωριάστηκε στην καρέκλα της. «Χρειάζομαι κάτι να με τονώσει Ρόζα, πες στην Γαρυφαλλιά να μου φέρει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί γιατί η ημέρα ήταν δύσκολη και πείτε μου τι είναι αυτά τα χαρτιά κύριε Αντωνίου, το κεφάλι μου πάει να σπάσει».
«Η νέα εταιρία είναι γεγονός κυρία Παππά, η θεία σας θα είναι πρόεδρος αλλά θα ανήκει ολόκληρη σε εσάς κι έτσι μπορείτε να δημιουργήσετε όσες σειρές καλλυντικών θέλετε».
«Ρόζα είσαι σίγουρη;»
«Πάντα ήμουν σίγουρη Ανδριάνα, πάρε το συμβόλαιο, διάβασέ το παρέα με τον Μανώλη, δες αν θέλεις κάτι να αλλάξουμε και μου λες. Έτσι κι αλλιώς κι αυτή που έχουμε στο δικό σου όνομα θα περάσει, βρήκε η Κλειώ άνθρωπο να εκβιάσει» είπε και γέλασε μόνη της.
«Εμένα θα μου επιτρέψετε» είπε ο κύριος Αντωνίου, μάζεψε τα χαρτιά του, καληνύχτισε τις δυο γυναίκες κι έφυγε σαν τον άνεμο.

Η Ρόζα κράτησε το χέρι της Ανδριάνας σφιχτά.

«Να κάνεις το κάθε σου όνειρο πραγματικότητα αγάπη μου» της είπε και τη φίλησε δυνατά στο μάγουλο «και τώρα πες μου όλες τις λεπτομέρειες της ημέρας» είπε και κάθισε ακριβώς απέναντι από την ανιψιά της απολαμβάνοντας τη διήγησή της.

 

Την ίδια ώρα οι σκέψεις στο μυαλό  της Στέλλας και της Κλειώς τις οδηγούσε σε λανθασμένα μονοπάτια, συμπεράσματα κι ανθρώπους που καμία ανάμιξη δεν είχαν.

Η απεικόνιση από την κάμερα του σπιτιού που βρισκόταν απέναντι από το αυτοκίνητο της Στέλλας την νύχτα της καταστροφής, έδειχνε να βγαίνει από το μαύρο χωρίς πινακίδες αυτοκίνητο μια φιγούρα με κρυμμένο το πρόσωπο που φορούσε αυτές τις πλεκτές μαύρες κουκούλες που συνήθως προτιμούν οι κλέφτες. Ούτε τα μάτια φαινόταν, γιατί πάνω από την κουκούλα φορούσε γυαλιά μηχανής, ,στα χέρια γάντια, μπουφάν, παντελόνι φαρδύ, μπλούζα ζιβάγκο κι ένα ζευγάρι στρατιωτικά άρβυλα. Όποιος έκανε τη ζημιά το είχε σχεδιάσει πολύ καλά.

Η φιγούρα που έβλεπε στην οθόνη του υπολογιστή δεν της θύμιζε τίποτα, η Στέλλα όμως ήταν απολύτως σίγουρη ότι η Κατερίνα κρυβόταν πίσω από όλα αυτά. Ήταν η καλύτερη εκδίκηση που μπορούσε να πάρει, έστω και μετά από τόσα χρόνια. Όσο το σκεφτόταν τόσο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η πρώτη γυναίκα του Σπύρου, θα χρησιμοποιούσε οποιονδήποτε τρόπο για να την πληγώσει, για να την κάνει να νιώσει όπως ένοιωσε εκείνη τότε. Η μητέρα του Νικόλα, του αδελφού της κόρης της.

«Θα κάνετε μήνυση κατά αγνώστου;» την ρώτησαν στην αστυνομία και η Στέλλα είχε κουνήσει καταφατικά το κεφάλι λέγοντας ένα ξερό «ναι». Την μητέρα του Νικόλα θα την αναλάμβανε η ίδια, θα έβρισκε τον τρόπο. Το σπίτι που της είχε αφήσει ο μακαρίτης ο πατέρας της Κατερίνας στο Λαύριο, ήξερε ακριβώς που βρίσκεται. Υπομονή και το καλοκαίρι θα ερχόταν.

 

Η Κλειώ από την άλλη άκρη της πόλης, διασκέδαζε μόνη της στο γνωστό μπαρ της Κηφισιάς κουνώντας το κορμί της στον ρυθμό της μουσικής και χαμογελώντας με νόημα στον μπάρμαν.

«Ένα ουίσκι σκέτο» είχε ζητήσει αλλά δεν το έπινε. Ήθελε να απολαύσει το συναίσθημα της νίκης της κι όχι να ζαλιστεί. Ποιος το φανταζόταν ότι η Ρόζα θα έπεφτε στην παγίδα που η ίδια είχε στήσει με την ανιψιά της; Έβαλε στο στόμα της ένα αλμυρό φιστίκι και το άφησε να τις κάψει τον ουρανίσκο. Είχε πολύ δουλειά μπροστά της, η εταιρία έπρεπε να περάσει πάση θυσία στα χέρια της, ο Σπύρος να γυρίσει στο κρεβάτι της και η Στέλλα … αλήθεια τι έπρεπε να κάνει με την Στέλλα;

Το σκέφτηκε λίγο και άρχισε να γελάει μόνη της όταν η εικόνα σχεδιάστηκε από μόνη της στο κεφάλι της. ‘’Θα την κούρευε, ναι αυτό ακριβώς θα έκανε. Από την πλούσια μακριά χαίτη της που τόσο επιδεικτικά την τίναζε σαν άγρια φοράδα, δεν θα έμενε τίποτα. Πόσα θα χρειαζόταν άραγε για να προσλάβει δυο νταγλαράδες να της ξυρίσουν μαλλιά και φρύδια;  Στην πλατεία Ομονοίας ίσως έβρισκε αυτό που ήθελε. Αυτό που χρειαζόταν ήταν να το σχεδιάσει σωστά και οι ευθύνες όλες να πέσουν πάνω στην Ανδριάνα. Τώρα θα έπινε, αυτό έμοιαζε να ήταν το τέλειο σχέδιο για να τους βγάλει όλους από την μέση’’. Χαμογέλασε, πλήρωσε κι έφυγε. ‘’Ξυρισμένη και χωρίς φρύδια’’ αναλογίστηκε και άφησε το δυνατό και τρανταχτό γέλιο της να ακουστεί μέσα στη νύχτα.

 

Η Κατερίνα δεν είχε ιδέα για όλα αυτά. Ξαπλωμένη στον καναπέ του σπιτιού της απολάμβανε ένα κομμάτι από το αγαπημένο της γλυκό.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here