«Ξέρεις τι μου είπε ο ξάδελφός σου χθες το βράδυ;» ρώτησε η Κορίνα την Ανδριάνα.

Η Κορίνα με τον Σπύρο είχαν μεγαλώσει μαζί. Ήταν συμμαθητές και φίλοι από την πρώτη δημοτικού και ταυτοχρόνως η καλύτερη φίλη της Κατερίνας, της πρώτης συζύγου του Σπύρου μέχρι και σήμερα. Η αλήθεια ήταν ότι η ζωή δεν της είχε φερθεί με τον καλύτερο τρόπο και παρά το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα της, ήταν για όλους τους ένα αγαπημένο πρόσωπο, μια πραγματική φίλη.

Στις τελευταίες τάξεις του σχολείου, ο Σπύρος με την Κατερίνα και η Κορίνα με τον Άρη είχαν γίνει η τετράδα που όλοι ‘’ζήλευαν’’. Ήταν κοινό μυστικό ότι αυτές οι δυο σχέσεις θα κατέληγαν γρήγορα σε γάμο, αυτό που κανείς δεν ήξερε και δεν μπορούσε να φανταστεί ήταν, το πώς τελικά θα εξελισσόταν η ζωή αυτών των ανθρώπων, τα αναπάντεχα γεγονότα που καθόρισαν όλη τους τη ζωή, λάθη που θα έκαναν και οι αδικίες που θα ζούσαν.

Η Κορίνα με τον Άρη είχαν αποκτήσει ένα κοριτσάκι και πριν προλάβει το παιδί τους να γίνει δυο ετών, ο Άρης πέθανε ξαφνικά από ανεύρυσμα στον εγκέφαλο παίζοντας μπάσκετ. Αυτό που είχε νιώσει η Ανδριάνα, ήταν ένα τεράστιο μαύρο παγωμένο πέπλο να τους τυλίγει και να τους κόβει την ανάσα. Ο Άρης είχε φύγει, το μυαλό δεν το χωρούσε και εξήγηση δεν υπήρχε καμιά. Ένα μαύρο τούνελ που έπρεπε να διανύσουν όσοι τον είχαν αγαπήσει. Τους γονείς του σκεφτόταν περισσότερο από όλους. ‘’Εκείνη η μάνα’’ έλεγε κι αμέσως μετά οι λέξεις χάνονταν. Το πώς η  Κορίνα κατάφερε να μεγαλώσει το παιδί της και να σταθεί στα πόδια της έχοντας ως μόνιμους οικονομικούς αντίπαλους και διεκδικητές της περιουσίας την οικογένεια του νεκρού της άντρα κανείς δεν το έμαθε ποτέ. Η αποστολή της Κορίνα ήταν μόνο μια, να κάνει την κόρη της έναν ευτυχισμένο και ελεύθερο άνθρωπο. Η ίδια δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει τον Άρη. Η Ανδριάνα είχε την αίσθηση ότι κατά βάθος, ποτέ της δεν θέλησε να αφήσει πίσω της τον άντρα της και την αγάπη που είχε μοιραστεί μαζί του αλλά και το όνειρο που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Το μεγάλο ‘’γιατί’’ που της έτρωγε την ψυχή, έκανε στην άκρη και το μαγικό κάλεσμα της ίδιας της ζωής. Ο Άρης, όσους συντρόφους κι αν γνώρισε μετά η Κορίνα στη ζωή της, έμεινε για πάντα εκεί, ριζωμένος στην καρδιά της και με έναν τρόπο δικό της χάριζε ένα γλυκό χαμόγελο σε όλους, εκτός από την πατρική οικογένεια του άντρα της που δεν τους είδε ποτέ ξανά.

«Ειλικρινά δεν θέλω να ξέρω» της απάντησε η Ανδριάνα αλλά η Κορίνα δεν της έδωσε την παραμικρή σημασία.
«Σκέφτεται να κάνει πρόταση στην Στέλλα να τα βρουν».
«Αυτό δεν είναι νέο».
«Το ήξερες ήδη;»
«Κορίνα, με τον Σπύρο έχω σηκώσει τα χέρια ψηλά. Η αλήθεια είναι ότι έχει αρχίσει και μου κρύβεται και να σου πω κάτι, αυτό είναι και το δικό μου ζητούμενο».
«Τι εννοείς;»
«Κουράστηκα. Δεν θέλω ούτε να ξέρω και ούτε να ακούω για την Στέλλα. Μακάρι να έμπλεκε μαζί σου».
«Ξέρεις ότι αυτό δεν γίνεται» είπε και γέλασε δυνατά.
«Ο Άρης έχει πεθάνει τόσα χρόνια. Είμαι σίγουρη ότι αν σας βλέπει από εκεί ψηλά θα είσαστε ο μόνιμος πονοκέφαλός του και σίγουρα θα ‘’ένιωθε’’ καλύτερα αν τα είχες βρει με τον Σπύρο, τουλάχιστον η κόρη σας θα είχε αποκτήσει μια οικογένεια που θα την αγαπούσε».
«Δεν μπορούμε να δούμε ο ένας τον άλλον ερωτικά, εμείς οι δυο είναι σαν να είμαστε αδέλφια».
«Δυστυχώς λες αλήθεια».
«Τι θα κάνουμε με τον Σπύρο μου λες;»
«Στον ξάδελφό μου έχω πει κι έχω ξεκαθαρίσει πολλές φορές ότι επειδή η ζωή είναι γεμάτη ανατροπές κι εκεί που βγαίνουν τα διαζύγια εκεί οι άνθρωποι ‘’ερωτεύονται’’ από την αρχή, παράδειγμα τρανό η μητέρα της Στέλλας ας μην το ξεχνάμε, αν θελήσει να μπλέξει πάλι μαζί της εμένα θα πρέπει να με ξεχάσει».
«Έχεις πει τέτοιο πράγμα;»

Η Ανδριάνα χαμογέλασε. Η Κορίνα δεν είχε ιδέα για την Στέλλα και τον Νικόλα.

«Δεν την θέλω στη ζωή μου και ξέρεις πολύ καλά ότι πιστεύω ότι είναι ένας από τους χειρότερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Ο ξάδελφός μου μπορεί να είναι τόσο κακομοίρης όσο ο πάτριός της Στέλλας και να ακολουθεί πιστά τα βήματά του. Αν διαβάσεις και το πρακτικό από το δικαστήριο θα δεις αυτά που είπε η αδελφή της».
«Τι δηλαδή;»
«Ότι ναι μεν η Στέλλα έφυγε από το σπίτι αλλά ότι δεν ήθελε να χωρίσουν. Κοίτα, έχω κουραστεί τόσο πολύ με αυτή την ιστορία που δεν θέλω να μιλάω άλλο. Ας κάνουν ό,τι θέλουν και μακριά από εμένα».
«Θα ξέκοβες με τον Σπύρο; Δεν σε πιστεύω».
«Κορίνα ο κάθε ένας από εμάς μπορεί να κάνει αυτό που επιθυμεί κι ό,τι τον κάνει ευτυχισμένο. Θα σεβαστώ κάθε απόφαση του Σπύρου αλλά επίσης θα πρέπει κι εσείς να σεβαστείτε τις δικές μου επιθυμίες. Η κουβέντα γι’ αυτό το ζευγάρι τελειώνει εδώ, έχω άλλα πολύ πιο ενδιαφέροντα στο μυαλό μου κι αν θέλεις πάμε μια βόλτα οι δυο μας να πούμε τα δικά μας» είπε και συμφώνησαν να βρεθούν σύντομα.

 

Στο μυαλό της Ανδριάνας, γυρνούσαν άλλα πράγματα και είχε λόγο να χαμογελάει, το μυστικό της όμως για την ώρα δεν θα το μοιραζόταν με κανέναν.

«Την Πέμπτη καλύτερα, για να προλάβω και να έχω συγκεντρώσει όλα τα χαρτιά» είχε πει ο Μανώλης μιλώντας στο τηλέφωνο. «Περιμένω μόνο την ληξιαρχική πράξη γάμου να μου στείλουν και είμαστε εντάξει».
«Μπορείτε να έρθετε μόνο εσείς ό,τι ώρα θέλετε για την εξουσιοδότηση» του είχε απαντήσει η βοηθός του δικηγόρου του.
«Αποκλείεται, θέλω να είμαι σίγουρος ότι θα έρθει και η Πηνελόπη μαζί μου. Μέχρι τελευταία στιγμή κανείς δεν ξέρει» είχε απαντήσει και η Ανδριάνα, όσο ο Μανώλης μιλούσε και πηγαινοερχόταν στο σαλόνι μαζεύοντας τα χαρτιά του, κοιτούσε έξω από το παράθυρο την άνοιξη να έρχεται, παριστάνοντας ότι η προσοχή της δεν ήταν στραμμένη στα λόγια του Μανώλη.

«Να σου βάλω καφέ;» τον ρώτησε όταν έκλεισε, περισσότερο για να ξεκινήσει από κάπου την κουβέντα.
«Ίσα που προλαβαίνω» αποκρίθηκε ο Μανώλης «κατάλαβες τι έγινε μόλις τώρα υποθέτω;»
«Θα βρεθείτε με την Πηνελόπη για …»
«Ναι και θέλω να είμαι παρών γιατί βιάζομαι πια. Κουράστηκα, θέλω κι εγώ να τελειώνω με αυτό το διαζύγιο».
«Όλα θα πάνε μια χαρά» του απάντησε η Ανδριάνα και τον αγκάλιασε. Ο Μανώλης, ίσα που ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του κι έφυγε βιαστικά.
«Θέλω να αρχίσουν όλα από την αρχή» είχε πει χαμογελώντας καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω του.

Η Ανδριάνα γύρισε στο σαλόνι, κάθισε στον μεγάλο καναπέ και κάλεσε στο κινητό την Κλειώ.

«Τι ραντεβού έχουμε σήμερα;» ρώτησε και περίμενε την απάντησή της. «Ωραία, δεν σε πειράζει να αργήσω λίγο, έχω έναν τρομερό πονοκέφαλο» είπε ψέματα και αφέθηκε στις σκέψεις της.

Είχε ανάγκη να μείνει λίγο μόνη με τον εαυτό της. Τόσα χρόνια αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν να τελειώνει ο Μανώλης με το διαζύγιό του.

«Δεν έχω καταλάβει γιατί σε απασχολεί τόσο» την είχε ρωτήσει η φίλη της η Αλεξάνδρα.
«Εσένα δεν σε πειράζει που ο Μιχάλης δεν έχει ακόμα χωρίσει; Τόσα χρόνια είσαστε μαζί, ζείτε στο ίδιο σπίτι, η κόρη του έρχεται και μένει μαζί σας, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω την ερώτησή σου» είχε απαντήσει η Ανδριάνα.
«Νομίζω ότι είναι ξεπερασμένη αυτή η άποψη, τι σημασία έχει;»

Όταν είχαν ξεκινήσει τη σχέση αυτή με τον Μανώλη, το μυαλό της ήταν σκόρπιο σε χίλιες μεριές και η ίδια αποπροσανατολισμένη. Ο θάνατος της μητέρας της, της είχε κοστίσει περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί. Αργότερα κατάλαβε ότι μαζί με την κυρία Αγγελική που είχε φύγει, θρηνούσε για όλα όσα δεν είχε προλάβει στο παρελθόν. Η ζωή της όλη ήταν ένα ανεμοδούρι από σκόρπιους έρωτες και κάπως έτσι είχε δει και την σχέση αυτή.

Τότε δεν το έβαζε με το μυαλό της ότι θα έφτανε η μέρα που θα ζούσαν με τον Μανώλη μαζί. Σήμερα όμως, το διαζύγιο αλλά και η προοπτική ενός γάμου την έκαναν να τρομάζει. Η Ρόζα θα χαιρόταν, γι’ αυτό ήταν απολύτως σίγουρη και ήταν σαν να την έβλεπε μπροστά της, να κουνάει το κεφάλι και να της δίνει με ένα νεύμα του κεφαλιού την έγκρισή της. Λες και χρειαζόταν κάτι τέτοιο. Η προοπτική ενός γάμου όμως την έκανε να θέλει να το βάλει στα πόδια.

Ο Μανώλης μεταξύ αστείου και σοβαρού της το είχε πει κι εκείνη είχε απαντήσει ‘’ένα-ένα, να τελειώνουμε πρώτα με τα διαδικαστικά’’, προσπαθώντας να κρύψει τα συναισθήματά της.
«Φοβάσαι» της είχε απαντήσει «το ξέρω, φαίνεται» και είχε αρχίσει να γελάει. Συνέχεια δεν έδωσε κανείς τους.

Κουρνιασμένη στην ησυχία του σαλονιού της και κρυμμένη στην ασφάλεια των σκέψεών της, ήρθαν στο μυαλό την συζήτηση που είχε κάνει με την Βέρα χρόνια πριν, κουβεντιάζοντας για τις σχέσεις της.

«Πότε σκοπεύεις να κατέβεις από το θρόνο σου;» την είχε ρωτήσει μα η Ανδριάνα δεν είχε απαντήσει. Σηκώθηκε από τη θέση της και πήγε στο παράθυρο. Ήταν μια κίνηση που έκανε όταν ήταν νευρική.

Η Ανδριάνα δεν ήθελε να παντρευτεί. Η σκέψη και μόνο έκανε το στομάχι της να δένεται κόμπος. Το ίδιο ένιωθε και στο παρελθόν, όποτε μια σχέση της έπαιρνε μια πιο σοβαρή  μορφή. Η ίδια το είχε αποδεχθεί, ότι η δικιά της επιθυμία ήταν να ζει ελεύθερη, χωρίς συμβόλαια και ανούσια, κατά την κρίση της δεσμά. Πίστευε ότι ο μεγαλύτερος γάμος γινόταν μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, όλα τα υπόλοιπα τα έβλεπε ως κοινωνικά συμβόλαια που δεν είχαν χώρο στη δικιά της λογική. Τι θα γινόταν όμως αν ο Μανώλης επέμενε; «Είναι πολλά αυτά που θέλω να κάνω μαζί σου» της έλεγε κάθε τόσο «να χτίσουμε τη ζωή μας μαζί» τονίζοντας πάντα την τελευταία λέξη.

«Και τι σκας» της είχε πει η συμμαθήτριά της η Έμμα, «πάμε σε ένα Δημαρχείο και ξεμπερδεύουμε μέσα σε πέντε λεπτά, δυο μάρτυρες θα χρειαστείς και …»

Ο ήχος του τηλεφώνου την έβγαλε από τις σκέψεις της. Ήταν από την εταιρία.

«Την Κλειώ την χτύπησε αυτοκίνητο» είπε η Δόμνα από το λογιστήριο.
«Πότε έγινε αυτό, πριν από λίγο της μίλησα».
«Κατέβηκε να πάρει κάτι από την αγορά, δεν ξέρω να σας πω περισσότερα και μάλλον ήταν αφηρημένη, έτσι είπαν και …»
«Που την έχουν, ζει, θα γίνει καλά;»
«Δεν ξέρω σίγουρα, νομίζω πως ναι» συνέχισε η γυναίκα και η Ανδριάνα φώναξε «πες μου σε ποιο νοσοκομείο να πάω» κι άρχισε να τρέχει μέσα στο σπίτι για να ντυθεί. «Ακυρώστε όλα μας τα ραντεβού» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Την Ρόζα δεν την ενημέρωσε, πόσα μπορούσε να αντέξει κι αυτή η γυναίκα, μόνο τον Μανώλη πήρε τηλέφωνο για να τον ειδοποιήσει.
«Ούτε ξέρω τι μου γίνεται» του είπε «θα σε πάρω όταν θα έχω κάτι να σου πω».

Οδηγώντας αναρωτιόταν τι στην ευχή είχε συμβεί τον τελευταίο καιρό και πριν προλάβουν να πάρουν ανάσα, τα γεγονότα ερχόταν το ένα μετά το άλλο. Ανέβαινε την Κηφισίας με ταχύτητα κι όταν έφτασε στον προορισμό της παράτησε το αυτοκίνητο στο πλησιέστερο υπαίθριο γκαράζ.

Έδωσε τα στοιχεία της Κλειώς και την ενημέρωσαν ότι νοσηλευόταν στο δωμάτιο 811.
«Είναι ζωντανή;» είχε ρωτήσει την κοπέλα στην υποδοχή.
«Να καλέσω τον γιατρό της» είπε σηκώνοντας το τηλέφωνο «εσείς ποια είσαστε;»
«Η αδελφή της» είπε ψέματα η Ανδριάνα.
«Θα σας συναντήσει ο βοηθός του γιατρό στο δωμάτιο» απάντησε ευγενικά η κοπέλα.

Στο ασανσέρ περίμενε κόσμος υπομονετικά η ίδια όμως άρχισε να τρέχει στις σκάλες. Πέρα από την αγωνία που έκανε την αδρεναλίνη να τρέχει στο αίμα της, μια σκέψη είχε σφηνώσει στο κεφάλι της. ‘’Πολύ βολική έμοιαζε αυτή η εξέλιξη και τους έβγαζε όλους από τη δύσκολη θέση’’ αλλά δεν το έψαξε άλλο.

Έφτασε στο δωμάτιο ξεψυχισμένη. Περίμενε να δει την Κλειώ σε κακό χάλι αλλά η εικόνα της έμοιαζε αρκετά καλή. Στάθηκε στην πόρτα και την κοιτούσε να κοιμάται ήρεμη. Μπήκε μέσα πατώντας στις άκρες των δαχτύλων της, κάθισε στην καρέκλα, έβγαλε ένα μπουκάλι νερό που κουβαλούσε πάντα στην τσάντα της και περίμενε σχεδόν ακούνητη. Το κινητό της το είχε βάλει στη δόνηση και το κρατούσε στα χέρια περισσότερο από νευρικότητα.

Πρέπει να είχαν περάσει περισσότερο από δυο ώρες όταν ένας ψηλός άνδρας με λευκή μπλούζα έκανε την εμφάνισή του στην πόρτα. Μπήκε μέσα, κοίταξε το σχεδιάγραμμα που ήταν κρεμασμένο στα πόδια του κρεβατιού και κοίταξε την Ανδριάνα.
«Είσαστε …»
«Είμαι η αδελφή της, για την ακρίβεια η ετεροθαλής αδελφή της» απάντησε «έχουμε χάσει και οι δυο τους γονείς μας …».
«Ελάτε έξω» είπε ο ψηλός γιατρός και η Ανδριάνα τον ακολούθησε με βιαστικά βήματα και με μια καρδιά που χτυπούσε γρήγορα.
«Δεν είναι η ειδικότητά μου, εγώ είμαι ορθοπεδικός» ξεκίνησε να λέει «αλλά αυτό που πρέπει περισσότερο να σας ανησυχήσει είναι η νευρολογική της κατάσταση».
«Δεν έχει χτυπήσει πουθενά;»
«Έχει εκδορές από το πέσιμο, θα δείτε να δημιουργούνται αρκετές εκχυμώσεις, δηλαδή μελανιές, ένα κάταγμα άνευ σημασίας στο δεξί της πόδι και θα πρέπει να έχει δεμένο για αρκετές ημέρες το χέρι της, γιατί όπως έπεσε το τράνταξε αλλά δεν έχει κάνει ούτε μια μικρή ρωγμή. Για την ώρα κρίνουμε ότι δεν χρειάζεται χειρουργείο. Καλό θα ήταν να μείνει σήμερα στο νοσοκομείο αλλά το ανησυχητικό είναι αυτό που συμβαίνει μέσα στο μυαλό της».
«Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε. Χτύπησε στο κεφάλι;»
«Όχι, τουλάχιστον δεν έχει κάτι σοβαρό».
«Τότε;» ρώτησε η Ανδριάνα κοιτώντας τον γιατρό με μάτια γουρλωμένα.
«Όλα αυτά τα χρόνια δεν έχετε παρατηρήσει τίποτα;»
«Σας παρακαλώ μπορείτε να γίνετε πιο συγκεκριμένος γιατί με κάνετε και τρομάζω».
«Κυρία …»
«Παππά, σας είπα είμαστε από διαφορετικό πατέρα».
«Κυρία Παππά, αυτό που συμβαίνει στην αδελφή της δεν το έπαθε τώρα και λογικά θα έπρεπε να το γνωρίζει όλη η οικογένεια».
«Δεν καταλαβαίνω τι προσπαθείτε να μου πείτε και τι σχέση έχει αυτό με το αυτοκίνητο που τη χτύπησε».
«Δεν την χτύπησε αυτοκίνητο, μόνη της έπεσε στο δρόμο».
«Μα από το γραφείο μου είπαν …».
«Ακούστε, η αδελφή σας έτρεχε στη μέση του δρόμου γιατί θεωρούσε ότι την κυνηγούσε μια θρησκευτική οργάνωση».
«Ορίστε;»
«Αυτό είπε στους τραυματιοφορείς καθώς την έφερναν εδώ και το ίδιο έλεγε σε όλη την διαδρομή».
«Τι θρησκευτική οργάνωση; Τι μου λέτε;»
«Θα ήταν καλό να μιλήσετε με έναν νευρολόγο, έχουμε ήδη κανονίσει να την δει ο διευθυντής νευρολογίας του νοσοκομείου και κανονικά πρέπει να έρχεται. Κυρία Παππά, η αδελφή σας δεν πρόκειται να πάθει τίποτα από την πτώση που είχε σήμερα το πρωί, αυτό θέλω να το καταλάβετε. Συμβαίνει κάτι άλλο κι αυτό βρίσκεται κρυμμένο μέσα στο μυαλό της. Διαβάζω στις σημειώσεις μου, ότι παραμιλούσε για ένα μικρό κόκκινο αυτοκίνητο κι έλεγε ότι θα κάνει κομμάτια την Στέλλα».
«Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε, η Κλειώ είναι εδώ γιατί είχε ένα ατύχημα …».
«Το οποίο προήλθε γιατί την κυνηγούσε μια θρησκευτική οργάνωση, στο κέντρο των Αθηνών, στην οδό Καραγιώργη Σερβίας. Σας φαίνεται λογικό;»
«Τι προσπαθείτε να μου πείτε;» ρώτησε αλλά μόλις είχε έρθει ο νευρολόγος ο οποίος μετά τις απαραίτητες συστάσεις ζήτησε να τον ακολουθήσει στο γραφείο του.

 

«Κυρία Παππά η αδελφή σας δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζει αυτά τα συμπτώματα και κανονικά θα έπρεπε να το ξέρετε».
«Δεν έχουμε μεγαλώσει μαζί και η αλήθεια είναι ότι πολλά πράγματα δεν γνωρίζουμε η μια για την άλλη. Βοηθήστε με όμως σας παρακαλώ να καταλάβω».
«Είναι παντρεμένη, έχει παιδιά;»
«Όχι, για την ακρίβεια η θεία μου κι εγώ είμαστε οι πιο κοντινοί της άνθρωποι».
«Ίσως η θεία σας να θυμάται καλύτερα από εσάς και να μπορέσει να μας πει περισσότερα».
«Πείτε μου τι έχει η Κλειώ κι αφήστε τη θεία μου έξω από αυτή την ιστορία, μόλις γλύτωσε από μια έκρηξη και είναι θαύμα που ακόμα ζει. Σας ακούω λοιπόν».
«Πριν μιλήσουμε διεξοδικά, πείτε μου αν γνωρίζετε κάποια Στέλλα κι ένα μικρό κόκκινο αυτοκίνητο».
«Ναι».
«Άρα η Στέλλα είναι υπαρκτό πρόσωπο».
«Βέβαια και πράγματι έχει ένα μικρό κόκκινο αυτοκίνητο».
«Ξέρετε αν η γυναίκα αυτή είναι καλά στη υγεία της ή αν το αυτοκίνητό της έχει πάθει ζημιά;»

Η Ανδριάνα άρχισε να φωνάζει.

«Πείτε μου τι έχει η Κλειώ και μετά θα σας απαντήσω σε ό,τι θέλετε. Περίμενα να την βρω με ανοιγμένο το κεφάλι και είναι σαν να περνάω από ανάκριση χωρίς να καταλαβαίνω τι μου λέτε» είπε και ένοιωσε ότι έτρεμε.
«Η αδελφή σας πάσχει από διπολική διαταραχή».
«Από τι;»
«Καταλαβαίνω ότι σας είναι δύσκολο να το δεχθείτε αλλά …»
«Δεν γνωρίζω καν τι είναι».
«Κυρία Παππά, η συγκεκριμένη ασθένεια και τα συμπτώματα που η Κλειώ έχει, συνήθως κάνουν την εμφάνισή τους στην ηλικία της εφηβείας. Επομένως είναι λίγο δύσκολο κανείς από εσάς να μην έχει καταλάβει τίποτα. Οι γονείς των ασθενών, τις περισσότερες φορές δεν αντέχουν να αποδεχθούν ότι κάτι συμβαίνει στο παιδί τους. Υποθέτουν ότι έχει να κάνει με την ηλικία και τις ‘’παραξενιές’’ της, άρα καταλαβαίνεται ότι όσο η αδελφή σας μένει χωρίς ιατροφαρμακευτική κάλυψη, τα πράγματα θα γίνονται όλο και πιο δύσκολα κι αυτό είναι κάτι που δεν το θέλουμε. Θα βοηθούσε επίσης αν έμενε μαζί με κάποιον άλλον για να την προσέχει».
«Μου λέτε δηλαδή ότι πρέπει να είναι υπό επιτήρηση; Και πως θα γίνει αυτό;»

Η ζωή τους ξαφνικά είχε αρχίσει να παίρνει μια άλλη τροπή και θα επηρέαζε όλους όσους η Ανδριάνα αγαπούσε.

«Γιατρέ γιατί με ρωτήσατε για την Στέλλα και το αυτοκίνητο;»
«Σύμφωνα με τα όσα διαβάζω, η αδελφή σας απειλούσε ότι θα της κουρέψει τα μαλλιά και θα καταστρέψει ξανά το αυτοκίνητό της. Υποθέτω λοιπόν ότι το έχει προσπαθήσει ήδη μια τουλάχιστον φορά. Κυρία Παππά, τα επεισόδια μανίας είναι συνηθισμένα σε αυτή την πάθηση».
«Τι πάει να πει ξανά, έχει προσπαθήσει στο παρελθόν να κάνει το ίδιο;»

Ο γιατρός δεν απάντησε, περίμενε να περάσει το πρώτο ξάφνιασμα της Ανδριάνας.

«Και τώρα τι κάνουμε;» τον ρώτησε φανερά ταραγμένη και πιέζοντας νευρικά το κούτελό της.
«Καταλαβαίνετε ότι πρέπει να τις κάνουμε μια σειρά εξετάσεων και να ξεκινήσει άμεσα τη φαρμακευτική της αγωγή. Δεν θέλω να σας τρομάξω αλλά εγώ δεν θα την άφηνα μόνη της. Τα άτομα αυτά συνήθως δεν δέχονται την πραγματικότητα κι έχουν μεγάλη άρνηση να πάρουν την αγωγή τους. Ο ιδανικότερος συνδυασμός θα ήταν να την παρακολουθεί ταυτόχρονα κι ένας θεραπευτής αλλά αυτός ο συνδυασμός είναι πολλές φορές δύσκολο, ειδικά όταν νιώθουν δυνατοί».

Η Ανδριάνα κοιτούσε τον γιατρό και δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που μόλις είχε ακούσει.

«Ήρθε η ώρα να μάθετε κι εσείς πως έχουν ακριβώς τα πράγματα. Δεν είναι σωστό να σας παραπλανώ» είπε στον άνδρα που καθόταν ακριβώς απέναντί της. «Θα ήθελα να δείξετε κατανόηση όμως και να καταλάβετε ότι η γυναίκα αυτή είναι τελείως μόνη στον κόσμο».
«Τι προσπαθείτε να μου πείτε;»
«Η Κλειώ δεν είναι αδελφή μου και ουδεμία σχέση έχει με την οικογένειά μου. Είπα ψέματα γιατί το πιο πιθανό θα ήταν να μην με ενημερώσετε. Είναι η βοηθός της θείας μου και η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια, την θεωρούσαμε ιδιόρρυθμη αλλά μέχρι εκεί. Τις τελευταίες ημέρες όμως, συνέβησαν γεγονότα που με έκαναν να υποθέσω ότι κάτι δεν  πάει καλά. Από αυτό όμως μέχρι την διπολική διαταραχή και τα επακόλουθά της, υπάρχει μεγάλη διαφορά» είπε και αδιαφόρησε για το συνοφρυωμένο ύφος του γιατρού. «Καταλαβαίνω ότι έχετε ενοχληθεί, είναι όμως μια γυναίκα που δεν μπορούμε να την πετάξουμε στο δρόμο έτσι απλώς γιατί δεν μας συνδέουν δεσμοί αίματος. Δεν συμφωνείτε;» ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση από τον γιατρό συνέχισε «αν η θεία μου ήταν εδώ θα σας έλεγε ‘’και μην ξεχάσετε τον όρκο σας στον Ιπποκράτη’’, εγώ θα σας ευχαριστήσω για το μυστικό που θα κρατήσουμε οι δυο μας» είπε και τον χαιρέτησε ευγενικά καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της.

 

Η Ανδριάνα την ώρα που ανηφόριζε στο σπίτι στο λόφο ένα πράγμα ήξερε, ότι δεν είχαν πλέον περιθώριο για να χάσουν επιπρόσθετο χρόνο. Οι αποφάσεις έπρεπε να παρθούν άμεσα.

«Τι λες παιδί μου;» είπε η Ρόζα τεντώνοντας την πλάτη της λες και ήταν έτοιμη να πέσει στη μάχη. «Αυτά συμβαίνουν εδώ, στη δικιά μας τη ζωή;» ρώτησε και η μπούκλα χοροπήδησε για άλλη μια φορά στο μέτωπό της.
«Μου λες τώρα τι κάνουμε;» ρώτησε η Ανδριάνα.
«Περίμενε να τα βάλουμε σε μια σειρά» απάντησε και πήρε το τηλέφωνο στα χέρια της. «Κοίτα που τρέμω» είπε καθώς έβαζε το ακουστικό στο αυτί της. «Σταύρο μου, καθυστέρησε λίγο σε παρακαλώ, έχει συμβεί κάτι έκτακτο στην εταιρία, ναι, ναι θα σου πω από κοντά, όχι μην ανησυχείς» είπε και στράφηκε πάλι στην ανιψιά της. «Τα έχω χαμένα το ξέρεις;»
«Συμφωνείς ότι πρώτα πρέπει να φροντίσουμε για την υγεία της;»
«Ούτε που το συζητάς, εννοείται!»
«Την Στέλλα δεν θα την ειδοποιήσουμε;» ρώτησε η Ανδριάνα.
«Όχι».
«Ρόζα τι λες τώρα, ίσως να κινδυνεύει».
«Αυτό θα μας το πει ο γιατρός, μην βιάζεσαι και μην ανοίγεις καινούργιες πληγές, αρκετά έχουμε πάνω από το κεφάλι μας, κατάλαβες; Και δεν θέλω κουβέντες με τον Σπύρο, αυτός αφορμή ψάχνει για να παραστήσει τον μέγα προστάτη. Τσιμουδιά δεν θα βγάλεις, με ακούς; Και μην ξεχνάς ότι η μικρή μένει πια με τον παππού της».

Η Ανδριάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Ξέρεις αν έχει ιδιωτική ασφάλεια; Δεν έχω ιδέα τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις και υπάρχει κανείς που να ενδιαφέρεται γι’ αυτό το πλάσμα;»
«Μίλα με το λογιστήριο της εταιρίας, είχαμε κάνει ένα ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο παλιά αλλά δεν θυμάμαι αν το έχουμε κρατήσει ή αν το έχουμε αλλάξει. Αν τώρα η ίδια έχει κάνει κάτι παραπάνω, αυτό ειλικρινά δεν το γνωρίζω. Που να φανταστώ τι έμελλε να μας ξημερωθεί! Κι αυτή η γυναίκα, τόσα χρόνια δίπλα μου κουβέντα δεν έβγαλε για την προσωπική της ζωή, μα ούτε εγώ ενδιαφέρθηκα να μάθω. Πως τα έχουμε κάνει έτσι μου λες, όλα τα θεωρούμε δεδομένα. Να δεις, όλο αυτό που περνάει η Κλειώ, έχει να κάνει με την αλήθεια για τη ζωή της που έκρυβε μέσα της. Την τρέλανε η ίδια της η μάνα».
«Ρόζα σύνελθε, σε λίγο θα μας πεις ότι φταις κι εσύ».
«Όχι δα αλλά με το νοσοκομείο θα την βοηθήσουμε, δεν μου πάει η καρδιά Ανδριάνα μου. Τόσα χρόνια δίπλα μου έμεινε …».
«Την Στέλλα όμως θα την τίναζε στον αέρα κι εσένα αν μπορούσε και καλό είναι να μην το ξεχνάς. Ξέρεις αν πράγματι έχει συμβεί κάτι, αν είναι αλήθεια όλα αυτά;»
«Δεν έχω ιδέα και σταμάτα να ρωτάς όλο τα ίδια και τα ίδια. Άσε και μας φτάνουν όσα συμβαίνουν ήδη».
«Και με την εταιρία τι θα κάνουμε;»

Η Ρόζα δεν απάντησε αμέσως. Σούφρωσε τα χείλια της κι έπαιξε νευρικά για λίγο με τα δαχτυλίδια της.

«Άκου να σου πω Ανδριάνα, δεν έφτασα μέχρι εδώ για να μου χαλάσει το όνειρο καμία Κλειώ. Προτιμώ να την φροντίζω όσο ζω και να της πληρώνω ολόκληρο το μισθό της αλλά η εταιρία θα αλλάξει μορφή ο κόσμος να χαλάσει και σε αυτό που δημιουργούμε τώρα, θέση δεν είχε και δεν έχει. Όχι γιατί αρρώστησε αλλά γιατί είχε αρχίσει να μας εκβιάζει. Κατάλαβες;»
«Το οποίο κατά πάσα πιθανότητα ήταν λόγω της κατάστασής της» είπε η Ανδριάνα.
«Αυτό δεν με ενδιαφέρει. Η εταιρία περνάει σε καινούργια εποχή και δεν θα γίνουμε οσιομάρτυρες γιατί η υγεία της Κλειώς είναι κλονισμένη. Ο κάθε ένας μας στο πόστο του. Εσύ μόνο διάλεξε με ποιους θα πας».
«Τι εννοείς ακριβώς;»
«Θα είσαι με τους κερδισμένους ή με τους μόνιμα χαμένους Ανδριάνα;»
Το κουδούνι της εξώπορτα μόλις χτύπησε.

«Ήρθε ο Σταύρος, κάνε μου τη χάρη και άνοιξέ του» είπε η Ρόζα καθώς έφτιαχνε τα μαλλιά της και διόρθωνε το μαντήλι της, κοιτώντας το είδωλό της στον βενετσιάνικο καθρέφτη που κρεμόταν πάνω από το τζάκι.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here