«Δεν θα πάψει η ζωή να με εκπλήσσει» είπε η Ρόζα χαμογελώντας και παίζοντας με τα δαχτυλίδια της. «Ήταν τόσο όμορφο το πρόσωπο του Σπύρου όταν ήρθε να με δει. Ήρεμος και τα πράσινά του μάτια από την χαρά που ένιωθε, είχαν ανοίξει διάπλατα. Τι να σου λέω τώρα, ίσως και να μην μπορείς να καταλάβεις, είναι η αγάπη του γονιού για το παιδί του …

Αργά ή γρήγορα αυτό θα συνέβαινε Ανδριάνα. Το είχαμε κουβεντιάσει θυμάσαι;» ρώτησε την ανιψιά της και η λάμψη στα μάτια της έφτανε και περίσσευε και λόγος για παραπάνω κουβέντες δεν υπήρχε. Θα ήταν περιττές.

 

Ο Σπύρος είχε δεχθεί ένα ξαφνικό τηλεφώνημα από την κόρη του μέσα στο καταμεσήμερο εκείνης της ημέρας.

«Μπαμπά» είχε πει λίγο μουδιασμένα η Μυρτώ. «Είσαι καλά;»
«Ναι» είχε απαντήσει προσπαθώντας να κρύψει την μεγάλη του έκπληξη. Η αλήθεια ήταν ότι η κόρη του απέφευγε να έχουν προσωπικές επαφές, η σχέση τους ξεκινούσε και τελείωνε με μηνύματα που μόνο εκνευρισμό δημιουργούσαν. Δεν ήθελε να είναι ούτε κακοπροαίρετος, ούτε να σκέφτεται ότι η Μυρτώ θα ζητούσε για άλλη μια φορά μια μικρή χάρη, όμως αυτό σκέφτηκε και δεν του άρεσε.
«Μπορώ να έρθω να σε δω;»
«Συμβαίνει κάτι;»
«Μπορώ;»
«Φυσικά, είναι να το ρωτάς; Πότε θέλεις;»
«Τώρα» είχε απαντήσει η Μυρτώ και ο Σπύρος ανασκουμπώθηκε να μαζέψει το σπίτι για να μην καταλάβει η κόρη του την θλίψη μέσα στην οποία ζούσε και στην καταχνιά που βασίλευε στην ψυχή του.

Το κουδούνι χτύπησε λίγο μετά. Πόσο καιρό είχε να την δει; Μέσα στη χρονιά είχαν συναντηθεί μόνο δυο απογεύματα. Ήξερε ότι αυτό δεν μπορούσε να το ορίσει ως σχέση πατέρα-κόρης αλλά ήταν οι ψυχολόγοι από την μία και η Ανδριάνα από την άλλη που του έλεγαν ακριβώς τα ίδια πράγματα. ‘’Η Μυρτώ θα γυρίσει σε εσένα όταν θα καταλάβει’’, μόνο που κανείς δεν του εξηγούσε τι έπρεπε να καταλάβει ούτε το παιδί του αλλά ούτε και ο ίδιος.

Η Μυρτώ μπήκε μέσα στο σαλόνι κοιτάζοντας το πατέρα της λίγο ‘’μαγκωμένα’’.  Κάθισε στον διθέσιο καναπέ, χωρίς να μπορεί να κρύψει την νευρικότητά της.

«Καφέ θέλεις;» την είχε ρωτήσει ο Σπύρος. Πόσο παράξενη αντηχούσε στα αυτιά του η φωνή του. Την ερώτηση αυτή την έκανε συνήθως στους επισκέπτες του. Η Μυρτώ δεν ήταν επισκέπτης ούτε στο σπίτι, ούτε στη ζωή του.  Η Μυρτώ ήταν και θα είναι το μικρό του παιδί, το κοριτσάκι του.
«Όχι» ακούστηκε η φωνή της, «θα βάλω μόνο λίγο νερό» είπε και εξαφανίστηκε στην κουζίνα για να επιστρέψει πίσω με το μεγάλο πλαστικό, παιδικό της ποτήρι. «Μπαμπά …» ξεκίνησε να λέει μα σαν να φοβήθηκε και σταμάτησε.
«Έλα αγάπη μου, πες μου».
«Δεν νομίζω ότι θα καταφέρω να περάσω στην σχολή ψυχολογίας» είπε και κατέβασε τα μάτια, «είναι όλα δύσκολα στη ζωή μου και δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω».
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Σπύρος ανήσυχος.
«Είμαι μπερδεμένη».
«Σε ακούω» της απάντησε γέρνοντας το κορμί του όσο πιο κοντά μπορούσε και χαϊδεύοντας το χέρι της. «Ας τα πάρουμε όλα από την αρχή, θέλεις;»

Η Μυρτώ τον κοίταξε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Θυμάσαι που είχα φύγει από το σπίτι της μαμάς και πήγα να μείνω με τον παππού γιατί ήθελα να διαβάζω απερίσπαστη και να έχω κάποιον να με φροντίζει;»
«Βέβαια».
«Ούτε στον παππού τα κατάφερα, μπαμπά. Νοιώθω ότι όλα με πιέζουν κι ότι εγώ δεν έχω τη δύναμη να κάνω αυτά που πρέπει. Πουθενά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ».
«Πρώτα απ’ όλα αυτό που έχει σημασία είναι να είσαι ήρεμη και καλά. Τα υπόλοιπα Μυρτώ έρχονται σε δεύτερη μοίρα».
«Τι θα γίνει αν δεν περάσω στη σχολή;»
«Ένα είναι σίγουρο, ότι δεν θα έχει έρθει η συντέλεια του κόσμου».
«Το εννοείς αυτό που λες;»
«Σε πίεσε κάποιος από εμάς τόσο, ώστε να έχεις αμφιβολίες;»
«Όχι» απάντησε η Μυρτώ παίζοντας νευρικά με τα δάχτυλά της.
«Κοίτα θα κάνουμε μια συμφωνία για την ώρα, η οποία νομίζω ότι είναι δίκαιη».
«Δηλαδή;»
«Εσύ θα κάνεις την προσπάθειά σου, γιατί αυτό το οφείλεις μόνο στον εαυτό σου κι αν τα καταφέρεις έχει καλώς, διαφορετικά προσπαθείς την επόμενη χρονιά. Πως σου φαίνεται;»
«Μήπως να πήγαινα σε ένα ιδιωτικό κολλέγιο;»
«Μήπως πας να ξεφύγεις;» τη ρώτησε χαμογελώντας.
«Μπορείς να με στηρίξεις οικονομικά;» ρώτησε η Μυρτώ.
«Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση, αν γίνεις πιο συγκεκριμένη».

Η μικρή πετάχτηκε από τον καναπέ, τρίβοντας το μέτωπό της. Ο Σπύρος κοιτούσε το παιδί του και προσπαθούσε να μετρήσει πόσα ήταν τα κιλά που είχε πάρει. Η Μυρτώ δεν ήταν καλά αλλά δεν είπε τίποτα. Ήξερε από πρώτο χέρι ότι η κριτική δεν βοηθούσε πάντα.

«Θέλω να φύγω από το σπίτι».
«Από την μαμά, τον παππού; Ποιο σπίτι για να καταλάβω τώρα».
«Από όλα μπαμπά, ειδικά από την μαμά».
«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε αναστατωμένος.
«Όχι, ίσα-ίσα η μαμά είναι η καλύτερη μαμά του κόσμου».
«Τότε;»
«Με πνίγει μπαμπά, με έχει κάνει ένα άχρηστο πλάσμα».

Ο Σπύρος ήθελε να την ρωτήσει ένα σωρό πράγματα όμως αποφάσισε ότι η ώρα δεν ήταν κατάλληλη. Έπρεπε να αφήσει την Μυρτώ να βγάλει προς τα έξω όλα αυτά που ένιωθε χωρίς να φοβηθεί ότι κρίνει τη μητέρα της.

«Τι εννοείς;» τη ρώτησε με φωνή ήρεμη.
«Ίσως είναι η υπερπροστασία της, η φωνή της, η υπερβολή της. Ότι έχω φτάσει μέχρι αυτή την ηλικία κι ακόμα δεν μπορώ να κυκλοφορήσω μόνη μου. Οι φόβοι που έχω. Έχω αρχίσει να μαγειρεύω με το ζόρι, μόνο και μόνο για να μάθω να κάνω κάτι μόνη μου» είπε και η φωνή της έδειχνε άνθρωπο εξοργισμένο.
«Συνέχισε» την παρότρυνε ο πατέρας της.
«Με τη φίλη μου τη Θωμαή, θέλουμε να νοικιάσουμε ένα σπίτι και να μείνουμε οι δυο μας. Να το διακοσμήσουμε όπως μας αρέσει, να μαγειρεύουμε και να τρώμε αυτά που έχουμε ανάγκη. Κοίτα πως έχω γίνει;»
«Φταίει η μαμά για αυτό;»
«Και η μαμά. Όλο γλυκά τρώμε σπίτι και τέλος πάντων θέλω να ζήσω μόνη μου. Δεν μπορώ άλλο αυτή την κατάσταση. Νοιώθω μονίμως περιπλανώμενη. Βαρέθηκα να ψάχνω να βρω που είναι τα πράγματά μου και τα βιβλία μου. Δεν έχω πουθενά το δικό μου χώρο».
«Πάντως αν θέλεις να μένεις εδώ, ξέρεις που είναι το δωμάτιο και τα πράγματά σου».
«Όχι, θέλω να πιάσω μια δουλειά και να ζήσω με τη φίλη μου. Να μοιραστούμε τις υποχρεώσεις μας και να τα μάθουμε όλα από την αρχή. Κουράστηκα αλλά δεν ξέρω και τι δουλειά θα μπορούσα να κάνω. Μόλις τελειώνω το σχολείο, γνώσεις δεν έχω, προϋπηρεσία δεν έχω, τι θα κάνω;»
«Να τα βάλουμε σε μια σειρά;»
«Ναι γι’ αυτό ήρθα, να με βοηθήσεις και θέλω να ξέρω αν μπορώ να υπολογίζω σε οικονομική βοήθεια από σένα».
«Δεν μπορώ να δώσω υποσχέσεις που δεν ξέρω αν θα μπορέσω να τηρήσω, γι’ αυτό πες μου τι ακριβώς έχεις στο μυαλό σου».
«Όταν τελειώσουμε με τις εξετάσεις, λέμε να πάμε μέχρι το Αγκίστρι για πέντε ημέρες. Θα με βοηθήσεις;»
«Φυσικά, όλοι μας το κάναμε αυτό! Μπορεί να είναι η καλύτερη εκδρομή της ζωής σου, αλλά δεν είναι μόνο αυτό έτσι;»
«Όχι είναι και όλα τα υπόλοιπα μπαμπά».
«Κοίτα, όλα μαζί δεν λύνονται. Για την εκδρομή θα σε βοηθήσω, μην ανησυχείς καθόλου, εσύ όμως φρόντισε να δώσεις τον καλύτερό σου εαυτό στις εξετάσεις για να σπουδάσεις αυτό που εσύ θέλεις και αποφάσισες. Τα χρήματα που μέχρι σήμερα δίνω στη μητέρα σου για σένα και το φροντιστήριό σου, θα συνεχίσω να στα δίνω, για παραπάνω όμως δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω και δεν μπορώ να σου δώσω τέτοια υπόσχεση».
«Κι αν δεν περάσω στη σχολή τι θα γίνει;»
«Μυρτώ, οι οικονομικές συνθήκες αλλάζουν για όλους μας καθημερινά. Μην μου ζητάς να σου δώσω υποσχέσεις που υπάρχει περίπτωση να μην μπορέσω να τηρήσω».
«Μπορώ όμως να πιάσω μια δουλειά, να κρατάω παιδιά ή να ‘’πιάσω το δίσκο’’ όπως έλεγε πάντα η Ανδριάνα».
«Σωστά αλλά θα σου έλεγα να μην τα βάζεις όλα μαζί στο μυαλό σου. Το να πιάσεις δουλειά είναι καλό πρώτα απ’ όλους για εσένα, ακόμα κι αν μπεις στη σχολή που θέλεις. Θα νιώσεις πιο ανεξάρτητη και σύντομα θα μάθεις να τα διαχειρίζεσαι σωστά».
«Τρως;» ρώτησε ξαφνικά η Μυρτώ.
«Ορίστε;»
«Σε ρωτάω, τρως τίποτα όλη την ημέρα γιατί έχεις αδυνατίσει. Κοντεύεις να εξαφανιστείς».
«Αν δεν έτρωγα παιδί μου θα είχα πεθάνει».
«Καλά δεν πειράζει, εγώ θα σου φέρνω ό,τι μαγειρεύω. Θέλεις;»

Και πέτρες να του πήγαινε, ο Σπύρος θα τις έτρωγε και θα τις ευχαριστιόταν το είναι του. Μετά από τόσα χρόνια ήταν η πρώτη φορά που είχαν μια συζήτηση με την κόρη του οι δυο τους.

«Βέβαια και θέλω» της απάντησε και την αγκάλιασε.

 

Η Ανδριάνα έπινε μαζί με την Ρόζα τον καφέ της κάτω από το μεγάλο πεύκο στο σπίτι πάνω στο λόφο.

«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο γρήγορα χτυπάει η καρδιά μου από χαρά. Είναι σαν να μου έχεις χαρίσει τον κόσμο όλο από την αρχή» είπε και με τα δυο τις χέρια έπιασε το στήθος της. «Πάντως να ξέρεις ένα πράγμα, για να θέλει η Μυρτώ να φύγει από το σπίτι της μητέρας της και να χάσει τη βολή της κάτι συμβαίνει».

Η Ανδριάνα δεν απάντησε, κοίταζε τον φράχτη με τα πορτοκαλιά χωνάκια που άνθιζαν το ένα μετά το άλλο και αμέσως μετά την σύνθεση με των μωβ κάκτο και τις πέτρες που είχε φτιάξει με τα χέρια της η Ρόζα αλλά και το παρτέρι με τους μενεξέδες. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκλεισε τα μάτια.

«Σου μιλάω» γκρίνιαξε η θεία της.
«Απολαμβάνω την φύση του κήπου σου. Νομίζω ότι αν έγραφα μια ιστορία θα της έδινα ένα τίτλο σχετικό με λουλούδια».
«Γιατί προσπαθείς να αλλάξεις θέμα συζήτησης;» ρώτησε η Ρόζα μισοκλείνοντας τα μάτια.
«Γιατί όλα αυτά που εξομολογήθηκε η Μυρτώ στον πατέρα της ήταν αναμενόμενα».
«Αλήθεια; Σου φαίνεται φυσιολογικό να θέλει να φύγει από το σπίτι της μητέρας της;»
«Πρώτον δεν είναι σπίτι, είναι λαγούμι και να ακόμα και σε παλάτι να ζούσε, ήρθε ο καιρός να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει μακριά κι άσε τις κακίες κατά μέρους».
«Κάτι μέσα μου με τρώει  και ξέρω ότι έχω δίκιο. Θυμάμαι που έλεγε η Μυρτώ στον πατέρα της, ‘’κανένας σας δεν ξέρει τι περνάω’’».
«Ρόζα, σταμάτα. Η Μυρτώ είχε πολλές ξαφνικές απώλειες για την ηλικία της. Αφήστε την ήσυχη».
«Τι λες;» είπε ειρωνικά «που θα την αφήσουμε ήσυχη. Σιγά μην την πετάξουμε και στο δρόμο».
«Δεν λέω αυτό».
«Τότε τι λες;»
«Σε δύο μήνες θα είναι ενήλικη. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;»
«Δεν πρόλαβε να βγει ακόμα από το αυγό της και την κάναμε ενήλικη».
«Έτσι λέει ο νόμος κι άλλα πολλά που δεν θέλεις να τα ακούσεις».
«Δηλαδή;»
«Ότι αν θέλει φεύγει και δεν έχουμε δικαίωμα να την γυρίσουμε πίσω με το ζόρι. Γι’ αυτό, φροντίστε να τα έχετε καλά μαζί της. Από κοντά, τόσο όσο αντέχει αν θέλετε να παραμείνει η Μυρτώ στην οικογένειά μας».
«Και να την αφήσουμε να κάνει ό,τι της κατέβει στο κεφάλι;»
«Ρόζα, έχουμε αλλάξει αιώνα και κάνουμε σαν να μην τρέχει τίποτα. Δεν το βλέπεις; Όλα αλλάζουν με τέτοια ταχύτητα που δεν προλαβαίνουμε να κυνηγήσουμε τους λεπτοδείκτες, είναι μάταιο. Τα παιδιά ήταν πάντα πιο σκληρά, σήμερα είναι ακόμα περισσότερο και στην τελική ανάλυση η Μυρτώ έκανε αυτό ακριβώς που ήταν αναμενόμενο».
«Τι εννοείς;»
«Ζήτησε βοήθεια από τον πατέρα της. Ούτε από τον παππού της αλλά ούτε από σένα. Έμεινε ‘’μέσα στο σπίτι της’’ κατάλαβες;»

Μπορεί την Ρόζα να την ενοχλούσαν λίγο οι άνθρωποι που είχαν τον τελευταίο λόγο, στην προκειμένη περίπτωση όμως το μόνο που έκανε ήταν να συμφωνήσει.

«Τι να πω, δίκιο έχεις. Εγώ όμως θα κρατήσω το καλό νέο κι αυτό είναι ότι η Μυρτώ πήγε στον πατέρα της» είπε και η Ανδριάνα κούνησε απλώς καταφατικά το κεφάλι. Ότι ο Σπύρος είχε αφήσει το ποτό στην άκρη αλλά έπασχε από βαθιά κατάθλιψη και το μόνο που ευχόταν ήταν να τον βοηθήσει ο ψυχίατρος που τον παρακολουθούσε, ήταν κάτι που δεν το ανέφερε στην Ρόζα.

«Σε βλέπω προβληματισμένη ή μου φαίνεται» τη ρώτησε η θεία της. «Με τα δικά μας, δεν σε ρώτησα για το ταξίδι σου».
«Ήταν ένα μεγάλο δώρο που έκανα στον εαυτό μου και ειλικρινά δεν έχω να πω πολλά. Περίμενα ότι θα ήταν ο τελευταίος αποχαιρετισμός αλλά για μεγάλη μου έκπληξη συνέβη ακριβώς το αντίθετο».
«Ο μεγάλος αποχαιρετισμός είναι μόνο ένας, μην σε ακούσω ξανά να λες κάτι τέτοιο».
«Δεν φοβάμαι τις λέξεις πια, ούτε να ξαπλώσω στην άμμο μπροστά από το πρώην σπίτι μου».
«Το να συναντήσεις την Ναταλία όμως;»
«Δεν θα το ήθελα, τουλάχιστον για την ώρα».
«Δεν έχεις σκεφθεί …»
«Τι; Να μιλήσουμε ξανά;»
«Να τα βρείτε».
«Κάθε πράγμα στην ώρα του κι εγώ δεν έχω άλλη αντοχή μέσα μου για να πληγώσω για άλλη μια φορά τον εαυτό μου. Δεν έχω ιδέα τι θα κάνω αν συναντηθούμε ξαφνικά, για την ώρα όμως δεν το σκέφτομαι και δεν θέλω να μάθω τίποτα. Μια χαρά είμαι έτσι».
«Να θυμάσαι, το αίμα νερό δεν γίνεται».
«Μάλιστα» είπε και σηκώθηκε να φύγει.
«Δεν θα καθίσει να φάμε; Έχουμε γιορτή σήμερα».
«Θέλω να πάω σπίτι μου και να ετοιμαστώ, θα βγούμε έξω με τον Μανώλη, το δικαιούται δεν νομίζεις;»
«Να περάσετε όμορφα αγάπη μου» είπε καθώς η Ανδριάνα της φιλούσε το μάγουλο. «Σε αγαπάω πολύ» της είπε «δηλαδή σήμερα αγαπάω όλο τον κόσμο».
«Το θέμα της Κλειώς και το τι περιμένουμε να μας ‘’ξεφουρνίσει’’ η Ολυμπία δεν το έχω ξεχάσει. Η μόνη δικαιολογία είναι ότι τώρα η Γαρυφαλλιά πρέπει να μείνει συγκεντρωμένη στις εξετάσεις της».
«Λες να μην το ξέρω; Για την Κλειώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα πια».

 

Η Ανδριάνα κατέβαινε τον λόφο και δεν παρατηρούσε τις ομορφιές δίπλα της. Τα νέα που της είπε η Ρόζα την είχαν γεμίσει ερωτηματικά αλλά ήταν και η συμπεριφορά του Νικόλα όταν του ζήτησε τη βοήθειά του για τον πατέρα του, την είχε προβληματίσει.

Ο Σπύρος είχε επιλέξει να κοιμάται και μόνο να κοιμάται. Η ίδια γιατρός δεν ήταν αλλά αν αυτό δεν ήταν κατάθλιψη τότε τι στην ευχή ήταν;

Όταν απευθύνθηκε στον Νικόλα, εκείνος της είχε απαντήσει ότι δεν θα ακολουθούσε το δρόμο του πατέρα του. Αν ήθελε ας έκανε κάτι ο Σπύρος, εκείνος επιθυμούσε να ζήσει τη ζωή του. Από την μια πλευρά να τον αδικήσει δεν μπορούσε, από την άλλη όμως η αντίδραση αυτή την είχε ξαφνιάσει. Η τόση απάθεια ήταν σημάδι των καιρών που η ίδια δεν  μπορούσε να καταλάβει και ναι, ήταν ευχάριστο νέο ότι η Μυρτώ συνάντησε τον πατέρα της, όμως κι αυτό δεν έφτανε. Τι στην ευχή, τα παιδιά αυτά δεν θα έδιναν καμία σημασία στον πατέρα τους; Εκείνη σκεφτόταν λάθος ή τα πράγματα είχαν αλλάξει τόσο πολύ. Αυτή η αδιαφορία την πονούσε. Ένοιωθε να έχει χαθεί το νόημα της οικογένειας.

Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Όσο και να προσπαθούσε δεν θα μπορούσε να φτιάξει εκείνη τη σχέση του Σπύρου με τα παιδιά του ή τον εαυτό του. Ήθελε δεν ήθελε η Ανδριάνα έπρεπε να ακολουθήσει το δικό της μονοπάτι αν και ήξερε, ότι να αποδεσμευθεί τελείως από το νοιάξιμο που είχε για τον Σπύρο και την Ρόζα μάλλον ήταν κάτι που κατά βάθος δεν επιθυμούσε κι όχι, στην δικιά της γλώσσα αυτό δεν λεγόταν υποχρέωση αλλά αγάπη και της άρεσε αυτό το συναίσθημα. Το έβρισκε ανθρώπινο.

Η επιστροφή της Μυρτώς όμως την προβλημάτιζε. Η ίδια είχε αποφασίσει να μιλήσει στη μικρή της ανιψιά και να της εξηγήσει τι είχε συμβεί με την μητέρα της. Τώρα είχε μπροστά της ένα παιδί τόσο μπερδεμένο που αν έκανε κάτι τέτοιο, θα το έφερνε στα όρια της απελπισίας. Δεν υπήρχε λόγος να το ζυγίσει μέσα της περισσότερο. Η Μυρτώ πρώτα θα πατούσε στα πόδια της και μετά αν υπήρχε λόγος θα μάθαινε την αλήθεια. Ίσως ο Σπύρος να κατάφερνε και να τους έκανε να εκπλαγούν. Ίσως … Ένοιωθε ότι το κεφάλι της γυρνούσε σαν πλυντήριο στο πρόγραμμα του στυψίματος. Δεν ήταν μόνο η Μυρτώ μπερδεμένη, ήταν και η ίδια περισσότερο από ποτέ και από μέσα της κάθε τόσο ξεπηδούσε ένα ερώτημα, ‘’γιατί πάλευε να παίξει το ρόλο του εξισορροπιστή;’’

 

Πριν ξεκινήσει με το αυτοκίνητό της τηλεφώνησε στον Μανώλη.

«Θα σε περιμένω στην Πολιτεία, στο γνωστό μας στέκι κάτω από τα πλατάνια με ένα ποτήρι ροζέ κρασί μέχρι να έρθεις» είπε κι έτσι κι έγινε.

Η Ανδριάνα είχε παραγγείλει μια σαλάτα με κατσικίσιο τυρί κι ο Μανώλης ζήτησε να ένα πιάτο με σολομό και πατάτε τηγανιτές με τρούφα.

«Λοιπόν;» τον ρώτησε πίνοντας μια μικρή γουλιά από το κρασί της.
«Θέλω να μιλήσουμε για την Πηνελόπη κι εμάς και θέλω τι συμβουλή σου» της είπε πολύ σοβαρά.
«Σε ακούω» απάντησε αλλά μέσα της ένοιωθε ότι δεν είχε άλλες αντοχές για συζητήσεις. Κουβέντα όμως δεν είπε.
«Όλο αυτό το χρονικό διάστημα, μπορεί να μην στο έχω πει αλλά υποθέτω ότι έχεις καταλάβει ότι βοηθάω οικονομικά την Πηνελόπη».
«Αλήθεια είναι».
«Και δεν έχεις πει τίποτα».
«Δεν ήταν δικιά μου δουλειά» είπε η Ανδριάνα με ύφος αυστηρό.
«Το θέμα όμως είναι, πως δεν αντέχω άλλο να το κάνω και προσπαθώ να κανονίσω μια συνάντηση μαζί της αλλά όλο την αποφεύγει».
«Δικαίως θα έλεγα».
«Γιατί;»
«Προτιμώ να μην απαντήσω».
«Εκεί ακριβώς είναι το θέμα, ότι θέλω ακριβώς αυτό, να απαντήσεις».

Η Ανδριάνα έστρεψε το πρόσωπό της προς τα Πλατάνια. Ήταν τόσο πυκνό το φύλλωμά τους και τόσο πράσινο που πάντα της έφτιαχνε τη διάθεση η ησυχία, ο ήχος ανάμεσα στα κλαδιά και οι χαμογελαστοί σερβιτόροι.

Γύρισε και κοίταξε τον Μανώλη.

«Θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο ειλικρινής και θα σε παρακαλούσα να μην με διακόψεις».
«Εντάξει».
«Πες λοιπόν ότι έρχομαι και σου διηγούμαι ένα θεατρικό έργο που είδα» είπε και ο Μανώλης την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Ήταν δυο νέα παιδιά, ερωτεύθηκαν, παντρεύτηκαν και έζησαν τη ζωή τους χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς κάνουν.

Ο άντρας από μικρός δούλευε πολύ αλλά σχετικά αμέσως κατάλαβε ότι ο γάμος αυτός δεν θα έπρεπε να έχει γίνει ποτέ. Άλλες εποχές τότε, χωρίς τόσες μεγάλες ελευθερίες για επιλογή συντρόφου και πριν προλάβει να πάρει τις αποφάσεις του, έρχεται στον κόσμο το παιδί τους.

Η σύζυγός του και μητέρα, δεν κατάφερε να ωριμάσει ποτέ, δεν έγινε ποτέ συνοδοιπόρος, φίλη, σύντροφος. Δεν έγινε αυτό που ο ήρωάς μας χρειαζόταν και η ζωή του έμοιαζε σαν να μεγάλωνε ταυτόχρονα δυο παιδιά. Μόνο που δεν έγινε έτσι ακριβώς. Υπήρχαν οι γονείς της κοπέλας που μεγάλωναν το γιό τους κι εκείνος είχε την απόλυτη ελευθερία να δουλέψει και να ταξιδέψει τον κόσμο όλο και η κοπέλα να ζήσει τη ζωή της με τις ανέσεις που της απλόχερα της προσφέρθηκαν.

Όσα χρήματα έβγαζε τα έδινε στη γυναίκα του χωρίς ποτέ να την ρωτήσει τι τα κάνει. Μια ημέρα ο άντρας γύρισε πίσω κι έψαξε να βρει την περιουσία του, το κομπόδεμά τους αλλά όλα είχαν κάνει φτερά και τότε ήταν που άρχισε να ανοίγει τα μάτια του και να βλέπει τις αλήθειες που συστηματικά απέφευγε να κοιτάξει. Να μην στα πολυλογώ το ζευγάρι δεν κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματά του κι έτσι χώρισαν. Όση ώρα παρακολουθούσα το έργο, αναρωτιόμουν ‘’πόσο βλάκας μπορεί να είναι ένας άντρας;’’ και η απάντηση που μου ερχόταν ξανά και ξανά ήταν, ότι με αυτό τον τρόπο ξέπλενε τις ‘’αμαρτίες’’ του, έδινε χρήματα στη γυναίκα του κι εκείνος τριγυρνούσε ανά τον κόσμο με τις ‘’Marjorie’’ της ζωής του. Το γλεντούσε, το ίδιο όμως έκανε και η σύζυγός του.

Κάποτε αυτοί οι δυο άνθρωποι αποφάσισαν και πήραν διαζύγιο. Ο άντρας όμως είχε έναν ψυχολογικό γάντζο, το παιδί του κι έτσι για να μην του δημιουργήσει περισσότερο βάρος, παρόλο που ήταν ένα αγόρι που πλέον είχε τελειώσει τις σπουδές του και ζούσε με την μέλλουσα γυναίκα του, συνέχιζε στα κρυφά να χαρτζιλικώνει τη πρώην γυναίκα του για να μην γίνει βάρος στο γιό τους ζητώντας του κάθε τόσο τον όβολο του. Αυτός είναι ο δικός της τρόπος για να εκβιάζει τον πρώην άντρα της ψυχολογικά. Μην μάθει τίποτα ‘’το παιδί’’.

Σήμερα, ο γιός τους έχει κάνει στην άκρη τη μητέρα του γιατί έχει καταλάβει ότι τα χρήματα του πατέρα του τα έδωσε για να γλυτώσει τον τότε παράνομο έρωτά της από την φυλακή και δεν μπορεί να την συγχωρήσει. Ο πατέρας όμως συνεχίζει να χαρτζιλικώνει την πρώην γυναίκα του γιατί φοβάται για το παιδί του ο φαύλος κύκλος της ζωής τους συνεχίζεται.

Αυτό το έργο είδα αγάπη μου και το βλέπω καιρό τώρα και θα ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση αλλά δεν θα μου απαντήσεις, είμαστε σύμφωνοι σε αυτό;»

Ο Μανώλης την κοίταξε με το κεφάλι ελαφρώς κατεβασμένο. «Σύμφωνοι» είπε.
«Από το θεατρικό που μόλις σου διηγήθηκα, μήπως μπορείς να μου πεις πόσο βλάκας είναι ο άντρας της ιστορίας;» είπε και με το πιρούνι της πήρε μια μπουκιά σαλάτα κόβοντας ένα μικρό κομμάτι κατσικίσιο τυρί. «Είναι αριστούργημα» είπε και τον κοίταξε στα μάτια.
«Ο βλάκας του έργου είμαι εγώ;» ρώτησε.
«Μιλούσα μόνο για τον ήρωα της ιστορίας αγάπη μου. Τι λες, να παραγγείλουμε δυο ποτήρια κρασί ακόμα;»

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here