Δεν βλέπω μπροστά, τα πάντα είναι θολά
και φαίνονται μακριά, στρογγυλεμένα και μικρά.
Κι όμως θα δω, για άλλη μια φορά, τα πάντα καθαρά.
Τα χρώματα θα είναι φωτεινά,
τα σχήματα συμμετρικά.
Με την ελπίδα βαθιά, θα περπατώ με χαρά
και η γη θα χαμογελά,
γιατί θα βλέπω ξανά.
Στραβομάρας γυαλιά!
Καθάρισαν τα πάντα ξαφνικά!

Στις κολόνες διαρκώς κουτουλάω,
πέφτω κάτω και πολύ πονάω.
Περπατάω σιγά-σιγά και προσέχω καλά,
γιατί κίνδυνοι υπάρχουν μπροστά.
Μα όχι δα! Τα πόδια μου πατούν γερά,
κι έχω θάρρος στην καρδιά.
Στραβομάρας γυαλιά!
Κι’ όλα μοιάζουν ξανά καθαρά!

Όταν ο ήλιος τη νύχτα σβήσει,
και σκοτάδι η γη γεμίσει,
βρίσκω τον χαμό μου,
χάνω τον προσανατολισμό μου.
Δεν εστιάζω καλά. Μα όχι δα!
Στραβομάρας γυαλιά!
Βλέπω το φως ξανά!

Γκαβή, στραβούλιακα με φωνάζουν,
μα τα λόγια τους δεν με πειράζουν,
αρκεί να βλέπω καλά.
Θα έχω τα μάτια ανοιχτά,
Καθώς το φως λούζει τη γη, είναι γλυκιά η ζωή.
Και χωρίς πολλά-πολλά.
Στραβομάρας γυαλιά!
Και θα είμαι μια χαρά!

Όταν η ζωή στα φέρνει ένα-ένα
και είναι όλα γκρίζα θολά και στρογγυλεμένα,
το αύριο δεν φαίνεται πια, γιατί είναι μακριά.
Μα ένα πράγμα μοναχά θα με σώσει.
Τα φοράω γεμάτη χαρά.
Γιατί ο ήλιος φέγγει ξανά.
Νοιώθοντας σίγουρη πια, έχοντας ελπίδα κρυμμένη βαθιά,
εκεί που καίει η φωτιά, τα πάντα είναι σωστά, τα πάντα είναι καλά.
Μοιάζουν ονειρικά, μοιάζουν αρμονικά.
Ο αέρας φυσά και παίρνει τα μαλλιά.
Στραβομάρας γυαλιά!
Και όλα μοιάζουν μαγικά!

“Η ανιψιά”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here