Το βράδυ εκείνο, η Σπύρος έτρεξε στον πιο κοντινό του άνθρωπο. Την Ανδριάνα. Όλοι θα περίμεναν να πάει στον αδελφό του τον Γρηγόρη και τη γυναίκα του την Δήμητρα αλλά ο Σπύρος στα δύσκολα ήθελε μόνο την Ανδριάνα κοντά του.

Αυτά τα δύο παιδιά είχαν μεγαλώσει μαζί και όλες τις τρέλες της ζωής τους, τις είχαν κάνει παρέα.  Είχαν αποκτήσει έναν δεσμό μεγαλύτερο κι από αδέλφια. Ήταν ο ένας για τον άλλον ο μυστικός του σύμβουλος. Το χέρια που χρειάζεσαι στα δύσκολα. Ότι ο Γρηγόρης με τον Σπύρο δεν είχαν συχνές επαφές, μάλλον έφταιγε ότι τα δύο αδέλφια είχαν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα μεταξύ τους.

Η Στέλλα άναψε δεύτερο τσιγάρο. Το ρούφηξε με δύναμη.

«Αχ και να μην υπήρχε αυτή η σκύλα». Τη σιχαινόταν με τέτοιο τρόπο που ο νους δεν το χωράει. Τότε, στην αρχή, μια χαρά την είχε βολέψει δίπλα  στην Ανδριάνα. Ποτέ της δεν την ήθελε αλλά δεν την είχε ενοχλήσει. Υπερασπιζόμενη πάντα τον ξάδελφό της, μια χαρά πέρναγε η Στέλλα. Αργότερα, όταν η Ανδριάνα έγινε μάρτυρας εκείνου του περιστατικού χάλασαν όλα.

Τι της είχε πει;

«Ή θα φύγεις τώρα ή θα μείνεις για πάντα. Αν μείνεις, το μυστικό σου θα το πάρω μαζί μου στον τάφο, αν φύγεις φρόντισε να το κάνεις με τέτοιο τρόπο ώστε να μην πληγώσεις  τον Σπύρο.  Αν ο Σπύρος πληγωθεί, ή πάθει οτιδήποτε  Στέλλα και φταις, θα με βρεις μπροστά σου με τρόπο που δεν θες να ξέρεις. Γη δεν θα βρεις να πατήσεις και να σε χωράει. Ξεκουμπίσου τώρα από το σπίτι μου» της είχε πει και την πέταξε έξω. Ντροπιασμένη και χωρίς να ξέρει προς τα πού να πάει, για άλλη μια φορά από τις χιλιάδες που ένοιωσε έτσι.

Γύρισε στον άντρα της παριστάνοντας ότι τίποτα δεν είχε συμβεί. Η ζωή της όμως μόλις είχε καταστραφεί αλλά προτίμησε τη βολή της και την οικονομική άνεση που της χάριζε η δουλειά του Σπύρου. Που θα πήγαινε, μια μέρα θα ξεχνούσε.

Στο σπίτι πάνω στον λόφο θα την περίμεναν. «Χέστηκα, πρώτη φορά θα είναι;» σκέφτηκε και βγήκε από το αυτοκίνητο να πάρει μιαν ανάσα. Γύρισε και κοίταξε στο διπλανό κάθισμα την πάστα-φλώρα που είχε φτιάξει με τα χέρια της και με μαρμελάδα πορτοκάλι. Όπως ακριβώς άρεσε στην Ρόζα. Το μυαλό της είχε γυρίσει ανάποδα. Της ερχόταν να πάρει το γλυκό και να το πετάξει στη μέση του δρόμου. Να το τσαλαπατήσουν οι ρόδες των αυτοκινήτων, όπως θα ήθελε να τσαλαπατήσει η ίδια την Ανδριάνα και την Ρόζα. Τα ίδια σκατά ήταν και οι δυο τους. Καθώς πρέπει και κομψευόμενες.  Αγαπησιάρες και αλάθητες. Τι αλάθητες δηλαδή, εκείνη η Ανδριάνα από αγαπητικό σε αγαπητικό γύρναγε αλλά είχε το άλλοθι που επέτρεπε στις ανύπαντρες να ζουν τη ζωή τους όπως θέλουν.

Αναρωτιόταν πως τα έφερνε τούτο το θηλυκό βόλτα με τα λάθη που είχε κάνει στα οικονομικά της. Η ίδια δούλευε πια σε τράπεζα και ακόμα δεν μπορούσε να ορθοποδήσει κι αυτό την έτρωγε. Η Ανδριάνα ήταν πολλές φορές που δεν είχε να φάει και πάντα χαμογελούσε.  Ή πολύ ηλίθια ήταν ή υπήρχε κάτι που δεν το είχε ανακαλύψει. «Να δεις που θα της τσοντάρει η Ρόζα» έλεγε αλλά δεν μπορούσε να το αποδείξει. Υποθέσεις έκανε μόνο.

Μπήκε πάλι στο αυτοκίνητο και άναψε τη μηχανή. Έπρεπε να ανέβει στο σπίτι πάνω στο λόφο. Βαριαναστέναξε. Ο νους της γύρισε ξανά στην βραδιά που έφυγε ο Σπύρος από την Κατερίνα. Εκείνη τα έμαθε την επόμενη ημέρα.

Η Ανδριάνα τα έχασε με το που είδε τον Σπύρο ξεμαλλιασμένο να της  χτυπάει το κουδούνι. Του άνοιξε και η ματιά της έδειχνε φόβο.

«Σπύρο μου τι έπαθες; Το παιδί;» είχε ρωτήσει.
«Χώρισα με την Κατερίνα, βάλε μου ένα ουίσκι» απάντησε και σωριάστηκε στον καναπέ της Ανδριάνας.

Η Ανδριάνα ήξερε ότι ο Σπύρος είχε δεσμό με την Στέλλα. Ήξερε επίσης δύο χρόνια πριν εμφανιστεί η Στέλλα στη ζωή του, ότι θα χώριζε με την Κατερίνα. Το έλεγε συχνά στη Ρόζα.

«Μα πηγαίνω σπίτι τους μετά τη δουλειά κι εκείνο το παιδί είναι παρατημένο μόνο του και κάθε που με βλέπει, πεινάω λέει. Η Κατερίνα κοιμάται μέχρι αργά, ο Σπύρος φροντίζει το παιδί και τον σκύλο και μόλις ξυπνήσει στρογγυλοκάθεται στην τηλεόραση και όλη την ώρα νιαουρίζει . Σπύρο, φέρε μου λίγο νερό, Σπύρο πήγαινε τον σκύλο βόλτα και το μόνο που ξέρει είναι να τρώει και να βλέπει θρίλερ; Ρόζα πες της κάτι, ο Σπύρος θα φύγει στο λέω να το ξέρεις. Κοιτάει δεξιά κι αριστερά. Νέος είναι, ωραίος είναι, μόλις του κάτσει η επόμενη, θα γίνει καπνός κι όχι τίποτα άλλο, είναι ο Νικόλας στη μέση. Καταλαβαίνεις τι θα γίνει αν χάσει ο Νικόλας τον πατέρα του; Δέκα χρονών είναι» έλεγε αλλά κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Η Κατερίνα δεν άκουγε και ο Σπύρος, περίμενε να βρει τον επόμενο έρωτα για να φύγει κι έφυγε.

«Ρε συ Σπύρο άσε αυτό το κέρατο» είχε πει η Ανδριάνα προσπαθώντας με το μαλακό, να πάρει το μπουκάλι με το ουίσκι από τα χέρια του ξαδέλφου της.
«Δουλειά σου εσύ» είπε ο Σπύρος, γέμισε ένα ποτήρι και το ήπιε μονορούφι. Έβαλε κι άλλο. «Γκρεμίσαμε το σπίτι σου λέω. Κατέβασα τον πολυέλαιο για να μην την σπάσω στο ξύλο. Η Κατερίνα είχε πιαστεί από το κεφάλι μου και μου τράβαγε ουρλιάζοντας τα μαλλιά» έλεγε ο ξάδελφός της.
«Το παιδί; Δεν πιστεύω να ήταν μπροστά ο Νικόλας» είχε ρωτήσει έντρομη η Ανδριάνα.
«Το παιδί τα είδε. Δεν ξέρω πόσα, ούτε πόση ώρα ήταν εκεί αλλά όταν έφυγα, τον άφησα να κλαίει στην αγκαλιά της μάνας του» είχε πει και στράγγιξε το ποτήρι, ως συνήθως. Πήρε πάλι το μπουκάλι.

«Σπύρο μη χωρίσεις, σε παρακαλώ. Βρείτε τα με την Κατερίνα. Μιλήστε, πες της τα παράπονά σου. Έχετε οικογένεια, τον Νικόλα σκέφτομαι. Έστω, κράτα τη Στέλλα για γκόμενα. Θα σου περάσει, πόσο θα κρατήσει; Τα πηδήματα δεν κρατάνε πολύ» έλεγε η Ανδριάνα που η καρδιά της χτυπούσε για τον Νικόλα. Εκείνο το πλασματάκι, που όταν γεννήθηκε δεν ήξερε τι να το κάνει και πολύ περισσότερο πώς να το πιάσει. Αναρωτιόταν αν υπήρχε χώρος στην καρδιά της γι’ αυτό. Τώρα, μόνο μια φράση έλεγε. «Η καρδιά μου όλη είναι γεμάτη από τον Νικόλα»

«Είμαι ερωτευμένος» είχε απαντήσει ο Σπύρος «και δεν θέλω να ζω μακριά από την Στέλλα».
«Σταμάτα να πίνεις ρε Σπύρο, αυτό σε καταστρέφει, δεν μπορεί να πίνεις κάθε φορά που έρχονται τα δύσκολα» ούρλιαζε η Ανδριάνα «αύριο με καθαρό μυαλό θα τα κουβεντιάσουμε ξανά» τον είχε παρακαλέσει.

Τα κουβεντιάζανε κάθε μέρα αλλά τίποτα δεν άλλαζε εκτός από τον έρωτα του Σπύρου για την Στέλλα που ολοένα και φούντωνε.

«Να σου την γνωρίσω» είχε προτείνει στην Ανδριάνα.
«Κάνε μου τη χάρη και μην με μπλέκεις. Εδώ υπάρχει ένα παιδί. Δεν είσαι στην ηλικία γκομενιάσματος» έλεγε η Ανδριάνα που δεν ήθελε να μπλεχτεί ανάμεσα στις δύο γυναίκες αλλά δεν τα κατάφερε.

Όταν ο Σπύρος της χτύπησε ξανά το κουδούνι, αυτή τη φορά κουβαλούσε μαζί του και τις βαλίτσες του. Η Ανδριάνα έκανε χώρο και στο σπίτι της και στη ζωή της για να βολευτεί ο ξάδελφός της και μαζί με τον ξάδελφό της,  στη ζωή της μπήκε και η Στέλλα. Ήθελε δεν ήθελε και η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελε αλλά σιωπούσε.

Την ενοχλούσε την Στέλλα η παρουσία της Ανδριάνας στη ζωή της. Να πει όμως κάτι δεν μπορούσε. Ο Σπύρος πλέον ζούσε στο σπίτι της και αναγκαστικά την έβλεπε κάθε μέρα. Βέβαια η Ανδριάνα εξαφανιζόταν τις περισσότερες φορές. Γύριζε αργά το βράδυ. Η Στέλλα δεν είχε καταλάβει αν έτσι ζούσε ή αν το έκανε για να μην είναι στα πόδια τους. Ήταν όμως τόσο ερωτευμένη που το λιγότερο που την ένοιαζε, ήταν η Ανδριάνα και οι επιλογές της.

Πήρε την τελευταία στροφή του δρόμου και το σπίτι πάνω στο λόφο φάνηκε φωτισμένο.

Μα τι στην ευχή αυτή η πεθερά της το φώτιζε έτσι; Τι παρίστανε; Ότι ήταν η κυρά του λόφου;  Συνέχισε την πορεία της χαμένη στις σκέψεις της.

Μείνανε στο σπίτι της Ανδριάνας αρκετά. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να κουτρουβαλιάζονται διαρκώς στο κρεβάτι. Ήθελε να νοιώθει τον ιδρώτα του κορμιού του Σπύρου επάνω της και εκείνον να της σφυροκοπάει τα σωθικά όπως έμπαινε μέσα της και τα μάτια του να αλλάζουν χρώμα. Να γίνονται καταπράσινα από την έξαψη του έρωτα. Τώρα, η ίδια ακριβώς σκέψη της έφερνε αναγούλα. Την τελευταία φορά που είχε επιτρέψει στον Σπύρο να μπει μέσα της, θυμάται ότι κράταγε την ανάσα της για να μην αναπνεύσει τη μυρωδιά του αλκοόλ στο χνώτο του.

Την είχε τσακίσει η αρρώστια του με το ποτό. Κάθε μέρα ήθελε ένα «ποτάκι» όπως έλεγε. Η αηδία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. «Ένα ποτάκι μη χέσω» φώναξε και χτύπησε το τιμόνι με δύναμη. Μα δεν ήταν ένα ποτάκι. Σε όλα τα δύσκολα ο Σπύρος κατέβαζε ένα ολόκληρο μπουκάλι και τρικλίζοντας πήγαινε στο δωμάτιό τους. Έπεφτε στο κρεβάτι και ροχάλιζε μέχρι το πρωί και την άλλη ημέρα έκανε ότι δεν έτρεχε τίποτα.

Μην έχοντας άλλες φίλες είχε στραφεί στην Ανδριάνα. Για να μιλήσει στην μητέρα της ούτε κουβέντα. «Καλά να πάθεις ηλίθια» θα της έλεγε η κυρία Αθηνά. Η αδελφή της δεν θα καταλάβαινε, πάνω απ’ όλα όμως δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι είχε κάνει λάθος.

«Και τι κάνεις εσύ;» την είχε ρωτήσει η Ανδριάνα με το γνωστό ήπιο τόνο στη φωνή της.
«Τι να κάνω;» είχε απαντήσει με απόγνωση η Στέλλα.
«Μου λες ότι ο Σπύρος είναι μπεκρής και με ρωτάς τι να κάνεις;» είχε ανεβάσει τον τόνο της φωνής της οργισμένη.
«Τόσα χρόνια πίνει ο Σπύρος, τώρα σε έπιασε ο πόνος Ανδριάνα;» είχα ανταποδώσει τα πυρά που μόλις είχε δεχθεί.

Οι δύο γυναίκες είχαν κοιταχτεί στα μάτια έτοιμες να ξεσκιστούν.

«Άκου να σου πω, ο Σπύρος είναι ερωτευμένος μαζί σου, τον θέλεις ναι ή όχι» είχε ρωτήσει η Ανδριάνα.
«Τον αγαπάω, τι με ρωτάς τώρα;» είχε απαντήσει σχεδόν αποκαμωμένη.
«Είσαι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να τον βοηθήσει Στέλλα. Ο Σπύρος πίνει από αδυναμία. Σε έχει χτυπήσει;» ρώτησε.
«Πως σου ήρθε αυτό;» είχε απαντήσει ενοχλημένη η Στέλλα.
«Άσε τώρα τα πως και τα γιατί και απάντησε. Σε έχει χτυπήσει ναι ή όχι;» επέμεινε.
«Όχι, γιατί;» είπε.
«Γιατί συνηθίζεται, που μου κάνεις και την άσχετη» της είχε απαντήσει εκνευρισμένα. «Πάμε από την αρχή τώρα. Τον θέλεις τον Σπύρο ναι ή όχι;»
«Φυσικά και τον θέλω» είχε διαμαρτυρηθεί έντονα η Στέλλα. Ένοιωθε θιγμένη. «Ανδριάνα, τον Σπύρο τον αγαπάω» είχε πει και τα μάτια της είχαν βουρκώσει.
«Οι γυναίκες κρατάμε τα σπιτικά, οι γυναίκες τα διαλύουμε» αποκρίθηκε μιμούμενη τη Ρόζα η Ανδριάνα.

«Αν θέλεις να βοηθήσει τον Σπύρο και τον εαυτό σου, τότε έλα μαζί μου στην ψυχολόγο μου την Γεωργία» συνέχισε η Ανδριάνα.
«Σε ψυχολόγο;» είχε απαντήσει ξαφνιασμένη η Στέλλα.
«Ναι, σε ψυχολόγο. Να τα πεις να σε βοηθήσει ,μήπως και μπορέσουμε να βρούμε άκρη. Άκου Στέλλα, κανονικά ο Σπύρος πρέπει να πάει σε ψυχολόγο αλλά το ξέρουμε και οι δύο μας ότι δεν θα το κάνει. Θέλεις να έρθεις μαζί μου μήπως βρούμε κάποια λύση;» είχε ρωτήσει ευγενικά, πιάνοντας το χέρι της Στέλλας και η κοπέλα χωρίς να το σκεφθεί δεύτερη φορά, είχε κουνήσει το κεφάλι καταφατικά.

Τώρα τις δικαιολογίες είχε αρχίσει να τις εφευρίσκει η Στέλλα και να αποφεύγει την Ανδριάνα και την πρόταση που της είχε κάνει. Αν πήγαινε στην ψυχολόγο, θα έπρεπε να πει κι αυτά που συνέβαιναν στη δικιά της την ζωή. Να μοιραστεί με μια άγνωστη γυναίκα τα δικά της μυστικά. Τους δικούς της πόνους, σημάδια της ζωής της από τη μάνα της και τον πατριό της.

Η Ανδριάνα σταμάτησε να την πιέζει. «Αν θελήσεις μου λες. Με το ζόρι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται και στην τελική ψάξε και βρες δικό σου ψυχολόγο. Μόνο κάνε κάτι ρε συ Στέλλα. Δώσε μια ευκαιρία στη ζωή σου, γίνε ευτυχισμένη, δεν χαμογελάς ποτέ, το ξέρεις;» την είχε ρωτήσει.

«Λες και χαμογέλασα αργότερα» μονολόγησε η Στέλλα κουνώντας το κεφάλι καθώς ανέβαινε με το αυτοκίνητο στο λόφο.

Αλήθεια, αυτό το σπίτι τελικά σε ποιόν θα έμενε; Η Ρόζα είχε δύο γιούς αλλά υπήρχε και η Ανδριάνα μέσα στη μέση. Κόρη της δεν ήταν, πρωτοανιψιά της ήταν αλλά είχε τρυπώσει στην εταιρία της Ρόζας για τα καλά. «Μπλεξίματα θα έχουμε» σκέφτηκε.

Πάρκαρε το αυτοκίνητό της πίσω ακριβώς από το αυτοκίνητο της Δήμητρας. Ευτυχώς θα ήταν και η γυναίκα του Γρηγόρη. «Άλλη κι αυτή. Μια οικογένεια μπουρδέλο είμαστε»  μονολόγησε με το αριστερό φρύδι σηκωμένο και την ξινίλα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

Πήρε την πάστα-φλώρα που την είχε βάλει σε ένα όμορφο στρογγυλό λευκό κουτί με αχνά ζωγραφισμένα τριαντάφυλλα.  Όπως ακριβώς άρεσε στην Ρόζα. Η ίδια αυτά τα κορόϊδευε. Ειρωνευόταν την πεθερά της για την μανία που είχε να φτιάχνει όμορφες γωνιές μέσα στο σπίτι και να τις ντύνει, παίζοντας με υφάσματα, λουλούδια και φωτιστικά σκέτα κομψοτεχνήματα.  Την κορόϊδευε αλλά πάντα προσπαθούσε να την μιμηθεί. Ένα πράγμα δεν κατάφερε ποτέ της. Να στρώσει ένα τραπέζι όμορφο όπως η Ρόζα. Να βάλει τα σερβίτσια με τέτοια τάξη και να κάνει τον χώρο να λάμπει και να σε καλοδέχεται. Ούτε το μικρό κασπώ που έβαζε καταμεσής του τραπεζιού με τα φρέσκα λουλούδια μπορούσαν να κλέψουν κάτι από την ομορφιά των τραπεζιών της Ρόζας. «Βάλε αγάπη» της έλεγε η πεθερά της κλείνοντάς της το μάτι και το μόνο που κατάφερνε ήταν να την κάνει έξαλλη.

«Άσε μας Ρόζα στην ησυχία μας. Που για να μαγειρέψουμε την συνταγή του νουά, πρέπει πρώτα απ’ όλα να χαϊδέψουμε το κρέας λες και είναι μωρό. Μια ηλίθια σνομπ είσαι που έκανε δύο βλαμμένους γιούς και έχει μια αλαφροΐσκιωτη ανιψιά» σκέφτηκε και έσφιξε τα χείλη.  Είχε άδικο και το ήξερε. Η Ρόζα ήταν μια τετραπέρατη γυναίκα κι ό,τι είχαν σήμερα, το όφειλαν στην Ρόζα.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και διόρθωσε λίγο το μακιγιάζ της.

«Δείπνο μόνο για κυρίες» ειρωνεύτηκε η Στέλλα, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της και κατέβηκε προσεκτικά από το αυτοκίνητό της.

Χτύπησε το κουδούνι και της άνοιξαν σχεδόν αμέσως.  Έσπρωξε την βαριά διπλή ξύλινη πόρτα και πέρασε το κατώφλι. Στο χολ, στην μεγάλη ροτόντα που δέσποζε καταμεσής του χώρου, βρισκόταν το μεγάλο περίτεχνο βάζο της προγιαγιάς των παιδιών. Η Ρόζα το πρόσεχε σαν τα μάτια της. Το είχε στολίσει με τα αγαπημένα της λουλούδια και η αλήθεια ήταν ότι η μυρωδιά των λίλιουμ της έκοβαν την ανάσα. Ήταν όμως όμορφα έπρεπε να το παραδεχθεί.  Άγγιξε με τα δάχτυλά της τα πέταλα των λουλουδιών.

Ακούμπησε το κουτί με το γλυκό πάνω στην ροτόντα, για να βγάλει το πανωφόρι της και να το κρεμάσει στο βεστιάριο.  Κοιτάχτηκε μέσα στον μεγάλο χρυσό φλωρεντιανό καθρέφτη. Αυτό που είδε δεν της άρεσε.

«Μεγάλωσα» σκέφτηκε και πλησίασε πιο κοντά. Χάιδεψε το μάγουλό της. Η φρεσκάδα στο δέρμα της είχε εξαφανιστεί. Όσο κι αν πάσχιζε να κάνει τα μάγουλά της να ροδίσουν με το μακιγιάζ, δεν τα κατάφερνε. Ήταν η έλλειψη χαράς και ζωντάνιας που είχαν θολώσει το βλέμμα της.  Κοίταξε τη σιλουέτα της και πικράθηκε. Την πρώτη φορά που κοιτάχτηκε σε αυτό τον καθρέφτη έμοιαζε σαν γαζέλα. Έτσι της έλεγε ο Σπύρος και τώρα, πως είχε γίνει έτσι;  Η λεκάνη της είχε ανοίξει και η φουσκωμένη της κοιλιά την έκανε να μοιάζει σαν παραγεμισμένο βαρέλι. «Πρέπει να κόψω τα κουλουράκια με τον καφέ δεν πάει άλλο» σκέφτηκε αλλά από την άλλη, πόσες χαρές της είχαν μείνει; Κυκλοφορούσε μόνιμα μαυροφορεμένη. Το μαύρο έκοβε αυτό που η ίδια δεν άντεχε να βλέπει. Τον ίδιο της τον εαυτό.

Η Ανδριάνα είχε δίκιο. Έπρεπε να είχε φύγει τότε. Τώρα ούτε τα κότσια είχε να δραπετεύσει από το κλουβί της ζωής της, ούτε άντεχε να πιάσει το κουβάρι από την αρχή. Από πού να άρχιζε; Ποιο κόμπο έπρεπε να λύσει πρώτο και που θα κατέληγε; Είχε ήδη αργήσει και κάθε μέρα που περνούσε τα πράγματα χειροτέρευαν. Δεν άντεχε άλλο και δεν άντεχε να εξηγεί. Αλήθεια σε πόσους θα έπρεπε να εξηγήσει;

Έριξε μια τελευταία ματιά στον μεγάλο καθρέφτη και αναστέναξε. Πήρε το κουτί με την πάστα-φλώρα και ακολουθώντας τις φωνές έστριψε δεξιά προς το μεγάλο σαλόνι.

Η Ρόζα απ’ ότι φαινόταν είχε κάνει τα πάντα για να εντυπωσιάσει. Το σπίτι έλαμπε και παντού υπήρχαν βάζα με λουλούδια που μοσχομύριζαν.

«Καλώς το κορίτσι μας» είπε η Ρόζα και της έκανε νόημα να κάτσει δίπλα της. «Έφερες πάλι από την καταπληκτική σου πάστα-φλώρα;» ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση άνοιξε το κουτί για να «κλέψει» μια μικρή μπουκιά.

«Αφού ξέρω πόσο σας αρέσει» είπε η Στέλλα χαμογελώντας στην πεθερά της. Η Ρόζα δεν έκανε να τρώει πολλά γλυκά αλλά τώρα πια, μικρή σημασία είχε.

Στην Στέλλα φαινόταν πολύ αστεία αυτή η αδυναμία που είχε η Ρόζα στο συγκεκριμένο γλυκό.  Ένοιωθε όμως ότι σε αυτή τη ζαβολιά που συμμετείχαν και οι δυο τους, ήταν το μοναδικό κομμάτι που τις κράταγε δεμένες. Ούτε ο Σπύρος, ούτε η οικογένεια, ούτε τα παιδιά. Παρά  μόνο ένα κομμάτι φρέσκια πάστα-φλώρα.

«Ελάτε, ελάτε η Δήμητρα δεν κρατιέται, θα φάει κι εμένα σε λίγο» φώναξε χαρούμενα η Ανδριάνα.

Η Στέλλα βοήθησε την Ρόζα να σηκωθεί από την μεγάλη πολυθρόνα της και να ανέβουν παρέα τα δύο σκαλιά της τραπεζαρίας .

Η Δήμητρα είχε πάει στην κουζίνα και είχε κλέψει από τον Αντώνη μια γαρίδα, προσέχοντας μην του χαλάσει τη διακόσμηση του πρώτο πιάτου.

Η Ρόζα έκατσε στην κορυφή του τραπεζιού. Η Ανδριάνα πηγαινοερχόταν στην κουζίνα και άφησε τις δύο νύφες να καθίσουν δεξιά κι αριστερά στην πεθερά τους. Πρώτη στρογγυλοκάθισε η Δήμητρα. Πήρε την πετσέτα, την τίναξε ελαφρά και την ακούμπησε στα πόδια της. Ακολουθούσε το πρωτόκολλο της Ρόζας. Δεν ήξερε τι είχε κατά νου η πεθερά της και ούτε την ενδιέφερε. Η ψυχή της αναγάλλιασε όταν είδε τον Αντώνη στην κουζίνα. Ήξερε ότι σήμερα θα έτρωγαν πολύ καλά και μόνο γι’ αυτό ήταν ευτυχισμένη. Απολάμβανε την κάθε στιγμή της αδιαφορώντας για όλους τους άλλους. Έτσι και σήμερα. Είχε ξεχάσει να πει στην Στέλλα έστω ένα τυπικό «καλησπέρα».

Η Κλειώ είχε φύγει και απ’ ότι έδειχναν τα πράγματα σε λίγο θα έφευγε και ο Αντώνης. Η Ολυμπία, η γυναίκα που φρόντιζε το σπίτι έλειπε. Είχε πάει για λίγο στην πατρίδα της να ξεκουραστεί, τους είχε πει η Ρόζα. Η Ανδριάνα θα έβγαζε πέρα όλο το σερβίρισμα. Τουλάχιστον στην αρχή.

«Ήθελα σήμερα να είμαστε μόνο οι γυναίκες της οικογένειας» είπε χαρίζοντας ένα μεγάλο λαμπερό χαμόγελο στις νύφες της.

Στο βάθος ακουγόταν το Βαλς του Γάμου, της Ελένης Καραΐνδρου. Η Ρόζα έλεγε, ότι ένοιωθε σαν αυτή τη μουσική να ήταν αφιερωμένη σε εκείνη και τον Γιωργή της.

«Στην υγεία της οικογένειας» είπε, σηκώνοντας το ποτήρι με το λευκό κρασί. Σινιάλο ότι το γεύμα μόλις άρχιζε.

Η Στέλλα μόλις είδε τις γαρίδες έμεινε ακίνητη.

«Ανδριάνα, σε παρακαλώ σερβίρισε την Στέλλα» είπε η Ρόζα.
«Δεν τρώω θαλασσινά» είπε η Στέλλα, γνωρίζοντας ότι η Ρόζα ήξερε πολύ καλά μετά από τόσα χρόνια, ότι δεν τα άγγιζε.
«Λυπάμαι χρυσό μου. Τουλάχιστον δοκίμασε τη σαλάτα, το λαβράκι θα σερβιριστεί αργότερα» είπε η Ρόζα χαμογελώντας ευγενικά.

 

 

~συνεχίζεται~

(φωτογραφία κειμένου:https://gr.pinterest.com/pin/340584790572145480/)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here