Η Στέλλα σταμάτησε το αυτοκίνητό, παράμερα σε ένα πλάτωμα του δρόμου, ανάμεσα στα πεύκα. Το «σπίτι στο λόφο» όπως συχνά αποκαλούσαν το σπίτι των πεθερικών της, το μισούσε από τα τρίσβαθα της ψυχής της. Περισσότερο όμως, αντιπαθούσε  την Ρόζα με τους καλούς τρόπους, το διεισδυτικό βλέμμα, το μεγάλο χαμόγελο, την αγκαλιά που άνοιγε για να τους καλοδεχτεί και το πέπλο της καθώς πρέπει σιωπής που έπεφτε ανάμεσά τους κάθε φορά που έμεναν μόνες. Η Ρόζα ήξερε αλλά ακόμα κι αν δεν ήξερε υποψιαζόταν.  Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Το φανέρωνε η αύρα της πεθεράς της κι εκείνη η έκφραση που χρησιμοποιούσε κάθε τόσο,  «τι άλλα Στέλλα μου;».

Ούτε τον Γιωργή συμπαθούσε ιδιαίτερα. Απλώς δεν την ενοχλούσε.  Προτιμούσε την ησυχία του. Κλεινόταν στο γραφείο του ακόμα και στις οικογενειακές μαζώξεις. Μετά το φαγητό, έπινε τον καφέ του, ελληνικό πάντα, έλεγε ένα «εμένα να με συμπαθάτε» και εξαφανιζόταν. Σαν να τους βαριόταν, όπως βαριόταν και η Στέλλα την παρουσία της πεθεράς της και των υπολοίπων. Πέθανε ο Γιωργής και ησύχασε. Θυμάται ότι είχε στενοχωρηθεί, ίσως γιατί ήταν η πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή της που ερχόταν αντιμέτωπη με το θάνατο. Ίσως πάλι κάτι να της θύμιζε από τις ιστορίες που της έλεγαν για τον πατέρα της που δεν είχε γνωρίσει. Έμφραγμα, είχε πεθάνει νωρίς λίγο μετά που είχε γεννηθεί.  Δεν ήθελε να ψάξει τα μέσα της. Τι σημασία είχαν όλα αυτά; Αυτές οι αναλύσεις και τα σκαλίσματα του παρελθόντος που έκανε η ξαδέρφη του άντρα της, η Ανδριάνα, της έφερναν πονοκέφαλο.

Έφερε τον Σπύρο στο μυαλό της και το βαριεστημένο μακρόσυρτο «γεια» που του είχε πει κλείνοντας ξωπίσω της την πόρτα. Τι σκατά είχε βρει σε αυτόν τον βλάκα και τον είχε παντρευτεί; Στραβή ήταν; Ναι στραβή. Στα εικοσιπέντε άλλη δικαιολογία δεν είχε.

Τον Σπύρο τον είχε γνωρίσει στην δικηγορική εταιρία που δούλευαν μαζί.  Ήταν όμορφος με τα γκριζοπράσινα παιχνιδιάρικά μάτια του, που όμοιά τους δεν είχε δει και από τα στελέχη εκείνα που ολονών τα βλέμματα και οι ελπίδες ήταν στραμμένα επάνω του. Εκείνη γραμματέας, αρραβωνιασμένη και φοιτήτρια στην Βιομηχανική Σχολή του Πειραιά. Οι σπουδές της δεν την ενδιέφεραν και τις παράτησε. Δούλευε για να βγάζει τα έξοδά της. Ανάγκη δεν είχε, η οικογένειά της καλά κρατιόταν, ειδικά ο πατριός της,  αλλά της άρεσε να είναι ανεξάρτητη.  Έτσι έλεγε κι ας βολευόταν ακόμα στο πατρικό της σπίτι.

Ο Σπύρος ήταν ο πρωτότοκος της οικογένειας. Έφερε το όνομα του παππού του και μαζί με το όνομα, της κουβάλησε στο σπιτικό τους όλη του την προίκα με τα έπιπλα αντίκες που πήγαιναν από παππού σε εγγονό. Δεν ήταν ότι δεν της άρεσαν, είχαν την όμορφη αίγλη του παρελθόντος αλλά … Υπήρχε πάντα μέσα της ένα αλλά για όλο αυτά που εκείνη δεν μπόρεσε να γνωρίσει. Σαν να μην συγχωρούσε τον εαυτό της που γεννήθηκε στα Πατήσια σε ένα διαμέρισμα και όχι στο σπίτι πάνω στο λόφο. Για τον πατριό της, για τη μάνα της και για όλα αυτά που την έκαναν να ντρέπεται.

Γιατί παντρεύτηκε τον Σπύρο; Μήπως δεν ήξερε; Ήξερε, τα πάντα πλέον γνώριζε. Είχαν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια από το πρώτο φιλί. Τότε, εκείνη ήταν αρραβωνιασμένη κι ο Σπύρος παντρεμένος με την Κατερίνα. «Αικατερίνη η μεγάλη» την έλεγε σηκώνοντας το αριστερό φρύδι και κάνοντας μια περιπαικτική γκριμάτσα κοροϊδεύοντας τον μεγάλο  πισινό της γυναίκας. «Μα τι της βρήκες;» ρώταγε υποτιμητικά τον Σπύρο.

Η Κατερίνα και ο Σπύρος είχαν γνωριστεί από το σχολείο. Η Ρόζα και ο Γιωργής ήξεραν ότι αυτή η σχέση δεν θα είχε μέλλον. Ο Σπύρος ήταν νέος και είχε την ορμή του ταύρου και η Κατερίνα ήταν ένα πλάσμα με μια μεγάλη ψυχή βγαλμένη λες από άλλη εποχή αλλά ανίκανη να κρατήσει σπίτι. Οι πάντες όμως σώπασαν όταν στον κόσμο ήρθε ο Νικόλας.  Ένα πλάσμα που τους είχε ξετρελάνει όλους. Όμορφος και ροδαλός σαν τον μικρό Θεό Έρωτα. Αυτός ο έρωτας για το Νικόλα ήταν που πήρε και το μυαλό της Στέλλας.

Άνοιξε το παράθυρο να τη φυσήξει ο αέρας. Δεν είχε καμία όρεξη να δει τα μούτρα της Ρόζας, ούτε να ακούσει την ήρεμη φωνή της. Άνοιξε την τσάντα της και πήρε ένα τσιγάρο. Το άναψε, ακούμπησε το κεφάλι πίσω και άφησε τη μουσική να παίζει.  Έκανε κυκλάκια με τον καπνό στον ρυθμό της μουσικής. Στο σπίτι στο λόφο θα ανέβαινε τελευταία. Θα άφηνε τις άλλες να προπορευτούν.  Έπιασε με τα δάχτυλα τους κροτάφους της. Οι σκέψεις  της έφερναν πονοκέφαλο.

Ο Σπύρος τότε, μόλις είχε πάρει προαγωγή. Ήταν κάτι που απ’ ότι είχε μάθει, το κυνήγαγε καιρό. Το απόγευμα εκείνο είχαν κάνει έναν μικρό πάρτι στην εταιρία προς τιμή του. Οι άντρες έπιναν, εκείνη πάλι σιχαινόταν το αλκοόλ. Ο Σπύρος φαίνεται ότι ήπιε λίγο παραπάνω και στην παραζάλη του την είχε σηκώσει στον αέρα σαν πούπουλο. Την έφερε δυο γυροβολιές και την ώρα που την άφηνε κάτω εκείνη έγειρε το κεφάλι πίσω γελώντας. Ο Σπύρος της έδωσε ένα βαθύ φιλί στο στόμα. Η Στέλλα έμεινε βουβή, αποσβολωμένη.

«Με συγχωρείς» της είπε σαν χαμένος. «Μάλλον θα φταίει αυτός ο διάολος» είπε δείχνοντας το ποτήρι του. Της Στέλλας της είχε κοπεί η ανάσα. Αυτό που μόλις είχε συμβεί της είχε πάρει το μυαλό. Ήθελε να γευθεί ξανά και ξανά το φιλί του Σπύρου. Τα χέρια του και η αντρίκια μυρωδιά του είχε αποτυπωθεί στα ρουθούνια της. Καπνός ανάκατος με ιδρώτα και σαπούνι. Ένοιωσε την καρδιά της να φτερουγίζει και τον αέρα να κόβεται από το στήθος της.

«Πρέπει να φύγω, με περιμένει ο αρραβωνιαστικός μου» είχε πει για να μπορέσει να το βάλει στα πόδια. Ο Σπύρος της φώναξε από μακριά «συγγνώμη και πάλι» και της γύρισε την πλάτη για να συνεχίσει το ξέφρενο γλέντι του.  Τον άκουσε να γελάει.

Η Στέλλα ήξερε ότι το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να γυρίσει στον αρραβωνιαστικό της τον Γιάννη που την περίμενε, να παραιτηθεί και να συνεχίσει τις σπουδές της. Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν έκανε.

Έφυγε από την εταιρία και άρχισε να τριγυρνάει στους δρόμους του κέντρου. Ούτε τον Γιάννη ήθελε να αντικρίσει ούτε την οικογένειά της. Η αλήθεια ήταν ότι πρώτη φορά ένοιωθε έτσι. Ήθελε με κάποιον να μιλήσει αλλά με ποιόν; Φίλες δεν είχε. Μόνο μια που σπούδαζε στη Γερμανία. Η αδελφή της η Μαρία ήταν δέκα χρόνια μικρότερή της. Εκείνη έπαιζε ακόμα με τις κούκλες ή τέλος πάντων με ότι και να έπαιζε δεν ήταν η κατάλληλη. Να μιλούσε στη μάνα της, την κυρία Αθηνά αδύνατον.  Δύο δουλειές έκανε και παρέα με τον πατριό της τον κύριο Δημητρό φρόντιζαν για να της φτιάξουν την προίκα και να μην τους λείψει τίποτα. Να, προχθές της είχαν πάρει ένα καινούργιο σερβίτσιο και τώρα κοίταγαν για πλυντήριο λες και ο γάμος θα γινόταν αύριο. Η απόφαση ότι η Στέλλα έπρεπε να παντρευτεί είχα παρθεί από την κυρία Αθηνά και τον άντρα της. Ο Γιάννης και η Στέλλα απλώς το είχαν δεχθεί σαν φυσικό επακόλουθο της ζωής. Γεννιέσαι, παντρεύεσαι, κάνεις παιδιά τα μεγαλώνεις και κάποτε πεθαίνεις.

Αυτό το «κάποτε πεθαίνεις» που τόσο εύκολα έλεγε ο πατριός της στην ίδια και στην αδελφή της, την τρέλαινε.  Εικοσιπέντε χρονών ήταν. Ήθελε να ζήσει, να ερωτευθεί, τα ταξιδέψει, να γελάσει. Η Στέλλα ήθελε να ζήσει και αυτό έμοιαζε απαγορευμένο.

«Αν ήσουν κόρη μου όλα θα ήταν διαφορετικά» της έλεγε ο κύριος Δημητρός «το να μεγαλώνω όμως το παιδί ενός άλλου είναι μεγάλη ευθύνη» κι έτσι της απαγόρευε τις πολλές εξόδους. Για εκδρομές, ούτε λόγος.

«Δεν σε βλέπω να φέρεσαι διαφορετικά και στη Μαρία που είναι παιδί σου» έλεγε η Στέλλα και κοπάναγε την πόρτα του δωματίου της.
«Για μάζεψε τη γλώσσα σου εσύ γιατί κακά ξεμπερδέματα θα έχουμε» της έλεγε η μάνα της και μετά άρχιζε να τσακώνετε με τον άντρα της.

Πονοκέφαλος την έπιανε την Στέλλα. Να φύγει ήθελε από εκεί μέσα. Γι’ αυτό μπήκε στη σχολή, γι’ αυτό δούλευε, γι’ αυτό παντρολογιόταν με τον Γιάννη. Για να φύγει. Να φύγει να γλυτώσει, από τις φωνές της μάνας της και το κολλημένο μυαλό του πατριού της. Να φύγει για να ζήσει · κι έφυγε, με τον λάθος άνθρωπο. Χαλώντας ζωές και πρωτίστως τη δική της.  Τώρα όμως είχε κι εκείνη ένα παιδί κι ας μην ήξερε τι έπρεπε να κάνει.

Το βράδυ εκείνο μετά το πρώτο φιλί, είχε γυρίσει σπίτι της κατάκοπη.

«Τι έχεις εσύ;» την είχε ρωτήσει η μάνα της.
«Κουρασμένη είμαι» είχε πει και έκανε να πάει στο δωμάτιο της.
«Θα φας; Έχω φτιάξει…»
«Είχαμε ένα πάρτι στην εταιρία για μια προαγωγή και φάγαμε εκεί» είχε πει η Στέλλα και εξιστορώντας τη μισή ιστορία, τους καληνύχτισε όλους και κρύφτηκε κάτω από το πάπλωμά της.

«Δεν είμαι ερωτευμένη, πως θα παντρευτώ;» αναρωτιόταν και αμέσως μετά η θύμηση από το φιλί του Σπύρου της έκαψε την ψυχή και την έκανε να έχει ρίγη. «Τι θα κάνω;» μονολογούσε νοιώθοντας εγκλωβισμένη μέσα στον ίδιο της τον εαυτό, στο σπίτι της και στα πατροπαράδοτα πρέπει και δεν πρέπει της οικογένειάς της.

Η Στέλλα τίναξε τη στάχτη της στο τασάκι του αυτοκινήτου της. Γέλασε δυνατά αφήνοντας τον πνευμόνια της να αδειάσουν.

«Εγκλωβισμένη ήμουν από τι; Από τον φόβο μου;» μόλις άρχιζε να συνειδητοποιεί τις αλήθειες της και χτύπησε με την παλάμη της το κεφάλι της.

Ήθελε να μιλήσει. Πάλι όμως φίλες δεν είχε. Παράξενο δεν ήταν που δεν είχε φίλες; Γιατί μήπως είχε φίλους; Τι λάθος είχε κάνει;

«Ποιους συμπαθούσε, ποιοι την συμπαθούσαν;» αναρωτήθηκε. Ακόμα και η Νονά της κόρης της ήταν η ξαδέλφη του Σπύρου. Η αλαφροΐσκιωτη Ανδριάνα με το μεγάλο χαμόγελο. Σαν την πεθερά της, ίδιες ήταν, ακόμα και στον τρόπο που έστρωναν το τραπέζι.

«Μπλιαχ» έκανε η Στέλλα, τίναξε τα μακριά της μαλλιά, έσβησε το τσιγάρο της και δυνάμωσε τη μουσική.

Το αυτοκίνητο με τις υπόλοιπες γυναίκες μόλις την προσπέρασε. Ευτυχώς δεν την είχαν δει.  Φρόντιζε πάντα να καθυστερεί. Για να καθίσει όσο το δυνατόν λιγότερο μαζί τους. Για να έχουν πιάσει ήδη την κουβέντα. Για να μην χρειάζεται να πει πολλά. Για να ζει στη σκιά.

Ο Σπύρος όλο και προόδευε στη δουλειά του. Ήταν όμως πάντα του ανασφαλής. Γιατί; Η Στέλλα δεν ήξερε να απαντήσει. Ο ίδιος πάλι έλεγε ότι του έφταιγε η δεσποτική του μάνα αλλά και ο πατέρας του, που ποτέ δεν του είπε μπράβο. Αλήθεια, τότε, πόσοι πατεράδες παίνευαν τα παιδιά τους; Η Στέλλα πίστευε ότι ο άντρας της ήταν ένα κακομαθημένο πλάσμα που ήξερε να ρίχνει το φταίξιμο όλο στους άλλους.

Αυτά τα έλεγε τώρα. Στην αρχή δεν έλεγε κουβέντα. Δεν την άφηνε ο έρωτας.

Τον Γιάννη τον χώρισε. Δεν άντεχε ούτε το ερωτευμένο του βλέμμα, ούτε τα χέρια του πάνω στο κορμί της. «Δεν θέλω να παντρευτούμε, δεν είμαι ερωτευμένη» του είχε πει και τον είχε αφήσει να κοιτάζει σαν χαμένος το κενό.

Η κυρία Αθηνά με τον κύριο Δημητρό δεν πίστευαν αυτό που τους είχε βρει.

Της φώναξαν, την έβρισαν και απαίτησαν να μάθουν την αλήθεια. Τι θα έλεγαν στην γειτονιά; Στον Γιάννη; Στην οικογένειά του; Στο σόϊ τους που περίμενε τον γάμο.

«Είμαι ερωτευμένη με τον Σπύρο» είχε απαντήσει η Στέλλα και οι πάντες πάγωσαν.

«Και ποιος είναι ο Σπύρος;» ρώτησε με την βροντώδη φωνή του ο κύριος Δημητρός ο οποίος καταλάβαινε ότι δεν γινόταν άλλον να αγαπάει και άλλον να παντρεύεται. Μέχρι που έμαθε την αλήθεια.

«Παντρεμένος με παιδί δέκα χρονών;» τσίριξε η μάνα της. «Δεν έκανα κόρη εγώ, πουτάνα έκανα» είπε και της άστραψε ένα χαστούκι στο μάγουλο.

Η Μαρία στα δεκαπέντε της, έβλεπε όλη αυτή τη φασαρία στο σπίτι και δεν ήξερε τι να κάνει. «Μην την χτυπάς» φώναξε στη μάνα τους. «Φύγε κι εσύ από τη μέση μην σου έρθει καμία ανάποδη» της απάντησε η κυρία Αθήνα.

«Θα χαλάσεις οικογένεια;» ρώτησε τη κόρη της.
«Χαλασμένη είναι ρε μάνα, πως θα έμπαινα εγώ στη μέση αν όλα ήταν καλά;» απάντησε η Στέλλα τρίβοντας το μάγουλό της.
Ο κύριος Δημητρός βημάτιζε πάνω κάτω στο σαλόνι. «Το καταλαβαίνεις ότι θα παίξει μαζί σου και μετά θα γυρίσει στη γυναίκα του. Έτσι;» τη ρώτησε.
«Όχι πατέρα, θα ζήσουμε μαζί με το Σπύρο. Αγαπιόμαστε.»
«Μην διανοηθείς να τον φέρεις στο σπίτι ποτέ. Ούτε χωρισμένος μπαίνει εδώ μέσα» φοβέρισε ο κύριος Δημητρός.

Η Στέλλα είχε καταλάβει. Κατάλαβε και η οικογένειά της αλλά και η οικογένεια του Σπύρου όταν οι δύο μαζί νοίκιασαν ένα σπίτι κάπου στην Κυψέλη.

Το βράδυ εκείνο που ο Σπύρος εξομολογήθηκε τον έρωτά του για την Στέλλα στην Κατερίνα, ήταν σαν να είχε πέσει βόμβα στο σπίτι τους. Ο μικρός Νικόλας ξύπνησε από τη φασαρία. Με τσαλακωμένες τις πιτζάμες από τον ύπνο, ξυπόλητος,  πήγε στο σαλόνι και βρήκε τον πατέρα και τη μάνα του να ουρλιάζουν σαν τα άγρια ζώα.

Έβαλε τα δυο μικρά του χέρια στα αυτιά και άρχισε να κλαίει. Ο πολυέλαιος ήταν πεταμένος στο πάτωμα σπασμένος σε εκατομμύρια μικρά κομματάκια.

«Μην φωνάζετε» σας παρακαλώ ψέλλισε αλλά κανείς δεν τον άκουσε.

«Μπαμπά» φώναξε, όταν είδε τον Σπύρο να κοπανάει με δύναμη την πόρτα.

«Μαμά» είπε και έτρεξε να χωθεί στην αγκαλιά της Κατερίνας.

 

 

~συνεχίζεται~

(φωτογραφία κειμένου: https://gr.pinterest.com/pin/340584790572057313/)

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here