Μια φορά και ένα καιρό, αρκετά παλιά έτσι ώστε οι γυναίκες να φοράνε φορέματα που έμοιαζαν με τούρτες ενώ οι άντρες άσπρες περούκες με μπούκλες, ένας αγρότης λιαζόταν ανέμελος, όταν είδε μια κουκουβάγια η οποία περιέργως πετούσε μέρα μεσημέρι, να προσγειώνεται πάνω σε μια μηλιά δίπλα σε ένα σπίτι, όπου ένας συνταξιοδοτημένος γεωγράφος, όπως του άρεσε να αποκαλεί τον εαυτό του, πήγε για επίσκεψη για λίγες μέρες στην κόρη του, πράγμα που την αναστάτωσε πολύ. Ήρθε βλέπετε κάπως απρόσκλητος. Αντιθέτως τα παιδιά της τον λάτρεψαν. Πάντα έδινε την εντύπωση πως είχε κάνει πολύ σημαντικά πράγματα στη ζωή του χωρίς καν να πει μια λέξη. Αν και, όποτε ξεκινούσε να μιλάει δύσκολα σταματούσε, αν ο ίδιος είχε διάθεση, ενώ ο ακροατής του έμενε με το στόμα ανοιχτό. Και όταν μια μέρα, τα εγγόνια του πρόσεξαν το αντικείμενο που του έδωσε τον τίτλο του Σερ, ο Τζων ΜακΜίλαν, ακόμα και αν ήταν πιο μετριόφρων, δεν θα μπορούσε να κρατηθεί και να μην διηγηθεί την φανταστική ιστορία του.

-Παππού Τζων, που βρήκες αυτήν την πυξίδα; ρώτησε η Λίλη δείχνοντας μια απόλυτα κοινή πυξίδα στη ζώνη του η οποία προκαλούσε εξαιρετικό ενδιαφέρον στον θεατή της χωρίς όμως κάποιο ιδιαίτερο λόγο. Όταν λοιπόν εκείνος ευχαριστημένος με την ερώτηση πήγε να ανοίξει το στόμα του, η κόρη του η Μαίρη, μπήκε στο δωμάτιο και του είπε.

-‘Έτσι και ακούσω μια λέξη για την καταραμένη πυξίδα, το καλό που σου θέλω, να είναι τουλάχιστον αληθινή, αυτή τη φορά!

-Μα φυσικά αγαπητή μου, της απάντησε εκείνος, και ύστερα παρατήρησε πως κάτι μύριζε καμένο. Και μόνο όταν εκείνη έφυγε αλαφιασμένη άρχισε να μιλάει.

-Μα γιατί η μαμά λέει πως δεν λες αλήθεια; ρώτησε η Λίλη.

-Και τι εννοούσε όταν είπε «αυτή τη φορά»; συμπλήρωσε ο αδελφός της ο Μπεν.

-Η μητέρα σας δυσκολεύεται να πιστέψει απλά και κατανοητά πράγματα, μουρμούρισε δυσαρεστημένος, μα να ξέρετε πως εγώ δεν λέω ποτέ ψέματα, ποτέ δεν έλεγα. Γι’ αυτό μου ήταν δύσκολο να κολακέψω τον ήλιο.

-Να κολακέψεις τον ήλιο; πετάχτηκε η Λίλη.

-Μην διακόπτεις. Θα σου την πω την ιστορία…

Όταν ήμουν νέος, ήμουν επίτιμο μέλος της Λέσχης Γεωγράφων του Λονδίνου, όπου εκεί φυλασσόταν η πυξίδα που κρατούσε τα πράγματα στη σωστή φορά. Ναι! αυτή κάνει τον κόσμο μας να γυρίζει. Όταν λοιπόν μια νύχτα, που τα αστέρια έλαμπαν τόσο έξαλλα, που όλο το Λονδίνο είχε στραμμένο το κεφάλι του ψηλά, η πυξίδα κλάπηκε από τον διαβόητο κλέφτη Σάιμον Τζόουνς. Ήταν ζήτημα χρόνου το πότε θα αποσυγχρονιζόταν ο κόσμος.

Όλοι στη Λέσχη Γεωγραφίας, μιας και δεν μπορούσαν καν να φανταστούν τη ζωή τους έστω και λίγο μη προγραμματισμένη, είχαν τρελαθεί. Ο πρόεδρος προσπαθούσε απεγνωσμένα να εξηγήσει σε μια κολόνα πως οι πολυθρόνες δεν ήταν βρώσιμες, ενώ ο σερ Κάλαχαν έπινε τσάι κουβεντιάζοντας με μια βαλσαμωμένη χελώνα. Και εγώ ήμουν ο μόνος που δεν είχα χάσει τη λογική μου. Έτρεξα να βρω τον Σάιμον Τζόουνς. Βέβαια, όταν τον πλησίασα επικίνδυνα, εκείνος με έπιασε από το γιακά και με φύσηξε μακριά. Πρέπει να ταξίδεψα περίπου τριάντα πέντε μίλια σε μόλις πέντε λεπτά, γιατί μετά από τόσο, έπεσα μέσα σε ένα πειρατικό καράβι, και από τότε άρχισαν τα προβλήματά μου. Οι πειρατές με πρόσεξαν αφού τους χάλασα την πολιτισμένη τους ατμόσφαιρα. Παράξενο ε;

-Πιάστε τον, ούρλιαξε ο καπετάνιος του πλοίου.

-Σσς, μη φωνάζεις τόσο, είπε ένας μονόφθαλμος πειρατής, μην ξεχνάς πως είπαμε πως θα προσπαθήσουμε να γίνουμε λίγο πιο πολιτισμένοι, μετά το περιστατικό στη Γαλλία.

-Ναι, στη Γαλλία, συμφώνησαν οι υπόλοιποι πειρατές, κουνώντας απαξιωτικά το κεφάλι τους.

-Καλά, καλά, μην πω τίποτα για τη Γαλλία, γκρίνιαξε σιγανά ο καπετάνιος, παρακαλούστε… όχι, παρακαλείστε να τον συλλάβετε παρακαλώ.

Όλοι οι πειρατές μαζεύτηκαν τριγύρω μου με τις σπάθες τους στο πρόσωπό μου, μα ακουγόταν απόλυτη ησυχία, πράγμα που τους δυσκόλεψε πολύ. Φαινόταν στις απολίτιστες φάτσες τους, καθώς προσπαθούσαν να χαμογελάσουν ανεπιτυχώς, δείχνοντας τα μαύρα και χρυσά δόντια τους. Πολύ βολικό για μένα γιατί ήξερα που να χτυπήσω.

-Δεν μου λέτε που πήγαν οι τρόποι σας; τους είπα.

Τους φάνηκε πολύ παράξενο.

-Μα…δεν φωνάζαμε, δεν σε ξεκοιλιάσαμε και χαμογελούσαμε. Συνεπώς δεν κάναμε κάτι που θα σε έθιγε, είπε ένας κοκκαλιάρης αδύνατος πειρατής χωρίς πόδι.

-Κι’ όμως αγαπητοί απολίτιστοι, δεν μου προσφέρατε καν λίγο τσάι.

-Τι; τσάι; Ψάξε βρες το μόνος σου. Μα από που κι’ ως που, με το να σου προσφέρουμε τσάι, θα είμαστε ευγενικοί. Άσε που θα στο πιει ο παπαγάλος, φώναξε ο καπετάνιος.

-Βαθιές ανάσες καπετάνιε, υπενθύμισε ο μονόφθαλμος πειρατής.

Εκείνος βαριαναστέναξε σαν ηφαίστειο με καούρες και ύστερα είπε

-Στο μπουντρούμι! Τώρα!

-Μισό λεπτό, προσπάθησα να υπερασπιστώ τη θέση μου.

-Δεν έχω τσάι! απάντησε ο καπετάνιος.

-Δεν θέλω τσάι!

-Ε, τότε;

-Μιας και ρώτησες θα σου πω. Σύμφωνα με τον εντέκατο νόμο, σελίδα 33, παράγραφος 4, του σαβουάρ βιβρ, αν ένας τυχαίος ταλαντούχος γεωγράφος προσγειωθεί στο καράβι σας, ξέρετε ποιο είναι το πρωτόκολλο;

-Εεμ, τον δίνουμε σε αλχημιστές καρχαρίες για πειραματόζωο;

-Λάθος, εξυπνάκια!

-Καπετάνιος εξυπνάκιας, για σένα ξετσίπωτη τσιπούρα. Και το όνομα είναι Γουίλ.

-Καλά, συγνώμη. Λοιπόν, το πρωτόκολλο είναι, να τον βοηθήσετε να βρει κάποιον που το όνομά του είναι Σάιμον, και το επίθετό του Τζόουνς, και έχει κλέψει μια πυξίδα.

-Αααα! έκανε όλο το πλήρωμα άναυδο από τις γνώσεις μου, και απογοητευμένο που δεν ήξερε κάτι τόσο απλό.

-Τι; Όχι! Με τίποτα! Δεν δέχομαι λέξη! ούρλιαξε ο καπετάνιος.

-Αυτό δεν είναι σωστό, πετάχτηκε ο κοκκαλιάρης πειρατής χωρίς πόδι, συνεπώς ενοχλούμαστε. Συνεπώς δεν μας ικανοποιείς πια ως καπετάνιος. Συνεπώς αλλάζουμε καπετάνιο. Συνεπώς καπετάνιος γίνεται ο τυχαίος ταλαντούχος γεωγράφος με τους πολιτισμένους τρόπους που έπεσε από τον ουρανό.

-Ναι! συμφώνησαν όλοι και τότε πήραν τον καπετάνιο, τον φόρτωσαν στη σωστική λέμβο που είχε μέσα τρεις μπιγκόνιες και όλα τα απαραίτητα για να τις φροντίζεις και την έδεσαν με ένα σκοινί πίσω από το καράβι.

Και να που σε τρεις μέρες βρέθηκα ξανά αντιμέτωπος με τον Σάιμον Τζόουνς, αφού προηγήθηκαν κάποια επεισόδια με το πνεύμα του λευκού θαλάσσιου μπαμπουίνου από το Έβερεστ που στοίχειωνε το ναυάγιο ενός ινδιάνικου κανό. Εντόπισα τον Σάιμον Τζόουνς να κάνει γιόγκα με τρεις Ινδούς μοναχούς σε μια έρημη παραλία της Καραϊβικής, περιτριγυρισμένο από αιμοβόρες φώκιες και ανθρωποφάγα ελάφια. Τον πλησίασα, και με λογικά επιχειρήματα προσπάθησα να τον πείσω να επιστρέψει την πυξίδα μα εκείνος δεν ήταν σαν τους πειρατές.

-Α! εσένα κάπου σ’ έχω ξαναδεί ανθρωπάκο. Λοιπόν θα σου πω, ότι και στην προηγούμενή μας συνάντηση, είπε και ήταν απίστευτο το πώς κατάφερε να το ξανακάνει, μα με σήκωσε από το γιακά και με φύσηξε ξανά μακριά. Προφανώς έμεινα αναίσθητος μετά την πτώση. Όταν συνήλθα ένοιωσα το κεφάλι μου να ξεκολλάει από τους ώμους μου, τους ώμους μου να ξεκολλάνε από την πλάτη μου, την πλάτη μου να ξεκολλάει από τα πόδια μου και τα πόδια μου να γίνονται θρύψαλα. Παρόλα αυτά σηκώθηκα και άρχισα να περπατάω. Γύρω μου τα πάντα ήταν ροζ και λίγο κίτρινα και ήταν σαν να βρισκόμουν σε ένα λαβύρινθο, γιατί υπήρχαν περάσματα παντού. Ξαφνικά είδα μια ψηλή ανοιχτόχρωμη ξανθιά κοπέλα με μακριά μαλλιά και λευκό χιτώνα, και έναν άντρα με παρόμοια χαρακτηριστικά που φορούσε και αυτός χιτώνα.

-Πέθανα; ρώτησα βλακωδώς.

-Όχι. μου απάντησε η κοπέλα.

-Μπα! αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον.

-Είναι;

-Μα ναι. Τώρα μπορείτε να μου πείτε ποιοι είστε και που βρίσκομαι μιας και είμαι ζωντανός; είπα.

-Βρίσκεσαι μέσα σε ένα τριαντάφυλλο, την Παγγαία. Είμαι η Αριάδνη και αυτός είναι ο αδελφός μου ο Ισίδωρος.

-Σε προσκαλούμε στο σπίτι μας, αν χρειάζεσαι περισσότερες πληροφορίες, συμπλήρωσε ο Ισίδωρος.

-Ευχαριστώ, είπα και τους ακολούθησα χωρίς καν να το σκεφτώ. Προχωρώντας είδα και άλλον κόσμο που αξιοποιούσε τα σχίσματα ανάμεσα στα πέταλα του ρόδου ως κατοικίες. Όλοι όμως φαινόντουσαν μισοκοιμισμένοι, σαν μαγεμένοι. Και όσο προχωρούσαμε στο ροζ λαβύρινθο ένοιωθα μια νάρκη να μου θολώνει το μυαλό. Φτάσαμε στο σπίτι τους και καθίσαμε γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι, τα μόνα έπιπλα που υπήρχαν εκεί, πέρα από κάποια κάδρα στον τοίχο. Έγινα πιο καχύποπτος τότε. Η Αριάδνη άρχισε να μιλάει.

-Θα ήθελες μήπως να ζήσεις στην Παγγαία;

-Όχι.

-Γιατί όχι;

-Γιατί είσαι διπλωματούχος διπρόσωπη απατεώνας.

-Μα όχι! Στο Όνομα του Ρόδου!

-Άθλιοι! το πτυχίο σου, και του αδελφού σου, είναι κορνιζαρισμένα στον τοίχο!

-Ναι, ε; γύρισε να δει.

-Ναι! Θέλετε να κάνετε τον κόσμο να μείνει εδώ έτσι ώστε μια μέρα να δημιουργήσετε ένα μεγάλο στρατό για να κατακτήσετε τον κόσμο!

-Που το κατάλαβες; ρώτησε ο Ισίδωρος.

-Το σχέδιο σας είναι γραμμένο και κορνιζαρισμένο δίπλα από τα πτυχία σας! Γύρισαν να κοιτάξουν.

-Ωραία. Τώρα; με ρώτησε η Αριάδνη.

-Τώρα δείξτε μου πως θα γίνω ξανά μεγάλος, αλλιώς θα «ξυπνήσω» όλους τους κατοίκους. Ναι! ξέρω πως το κάνατε. Χρησιμοποιείτε για υπνωτικό το άρωμα του τριαντάφυλλου. Εγώ πολύ απλά θα το καλύψω με άρωμα λεβάντας. Πάντα κουβαλάω μαζί μου.

Ο Ισίδωρος φάνηκε ανήσυχος μα η Αριάδνη είπε

-Συγνώμη που σου χαλάω τα σχέδια, μα η Παγγαία δεν θα ηττηθεί τόσο εύκολα… Σάιμον! φώναξε.

Μα ήταν δυνατόν; Ο Σάιμον Τζόουνς εδώ! Κι’ όμως να που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα.

-Ει, πάλι εσύ; Από ότι φαίνεται σου έχω γίνει εμμονή. Πες μου τουλάχιστον το όνομά σου, είπε όταν με είδε.

-Τζων ΜακΜίλαν. Επίτιμο μέλος της Λέσχης Γεωγράφων του Λονδίνου. Και θα σου επιβληθεί τρομερή τιμωρία αν δεν μου επιστρέψεις την πυξίδα.

-Δεν σφάξανε!

-Κι’ όμως, σφάξανε! είπα και του έδειξα την πυξίδα την οποία κρατούσα κιόλας στο χέρι μου.

Σας έχω πει πότε πως ασκώ την τρομερή τέχνη των Νίντζα; Ναι, μάλιστα μια φορά, κατάφερα να κλέψω τα νύχια μιας σατανικής γάτας που ήθελε να καταστρέψει…Ω! συγνώμη, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Λοιπόν κατάφερα να πάρω την πυξίδα από τον Σάιμον Τζόουνς.

-Μα πως;! είπε έκπληκτος εκείνος.

-Γιατί είμαι ο Τζων ΜακΜίλαν. Και από εμένα θα βρεις την τιμωρία σου! Σάιμον Τζόουνς, συλλαμβάνεσαι! του απάντησα.

-Δεν έχω πει ακόμα την τελευταία μου λέξη, είπε και με ένα χαμόγελο πήρε τη γύρη από το τριαντάφυλλο και την φύσηξε στο πρόσωπό μου. Τότε φτερνίστηκα τόσο δυνατά που εκσφενδονίστηκα από το τριαντάφυλλο και βρέθηκα να αιωρούμαι στο αχανές διάστημα, κρατώντας ακόμα την πυξίδα στο χέρι μου. Βρισκόμουν μπροστά σε ένα μεγάλο μαύρο πλανήτη.

-Συγνώμη… είπα.

Τότε ο πλανήτης άρχισε να γυρίζει αργά και όσο γύριζε φαινόταν το φωτεινό πρόσωπό του.

-Ποιος τολμά να διαταράσσει τη σιωπή μου; είπε αργά με την βαθιά, βαριά φωνή του. Ήταν ο ήλιος.

-Ο Τζων ΜακΜίλαν. Επίτιμο μέλος της Λέσχης Γεωγράφων του Λονδίνου.

-Και… Τζων ΜακΜίλαν, πιστεύεις πως η ύπαρξή σου είναι αρκετά αξιοπρόσεκτη έτσι ώστε να τολμάς να μιλάς απευθυνόμενος σε εμένα; ρώτησε αργόσυρτα.

-Ναι. Θέλω να σας ζητήσω μια χάρη. Είναι απολύτως απαραίτητο να επιστρέψω στη γη. Δεύτερος πλανήτης μετά τον Άρη. Αν δεν είναι δύσκολο.

-Αυθάδη! ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ο Ήλιος! Ο Αφέντης στους αιθέρες! Ο Υπέρλαμπρος Ζωοδότης! Ο Λαμπρός Καβαλάρης! Ο Γιος της Αυγής!

-Χα! εννοείς το κίτρινο πρόσωπο, το αποτρόπαιο άστρο της μέρας, ε;

Ετοιμάστηκε να μου απαντήσει εξοργισμένος, μα τότε την κουβέντα διέκοψε η Αφροδίτη.

-Ήλιε! κανόνισες τίποτα για μένα; Ξέρεις… για το θέμα με την εμφάνιση ζωής που λέγαμε… είπε ναζιάρικα.

-Μην το λες δυνατά αυτό! Όχι. Δεν ξέρω τίποτα!

Η χροιά της φωνής του φάνηκε διαφορετική. Ανήσυχη.

-Μα, είναι τόσο βαρετά. Δεν θυμάσαι παλιά… πριν την ακτινοβολία…

-Ναι, ναι, θυμάμαι. Μα τώρα είμαι απασχολημένος.

-Μα με τι; γκρίνιαξε η Αφροδίτη.

-Ε! Ήλιε! ακούστηκε μια τρίτη φωνή, ο Πλούτωνας μας έχει ζαλίσει πώς είναι και αυτός κανονικός πλανήτης. Ήταν ο Άρης που μιλούσε.

-Μα είμαι! φώναξε ο Πλούτωνας από το βάθος, αυτά να τα πείτε στον Ερμή! Που δεν τολμάει να στριφογυρίσει λίγο, και από τη μια πλευρά είναι φούρνος, ενώ από την άλλη ψυγείο!
έσκασε στα γέλια.

-Αυτό δεν έχει καμία σχέση. Μουρμούρισε ο Ερμής από πίσω.

-Ήλιεεε, τραγούδησε η Αφροδίτη, μπας και θυμάσαι ένα όμορφο αστέρι που γνώρισες κάποτε; Ω! μα πως τη λέγανε;

-Σιωπή! Ας μην ξεχνάμε πως εγώ κάνω κουμάντο εδώ! Απαιτώ απόλυτη σιωπή! φώναξε ο ήλιος, εγώ είμαι ο αρχηγός εδώ! Απαιτώ σεβασμό! Ακούσατε; Σεβασμό!

-Συγνώμη… εγώ; ρώτησα.

-Εσύ πάρε δρόμο, είπε. Και ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσα γιατί ο ήλιος με πέταξε πίσω στη γη με μια από τις ακτίνες του και έπεσα μέσα από τον ανοιχτό φεγγίτη στην αίθουσα του θρόνου όπου βρισκόταν ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα.

-Ω! κύριε ΜακΜίλαν! Σε περιμέναμε, μου είπε η Βασίλισσα.

Εγώ υποκλίθηκα.

-Θα θέλαμε να σε ανταμείψουμε με τον τίτλο του ιππότη. Η πράξη σου να κυνηγήσεις τον Τζόουνς ήταν εξαιρετικά γενναία, συμπλήρωσε ο Βασιλιάς.

-Μεγάλη μου τιμή, Μεγαλειότατοι είπα απερίσκεπτα.

Γιατί όταν πλέον η διαδικασία είχε αρχίσει, παρατήρησα πως συμπεριφέρονταν σαν τους ανθρώπους στην Παγγαία. Κατάλαβα πως το σπαθί που κρατούσε ο βασιλιάς, θα το χρησιμοποιούσε για να με σκοτώσει. Έπρεπε να δράσω γρήγορα. Ο Τζόουνς τους είχε υπνωτίσει, άρα θα βρισκόταν πίσω από το θρόνο, κρατώντας το τριαντάφυλλο με το άρωμα. Πριν λοιπόν ο Βασιλιάς τελειώσει τη φράση «Σε χρίζω ιππότη», του είχα πάρει το σπαθί, είχα βγάλει τον Τζόουνς από την κρυψώνα του, είχα καταστρέψει το τριαντάφυλλο, και φυσικά είχα βγάλει έξω τη λεβάντα. Και όλα αυτά σε ένα χρονικό διάστημα τριών δευτερολέπτων παρακαλώ!

Ο Βασιλιάς συνήλθε και τότε με έχρισε ιππότη. Η Λέσχη Γεωγράφων του Λονδίνου αποφάσισε να δώσει την πυξίδα σε εμένα για την ασφαλή φύλαξή της. Όσο για τον Τζόουνς… θυμάμαι πως είχε τα χέρια του δεμένα… μετά ξέχασα…

-Πως γίνεται να ξέχασες; ρώτησε η Λίλη τον παππού της όλο αγωνία.

-Αυτό συνέβη πριν πολύ καιρό, της απάντησε.

-Και, παππού, άρχισε να μιλάει διστακτικά ο Μπεν, αυτό είναι αλήθεια;

Ο Σερ Τζων δεν πρόλαβε να απαντήσει γιατί έξω από το παράθυρο φάνηκε η Βασίλισσα λαχανιασμένη, που φώναζε απεγνωσμένα.

-Σερ ΜακΜίλαν! Ο Σάιμον Τζόουνς το έσκασε από τη φυλακή και κατέλαβε το παλάτι!

-Ω! σωστά. Στη φυλακή πήγε, μουρμούρισε ο Σερ Τζων ΜακΜίλαν, επίτιμο μέλος της Λέσχης Γεωγράφων του Λονδίνου και προσωπικός σωματοφύλακας της Βασίλισσας.

Το κείμενο έγραψε “Η ανιψιά”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here