Μπήκε μέσα στο σαλούν, όπου επικρατούσε απόλυτη σιωπή, κάθισε σε ένα σκαμπό και παρήγγειλλε ένα φλυτζάνι τσάι. Η Παμ έμοιαζε πολύ με μικρό παιδί, αν και είχε την αυτοπεποίθηση χορεύτριας φλαμένγκο. Αυτή η αντίθεση έκανε όλα τα βλέμματα να στραφούν προς το μέρος της, αφού σε ένα σαλούν ξυλοκόπων σε ένα μικρό χωριό στα  δάση του Όρεγκον το 1920 έμπαιναν σπάνια γυναίκες και ακόμα πιο σπάνια παιδιά, πόσο μάλλον χορεύτριες φλαμένγκο.

-Δεν υπάρχει τσάι, μούγκρισε ο ιδιοκτήτης.

-Και φαντάζομαι ούτε χαμομήλι ε; είπε εκείνη και χαχάνισε, μα βλέποντας την κενή φάτσα του σταμάτησε.

-Ας κάνω όνειρα, μα μήπως υπάρχει οτιδήποτε χωρίς αλκοόλ; Γιατί ξέρετε έχουμε μια παράξενη σχέση, πολύπλοκη θα έλεγα, ρουθούνισε δυνατά, πράγμα που φαντάζομαι εσάς σας συμφέρει μα εμένα όχι οπότε…

Εκείνος ανέκφραστος συνέχισε να τρίβει ένα μεγάλο γυάλινο ποτήρι με μια βρώμικη κουρελιασμένη πετσέτα.

-Μάααλιστα. Ας μπω κατευθείαν στο ψητό λοιπόν. Όπως είπα έχω μια παράξενη σχέση με το αλκοόλ και έχω και έναν ξάδελφο, ξάδελφος να σου πετύχει βέβαια, και βάλαμε αυτό το στοίχημα, και έλεγα υπάρχει και εκείνος έλεγε δεν υπάρχει, υπάρχει, δεν υπάρχει, υπάρχει, δεν υπάρχει, και τέλος πάντων βάλαμε αυτό το στοίχημα και τώρα πρέπει να του φέρω ένα φτερό Θάντερμπερντ…

Σε εκείνο το σημείο σταμάτησε να σκουπίζει το ποτήρι και γύρισε το κεφάλι του αργά προς την Παμ, όπως και έκαναν όλοι στο σαλούν.

-Ο ξάδελφός σου είναι τρελός, της είπε.

-Όχι μωρέ, ο κακομοίρης, τρελός δεν είναι, παλιοτόμαρο ναι, τρελός όχι, άρχισε να μιλάει η Παμ.

-Να αφήσεις το Θάντερμπερντ ήσυχο. Φέρνει την καταστροφή με τα φτερά του όταν το ενοχλούν.

-Σώπα καλέ. Ινδιάνικες μπούρδες είναι αυτά, απλός αετός θα είναι, απλά ξέρετε το αλκόολ… και μετά αν έχανα το στοίχημα θα έπρεπε να παντρευτώ το γιό του γείτονα, μα όχι τον ωραίο, τον άσχημο και θα έπρεπε να βγάλω το παιδί μου με το όνομά του, του ξαδέλφου το όνομα εννοώ, όχι του γιού του γείτονα…

-Άκου σε με. Δεν με νοιάζεις ούτε εσύ ούτε ο ξάδελφός σου ούτε ο γείτονας. Αυτό που με νοιάζει είναι να αφήσεις το Θάντερμπερντ στην ησυχία του. Την τελευταία φορά που πέταξε πάνω από εδώ έφερε μια τρομερή καταιγίδα και πήρε τον Τάινι Τομ και ποτέ κανείς δεν τον ξαναείδε. Και αν εσύ πιστεύεις πως αυτό είναι Ινδιάνικες μπούρδες απλά γύρνα και παντρέψου το γείτονά σου. Τώρα έξω από το μαγαζί μου! Βροντοφώναξε εκείνος.

-Εντάξει, καλά μην κάνετε κι έτσι μουρμούρισε η Παμ, σκουπίζοντας το πρόσωπό της από τα σάλια. Για δες ευαισθησίες.

Έβαλε το σακίδιό της στην πλάτη της και βγήκε από το σαλούν. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα μα και πάλι είχε κρύο. Η Παμ κάθισε πάνω σε ένα κομμένο κορμό, έβγαλε ένα χάρτη από την τσάντα της και τον άνοιξε.

-Μμμ, κάπου εδώ πρέπει να είναι, μα που; Εμ που; Αν όλοι τους τρομάζουν μόνο με την ιδέα, τότε πως θα το βρω;

-Αν έστω και ένας ήταν πρόθυμος, θα έβρισκες πληροφορίες.

-Ακριβώς.

-Μωρέ ένα μάτσο κοτόπουλα είναι όλοι τους.

-Μα ναι!

-Εσύ τουλάχιστον δεν χρειάζεται να ζεις μαζί τους κάθε μέρα.

Σε εκείνο το σημείο η Παμ κατάλαβε πως η φωνή αυτή δεν ήταν δική της και σήκωσε το κεφάλι της από το χάρτη. Δίπλα της ήταν καθισμένη μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ήταν ψηλή, ηλιοκαμένη, γκριζομάλλα και είχε κάπως  αλλήθωρα μαύρα μάτια. Κρατούσε ένα μακρύ ξύλινο μπαστούνι.

-Λοιπόν, θα σε βοηθήσω να το βρεις. Ξέρω το δρόμο για τη φωλιά του. Και τι δεν θα έδινα να το ξεπουπούλιαζα το ψωροφαντασμένο κοκόρι. Ακολούθα με!

-Ω! μεγάλη σας καλοσύνη! Μα, ξέρετε, δεν φοβάστε μήπως κουραστείτε στο δρόμο;

-Άκου εδώ νεαρή μου! Τον τελευταίο που σχολίασε τη ηλικία μου τον έφαγε το Θάντερμπερντ.

-Αλήθεια;

-Όχι. Αυτά τα λέω για να τρομάζω τα παιδάκια και τους τουρίστες. Τώρα κάνε μου τη χάρη και κούνα αυτά τα ποδαράκια επιτέλους!

-Ευχαρίστως, μα ξέρετε, είναι που δεν συνηθίζω να ακολουθώ αγνώστους στα κατσάβραχα που με πάνε σε ένα φονικό πουλερικό.

Η γριά σταμάτησε και βαριαναστέναξε.

-Μπίατρις Τζόουνς ή η τρελή του χωριού, συστήθηκε. Σιχαίνομαι όταν αποκαλούν εκείνο το κοκορόμυαλο κοτσύφι, Θάντερμπερντ και θα κάνω οτιδήποτε για να αποδείξω πως δεν υπάρχουν νεραΐδες, ξωτικά και μπεκάτσες που φέρνουν την καταιγίδα.

-Μα υπάρχει ένα μεγάλο πτηνό, έτσι δεν είναι; Ξέρετε ούτε εγώ πιστεύω σε αυτά, αλλά καταλαβαίνετε, το αλκοόλ , και ο ξάδελφος και το στοίχημα και ο γείτονας και μπλα μπλα μπλα…

-Σταμάτα την πολυλογία που να σε πάρει και ακολούθα με. Τώρα που βρήκα κάποιον πρόθυμο να έρθει μαζί μου δεν αφήσω την ευκαιρία να πάει χαμένη.

-Καλά, εντάξει, είπε σαστισμένη η Παμ.

Η Μπίατρις ήταν πολύ ευκίνητη και προχώραγε με τρομερή ευχέρεια στο δάσος λες και πήγαινε να κάνει τα καθημερινά της ψώνια στο μανάβικο.

Κάποια στιγμή, έφτασαν στους πρόποδες ενός απότομου λόφου που έμοιαζε λες και είχε ξεφυτρώσει από το πουθενά.

-Μήπως να κάναμε ένα διάλλειμα; Δεν νοιώθω τα πόδια μου, άσε που νύχτωσε, είπε λαχανιασμένη από το περπάτημα η Παμ, πιάνοντας τα πλευρά της.

Η Μπίατρις από την άλλη φαινόταν μια χαρά.

-Θες να δεις το Θάντερμπερντ ή όχι; Ξεκίνα να σκαρφαλώνεις πριγκηπέσσα. Εγώ αν είχα την ηλικία σου θα έβλεπα ήδη τον ξάδελφό μου να χάνει, απάντησε ξεκινώντας να σκαρφαλώνει το βράχο, μα ή μόνη απάντηση που πήρε ήταν ένα μακρόσυρτο ροχαλητό, γιατί η Παμ είχε ήδη ξεραθεί στον ύπνο πάνω στο χώμα.

-Τσς, σημερινά παιδιά, μουρμούρισε η Μπίατρις και τίναξε το φόρεμά της.

Το επόμενο πρωί αφού ο ύπνος της Παμ διακόπηκε βάναυσα, άρχισε η αναρρίχηση.

-Λοιπόν, βλέπεις εκείνο τον βράχο που προεξέχει;

-Ναι.

-Ακριβώς από πίσω είναι η φωλιά του.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια δυνατή βοή και κύλισαν μερικά χαλίκια. Μα μακάρι να μέναμε μόνο στα χαλίκια γιατί μετά ακολούθησαν βότσαλα, πέτρες και βράχοι.

-Κυρία Μπίατρις, τι θα κάνουμε; Φώναξε τρομοκρατημένη η Παμ.

-Σου είπα θα ανέβουμε στο βράχο και στα δεξιά θα βρούμε τη φωλιά του. Δεν με ακούς, απάντησε εκείνη συνεχίζοντας την αναρρίχηση σαν να μην συνέβαινε τίποτα ενώ γύρω της κατρακυλούσαν βράχοι αρκετά μεγάλοι για να τσαλαπατήσουν πέντε άλογα.

-Μααα, προσπάθησε να πει η Παμ.

-Πω-πω. Τα σημερινά παιδιά. Λες μια κουβέντα και δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Τώρα εμπρός ανέβα, που μου έχεις κάτσει σαν την βρεγμένη γάτα, φώναξε και μετά φτερνίστηκε δυνατά. Πολύ σκόνη σηκώθηκε, μουρμούρισε.

Η κατολίσθηση επιτέλους σταμάτησε και η Παμ με  την Μπίατρις ήταν ανέπαφες, αν εξαιρέσουμε το γεγονός πως η Παμ είχε χάσει τη φωνή της. Πριν καλά καλά συνέλθει από το σοκ είχαν ήδη φτάσει στον βράχο, όπου σωριάστηκε κατά γης.

-Πάμελα! Σταμάτα να παιδιαρίζεις και σήκω πάνω, θέλω απόλυτη ησυχία, την μάλωσε χαμηλόφωνα η Μπίατρις.

Και οι δύο μαζί προχώρησαν σιγά σιγά πίσω από το βράχο και επιτέλους το είδαν. Σίγουρα δεν ήταν το αιμοβόρο κτήνος που έβγαζε καπνούς από το στόμα και έφερνε την καταιγίδα με τα φτερά του, μα ήταν ένας αξιοσημείωτα μεγάλος αετός με υπέροχα γυαλιστερά φτερά.

-Αχ, μα είναι τόσο όμορφο, μουρμούρισε μαγεμένη η Παμ, κοιτώντας το ανυποψίαστο πτηνό.

-Ναι! Είπε κοφτά και δυνατά η Μπίατρις και βγάζοντας ένα πιστόλι από την φούστα της άρχισε να το πυροβολεί.

Εκείνο, πέταξε μακριά κράζοντας τρομαγμένο. Η Παμ δεν ήξερε τι να πρωτοπεί.

Ξεκίνησε με ένα:

-Ακ! Και συνέχισε με μερικά, πτ, τα, μπ, μα τι έκανες;

-Σου είπα, μισώ τα μαγικά πλάσματα, απάντησε κυνικά.

-Μα, μα…είπες Θάντερμπερντ, αετός;!…

-Αυτά που λες δεν βγάζουν νόημα Παμ. Εγώ δεν είπα κάτι τέτοιο. Το Θάντερμπερντ είναι απολύτως αληθινό και δεν δέχομαι τέρατα στο γκαζόν μου. Όσο για το στοίχημά σου μπορείς και πάλι να πάρεις ένα φτερό από τη φωλιά του. Πάω να το κυνηγήσω.

-Μα εσύ, όχι, δεν, τι;! Προσπάθησε να μιλήσει η Παμ.

-Μισώ τη μαγεία! Είπε η Μπίατρις και τότε πήρε μια σκούπα, ένας θεός ξέρει από που την έβγαλε, την καβάλησε και πέταξε πάνω από τις κορυφές των βουνών, αφήνοντας την Παμ σε άναυδη κατάσταση.

Όταν συνήλθε από τη σαστιμάρα μετά από πολύ ώρα, πήρε ένα τεράστιο φτερό από τη φωλιά και ξεκίνησε για το σπίτι της προσπαθώντας να βρει λογική.

Τότε ξύπνησε παντρεμένη με τον όμορφο γιο του γείτονα.

“Η ανιψιά”

Dafni

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here